Νίκολας Ρεγκ (Nicolas Roeg, Λονδίνο 1928 – ).

NICOLAS ROEG

Άγγλος σκηνοθέτης και διευθυντής φωτογραφίας κινηματογράφου. Ξεκίνησε από τα χαμηλότερα τμήματα της κινηματογραφικής παραγωγής, για να εξελιχθεί σε έναν από τους σπουδαιότερους διευθυντές φωτογραφίας της δεκαετίας του 1960. Πέρασε στη σκηνοθεσία το 1970 με την ταινία Παράσταση (Performance) και άφησε το ιδιαίτερο στίγμα του στον κινηματογράφο, χάρη στη στιλιζαρισμένη φωτογραφία και στο επαναστατικό του μοντάζ. Άλλες ταινίες του: Μετά τα μεσάνυχτα (Don’t Look Now, 1973), Ο άνθρωπος που έπεσε στη Γη (The Man Who Fell to Earth, 1976), Η δύναμη της σάρκας (Bad Timing, 1980), Εύρηκα (Eureka, 1984), Χωρίς σημασία (Insignificance, 1985), Ναυαγοί (Castaway, 1986), Γλυκό πουλί της νιότης (Sweet Bird of Youth, 1989), Οι μάγισσες (The Witches, 1990), Παγωμένος παράδεισος (Cold Heaven, 1991), Δύο θάνατοι (Two Deaths, 1995) κ.ά. 

ΜΗΝ ΧΑΣΕΤΕ ΤΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟΝ ΝΙΚΟΛΑΣ ΡΕΓΚ ΣΤΟ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΚΑΙ ΚΡΙΤΙΚΗΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ 1.11.2014

dont-look-now

Μετά τα Μεσάνυχτα (Don’t Look Now) 1973

Ένα ζευγάρι θρηνεί τον θάνατο της κόρης του με φόντο μια Βενετία στα πρόθυρα της αποσύνθεσης. Από την απεγνωσμένη ερωτική σκηνή μέχρι τα γυάλινα μάτια του μέντιουμ και τη φιγούρα με το κόκκινο αδιάβροχο, οι προειδοποιήσεις διατρέχουν το αριστούργημα του Ρεγκ, συνθέτοντας το χρονικό μιας προαναγγελθείσας τραγωδίας. Δεν αφαιρούν όμως τίποτα από το σοκαριστικό φινάλε που χάρισε στο σινεμά τρόμου μια από τις πιο εμβληματικές σκηνές του, χωρίς να ανήκει καν σε αυτό. Θ.Π.

http://www.imerisia.gr/

bad timing - art garfunkel

Η Δύναμη Της Σάρκας

O τρόπος με τον οποίο ο Ρεγκ ασχολήθηκε μέσα στη δεκαετία του 70 με τόσο διαφορετικά είδη μεταμορφώνοντάς τα κάθε φορά σε ένα πολύ προσωπικό υβρίδιο, μου θύμιζε πάντα ελαφρώς τον Κιούμπρικ. Πολλοί θα διαφωνήσουν μαζί μου υποστηρίζοντας ότι ο Ρεγκ υπήρξε πολύ πιο άνισος, διέθετε ωστόσο κάτι που ο περφεξιονίστας και γεννημένος την ίδια χρονιά Κιούμπρικ δεν είχε: τη δυνατότητα να συνδυάζει την ψυχρή στιλιστική και διανοητική τελειότητα με τη συναισθηματική εμπλοκή του θεατή. Ο Ανθρωπος Που Έπεσε Στη Γη και Η Δύναμη Της Σάρκας είναι δύο τέτοια παραδείγματα. Το πρώτο, διασκευασμένο από το ομώνυμο μυθιστόρημα του Ουόλτερ Τέβις, παρακολουθεί την άνοδο και την πτώση ενός εξωγήινου επισκέπτη που αρχικά έρχεται στη γη για να σώσει την οικογένεια και τον πλανήτη του που μαστίζεται από την έλλειψη νερού. Παρά την πεσιμιστική εικόνα μιας αλληγορίας για την παρακμή του ανθρώπινου πολιτισμού, το δράμα γίνεται πειστικό και σε προσωπικό επίπεδο, μέσα από τις εικονοκλαστικές αναμνήσεις του Μπόουι από την άγονη έρημο του πλανήτη του και την προηγούμενη ζωή του, που ξεθωριάζουν σταδιακά. Επιδεικνύοντας αλάνθαστα κριτήρια στην επιλογή των ηθοποιών, ο Ρεγκ εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο την περσόνα του Ziggy Stardust, σε μια περίοδο που ο ίδιος ο Μπόουι αντιμετώπιζε προβλήματα με την κοκαϊνη, αντιπαραθέτοντας την υπνωτισμένη του ερμηνεία στην εκρηκτική ενέργεια της Κάντι Κλαρκ.

Τα χωροχρονικά παιχνίδια και το αντισυμβατικό μοντάζ, σήμα κατατεθέν του Ρεγκ, χαρακτηρίζουν και τη Δύναμη Της Σάρκας, που ξετυλίγει την παράφορη σχέση δύο άκρως διαφορετικών χαρακτήρων μέσα από έναν περίτεχνο αφηγηματικό λαβύρινθο. Ο συγκρατημένος Αλεξ και η ανεξάρτητη Μιλένα γνωρίζονται στη Βιέννη κάτω από τη σκιά του Κλιμτ και του Σίλε και ερωτεύονται, σύντομα όμως η αδυναμία τους ή η άρνησή τους να αποδεχτούν ο ένας τη φύση του άλλου, η ζήλια και ο εγωισμός μετατρέπει την αγάπη σε νοσηρή σχέση εξάρτησης. Ισως ποτέ άλλοτε το σινεμά δεν συνέλαβε μια τόσο τρομακτική εκδοχή του amour fou, του καταστροφικού έρωτα που παίρνει ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Και εμείς βρισκόμαστε συντετριμμένοι να παρακολουθούμε μια ιστορία μυστηρίου (στην οποία όλοι αναγνωρίζουμε κομμάτια του εαυτού μας που θα προτιμούσαμε να αγνοούμε) να μετατρέπεται σε μπαρόκ ερωτικό δράμα και αντίστροφα. Το casting κάνει πάλι θαύματα με τον Αρτ Γκαρφάνκελ να μετατρέπεται σε ηθοποιό αξιώσεων, ενώ η -μόλις 22χρονη και μετέπειτα σύζυγος του σκηνοθέτη- Τερέζα Ράσελ δίνει την σημαντικότερη ερμηνεία της.

if you like this…

…βιώστε την μυστηριακή εμπειρία του WALKABOUT (1971, περιοχής 1, The Criterion Collection), μέσα από τη σύγκρουση φύσης και πολιτισμού στην αυστραλιανή έρημο.

…ανατριχιάστε ξανά με την ανεπανάληπτη κινηματογράφηση της Βενετίας και το φινάλε- σοκ του αριστουργηματικού DONT LOOK NOW (1973, περιοχής 2, Warner).

…ανακαλύψτε το άνισο αλλά εξαιρετικά ενδιαφέρον EUREKA (1981, περιοχή 2, MGM), άλλη μια συνεργασία της Τερέζα Ράσελ με τον Νίκολας Ρεγκ.

…δείτε τον Ντέιβιντ Μπόουι σε έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς του ρόλους ως βαμπίρ στο cult ΤΗΕ HUNGER (1983, περιοχή 2, Warner) του Τόνι Σκοτ.

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

ΝΙΚΟΛΑΣ ΡΕΓΚ… «Ο λαβύρινθος είναι σαν τη ζωή, είναι επίσης ένας υπέροχος γρίφος σαν τον κύβο του Ρούμπικ, μια εξαιρετική μορφή τέχνης που πολύ δύσκολα διαπερνάς. Πάντοτε με γοήτευαν οι λαβύρινθοι».

«Κάποιες φορές παρουσιάζεται η πλοκή μιας ιστορίας, η οποία αντικατοπτρίζει πράγματα που σε προβληματίζουν. Νομίζω ότι ήταν ο Βερλέν που είπε: Γράφω ιστορίες και μετά τις αφήνω να μου συμβούν. Υπάρχουν πράγματα που σου συμβαίνουν, η τοποθέτηση σου απέναντι σε αυτά, τον έρωτα, την οργή, και τότε ξαφνικά μια ιστορία εμφανίζεται, όπου μπορείς να κρύψεις αυτούς τους συλλογισμούς. Αυτό συνέβη με το BAD ΤΙΜΙΝG».

ΤΕΡΕΖΑ ΡΑΣΕΛ… «Το σενάριο ήταν γραμμένο στο μεγαλύτερο βαθμό με χρονολογική σειρά κι έτσι περίπου κινηματογραφήθηκε. Θυμάμαι ότι παρακολούθησα κάποιες φορές τη διαδικασία του μοντάζ και ήταν σαν ο Νικ να έφτιαξε ολόκληρο το φιλμ ξανά από την αρχή, αλλάζοντας τη σειρά των γεγονότων. Δεν νομίζεις ότι ο κόσμος μπορεί να μπερδευτεί; τον ρώτησα. Κι εκείνος μου απάντησε: Δε νομίζω ότι προκαλεί σύγχυση, γιατί έτσι ακριβώς λειτουργεί ο ανθρώπινο μυαλό όταν θυμάται πράγματα. Κανείς δεν έχει αναμνήσεις σε χρονολογική σειρά, έτσι δεν είναι;. Κάτω από αυτό το πρίσμα η επεξεργασία του είχε λογική».

«Το BAD TIMING ήταν μια τεράστια εξέλιξη για μένα, έμαθα πολλά σαν ηθοποιός και καλλιτέχνης, αλλά και σαν γυναίκα. Συγκινούμαι κάθε φορά που το σκέφτομαι, δεν νομίζω όμως ότι θα άντεχα να περάσω μια τόσο έντονη συναισθηματικά εμπειρία τώρα. Δεν έχω ιδέα πως κατάφερα να βγω αλώβητη!».

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΜΠΟΟΥΙ… «Το να είμαι απλώς ο εαυτός μου ήταν απόλυτα επαρκές για τον ρόλο μου, δεν άνηκα σε αυτό τον πλανήτη εκείνη την περίοδο».

http://www.imerisia.gr/

Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΣΑΡΚΑΣ

BAD TIMING

Σινεφίλ 1980 | Έγχρ. | Διάρκεια: 129′

Αγγλική ταινία, σκηνοθεσία Νίκολας Ρεγκ με τους: Αρτ Γκάρφανκελ, Τερέζα Ράσελ, Χάρβει Κάιτελ

Ενας αστυνομικός στη Βιέννη ανακρίνει έναν ψυχαναλυτή για τα αίτια που οδήγησαν τη φίλη του στην αυτοκτονία. Μια από τις λίγες αυθεντικές φιλμικές μαρτυρίες πάνω στο ερωτικό πάθος. Με πρωτοποριακό μοντάζ από τον μετρ στα παιχνίδια του χωροχρόνου Νίκολας Ρεγκ.

Η Δύναμη της Σάρκας (1980)

(10,0/10)

Βιέννη 1980. Μία νέα Αμερικανίδα μεταφέρεται στο νοσοκομείο, έπειτα από απόπειρα αυτοκτονίας με υπνωτικά χάπια. Ένας αστυνομικός ντέτεκτιβ υποπτεύεται τον εραστή της, έναν Αμερικανό καθηγητή ψυχολογίας. Όσο οι γιατροί παλεύουν να την κρατήσουν στη ζωή, ο ντέτεκτιβ ανακρίνει τον καθηγητή και μέσω μίας σειράς φλας-μπακ καταλήγουμε στις αιτίες που ώθησαν τη νεαρή στην αυτοκτονία…

περισσότερα >>

Αγγλικός Τίτλος: Bad Timing

Tagline: Μια τρομακτική ερωτική ιστορία.

Είδος: Δραματική, Μυστηρίου, Ρομαντική

Διάρκεια: 123′

Γλώσσα: Αγγλικά

Χώρα: Αγγλία

Σκηνοθεσία: Nicolas Roeg

Σενάριο: Yale Udoff

Ηθοποιοί: Art Garfunkel (Alex Linden), Theresa Russell (Milena Flaherty), Harvey Keitel (επιθεωρητής Netusil), Denholm Elliott (Stefan Vognic), Daniel Massey (ωραιοπαθής άνδρας)

Κριτική SevenArt:

Ακόμη θυμάμαι την ταραχή των συναισθημάτων που με είχαν κατακλύσει με το τέλος της ταινίας του Ρεγκ. Τι κι αν πάνε τόσα χρόνια από εκείνη την προβολή; Η «Δύναμη της Σάρκας», αυτή η παραφορά του έρωτα, εκείνο το απόλυτο πάθος του Αμερικανού ψυχαναλυτή και της ακραίας, μοιραίας και όμορφης φίλης του που εντέλει έπεσε νεκρή από τον ασίγαστο έρωτα που στα σίγουρα δεν είχε αύριο. Με φόντο την αισθαντικότητα της Βιέννης, και με καταλύτη το διεισδυτικό μάτι του αστυνομικού που ψάχνει τα αίτια του θανάτου, ή καλύτερα της εκ των καταστάσεων και καλά καλυμμένης δολοφονίας. Πάθος, τέχνη, και άκρατο συναίσθημα, υπό τους ήχους του Ρίτσαρντ Χάρτλεϊ, συνθέτους το σκηνικό της ψυχοπαθολογικής πλευράς του έρωτα, όπως τόσο περίτεχνα απέδωσε ένας μεγάλος σκηνοθέτης του περιθωρίου όμως, ο Νίκολας Ρεγκ.

(10/10)

Νέστορας Πουλάκος

Bad Timing (1980)

– Μεταφρασμένος Τίτλος:

Η Δύναμη της Σάρκας

– Γνωστό και ως:

Bad Timing: A Sensual Obsession

Μυστηρίου | 123′ | Ακατάλληλο κάτω των 15

Χρώμα: Έγχρωμο

Ήχος: Mono

Γλώσσα: Αγγλικά – Γερμανικά – Γαλλικά – Τσεχικά

– Υπότιτλος:

Μια τρομοκρατική ιστορία αγάπης.

– Gallery:

– Κριτική από το Cine.gr:

Παρασκευή 4 Μαΐου 2007

Ίσως να πρόκειται για την άπιαστη κορυφή στη φιλμογραφία του Νίκολας Ρεγκ, ακόμα και όταν μιλάμε για τον άνθρωπο που μας έδωσε το “Don’t look now” και συνυπέγραψε το “Performance”. Η «Δύναμη της σάρκας» ή καλύτερα το “Bad timing” είναι το σχιζοφρενές παζλ δύο ερωτικών επιθυμιών που όλο βρίσκονται, όλο κάπου ακυρώνονται και τελικά αιμορραγούν. Μοντάζ συνειρμικό, λογική μπολιασμένη με φροϊδικές θεωρίες, εν ολίγοις μια ερωτική ιστορία που μέσα από την αφήγηση μεταμορφώνεται σε άγριο, απειλητικό τοπίο. Με τους Αρτ Γκαρφάνγκελ, Τερέζα Ράσελ, Χάρβεϊ Καϊτέ να κολλάνε άψογα στους ρόλους. Αριστούργημα για λίγους.

Βαθμολογία: 9/10 

Κωνσταντίνος Σαμαράς (Cine Tv)

Δευτέρα 24 Σεπτεμβρίου 2007 – 12:42

Οι ήρωες του δράματος, η Μιλένα (Theresa Russell) και ο Άλεξ (Art Garfunkel), είναι δύο χαρακτήρες τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους. Η Μιλένα είναι αυθόρμητη, απελευθερωμένη και φιλική, ίσως και πέραν του δέοντος, απέναντι στον κοινωνικό της περίγυρο. Ο Άλεξ από την άλλη είναι ο σοβαρός, ο μετρημένος, ο σεμνός, αυτός που θέλει να ελέγχει την εξέλιξη των πραγμάτων αλλά στο τέλος γίνεται έρμαιο των επιθυμιών του. Η γνωριμία τους ήταν ανορθόδοξη, ήταν πέραν των συνηθισμένων, δηλωτική του χαρακτήρα του καθενός και των πρωτοβουλιών που μπορεί να αναλάβει. Ποιος είναι λοιπόν ο κοινός παρονομαστής αυτών των δύο αντιφατικών προσωπικοτήτων; Μα φυσικά το πάθος. Ένα πάθος αρρωστημένο. Ένα πάθος που με μαθηματική ακρίβεια οδηγεί στην καταστροφή. Ανάμεσα στους δύο χαρακτήρες στέκει εμβληματική η φιγούρα του αστυνόμου ( Harvey Keitel). Τίποτα δεν αλλάζει στην ταινία του Roeg, ο προαιώνιος συμβολισμός παραμένει ο ίδιος. Ο αστυνόμος έρχεται σαν από μηχανής Θεός για να βάλει τα πράγματα σε μια τάξη. Κι αυτό φαίνεται εξ αρχής όταν και προσπαθεί να ωθήσει τον Άλεξ σε ομολογία. Γιατί ο αστυνόμος γνωρίζει ότι η ομολογία είναι αυτή που θα λυτρώσει τον Άλεξ, είναι αυτή που θα τον περάσει αλώβητο από το «Καθαρτήριο» και θα τον οδηγήσει στον «Παράδεισο», στη σωτηρία της ψυχής του.

Η ταινία πάνω απ’ όλα είναι μια σπουδή στις ψυχές δύο ανθρώπων, στη ζωή ενός ζευγαριού, μια σπουδή σε μια παθιασμένη κι εξίσου αρρωστημένη σχέση. Ταυτόχρονα με τα παραπάνω, η ταινία εμφορείται από τις έννοιες τις τέχνης, της πολιτικής αλλά και της ψυχανάλυσης. Αυτό επιτυγχάνεται με το να τοποθετείται η ιστορία του ζευγαριού τόσο στη Βιέννη, λίκνο του δυτικού πολιτισμού και η πόλη όπου έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του ο πατέρας της ψυχανάλυσης Sigmund Freud, όσο και στη γειτονική Μπρατισλάβα, πόλη σύμβολο του πρώην ανατολικού μπλοκ.

Η σκηνοθεσία του Roeg κινείται σε υψηλά επίπεδα. Με αριστοτεχνική χρήση του αντίστροφου μοντάζ (αμέτρητα φλας μπακ) ανατρέπει τα καθιερωμένα κινηματογραφικά πρότυπα αφήγησης, καταστρατηγώντας κάθε έννοια του χρόνου. Και όλα αυτά χωρίς να μπερδεύει στο ελάχιστο τον θεατή, μια και το παρελθόν οριοθετείται ξεκάθαρα σε σχέση με το παρόν. Και τι είναι αυτό που το οριοθετεί; Η παρουσία της Μιλένα.

Βαθμολογία: 8/10 

Ματθαίος Βέργος

Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2010

Βρίσκεσαι σε μια γκαλερί, πιθανόν στη Βιέννη. Η καλλιτεχνική φλόγα σβήνει ακουμπισμένη στο μουσαμά που αναπαύονται περίτεχνα αποστάγματα ψυχής. Σιγή ως ήχος, ή καλύτερα ο απόηχος, της νεκρικής γαλήνης που αποπνέεται από το ελιτιστικό τοπίο μιας γκαλερί. Σιγή και φλόγα. Αντίφαση. Θα λάβεις μια πρόσκληση για έναν χορό blues. Η αντίφαση γιγαντώνεται. Τα blues αποτελούν ίσως τον πιο εσωτερικά ταραχώδη ρυθμό, καθώς γεννήθηκαν στον από καταβολής πολυπαθέστερο πληθυσμό της γης, τους Αφροαμερικάνους. Οι αντιθέσεις αναμιγνύονται επικίνδυνα στις μπλέ νότες τους. Δίψα. Επιθυμία. Πάθος.

Ο Alex Linden (Art Garfunkel) καθηγητής ψυχολογίας του Πανεπιστημίου γνωρίζει τη Milena (Theresa Russell). Αυτή είναι λεύτερη και ανάλαφρη σαν τον αέρα. Αυθόρμητη, γελαστή, ασυγκράτητα ανεξέλεγκτη. Αυτός είναι μετρημένος, σοβαροφανής, προσεγμένος και μαγκωμένος στο συμβατικό πρέπει. Θέλει να `ναι κυρίαρχος. Διατηρώντας την προεδρική θέση του ψυχαναλυτή. Κοινή συνιστώσα το ερωτικό πάθος. Η φλόγα του θα κάψει και τους δύο. Περισσότερο αυτή. Την θαυματουργικά όμορφη Μιλένα. Βρίσκεται από κάτω. Χωρίς αυτοεκτίμηση, χωρίς αυτοσεβασμό, παραδομένη ολοκληρωτικά θα υποκύψει στο αδιέξοδο των παθών της. Αυτός στων ενστίκτων του. Μια περίπου αυτοκτονία τους χωρίζει.

Η αφήγηση διατρέχεται σε δύο χρόνους. Στον σύντομο παροντικό παρακολουθούμε τις απέλπιδες προσπάθειες των ιατρών να επαναφέρουν τη Μιλένα μετά την απόπειρα αυτοκτονίας. Ο κυρίαρχος φιλμικός χρόνος εκτείνεται στις μνήμες του Άλεξ. Ακατάστατες μνήμες, σε πλήρη σύγχυση, αποκαλύπτουν το παρελθόν. Όχι γραμμικά. Δεν υπάρχει γεωμετρία του χρόνου εντός μας. Μας κατοικεί ακαθόριστα. Ακαθόριστα και τα flash backs. Βάσει του κριτηρίου της έντασης και όχι της χρονικής ταξινόμησης. Μέσα από τις μνήμες, που δεν αποσκοπούν σε μια γεγονοτολογική καταγραφή -αυτή είναι και η μέγιστη επιτυχία του Bad Timing-, χαρτογραφείται ολόκληρη η εσωτερική διάσταση της παθιώδους σχέσης των δύο. Η αλήθεια αποκαλύπτεται. Όχι φαινομενικά. Αλλά ουσιαστικά. Όλη αυτή η διαδρομή ακουμπάει σε εσωτερικά, ψυχαναλυτικά μονοπάτια. Στα εσωτερικά μονοπάτια του Άλεξ, που επίπονα σκαλίζει τους συνειδησιακούς δρόμους του «Καθαρτηρίου». Αρκεί να παρατηρήσουμε τη σχέση του Άλεξ και του Harvey Keitel που προσχηματικά υποδύεται τον αστυνόμο.

Αν δεν το αντιληφθήκατε το Bad Timing αποκαλύπτεται παντελώς ψυχογραφικά. Αρκεί να ρίξετε μια ματιά στο ντεκουπάζ και τα κάδρα. Η πειραματική σκηνοθεσιά του Nicolas Roeg δε διστάζει να φωτογραφίσει άκρως παράδοξα κάδρα. Σ`αυτά δεν περιγράφεται το σχήμα της στιγμής. Είναι εκείνο της ψυχής που περικλείεται εντός τους. Η χρήση της μουσικής, ομοίως αριστουργηματική, μας θυμίζει πως το Bad Timing (εγκληματικά μεταφρασμένο Η Δύναμη Της Σάρκας) σημαίνει το ανεκπλήρωτο του συγχρονισμού της εξωτερικής στιγμής με τον έσω τόπο. Του καιρού με το ρολόι. Η απόσταση είναι το εύρος του «τόπου» του Καθαρτηρίου.

O Nicolas Roeg έχοντας ως βάση τις αρχές της ψυχανάλυσης θα αναδιατυπώσει το περιεχόμενο των λέξεων αλήθεια-ψεύδος. Τι ασταθείς λέξεις; Ο σκηνοθέτης, σ`έναν ευφυή διάλογο, μας πληροφορεί πως αλήθεια ή ψέμα υπάρχει στα λεγόμενα μόνο εντός του πλαισίου αναφοράς που συνθέτει την ύπαρξη του εκάστοτε πομπού. Ποιος ο λόγος συνταύτισης της αλήθειας και του ψεύδους ως κριτήρια επιβεβαίωσης της φαινομενικής πραγματικότητας; Αφού, αν ακολουθήσεις την όποια πρόταση, ανεξαρτήτως του βαθμού επαλήθευσής της, και σπάσεις το πέτρινο κουφάρι του ορθού και του εσφαλμένου, θα εκχυμώσεις μια ουσία βαθιά αληθινή, που υπερβαίνει το αληθές της κάθε τυχαιοκρατικής φαινομενικότητας. Απογυμνώνοντας έτσι την βαθύτερη φύση της α-λήθειας.

Ο Roeg, με όπλο πάντα της τέχνη της ψυχανάλυσης, θα μας ταράξει ακόμα περισσότερο. Ορίζοντας την παρατήρηση ως κατασκοπία. Ο σπόρος φυτεύεται στη σεκάνς της διδασκαλίας, για να επιβεβαιωθεί τρανότερα δια της εικόνας, και τις κατασκοπικής φύσεως παρατηρήσεις του Άλεξ. Άλλωστε η κατασκοπία: συνίσταται στις εντεταλμένες παρατηρήσεις που εξυπηρετούν κάποιο συγκεκριμένο σκοπό. Σε εσωτερικό όμως επίπεδο, η κάθε παρατήρηση λειτουργεί ως μέσο πλήρωσης και δια(σ)τροφής της νόησης. Να ο σκοπός! Και να η παρατήρηση το ίσο της κατασκοπείας! Ο Roeg στο ευφυέστατο φινάλε θα πειράξει τους όρους παρατηρητή και παρατήρησης. Και συγκεκριμένα ψυχαναλυτή και ψυχαναλυόμενου. Με τον Άλεξ να υποβαθμίζεται μπρος στην οπτικά υπερυψωμένη Μιλένα (βλέπε φώτο κάτω). Ενώ τέλος, και κάπως σαδιστικά, το μπαλάκι θα ριχτεί στον θεατή. Ο οποίος σε μια τέτοια ανάγνωση δεν νοείται ως ο παρατηρητής, αλλά ως ο κατάσκοπος του δράματος. Ιδίως αν αποδεχτούμε πως η «Τέχνη» εξυπηρετεί κάποιον (υποκειμενικό) σκοπό εντός της κάθε εξατομικευμένης ύπαρξης!

To Bad Timing αποτελεί ένα μεγάλο film. Ίσως απ` τα μεγαλύτερα film του Roeg, που αδίκως λογοκρίθηκε από τη διανομή, και η σχέση του με το κοινό έπεσε σε καταναγκαστική δίαιτα. Τροφοδοτείται από τις αρχές τις ψυχανάλυσης όπως καταδείξαμε με τρισμέγιστη εμμονή, ενώ παράλληλα θα σας ικανοποιήσει τόσο και ως πλοκή μυστηρίου, με μπόλικα νεο-νουάρ στοιχεία, όσο και αισθητικά με την πειραματική του σκηνοθεσία, αλλά και την άγρια καλαισθησία του!

Βαθμολογία: 9.5/10 

Γιώργος Ευθυμίου (Cineυρωπαϊκόν)

http://cine.gr/

walkaboutl

Περιπλάνηση (1971)

(9,0/10)

Δυο μικρά παιδιά, ένα αγόρι κι ένα κορίτσι βρίσκονται εγκλωβισμένα στην Αυστραλιανή έρημο και αναγκάζονται να επιβιώσουν μόνα τους. Συναντούν ένα νεαρό Αβορίγινα σε «περιπλάνηση»: Μια τελετουργική ιεροτελεστία απόσπασης από τη φυλή του.

περισσότερα >>

Αγγλικός Τίτλος: Walkabout

Tagline: Ένα αγόρι κι ένα κορίτσι αντιμέτωπα με την πρόκληση του τελευταίου συνόρου της γης. Κίνδυνοι που δεν είχαν ξαναγνωρίσει… Άνθρωποι που δεν είχαν ξαναδεί…

Είδος: Περιπέτεια

Διάρκεια: 100′

Γλώσσα: Αγγλικά, γλώσσα των Αβορίγινων

Χώρα: Αγγλία

Σκηνοθεσία: Nicolas Roeg

Σενάριο: Edward Bond, James Vance Marshall (μυθιστόρημα)

Ηθοποιοί: Jenny Agutter (κορίτσι), Luc Roeg (αγόρι), David Gulpilil (αγόρι Αβορίγινας), John Meillon (άνδρας)

Κριτική SevenArt:

«Στην Αυστραλία, όταν ένας Αβορίγινας φτάσει στην ηλικία των 16, στέλνεται μόνος του στην έρημο. Για μήνες πρέπει να ζήσει απ’ αυτήν, να κοιμηθεί σ’ αυτήν, να φάει απ’ τα φρούτα και τις σάρκες της. Να επιζήσει, ακόμα κι αν πρέπει να σκοτώσει τα πλάσματα που τον συντροφεύουν. Οι Αβορίγινες το ονομάζουν ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ. Αυτή είναι η ιστορία μιας ‘ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗΣ'». Στην «Περιπλάνηση» του Ρεγκ, περιπλανώμενα είναι δυο λευκά παιδιά στην έρημη και αφιλόξενη αυστραλιανή ενδοχώρα. Όταν εγκαταλείπονται απ’ τον πατέρα τους, θα πρέπει να τα καταφέρουν μόνα τους, να παλέψουν για την επιβίωσή τους σε έναν κόσμο εχθρικό, μια αμείλικτη φύση που δεν χαρίζει τους καρπούς της παρά μόνο σε όσους ξέρουν να τους αναζητήσουν. Στην πορεία έρχονται σε επαφή με το άγνωστο που έχει τη μορφή ενός νεαρού Αβορίγινα. Εκτός από τη γλώσσα, τους χωρίζει μια άβυσσος διαφορετικών πολιτισμών. Απ’ τη μια τα καλοζωισμένα αγγλάκια κι απ’ την άλλη ο «πρωτόγονος» Αβορίγινας. Στην πορεία, ο δυτικός «πολιτισμός» μοιάζει όλο και πιο πρωτόγονος μπροστά στην ευφυή συνύπαρξη του ανθρώπου με τη φύση που προτείνουν οι «ξεχασμένες» ανθρώπινες φυλές. Ο Αβορίγινας σκοτώνει για να φάει, όχι γιατί τον ευχαριστεί. Και σοκάρεται όταν έρχεται σε επαφή με την απληστία, την ασέβεια και ασέλγεια των «πολιτισμένων» στη γη. Στη μέση η τρομερή ευφυΐα του Νίκολας Ρεγκ, τα απίστευτης εικαστικής ομορφιάς πλάνα του, η αλληγορική και σοκαριστική αντιπαραβολή πλάνων που τονίζουν το παράλογο του ξεζουμίσματος της φύσης. Πάνω απ’ όλα μια μυστηριακή σινεφίλ πανδαισία, ένα αξεπέραστο θρίλερ «ενηλικίωσης», ένα καμπανάκι αφύπνισης για όλους μας.

(9/10)

Γιάννης Δηράκης

performance-jagger 01

Performance (1970)

1970, Περιοχής 2, Widescreen(1.77:1), Warner Home Video

«Είναι σκέτος βόθρος: μαλλιάδες, χίπηδες, πρεζάκηδες, ελεύθερος έρωτας, αλλοδαποί. Απ όλα έχει! Αλλά δεν με πειράζει». Ούτε κι εμάς, οπότε η παραίσθηση μπορεί να ξεκινήσει.

Πλάνο πρώτο: ο Τζέιμς Φοξ φτιάχνει τα μαλλιά του με ένα κόκκινο παχύρρευστο υγρό – αίμα ή μπογιά. Είχε ήδη προλάβει να χυθεί με τη σέσουλα στο παρατεταμένο κρεσέντο μιας εισαγωγής που θα έκανε τον «πολύ» Ταραντίνο να μοιάζει με ξάδερφο του Μπομπ του Σφουγγαράκη. Μιας εισαγωγής διπλά αιματηρής, χάρη σε ένα μοντάζ- ηλεκτροσόκ.

Πλάνο δεύτερο, που τρυπώνει απειλητικά στις σχισμές του πρώτου, με την παραπάνω λογική του μοντάζ: ο Μικ Τζάγκερ βάφει κόκκινους τους τοίχους του δωματίου του, λες και χρησιμοποιεί από το ίδιο υγρό. Ακόμη παραπέρα, λες και παρασιτεί κάπου στο κεφάλι του Τζέιμς Φοξ, οδηγώντας τον προς μια αμετάκλητη μεταμόρφωση. Δε μπορώ να θυμηθώ πότε να πήρε ο όρος «εγκεφαλικό μοντάζ» μια τόσο ανατριχιαστικά απτή διάσταση.

Για να κάνουμε λιανά τον συνδυασμό των δύο πλάνων, θα αρκούσε να παραπέμψουμε στο ευκολοχώνευτο «state of mind» πριν αυτό ταριχευτεί στην αίθουσα με τα κλισέ. Σαν οργιαστικό παιχνίδισμα του μυαλού βιώνεις το «Ρerformance», σαν τον αναπόφευκτο εκτροχιασμό του τρένου της μεγάλης φυγής από τη μία δεκαετία στην άλλη (60-70), αλλά και από την «σαλονάτη» αστική βία στα υπόγεια μιας μυθοποιημένης εναλλακτικής κουλτούρας. Μπορεί να φαίνεται άσχετο, αλλά ας θυμίσουμε ότι, την ίδια εποχή με τους Ντόναλντ Κάμελ – Νίκολας Ρεγκ (το φλεγόμενο 1968 δηλαδή, άλλο αν η ταινία κυκλοφόρησε το 1970), ήταν ο Γκοντάρ που είχε κινηματογραφήσει τον Τζάγκερ στο sui generis ντοκιμαντέρ «Οne+Οne»: σε μια μάντρα αυτοκινήτων οι Μαύροι Πάνθηρες να διαβάζουν μανιφέστα, μέσα στο στούντιο οι Rolling Stones να ηχογραφούν το «Sympathy For The Devil».

Το να αναρωτηθούμε ποιος είναι ο «διάβολος» στο «Ρerformance» μοιάζει εκ πρώτης όψεως πιο αφελές και απ το τι κάνει νιάου νιάου στα κεραμίδια. Δεν πρόκειται για τον ηθελημένα έκπτωτο ροκ σταρ που καταστρώνει ηδονικές συνωμοσίες με την ερωμένη του και μια γυναίκα-μπαλαντέρ; Και τέλος πάντων, θύμα μιας τέτοιας συνωμοσίας δεν θα πέσει ο κυνηγημένος γκάνγκστερ / τριπαρισμένος σκορσεζικός ήρωας που εξωθείται σε μια κάθοδο στην κόλαση; Ετσι είναι αν έτσι νομίζετε, αλλά σε κάθε Πτώση αντιστοιχεί μια έστω ιδιότυπη Λύτρωση, σκορσεζικά μιλώντας πάντα. Διότι, εάν θέλουμε να μιλήσουμε βάσει των κανόνων που θέτει στο παιχνίδι ο Ρεγκ, θα εντοπίσουμε κωδικοποιημένες οδηγίες στους τίτλους των ταινιών του.

Όπως το «Dont Look Now – Μετά τα Μεσάνυχτα» μας προτρέπει να (μην) κοιτάξουμε τους πανταχού παρόντες οιωνούς ενός ακόμα θανάτου στη Βενετία και το «Βad Timing – Η Δύναμη της Σάρκας» υπαινίσσεται δύο σχιζοφρενικά ασύμπτωτες επιθυμίες, έτσι και το «Ρerformance» κρύβει το μυστικό της λύτρωσης σε ένα παιχνίδι ανταλλαγής ρόλων. Ανάμεσα σε ατέρμονες παρτούζες και ατέλειωτες προμήθειες παραισθησιογόνων, σε ένα ντεκόρ που κινείται ανάμεσα στο απόκοσμο και το οικείο και χρησιμοποιεί μικρά καθρεφτάκια για να καταργήσει κάθε βεβαιότητα, οι δύο ήρωες θα βουτήξουν οριστικά ο ένας στο «εγώ» που υποδυόταν ο άλλος. Πώς να ξεχωρίσεις όμως τον «διάβολο» μεταξύ δύο αντρών-βαμπίρ που θαρρείς ότι ανταλλάσσουν φρέσκο αίμα; Μόνο να πάρεις κι εσύ μια γεύση μπορείς, με ένοχη ευχαρίστηση και ανάλογα με τις αντοχές σου. Δεν χρειάζεται να έχεις δοκιμάσει ούτε «σκληρά», ούτε «μαλακά», ούτε καν Πιραντέλο για να εθιστείς σε αυτό το κράμα ρευστών ταυτοτήτων και ηδονών προστατευμένων από τις έξωθεν απειλές (προστασία που λείπει από το διακεκομμένο σεξ της αρχής, σαφή πρόδρομο της περιβόητης ερωτικής σκηνής – πρόβας θανάτου του «Μετά Τα Μεσάνυχτα»).

Μόνο που, όταν το «Ρerformance» σε πείθει ότι έχει ξεχάσει τον σεναριακό προορισμό του, η επαναφορά στο ρεπερτόριο των ρόλων που οι Αλλοι επιβάλλουν ως πραγματικότητα θα είναι κάτι παραπάνω από βίαιη. Πάντως όχι υπερβολικά βίαιη και μάλλον κάτι που, αν εκφραστεί με τυπωμένες λέξεις, θα χάσει το νόημά του. Σε ένα φινάλε – μαγική εικόνα που θυμίζει επικίνδυνα την «Περσόνα», οι Κάμελ – Ρεγκ εξαφανίζουν το όποιο ντελίριο βίας πίσω από μια υποδειγματικά ελλειπτική αφήγηση και μεταφέρουν το «βαμπιρικό» στοιχείο στη σχέση της ταινίας με το φαντασιακό σου. Οσες ευκαιρίες κι αν δώσεις στον εαυτό σου πατώντας rewind και play, το «Ρerformance» θα εξακολουθεί να σε στοιχειώνει.

http://www.imerisia.gr/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.