Κινηματογράφος και Ποδόσφαιρο | Όταν η λαϊκότερη των τεχνών συναντά το λαϊκότερο των αθλημάτων  | του Στράτου Κερσανίδη

Όταν η λαϊκότερη των τεχνών συναντά το λαϊκότερο των αθλημάτων

[Εισήγηση στην εκδήλωση Η ΚΙ.ΛΕ.ΚΩ. (Κινηματογραφική Λέσχη Κω) στη σέντρα]

170329-anagnorisiΠολλές φορές, έχοντας βρεθεί σε παρέες με την ιδιότητά μου ως κριτικού κινηματογράφου αντιμετώπισα απορία, συνοδευόμενη από ανοιχτά στόματα και γουρλωμένα μάτια, όταν ανέφερα την αγάπη μου για το ποδόσφαιρο. Κι όταν αυτό συνοδευόταν με την προτίμησή μου να πάω στο γήπεδο ή να στηθώ μπροστά στην τηλεόραση για να δω την αγαπημένη μου ομάδα αντί να επιλέξω να πάω να δω μια ταινία, η απορία γινόταν μεγαλύτερη και συνοδευόταν και από δυσπιστία σχετικά με την εγκυρότητά μου ως κριτικού κινηματογράφου. ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΤΟ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΜΕ ΘΕΜΑ : ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΚΑΙ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Όμως το ποδόσφαιρο, όχι ως παιχνίδι αυτό καθαυτό, αλλά ως κοινωνικό φαινόμενο το οποίο εξαπλώνεται σε όλα τα πλάτη και τα μήκη της γης, αξίζει αν μη τι άλλο καλύτερης αντιμετώπισης από τους κατ’ επάγγελμα διανοούμενους. Από μόνο του είναι ένα φαινόμενο που αξίζει ιδιαίτερης μελέτης, άρα είναι αντικείμενο της διανόησης.   

Με κοινό στοιχείο τη λαϊκότητα ο κινηματογράφος και το ποδόσφαιρο εφάπτονται κατά κάποιον τρόπο, μέσα στο πλαίσιο της ανθρώπινης καθημερινότητας. Κι αν η λαϊκότητα είναι ένα σημείο επαφής, ένα άλλο είναι, στη σύγχρονη εποχή τουλάχιστον, η βιομηχανία του θεάματος με τα αστέρια του σινεμά και του ποδοσφαίρου να βρίσκονται στην κορυφή της.

Τι χρειάζεται για να στηθεί ένα ποδοσφαιρικό ματς; Μία μπάλα (που μπορεί να είναι και ένα τόπι από πανί, ή και ένα άδειο κονσερβοκούτι σε άλλες περιπτώσεις), και μερικοί άνθρωποι πρόθυμοι να παίξουν. Δυο αυτοσχέδιες εστίες, ή και μία αν πρόκειται για μονότερμα και ιδού. Ο αγώνας μπορεί να ξεκινήσει. Σε μια πλατεία, σε ένα πάρκο, στην εξοχή, στις παραγκουπόλεις της νότιας Αμερικής, ανάμεσα στους πάγους της Γροιλανδίας, στην αφρικανική σαβάνα.

Τι χρειάζεται για να στηθεί μια κινηματογραφική προβολή; Μία μηχανή προβολής, ένας τοίχος ή ένα λευκό σεντόνι και τουλάχιστον ένας θεατής. Και η προβολή μπορεί να στηθεί οπουδήποτε. Στη Γη του Πυρός, στο Βλαδιβοστόκ, σε έναν καταυλισμό προσφύγων στην Παλαιστίνη ή το Πακιστάν ακόμη και στο σαλόνι του σπιτιού μας. Το επιπλέον είναι η ανάγκη μιας εστίας ρεύματος αφού ο κινηματογράφος είναι εφεύρεση, της εποχής του ηλεκτρισμού.

Όμως, εκείνο το οποίο είναι το πιο βασικό κοινό σημείο ανάμεσα στο ποδόσφαιρο και τον κινηματογράφο είναι η λαϊκότητα. Χιλιάδες, εκατομμύρια, δισεκατομμύρια άνθρωποι διασκεδάζουν, κλαίνε ή γελάνε παρακολουθώντας ένα ματς ή μια ταινία. Οι μεγάλοι σταρ αποτελούν αντικείμενα συζήτησης για ανθρώπους που ζουν σε όλα τα μέρη του κόσμου, οι φωτογραφίες τους, συχνά κομμένες από λαϊκά περιοδικά, κοσμούν εφηβικά δωμάτια, κορίτσια κοιμούνται ονειρευόμενα τον Τζόνι Ντεπ ή τον Ζινεντίν Ζιντάν και αγόρια βλέπουν υγρά όνειρα με την Αντζελίνα Τζολί ή την Εμανουέλ Μπεάρ.

Ποδόσφαιρο και κινηματογράφος λοιπόν, με ελάχιστα έως καθόλου κοινά στοιχεία στον πυρήνα τους, στη σύλληψή τους, αφού πρόκειται για δύο ανόμοια πράγματα για δύο ανόμοιες ανθρώπινες εκδηλώσεις. Από τη μια μεριά έχουμε τέχνη και από την άλλη αθλητισμό. Αλλά, υπάρχει κάτι που αξίζει να αναφέρουμε. Μπορεί μια κινηματογραφική προβολή ή ένα ποδοσφαιρικό ματς, να στηθούν σχετικά εύκολα, αλλά όταν μιλάμε για το θέαμα, δηλαδή για την επαγγελματική τους διάσταση, έχουν ένα ακόμη πολύ βασικό κοινό στοιχείο Και αυτό είναι η ομαδικότητα, η συλλογικότητα. Για να γίνει μία ταινία χρειάζεται μία ομάδα ανθρώπων, ένα κινηματογραφικό συνεργείο. Οι άνθρωποι που το αποτελούν συνεργάζονται έχοντας έναν κοινό στόχο: την παραγωγή της ταινίας. Το ίδιο συμβαίνει και στο ποδόσφαιρο. Χρειάζεται μία ομάδα από παίκτες, προπονητές, μασέρ, φροντιστές, διοίκηση. Η μεταξύ τους συνεργασία έχει ως κοινό στόχο τη νίκη της ομάδας. Αλλά και η παρακολούθησή τους είναι ομαδική. Το γήπεδο και η κινηματογραφική αίθουσα είναι χώροι συνάθροισης και κοινωνικότητας των ανθρώπων. Βέβαια, μπορούμε να παρακολουθήσουμε ταινία ή ματς και κατά μόνας, αλλά δεν είναι το ίδιο. 

Θα περάσω τώρα σε πιο χειροπιαστά πράγματα, θα αναφερθώ σε ταινίες οι οποίες έχουν ως θέμα το ποδόσφαιρο.

Μερικές ταινίες με ποδόσφαιρο                          

Ο βραζιλιάνος Έντζον Αράντες ντα Νοσιμέντο, περισσότερο γνωστός ως Πελέ, ή «μαύρο διαμάντι», δεν είχε αντίπαλο να τον αντιμετωπίσει στο γήπεδο. Κι όμως, υπήρξε ένας ο οποίος τον κοίταξε στα μάτια και τον έπαιξε στα ίσια. Ήταν ο αμυντικός της Εθνικής Αγγλίας, ο μεγάλος Μπόμπι Μουρ. 

apodrasi111970, παγκόσμιο κύπελλο στο Μεξικό. Το μεγάλο ματς ανάμεσα στη Βραζιλία και την Αγγλία έχει τελειώσει, με νίκη της πρώτης με 1-0 και οι δύο άσοι αλληλοσυγχαίρονται. Μερικά χρόνια αργότερα οι αντίπαλοι στα γήπεδα του Μεξικού, έγιναν συμπαίκτες και συμπρωταγωνιστές… σε μια ταινία. Το 1981, ο Τζον Χιούστον, τους έβαλε να πρωταγωνιστήσουν στη«Μεγάλη απόδραση των 11», με θέμα τον αγώνα που έδωσε μια ομάδα κρατουμένων σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, με μια αντίστοιχη των ναζί.

Η ταινία βασίζεται σε αληθινό γεγονός, που συνέβη το 1941 στην Ουκρανία. Σε αυτό αναφέρεται και το ντοκιμαντέρ «Ο αγώνας του θανάτου» που γύρισε με αυτό το θέμα ο Ανδρέας Αποστολίδης με τονΣτέλιο Κούλογλου. Το οπτικό υλικό του ντοκιμαντέρ, είναι παρμένο από ταινία που γύρισε ο σοβιετικός σκηνοθέτης Εβγκένι Καρέλοφ το 1960, με τίτλο «Το τρίτο ημίχρονο» ή «Το ημιχρόνιο του θανάτου». Μάλιστα, στην ταινία αυτή πρωταγωνιστούσε μια, επίσης μεγάλη μορφή του παγκόσμιου ποδοσφαίρου, ο τερματοφύλακας της Δυναμό Κιέβου και της Εθνικής της Σοβιετικής Ένωσης,  Λεβ Γιασίν, που συνάντησε κι αυτός το ’68, το Μουρ και τον Πελέ, στα γήπεδα του Μεξικού. Ο Τζον Χιούστον, λοιπόν, έκανε ένα ριμέικ της ταινίας του Καρέλοφ, αλλά ενδιαμέσως υπήρξε… ακόμη ένα. Ήταν τα «Δύο ημιχρόνια στην κόλαση», που γύρισε το 1962 ο διάσημος ούγγρος σκηνοθέτης Ζόλταν Φάμπρι, μεταφέροντας τη δράση της ταινίας στην Ουγγαρία.

Είπαμε για τον Πελέ, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε και τον Ντιέγο Αρμάντο Μαραντόνα, το αντίπαλο δέος, που πολλοί συμφωνούν πως ο αργεντίνος υπήρξε ανώτερος του βραζιλιάνου. Δεν ξέρω αν υπήρξε ανώτερος αλλά οπωσδήποτε υπήρξε διαφορετικός. Σε αντίθεση με τον Πελέ, που έφτασε να γίνει και υπουργός στην κυβέρνηση της Βραζιλίας, ο Μαραντόνα, κινήθηκε σε άλλες κατευθύνσεις. Ασυμβίβαστος, αντισυμβατικός, αυτοκαταστροφικός αποτέλεσε θέμα για το ντοκιμαντέρ που γύρισε το 2005 ο Χαβιέ Βάσκεθ, με τίτλο το όνομά του («Μαραντόνα»). Μια ταινία για τον Μαραντόνα με τον Μαραντόνα αφηγείται τη ζωή του αλλά και για τους ανθρώπους που τον αγάπησαν. Όπως ένα αγόρι στο χωριό Βίγια Φιορίτο, και ο ιδιοκτήτης μιας καντίνας στη Νάπολι. Γυρισμένο σε Νάπολι, Βαρκελώνη, Κούβα, Μπουένος Άιρες, Ρίο ντε Τζάνερο, Ελβετία και Παταγονία, αυτό το ντοκιμαντέρ λέει την ιστορία της ζωής του Ντιέγο, μέσα από τις φωνές ανθρώπων που τον αγάπησαν και εξακολουθούν να τον αγαπούν.

Και τώρα ας προχωρήσουμε στην πολιτικοποιημένη ματιά του Κεν Λόουτς και την ταινία «Το όνομά μου είναι Τζο» (1998). Ο ήρωάς του, ο Τζο Κοβάνα, προπονεί τη τοπική ομάδα μιας συνοικίας στη Γλασκόβη, η οποία φορά τις φανέλες της πρωταθλήτριας κόσμου του 1974, της Δυτικής Γερμανίας. Είναι 37 ετών και έχει το κουρασμένο ύφος όσων συχνάζουν καιρό στις συναντήσεις των Ανώνυμων Αλκοολικών. Αυτό που κάνει τώρα, είναι να στηρίζει όσους είναι σε χειρότερη μοίρα από αυτόν, και ειδικά τους έντεκα ταλαίπωρους που απαρτίζουν την ποδοσφαιρική του ομάδα.

fibenΤη χρονιά που η Δυτική Γερμανία έπαιρνε το παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου (1974), με την ομάδα που θαύμαζε ο Τζο και η παρέα του, στη Σουηδία γυριζόταν ακόμη μια ταινία με θέμα το βασιλιά των σπορ. Σκηνοθέτης ήταν ο Μπο Βίντερμπεργκ και η ταινία τον τίτλο «Φίμπεν, ο μπόμπιρας των γηπέδων». Πρωταγωνιστής ήταν ένας πιτσιρικάς, ονόματι Φίμπεν, ο οποίος γεννήθηκε με έμφυτο ταλέντο ποδοσφαιριστή. Όταν έπαιρνε την μπάλα, έκανε διάφορα… μαγικά, τρελαίνοντας τους αντιπάλους του. Σύντομα έγινε πρώτη φίρμα και δεν άργησε να κληθεί στην εθνική ομάδα της Σουηδίας!

Στο «Βρόμικο ίνδαλμα» του Μπάρι Σκόλνικ ο πρωταγωνιστής Βίνι Τζόουνς ερμηνεύει τον αρχηγό της εθνικής Αγγλίας, ο οποίος έχει καταδικαστεί σε τρία χρόνια φυλακή. Μέσα στη φυλακή, ο πρώην ποδοσφαιριστής αναλαμβάνει να φτιάξει και να προπονήσει μια ομάδα από κρατούμενους, προκειμένου να αντιμετωπίσουν μια ομάδα αποτελούμενη από φρουρούς.  

bernenΑξίζει ακόμη να αναφερθώ και στην ταινία «Το θαύμα της Βέρνης», που γύρισε το 2005 ο Σένκε Βόρτμαν.  Η ταινία μας μεταφέρει στα 1954 όταν γερμανοί αιχμάλωτοι του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου απελευθερώνονται από τη Σοβιετική Ένωση. Ο πατέρας που επιστρέφει, η ψυχρότητα του γιου του που λατρεύει το ποδόσφαιρο σε αντίθεση με τον πατέρα που το θεωρεί άχρηστο και με φόντο τον τελικό του 1954. Τότε που ηυ Γερμανία  έπαιξε στον τελικό με την Ουγγαρία, από την οποία έχανε 2-0, αλλά κατάφερε να γυρίσει τον αγώνα, κερδίζοντας 3-2. Επίσης, οι δύο ομάδες είχαν αναμετρηθεί και στον πρώτο γύρο του Κυπέλλου, όπου η Γερμανία είχε ηττηθεί με 8-3!

becamΤο 2002, είχαμε δει την ταινία«Καν’ το όπως ο Μπέκαμ» τηςΓκουριντέρ Τσαντά. Εδώ το θέμα είναι το γυναικείο ποδόσφαιρο το οποίο λατρεύει η κόρη ενός πακιστανού μετανάστη στη Βρετανία,  μουσουλμάνου Σιχ, με τον πατέρα φυσικά να μη θέλει να ακούσει κουβέντα για την προτίμηση της κόρης του. Στην ταινία εκτός από το στόρι αυτό καθαυτό, που λειτούργει περισσότερο ως πρόφαση, προσεγγίζεται το θέμα των πολιτιστικών διαφορών και της μετανάστευσης. Όμως επί πλέον η ταινία είναι ευχάριστη και διασκεδαστική.

Βαθιά πολιτική είναι η ματιά του ιρανού Τζαφάρ Παναχί στην ταινία του «Οφσάιντ». Εδώ στο επίκεντρο μπαίνουν οι διακρίσεις κατά των γυναικών στη χώρα του με τον Παναχί να έχει ως ηρωίδες κάποιες κοπέλες στο Ιράν της ισλαμικής επανάστασης. Οι κοπέλες θέλουν να παρακολουθήσουν ένα σημαντικό αγώνα της εθνικής τους ομάδας μόνο που στο Ιράν η είσοδος απαγορεύεται στις γυναίκες! offsideΑυτές απτόητες δε διστάζουν να μεταμφιεστούν σε άνδρες για να καταφέρουν να μπουν στο γήπεδο. Κάποιες αποκαλύπτονται και συλλαμβάνονται.

Υπάρχει μια ταινία για την οποία θα ήθελα να κάνω μια μικρή αναφορά, η οποία δείχνει το μεγαλείο που μπορεί να υπάρχει σε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα. Την είχα δει πριν από 2 ή 3 χρόνια στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και ο τίτλος της είναι «Ένας τελικός αλλιώτικος από τους άλλους», και τη γύρισε το 2003 ο Γιόχαν Κράμερ. Όταν το 2002 η εθνική Ολλανδίας δεν κατάφερε να προκριθεί στην τελική φάση του παγκοσμίου Κυπέλου που θα γινόταν τότε στα γήπεδα της Ιαπωνίας και της Νότιας Κορέας, ο Ματίς ντε Γιονγ, ένας Ολλανδός διαφημιστής, είχε μία φαεινή ιδέα. Αφού έψαξε, βρήκε ποιες είναι οι τελευταίες ομάδες στην κατάταξη της ΟΥΕΦΑ παγκοσμίως: το Μπουτάν που βρίσκεται στα Ιμαλάια και το Μονσεράτ, ένα νησί στην Καραϊβική. Η ιδέα ήταν οι εθνικές ομάδες των δύο αυτών χωρών να παίξουν μεταξύ τους στην πρωτεύουσα του Μπουτάν, την ίδια μέρα που θα διεξαγόταν και ο τελικός του Μουντιάλ. Αυτό φυσικά αποφάσισε να γυριστεί σε ταινία και τη δουλειά ανέλαβε ο σκηνοθέτης Γιόχαν Κράμερ. Μέσα στην ταινία παρακολουθούμε τις επαφές του ντε Γιονγκ με τους ιθύνοντες των δύο χωρών, την προετοιμασία των δύο ομάδων, την ανακάλυψη των χωρών στους χάρτες, την προσέγγιση ανάμεσα στους ανθρώπους.

otherΟ αγώνας έγινε, δε θυμάμαι το σκορ, το οποίο μικρή σημασία είχε άλλωστε. Θα αναφέρω μόνο τα λόγια του μεγάλου ιταλού ποδοσφαιριστή Ρομπέρτο Μπάτζιο ο οποίος έχοντας αντιληφθεί τη μεγάλη σημασία αυτού του αλλιώτικου τελικού είχε δηλώσει:  «δείχνει το αληθινό πνεύμα του ποδοσφαίρου καθαρά και με πάθος και μας διδάσκει ότι το ποδόσφαιρο είναι μια γλώσσα που μπορεί να τη μιλήσει ο καθένας. Σε καιρούς όπου όλα στρέφονται γύρω από το εμπόριο, αυτό το σχεδόν αφελές εγχείρημα είχε ως προϋπόθεση την αληθινή αγάπη για τον αθλητισμό». Μετά τη λήξη αυτού του άλλου τελικού, στο τέλος της ταινίας, ο σκηνοθέτης προτείνει στους θεατές: «Και τώρα βγείτε από το σινεμά και πηγαίνετε να παίξετε μπάλα μ’ έναν ξένο».

Στην Ελλάδα

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70, ο Υβ Τριαντάφυλλος μεταγράφηκε από τη Γαλλία στον Ολυμπιακό. Ο ταλαντούχος ποδοσφαιριστής σύντομα έγινε ο αγαπημένος των ερυθρόλευκων φιλάθλων οι οποίοι τον υποδεχόταν στο γήπεδο με την ιαχή «Υβ Υβ Υβ». Η ιαχή αυτή αποτέλεσε και τον τίτλο ταινίας που σκηνοθέτησε το 1972 ο Κώστας Καραγιάννης.  Με πρωταγωνιστή τον Γιώργο Παπαζήση στο ρόλο του Μανωλιού Υβάκη. Στην ταινία έπαιζε ακόμη ο Ανδρέας Τσάκωνας ενώ τη μουσική είχε γράψει ο μεγάλος Γιώργος Ζαμπέτας.  Ο βαμμένος κόκκινος ποδοσφαιρικά Νίκος Σταυρίδης, συχνά πυκνά χρησιμοποιούσε το μικρό όνομα του ομογενή από τη Γαλλία ποδοσφαιριστή σε ταινίες του αλλά και στις θεατρικές του παραστάσεις.  Οι μεγαλύτεροι θα θυμούνται τον Αντώνη Παπαδόπουλο  να φουσκώνει τα μάγουλά του και φωνάζει να υπέρ της ομάδας του «Πύ… πύ… πύραυλος», στην ταινία του Κώστα Καραγιάννη «Ο άνθρωπος της καρπαζιάς», που γυρίστηκε το 1969. Η ταινία είναι μετριότατη και αυτήν μας έχει μείνει μόνο η παραπάνω ατάκα του Παπαδόπουλου. Το θέμα της είναι ο έρωτας της Ξένιας Καλογεροπούλου για τον Κώστα  Βουτσά. Ο τελευταίος την αγνοεί και εκείνη επιμένει μέχρις ότου στο τέλος τον καταφέρνει… ως είθισται! asiΌμως το ποδόσφαιρο είχε την τιμητική του και στην αμιγώς ποδοσφαιρική ταινία «Οι άσοι του γηπέδου», του 1955, που σκηνοθέτησε ο Βασίλης Γεωργιάδης. Δύο μεγάλες μορφές του ελληνικού ποδοσφαίρου, που έπαιζαν στους δύο «αιώνιου» αντιπάλους, είχαν πρωταγωνιστικούς ρόλους: ο Κώστας Λινοξυλάκης του Παναθηναϊκού και ο Ανδρέας Μουράτης του Ολυμπιακού. 

Το 1988, ένας από τους πιο σημαντικούς έλληνες σκηνοθέτες, οΠαντελής Βούλγαρης, γύρισε τη «Φανέλα με το 9». Στην ταινία ο Βούλγαρης επιχείρησε μια κοινωνιολογική ανάλυση του ποδοσφαιρικού χώρου. fanela9Ο Στράτος Τζώρτζογλου ερμήνευσε το ρόλο του Μπιλ, ενός ταλαντούχου ποδοσφαιριστή, ο οποίος πήρε μεταγραφή σε μια μεγάλη ομάδα. Σύντομα όμως την αρχική του ευφορία διαδέχτηκε η απογοήτευση, όταν ανακάλυψε πως έχασε την ανεξαρτησία του και έγινε το γρανάζι ενός μηχανισμού που είναι έτοιμος να τον καταστρέψει εάν κάνει τη «λάθος» κίνηση. Η ταινία είναι βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Μένη Κουμανταρέα. Και μαζί με τον Τζώρτζογλου πρωταγωνιστεί και η Θέμις Μπαζάκα. 

Το 2000, στο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους της Δράμας, είδαμε το «Βετεράνο», του Βασίλη Δουβλή. Η ταινία του Δουβλή έχει για θέμα της ένα βετεράνο ποδοσφαιριστή, ο οποίος ήταν ίνδαλμα στη δεκαετία του ’70. Το παρόν τον βρίσκει να έχει ένα μαγαζί στη λαχαναγορά και να ζει μακριά από κάθε δημοσιότητα. Μια μέρα, όμως, θα προσλάβει στη δουλειά του ένα νεαρό ερασιτέχνη ποδοσφαιριστή, ο οποίος είχε σαν ίνδαλμα το βετεράνο. Η συνάντηση αυτή θα τον φέρει αντιμέτωπο με το παρελθόν του. Τότε που μεσουρανούσε στα γήπεδα.

Το ποδόσφαιρό όμως εκτός από πρωταγωνιστής στο σινεμά, σ πολλές περιπτώσεις το συναντάμε και… σε δεύτερο πλάνο. Μια τέτοια περίπτωση είναι στο «Ποτέ την Κυριακή» (1959) του Ζιλ Ντασέν. Εκεί η πόρνη Ίλια (Μελίνα Μερκούρη), έχει πάνω από το κρεβάτι της μια φωτογραφία της αγαπημένης της ομάδας, του Ολυμπιακού.

Μια άλλη περίπτωση συναντάμε στην ταινία του Σταύρου Τσιώλη «Ας περιμένουν οι γυναίκες» (1992), με το Γιάννη Ζουγανέλη να δηλώνει φανατικός οπαδός του ΠΑΟΚ. Όταν, μάλιστα, κατασκηνώνει μαζί με το φίλο του (Σάκης Μπουλάς), πλάι στη λίμνη Βόλβη, υψώνει έξω από το αντίσκηνο μια σημαία με τον ασπρόμαυρο δικέφαλο, σύμβολο της ομάδας του.

Για τις ταινίες της εκδήλωσης

 «Το καλοκαίρι που έφυγαν οι γονείς μου» Τη χρονιά χου οι γονείς μου έκαναν διακοπές» που γύρισε το 2006 ο βραζιλιάνος Κάο Χαμπούργκερ. Η ταινία θυμίζει κατά κάποιον τρόπο το «Ο μπαμπάς λείπει ταξίδι για δουλειές» του Κουστουρίτσα.  Ο 12χρονος Μάουρο ονειρεύεται η εθνική Βραζιλίας να κερδίσει το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1970. Τη χώρα κυβερνά στρατιωτική δικτατορία και τότε ο μικρός Μάουρο αναγκάζεται να μείνει μόνος με τον παππού του αφού οι γονείς του εξαιτίας των αριστερών πολιτικών τους πεποιθήσεων συλλαμβάνονται. Κι έτσι όλα αλλάζουν ξαφνικά στη ζωή του μικρού. Αυτό που κρατάμε από την ταινία είναι πως το ποδόσφαιρο παίζει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των κοινωνικών σχέσεων της γειτονιάς, σε μια χώρα που έχει διαιρεθεί λόγω της χούντας. Και ο Μάουρο ξεγελιέται με την λαϊκή δύναμη της μπάλας και αντέχει την αναμονή για τους γονείς του, που δεν λένε να επιστρέψουν. Βέβαια η ταινία είναι περισσότερο νοσταλγική από μία κοινωνική και λαϊκή σκοπιά.

Το «Ζιντάν, ένα πορτρέτο του 21ου αιώνα» που προβάλλεται σήμερα γυρίστηκε στη διάρκεια αγώνα της Ρεάλ Μαδρίτης με τη Βιγιαρεάλ το 2005. Για τις ανάγκες της ταινίας χρησιμοποιήθηκαν 14 κάμερες, οι οποίες στήθηκαν σε διάφορα σημεία του «Σαντιάγκο Μπερναμπέου», προκειμένου να καταγράψουν κάθε κίνηση του Γάλλου σταρ, με ή χωρίς την μπάλα.

Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πλήθος ακόμη ταινιών στις οποίες το ποδόσφαιρο είναι πρωταγωνιστής, δευτεραγωνιστής ή κομπάρσος. Όμως δεν προλαβαίνουμε, ο διαιτητής σφυρίζει τη λήξη, τα φώτα της αίθουσας άναψαν…

  Εισήγηση στην εκδήλωση Κινηματογράφος και ποδόσφαιρο τηςΚινηματογραφικής Λέσχης Κω

                                                                 18 Ιουλίου 2009

ΗΜΙΧΡΟΝΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ (Tretiy taym, 1960) Σκηνοθεσία: Ευγκένι Καρέλοφ, κριτική του Μπάμπη Ακτσόγλου | Ποδόσφαιρο και Κινηματογράφος

[VIDEO] ΤΟ ΗΜΙΧΡΟΝΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ (1960) του Ευγκένι Καρέλοφ |Προβολή Ταινίας (Χωρίς Υπότιτλους)

Το ματς του θανάτου 9 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1942 ΚΙΕΒΟ

Δύο Ημίχρονα στην Κόλαση (1961) του Ζόλταν Φάμπρι | εμπνευσμένο από το Ματς του Θανάτου | Ποδόσφαιρο και Κινηματογράφος

Κινηματογράφος και Ποδόσφαιρο | Όταν η λαϊκότερη των τεχνών συναντά το λαϊκότερο των αθλημάτων  | του Στράτου Κερσανίδη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: