Η ΚΡΑΥΓΗ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ (UN HOMME QUI CRIE / THE SCREAMING MAN) του Μαχαμέτ Σαλέχ Χαρούν (2010) | ΝΕΡΙΤ 22.00, Τετάρτη 13.8.2014-Ταινία της Ημέρας

Α Screaming Man

Η ΚΡΑΥΓΗ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ (UN HOMME QUI CRIE / THE SCREAMING MAN) του Μαχαμέτ Σαλέχ Χαρούν (2010)

 Αξίζει να δείτε σήμερα

Η Κραυγή ενός Ανθρώπου [3/5]
ΝΕΡΙΤ 22:00

Η ΚΡΑΥΓΗ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
UN HOMME QUI CRIE / THE SCREAMING MAN

του Μαχαμέτ Σαλέχ Χαρούν
με τους Γιουσούφ Ντζαορό, Ντιουκ Κομά, Εμίλ Αμπόσολο Έμπο

Υπόθεση: 
Ο Άνταμ ζει στην πρωτεύουσα του Τσαντ, την Τζαμένα, είναι 60 χρονών, παλαιός πρωταθλητής της κολύμβησης και εργάζεται ως υπεύθυνος της πισίνας ενός πολυτελούς ξενοδοχείου στην πόλη. Όταν το ξενοδοχείο αλλάζει χέρια και το εξαγοράζουν Κινέζοι επιχειρηματίες, ο Άνταμ θα πρέπει να παραδώσει τη θέση του στον γιο του, τον Aμπντέλ. Ο λόγος είναι φυσικά η ηλικία του. Την κατάσταση αυτή, τη βιώνει με πολλή θλίψη ο Άνταμ, μια και θεωρεί ότι έτσι ξεπέφτει κοινωνικά, και ουσιαστικά “παροπλίζεται” πρόωρα.

Την ίδια στιγμή η χώρα του, το Τσαντ, βρίσκεται στο έλεος του εμφύλιου πολέμου αφού οι ένοπλοι αντάρτες απειλούν να καταλάβουν την εξουσία. Αντιδρώντας απέναντι σ’ αυτό τον κίνδυνο, η κυβέρνηση κάνει έκκληση στον λαό της χώρας ώστε να συντελέσει σε μια “προσπάθεια” αντιμετώπισης του πολέμου. Αντιπρόσωποι της κυβέρνησης πλησιάζουν τον Άνταμ, και ουσιαστικά απαιτούν απ’ αυτόν ή να τους δώσει χρήματα ή κάποιον συγγενή του που να βρίσκεται σε μάχιμη ηλικία ώστε να μπορέσει να αντιμετωπίσει τους ένοπλους αντάρτες. Ο χρόνος κυλάει, όμως μέρα με τη μέρα ο Άνταμ δέχεται ολοένα και εντονότερες πιέσεις από τον επικεφαλή των κυβερνητικών και συνάμα φίλο του. Το ζήτημα βέβαια είναι ότι ο Άνταμ δεν έχει καθόλου λεφτά παρά μόνο τον γιο του…

Α Screaming Man 02

αναλυτικότερα:

  • Στη σχέση του Άνταμ με τον γιο του, Αμπντέλ, επικεντρώνεται ο Μωχάμετ Σαλέχ Χαρούν στην ταινία του. Σύμφωνα με τον ίδιο, “Μεταξύ των δυο τους αναπτύσσεται μια μεταφορά γονιδίων, μνημών και πολιτισμού. Αυτή η διαδικασία είναι ιδιαιτέρως σημαντική, καθώς στο Τσαντ τον πόλεμο τον κάνουν οι άντρες. Αν ένας πατέρας περάσει στον γιο του την κουλτούρα του πολέμου τότε εκείνος θα εμπλακεί, διαφορετικά δεν θα έχει κανένα λόγο για να το κάνει.
  • Παρόλο που η ταινία αναφέρεται στον εμφύλιο στο Τσαντ, που βαστά περίπου 40 χρόνια, ο Χαρούν σκοπίμως δεν μπαίνει σε λεπτομέρειες γι’ αυτόν. “Η ταινία μιλά για τον εσωτερικό πόλεμο που δέχεται ο Άνταμ, κι όχι τόσο για τον εμφύλιο. Η ιστορία δηλαδή δεν παίρνει θέση υπέρ της κυβέρνησης ή των ανταρτών. Δεν είναι αυτός ο σκοπός της. Και ο χαρακτήρας άλλωστε όποια γραμμή κι αν ακολουθούσε, στα σίγουρα δεν θα μπορούσε να σταματήσει τον πόλεμο”.
  • Ο τίτλος της ταινίας έχει προέλθει, είναι μια αναφορά δηλαδή στην ποιητική συλλογή “Return to My Native Land” του Aimé Césaire.
  • Ο Χαρούν ισχυρίζεται ότι ο κύριος χαρακτήρας, ο Άνταμ, “ουρλιάζει απέναντι στη σιωπή του Θεού, δεν είναι δηλαδή μια κραυγή απέναντι στην έχθρα που επικρατεί στη χώρα του”.
  • Η ιδέα για την ταινία ήρθε το 2006, στα γυρίσματα της “Εποχής ξηρασίας”. Στις 13 Απριλίου οι αντάρτες μπήκαν στην Τζαμένα, την πρωτεύουσα του Τσαντ, ενώ ο Χαρούν κινηματογραφούσε, και το γύρισμα σταμάτησε. Το συνεργείο, μαζί με τον πρωταγωνιστή της ταινίας που έκλεινε εκείνη τη μέρα τα 18 του χρόνια, παγιδεύτηκε στην έρημο χωρίς να έχει καμία δυνατότητα επικοινωνίας με τον κόσμο. Το γεγονός αυτό ενέπνευσε τον Χαρούν, ο οποίος θέλησε να συλλάβει κινηματογραφικά το συναίσθημα που ένιωσε το συνεργείο ζώντας αυτή την εμπειρία.
  • Στην παραγωγή της ταινίας συνεργάστηκαν η γαλλική εταιρεία Pili Films και η Goi Goi Productions από το Τσαντ, ενώ συνεισέφερε και η βελγική Entre Chiens et Loups. Το συνολικό μπάτζετ ανήλθε στα 2 εκατομμύρια ευρώ. Υποστηρίχθηκε από το Γαλλικό Κέντρο Κινηματογράφου, το Canal +, το Canal Horizons, το Cine Cinema και το TV5MONDE.
  • Τα γυρίσματα διήρκησαν έξι εβδομάδες και πραγματοποιήθηκαν στο Τσαντ. Άρχισαν στις 30 Νοεμβρίου του 2009.
  • Σε πολλά σημεία της ταινίας παίζουν πραγματικά πρόσωπα: πελάτες και υπάλληλοι του ξενοδοχείου, τουρίστες και στρατιώτες έπαιξαν όσο πιο ρεαλιστικά μπορούσαν, υπό τις οδηγίες του Χαρούν.
  • Κατά τον Χαρούν τα γυρίσματα της ταινίας πραγματοποιήθηκαν χωρίς να συμβεί κάτι το δυσάρεστο. Ωστόσο, στη διάρκεια των γυρισμάτων στην πόλη Αμπεσέ, που θεωρείται προπύργιο των ανταρτών, υπήρχε ένα σταθερός, διαρκής, ενδόμυχος φόβος σε κάθε μέλος του επιτελείου. Όταν Χαρούν διέκρινε αυτό τον φόβο, από τη μια μεριά προσπάθησε να ολοκληρώσει το γρηγορότερο το γύρισμα, από την άλλη μεριά όμως το είδε και θετικά μια κι έτσι θα εκμεταλλευόταν μια γνήσια, εσωτερική ένταση των πρωταγωνιστών του.
Α Screaming Man 03
ΦΕΣΤΙΒΑΛ-ΒΡΑΒΕΙΑ-ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ

Η ταινία του Μωχάμετ Σαλέχ Χαρούν πραγματοποίησε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο 63ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών, τον Μάιο του 2010, συμμετέχοντας στο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα του. Απέσπασε το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής. Στη συνέχεια προβλήθηκε σε πολλά φεστιβάλ ανά τον κόσμο: Καρλόβι Βάρι (Τσεχία), La Rochelle (Γαλλία), Durban (Νότιος Αφρική), Lama (Γαλλία,), Gindou (Γαλλία), Ελσίνκι (Φιλανδία), Μιλγουόκι (Η.Π.Α.), Σικάγο (Η.Π.Α.), Βαρσοβία (Πολωνία), Σάο Πάολο (Βραζιλία), Carthage (Γαλλία), Ντένβερ (Η.Π.Α.), Ντουμπάι (Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα), Κέσουϊκ και Γλασκώβη (Ηνωμένο Βασίλειο), River Run (Η.Π.Α.), Χονγκ Κονγκ, Augsburg (Γερμανία), Opuzen (Κροατία) κ.ά

Συμμετείχε σε δύο ακόμη πολύ σημαντικά φεστιβάλ: σε εκείνα του Τορόντο και του Σάντανς. Στην Ελλάδα προβλήθηκε στα πλαίσια του 12ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου. Πλην του βραβείου στις Κάννες, απέσπασε και άλλα πολλά με σημαντικότερα τον Αργυρό Ουγκώ Σεναρίου και Ανδρικού Ρόλου (Youssouf Djaoro) στο Φεστιβάλ του Σικάγο. Ακόμη, στα Lumiere Awards 2011 αναδείχθηκε Καλύτερη Γαλλόφωνη Ταινία Εκτός Γαλλίας.

“Η Κραυγή ενός Ανθρώπου” έχει βρει διανομή σε πολλές χώρες του κόσμου. Τον Σεπτέμβριο του 2010 άνοιξε στην Ολλανδία και τη Γαλλία, τον Οκτώβριο στο Βέλγιο, και τον Νοέμβριο στη Βραζιλία. Από τις αρχές του 2011 έχει παιχτεί σε αίθουσες στην Ουγγαρία, τη Γερμανία, τις Η.Π.Α., τη Νορβηγία, την Αγγλία, την Ιαπωνία, το Μεξικό και τη Σουηδία. Στο τέλος του χρόνου παίζεται και στη Ελλάδα από την AMA Films.

Βιογραφικό Σημείωμα – ΜΩΧΑΜΕΤ ΣΑΛΕΧ ΧΑΡΟΥΝ

Ο Μωχάμετ Σαλέχ Χαρούν γεννήθηκε το 1961 στο Αμπεσέ του Τσαντ. Γύρισε την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, “Bye Bye Africa”, το 1999. Πρόκειται για ένα ντοκιμαντέρ που κέρδισε δύο βραβεία στο Φεστιβάλ Βενετίας της χρονιάς εκείνης, το CinemAvvenire και το Luigi De Laurentis (Ειδική Μνεία), διακρίσεις που αφορούν πρωτοεμφανιζόμενους σκηνοθέτες. Η ταινία απέσπασε ακόμη βραβεία σε φεστιβάλ της Γαλλίας και της Ινδίας.

Ο Χαρούν, ο οποίος από το 1994 έχει σκηνοθετήσει 12 συνολικά ταινίες μικρού μήκους και ντοκιμαντέρ, είναι ο πρώτος σκηνοθέτης στην ιστορία της χώρας του, του Τσαντ. Η χώρα αυτή ήταν γνωστή στον κινηματογράφο μόνο από το “Επάγγελμα Ρεπόρτερ” του Μικελάντζελο Αντονιόνι, με τους Τζακ Νίκολσον και Μαρία Σνάϊντερ, μια και η ταινία γυρίστηκε εκεί.

Το 2001 η μικρού μήκους ταινία του “Letter from New York” αποσπά το βραβείο Καλύτερης Ταινίας στο 11ο Φεστιβάλ Αφρικανικού Κινηματογράφου του Μιλάνου. Την επόμενη χρονιά, ο Χαρούν σκηνοθετεί τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, “Abouna”, που κερδίζει Ειδική Μνεία στο Φεστιβάλ του Χονγκ Κονγκ, κι άλλα βραβεία σε φεστιβάλ της Ινδίας, του Βελγίου, της Μπουρκίνα Φάσο κ.ά. Η ιστορία μιλάει για δύο αδέλφια, που ζουν στην Τζαμένα, κι ένα Σάββατο πρωί ανακαλύπτουν ότι ο πατέρας τους, τους παράτησε.

Το 2006, η τρίτη ταινία του “Εποχή ξηρασίας” κερδίζει πολλά βραβεία σε διάφορα φεστιβάλ του κόσμου. Τα σημαντικότερα όμως έρχονται στο Φεστιβάλ Βενετίας, όπου συμμετείχε στο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα και εντέλει έφυγε με πέντε διακρίσεις. Οι κυριότερες είναι το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής, καθώς κι εκείνο της UNESCO. Η ταινία εξετάζει τις επιπτώσεις του 40χρονου εμφυλίου πολέμου στο Τσαντ, εστιάζοντας σε ποικίλες ιστορίες κατοίκων του. Αυτή η παραγωγή του Χαρούν παίχτηκε και στην Ελλάδα, στο 20ο Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου της Αθήνας.

Η τελευταία του ταινία, “Η κραυγή ενός ανθρώπου”, συμμετείχε στο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ των Καννών το 2010. Τιμήθηκε με το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής. Προβλήθηκε ακόμη σε πολλά άλλα φεστιβάλ σε όλο τον κόσμο, βρήκε διανομή στην Ευρώπη, τις Η.Π.Α. και την Ασία, και θεωρείται η καλύτερη ταινία του 50χρονου σκηνοθέτη.

Ο Μωχάμετ Σαλέχ Χαρούν έχει κερδίσει περισσότερα από 20 βραβεία σε φεστιβάλ όλου του κόσμου. Πλην των τεσσάρων ταινιών μεγάλου μήκους του, εξακολουθεί να σκηνοθετεί ντοκιμαντέρ και μικρού μήκους ταινίες. Συνεργάζεται ακόμη και με τη γαλλική τηλεόραση, γυρίζοντας σειρές και τηλεταινίες. Ζει μεταξύ του Τσαντ και της Γαλλίας. Ήταν μέλος της Κριτικής Επιτροπής του επίσημου διαγωνιστικού τμήματος του 64ου Φεστιβάλ των Καννών 2011, όπου προήδρευε ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο.

Σύμφωνα με τον Στηβ Ρόουζ της Guardian, ο Μωχάμετ Σαλέχ Χαρούν είναι ένας ήρεμος, απλός, βαθιά ανθρωποκεντρικός, διεισδυτικός, που εμμένει στην παρατήρηση, σκηνοθέτης, ο οποίος φαίνεται επηρεασμένος από τον Κινέζο δημιουργό Χου Χσιάο Χσιεν.

Φιλμογραφία

2010 Η Κραυγή ενός Ανθρώπου
2006 Εποχή Ξηρασίας
2002 Abouna (Our Father)
1999 Bye Bye Africa


Present-day Chad. Adam, sixty something, a former swimming champion, is pool attendant at a smart N’Djamena hotel. When the hotel gets taken over by new Chinese owners, he is forced to give up his job to his son Abdel. Terribly resentful, he feels socially humiliated. The country is in the throes of a civil war. Rebel forces are attacking the government. The authorities demand that the population contribute to the «war effort», giving money or volunteers old enough to fight off the assailants. The District Chief constantly harasses Adam for his contribution. But Adam is penniless; he only has his son….

Α Screaming Man 01

ΚΡΙΤΙΚΗ: Πέμπτη 22 Δεκέμβρη 2011

ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ
ΜΑΧΑΜΑΤ – ΣΑΛΕΧ ΧΑΡΟΥΝ
Η κραυγή ενός ανθρώπου

Η ταινία/ παραβολή του σκηνοθέτη Μαχαμάτ – Σαλέχ Χαρούν από το Τσαντ της Αφρικής, δίνει στους ανθρώπους της άγνωστης χώρας του φωνή μέσα από την εικόνα. Με αφορμή μια προσωπική τραγωδία, το φιλμ αναφέρεται στο συλλογικό δράμα όχι μόνο ενός λαού, αλλά μιας ολόκληρης ηπείρου που κατακρεουργούν ιμπεριαλιστικά συμφέροντα. Ιδιαίτερα αξιόλογες οι αφηγηματικές στρατηγικές που άπτονται της δόμησης και ανάπτυξης της θεματικής (του discours) του φιλμ. Από τα πρώτα πλάνα, ο εμφύλιος είναι πανταχού παρών. Αρχικά σαν σκηνογραφικό φόντο στην ιστορία που διαδραματίζεται στο προσκήνιο. Σιγά – σιγά συνδέεται με κάθε έκφρασή της, γιγαντώνεται με μαεστρία και εισβάλλει στο φιλμικό χώρο τόσο απειλητικά που κατακλύζει ασφυκτικά ακόμα και τον αέρα που αναπνέουμε στην αίθουσα.
Ταινία βαθιά πολιτική που καταγράφει και σχολιάζει τη στάση των «πολλών», των αδυνάτων απέναντι στο γίγνεσθαι της σύγχρονής τους Ιστορίας. Δεν προτάσσει απαντήσεις, προτείνει να κρατάμε τα μάτια ανοιχτά, ώστε να βλέπουμε την αδικία δίπλα και γύρω μας κι όχι μόνο μέχρι τα δικά μας, τα ατομικά σύνορα. Ο καθένας ας το κάνει όπως νομίζει και μπορεί, η ταινία πάντως οριοθετεί πλαίσια και έννοιες εντός των οποίων κινούνται οι συγκεκριμένες πολιτικές τις οποίες καταγγέλλει, ενώ στέκεται κριτικά σε καταστάσεις και συμπεριφορές …

Ο Αντάμ υπήρξε στα νιάτα του πρωταθλητής στην κολύμβηση. Κάποτε. Τώρα μεγάλωσε, οι αντοχές όσο πάει τον εγκαταλείπουν κι ας μην το παραδέχεται. Ο γιος του Αμπντέλ συνεχίζει την πορεία του 60χρονου πατέρα, που αισθάνεται ταυτισμένος με τη δουλειά του επιστάτη πισίνας, σε ένα ξενοδοχείο διεθνούς τουρισμού στην Ν’ Τζαμένα, πρωτεύουσα του Τσαντ. Το ξενοδοχείο ιδιωτικοποιείται, πωλείται σε Κινέζους επιχειρηματίες και η νέα διεύθυνση υποβιβάζει τον γηραιό «πρωταθλητή» σε φύλακα του γκαράζ και δίνει τη θέση του επιστάτη πισίνας στο γιο του. Στο γιο, που ο πατέρας πια θεωρεί αντίπαλο και αντιμετωπίζει (όπως διδάσκεται από παντού) ανταγωνιστικά. Η ανταγωνιστικότητα, μήτρα κακού που καίει στο πέρασμά της ακόμα και τις σχέσεις πατέρα/ παιδιού.
Την πρώτη πληροφορία – πριν ακόμα καταλάβουμε ότι έξω από τα προστατευτικά τείχη του ξενοδοχείου γίνεται πόλεμος – δίνει ο μάγειρας από το Κονγκό: «Η ιδιωτικοποίηση του ξενοδοχείου με ανησυχεί, φοβάμαι απολύσεις και ανεργία». Απολύεται αμέσως μετά από την κα Γουάνγκ που διοικεί την επιχείρηση με όρους ανταγωνισμού. Αρχικά μόνο ακούμε για τον πόλεμο. Οι αντάρτες που πολεμούν τη «νόμιμη» κυβέρνηση όλο και προωθούν τις θέσεις τους. Ακούμε συνεχώς τις ειδήσεις, από το τρανζιστοράκι του Αντάμ, από την τηλεόραση και από τον ήχο των ακατάπαυστων πτήσεων των πολεμικών αεροσκαφών. Αργότερα βλέπουμε τα μπλόκα παντού στους δρόμους. Βλέπουμε και τους μηχανισμούς της πολιτικής εξουσίας. Τόσο τους μυστικούς, ο ντυμένος με παραδοσιακό καφτάνι που κινείται σε λαϊκούς χώρους των συνοικιών – όσο και τους φανερούς, αστυνομικούς και στρατιωτικούς στα ψηλότερα κλιμάκια της ιεραρχίας – τους «κονομημένους» ένστολους με τα τζιπ. Αντιλαμβανόμαστε πλήρως τι είδους προσωπικά συμφέροντα υπερασπίζονται αυτοί με τη διατήρηση των κυβερνητικών δυνάμεων στην εξουσία. Η δουλειά τους είναι – μεταξύ άλλων – να υποχρεώνουν τους φτωχούς να πληρώσουν «χαράτσι» για τον κυβερνητικό στρατό. Οσοι δεν έχουν να πληρώσουν, δίνουν υποχρεωτικά τα παιδιά τους στην κρεατομηχανή του πολέμου των συμφερόντων των αφεντικών. Ετσι ο πατέρας, ο αδιάφορος Ανταμ – που ουδέποτε εξέφρασε άποψη για ό,τι συμβαίνει έξω απ’ αυτόν – θολωμένος από το «τομαριστικό» μένος του για το γιο που δέχθηκε να «πάρει» τη δικιά του δουλειά, δίνει άσκεφτα τον Αμπντέλ στο στρατό.
Τον 18χρονο γιο που ονειρεύεται μια ζωή χωρίς πόλεμο και αποθανατίζει με τη μικρή του φωτογραφική μηχανή αυτούς που αγαπά, από τους οποίους ζητά μόνο να χαμογελούν ξέγνοιαστα. Και ο πόλεμος όλο και πλησιάζει και γίνεται απτός κι οι στρατιώτες και τα μπλόκα πολλαπλασιάζονται και ισχύουν απαγορεύσεις κυκλοφορίας και έρχονται και προσωπικές μαρτυρίες για τη φρίκη της κόλασης. Σακατεμένοι νέοι, παιδιά ορφανά – κι ας είναι ακόμα αγέννητα – και το ολοζώντανο κατηγορώ του Αμπντέλ – πριν τραυματιστεί θανάσιμα στο μέτωπο, μέσα από την κασέτα στο μαγνητόφωνο. Κορυφαίος ο αφοπλιστικός θρήνος της κοπέλας… Και ένα ερώτημα αναδύεται συνεχώς: υπάρχει τελικά Θεός, καλά δεν αισχύνεται να αντικρίζει όλη αυτή τη δυστυχία; Την απάντηση έχει δώσει – κάπου στην αρχή – ο μάγειρας από το Κονγκό: «Η δυστυχία μας είναι ότι εμπιστευθήκαμε την τύχη μας στον Θεό».
Ο πόλεμος πια πνίγει τα πάντα, ο ήχος των πολεμικών ελικοπτέρων εκκωφαντικός… Εν μέσω του γενικευμένου χαμού, οι Αρειοι Κυανόκρανοι, οι επί συμβολαίω «μισθοφόροι», ενός ξεδοντιασμένου ΟΗΕ χαριεντίζονται παιχνιδίζοντας στα τιρκουάζ νερά της πισίνας του ξενοδοχείου, ενώ ο πληθυσμός εγκαταλείπει τις εστίες του για μια μόνιμης διάρκειας προσφυγιά προς το άγνωστο… Και ο νεαρός Αμπντέλ τι θέλησε από τη ζωή του; Να κολυμπά… Οχι όμως άψυχος στο ποτάμι …
Ταινία καλλιτέχνημα αυθεντικό, ασκητικό, κομψό και μετρημένο, με διακριτική ταπεινότητα, μακριά από τα φτηνά κλισέ της δράσης και της ενσωματωμένης πολεμικής σύγκρουσης. Σκάβοντας στη φαινομενική νωθρότητα της σκηνοθεσίας, στα εκτεταμένα πλάνα σεκάνς και τον αργό ρυθμό, ανακαλύπτεις ότι χτίζεται και εν τέλει ορθώνεται ένα γρανιτένιο οικουμενικό κατηγορώ από ένα σημαντικό – καθώς φαίνεται – σκηνοθέτη που συμπεριλαμβάνει και την ποίηση – μέσα από το μελαγχολικό λυρισμό της εικόνας – στα απαραίτητα δομικά στοιχεία της ζωής.
Παίζουν: Γιουσούφ Ντζιαορό, Ντιουκουντά Κομά, Χατζέ Φατίμε Ν’γκούα, Εμίλ Αμποσόλο Μ’μπο, Μαριούς Γιελόλο, κ.ά.
Παραγωγή: Γαλλία, Βέλγιο, Τσαντ (2010).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: