Επιστολή (συγχαρητήριος) του Θανάση Ρεντζή προς τον Πρόεδρο και το Δ.Σ. του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου

thanasis rentzis

Προς τον

Πρόεδρο και το Διοικητικό Συμβούλιο

του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ

Ενταύθα [secretary@gfc.gr]

Αξιότιμε κ. Πρόεδρε και αγαπητέ φίλε, Αλέξη,

καθώς και αγαπητοί συνάδελφοι, φίλοι και γνωστοί του Δ.Σ.,

απευθύνομαι σήμερα σε σας, πρωτίστως για να σας συγχαρώ επί τη αναλήψει των καθηκόντων σας και φυσικά να σας ευχηθώ καλή επιτυχία στο, κατά τα υφιστάμενα δεδομένα, όχι και τόσον ευχερές έργο σας.

Η αιφνίδια, τρόπον τινά, τοποθέτησή σας, μετά την επίσης αιφνίδια καθαίρεση του προηγούμενου Δ.Σ., από τον αρμόδιο Υπουργό κ. Ξυδάκη, χωρίς καμιά κατά τα ειωθότα συνοδευτική δήλωση κι αιτιολόγηση, δημιούργησε ένα εύλογο ερωτηματικό, ως προς το τι, εν προκειμένω, ακυρούται και τι κατακυρούται. Τούτο βέβαια δεν είναι προς ψόγον, και ούτε ήταν απολύτως κεραυνός εν αιθρία, κεραυνός εν τρικυμία ήταν, και αντιστάθμισμα σε μιαν εκτραχηλισμένη κατάσταση – για αυτό άλλωστε και η με μικροεπιφυλάξεις γενική, κατά το μάλλον, αποδοχή. Το ερώτημα αφορά στην ακολουθητέα πολιτική, τον τρόπο ενάσκησής της και τις προεξάρχουσες προτεραιότητες, δεδομένου ότι δεν προηγήθηκε κανενός είδους διαβούλευση και κανενός είδους εξαγγελία, με συνέπεια τα πράγματα να περιέρχονται εν ευλόγω απορία. Μια αλλαγή προσώπων, όσον εύστοχη κι αν είναι, – όπως αναμφιβόλως εν προκειμένω –, όπου ένα Διοικητικό Συμβούλιο, διαρκώς διαπληκτιζομένων αγράμματων δια τα οφφίκια και τα μπικικίνια, άμα και προσβλητικό για τον θεσμό και τους συναλλασσομένους, αντικαθίσταται από ένα Συμβούλιο που προφανώς τον τιμά, με πρόσωπα γνωστά και μη εξαιρετέα, έμπειρα, ή μη, αλλά ωστόσο αυτό δεν αρκεί, καθώς ένας ακατονόμαστος νόμος – ο οποίος δίχασε πολλαπλώς τον κινηματογραφικό κόσμο σε καιροσκόπους, νομικώς αναλφάβητους και ήκιστα παρασυρμένους, αλλά βεβαίως και σώφρονες – είναι εν πλήρη ισχύ και συνεπώς διέπει όλες τις ενέργειες, τις διαδικασίες και τις αποφάσεις του Δ.Σ., επιβάλλοντας ένα καθεστώς, που ούτε η ΕΡΤ (παρά την πολυετή πίεση) δεν απετόλμησε με το περιώνυμο «Μητρώο Παραγωγών».

Πάντα ταύτα βέβαια, καθώς προ πολλού τα εκπροσωπευτικά όργανα του κινηματογραφικού χώρου (κυρίως δε, η άλλοτε ηθικώς και πνευματικώς προεξάρχουσα και συντονίζουσα Εταιρεία Ελλήνων Σκηνοθετών), έχουν αποστεί πλήρως της αποστολής τους – κατασπαταλώντας απερίσκεπτα και ασεβώς, το όποιο, εν πολλοίς κόποις, αποκτηθέν συμβολικό κεφάλαιο και κύρος – παραμερίζοντας την ουσιώδη νομιμότητα της δημοκρατικής αντιπροσώπευσης και την προσήκουσα σύνδικο λειτουργικότητα, καταντώντας έτσι ουραγοί ϗ παρίες των αλλοκαθοριζόμενων τεκταινομένων· σωματεία σφραγιδοφυλάκων, άκρατων θεσιθήρων και αδαών μικροπαραγοντίσκων της συμφοράς. Ούτω εξέλειπαν απ’ την δημόσια σφαίρα και περιέπεσαν στην αφάνεια, τις ατελείωτες παρασκηνιακές συμπαιγνίες και τα ιδιοτελή καμώματα, με συνέπεια την πλήρη αυτοαναίρεσή τους. Η θλιβερή έκπτωση των νομίμων εκπροσωπευτικών οργάνων και το συνακόλουθο κενό που δημιουργήθηκε φάνηκε σε πολλούς, πως προσωρινά τουλάχιστον, θα μπορούσε ν’ αναπληρωθεί από ένα ιδιωτικού χαρακτήρα και καθέτου διαστρωμάτωσης αυτοσχέδιο μόρφωμα, ημιελεγχόμενης σύνθεσης, το οποίον και έλαβε τον βαρύγδουπο όνομα Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου. Αλλά φεύ, λόγω της ιδιαιτέρως πληθωρικής, αλλά εν ταυτώ όλως ελλειποβαρούς και άτακτης συνθέσεώς της – ο οποία ανέδειξε πολλαπλό στραβισμό –επέτεινε τα προϋπάρχοντα αδιέξοδα και συνέτεινε στην περαιτέρω κατανόθευση της δημόσιας σφαίρας, καθώς εγγενώς ωχριούσε ως προς το ν’ αρθρώσει δημόσιο λόγο και συνεπώς να καταστεί φερέγγυος συνομιλητής της πολιτείας. Το μόνο που τελικά την χαρακτήρισε είναι η ταύτισή της, παρά τις εύλογες απορίες πολλών, με τον κατάπτυστο και άκρως προσβλητικό για τον Κινηματογράφο: δόλιο ‘νόμο’ του Γερουλάνου και το συνεπαγόμενο χάρισμα των χρεών στους νταβατζηδο-καναλάρχες.

Το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, ως μετεξέλιξη της Γ.Κ.Ε. (Γενική Κινηματογραφικών Επιχειρήσεων Α.Ε.) δεν ιδρύθηκε για να γίνονται ταινίες υποδεέστερες, αυτών του Δημόπουλου και του Δαλιανίδη, αλλά για ταινίες, αν όχι υπέρτερες, τουλάχιστον ισάξιες των Κούνδουρου και Κακογιάννη. Ούτε φυσικά για να υποκαταστήσει, ή να συνδράμει (όπως σκανδαλωδώς έκανε η Γ.Κ.Ε.), παραγωγούς σαν τον Φίνο και τον Πάρις. Το εντελώς αντίθετο μάλιστα. Η διακαής επιδίωξη του αείμνηστου Γιώργου Τζαβέλλα ήταν να βρουν την δέουσα υποστήριξη οι ανεξάρτητοι δημιουργοί, με ευδόκιμο και αξιοσημείωτο έργο, πέρα απ’ το άκαμπτο και μονοδιάστατο εμπορικό κύκλωμα, το οποίο συστηματικώς τους έπνιγε. Το Ε.Κ.Κ. δεν ήταν μιά απλή μετονομασία της Γ.Κ.Ε., αλλά ένας ριζικός αναπροσανατολισμός απ’ τους παραγωγούς στους δημιουργούς. Τουτέστιν, σαφής διάκριση (και εγκαθίδρυση κριτηρίου) μεταξύ της εξουσίας των οικονομικο-τεχνικών παραγόντων της βιομηχανίας του κινηματογραφικού προϊόντος, και της πρωτοκαθεδρίας των καλλιτεχνικο-πνευματικών συντελεστών δημιουργίας της κινηματογραφικής τέχνης.

Βέβαια από τότε ο προσανατολισμός αυτός νοθεύτηκε σταδιακά, από αλλογενείς παρεμβάσεις, δια πληθώρας λαθραίων διολισθήσεων κι ομοίως μικρο-παρεκκλίσεων.

Βλέποντας αναδρομικά τους καταλόγους με τις παραγωγές του Ε.Κ.Κ., είναι ν’ απορεί κανείς με τις τόσες και τόσες παρεκκλίσεις και πλεκτάνες, την τόση κατανόθευση των κριτηρίων, τα τόσα βύσματα και την τόση σαβούρα – την οποία κανείς δεν μπορεί πια να παραβλέπει – των ευάριθμων διεθνοφανών «εμπορικών» ταινιών των χιλίων θεατών, που έγιναν με βάση εικονικών «φακέλων παραγωγής» τη φροντίδι και επιμελεία των «ψαγμένων» καναλιών της διαπλοκής καί τινων γραφείων διανομής, με αποκλειστικό μέλημα την προώθηση αμερικανικών ταινιών.

Έτσι φθάσαμε στο επονείδιστο γεγονός της αδόκητης νεκρανάστασης της Γ.Κ.Ε. «δια του οδοστρωτήρος του Γερουλάνου», όπως εύστοχα χαρακτήρισε ο Ρ. Μανθούλης, τον κινηματογραφοκτόνο νόμο (3905/2010). Ένα νόμο ατυπο-νεφελώδους προελεύσεως (night for night, έναντι του προγενέστερου που ήταν night for day), αγνώστων, εν πολλοίς (κατά τα άλλα), συντακτών, αλλά πασίγνωστων, Μπομπολο- Ψυχαρο-Κυριακ-Αλαφουζο-Βαρδη-Κοντομην-Κουρ-Μήτση-Κοκκ…, υπο-κινητών – οι οποίοι φευ χρησιμοποίησαν το ίδιο το Ε.Κ.Κ. ως κινητήριο μοχλό (moter το ’λεγανκι ήταν αφάνταστα ομιχλογόνο και άκρως επισκοτιστικό [ένα περιοδικάκι ειδικού τύπου και κακόβουλου σκοπού, με νοικιασμένους γραφιάδες]), μέσου του αφελούς ερασιτέχνη Προέδρου του – αποκλειστικός σκοπός του οποίου ήταν, το χάρισμα των συσσωρευμένων χρεών της μοναδικής υποχρέωσης των εκδοτο-καναλαρχών – έναντι της επί συμβολική αντιπαροχή χρήσης των δημοσίων συχνοτήτων που τους παραχωρήθηκαν φαυλοκρατικώ δικαίω – δηλαδή, του ελαχίστου 1,5%, επί του συνολικού κύκλου των ‘εργασιών’ τους, το οποίο προορίζονταν για τον εκ του γεγονότος καταζημιούμενο κινηματογράφο. Αλλά δεν έφτανε μόνον αυτό, η εγχώρια εκδοτο-τηλεοπτική μαφία των μέχρις αηδίας τρακαδόρων και συστηματικών εκβιαστών, υπέβαλε τις διαστρεβλώσεις της (όπως και με τον ακρωτηριασμό της γλώσσας), ακόμα και στο δομικό σύστημα παραγωγής του κινηματογράφου (κατά νομικό πλάσμα βέβαια), επιβάλλοντας καθεστώς υποχρεωτικού μεσαζοντισμού, με αδαείς κι εγκαθέτους, ως παραγωγούς, και ανειδίκευτους κι ατάλαντους, ως δημιουργούς και τεχνικούς. Η δυσώνυμη Γ.Κ.Ε. της χουντο-φαυλο-κρατίας, ενεστήθη και πάλιν δια μιας και τ’ αποβλαστήματα των μεσαζόντων μαγειρευτών της έλαβαν τις δοτές θέσεις τους στο αναχρονιστικό παρασύστημα· ακριβώς όπως και στο χυδαίο χουντο-βασίλειο. Ψευδο-παραγωγοί επιβαπτιζόμενοι, εκτελεστές παρεγκάθετοι, ή/και παρένθετοι, αδιαβάθμητα βαθμολογούμενοι, όπως κι όλα τα περιοδικώς διαπαρασιτούντα σκύβαλα του παρακόσμου, βρέθηκαν στο προσκήνιο με τη βούλα.

Ο Κινηματογράφος όμως δεν είναι βάναυση τέχνη για καφρο-lifestyle-τζήδες, ούτε λασπότουβλα Τουρμενίας, ουδέ και τσιμεντότουβλα Χαλκίδος, είναι ΚΑΛΗ ΤΕΧΝΗ, η κράτιστη των Ελευθερίων Τεχνών. Έτσι, δια του «οδοστρωτήρος» επετεύχθη η ολοκληρωτική δομική ανάσχεση κάθε δυνατής εξέλιξης – διατεταγμένη οπισθοδρόμηση και πορεία πίσω απ’ τα γαϊδούρια.

Εδώ είναι λοιπόν όπου βρισκόμαστε (νεκρό σημείο και αφετηρία), και το ζητούμενο είναι το πως θα καταστεί δυνατή η εναρμόνιση μεταξύ του σεπτού Συμβουλίου σας κι ενός νόμου, ο οποίος σαφώς αντίκειται προς το πνεύμα και τον ουσιώδη σκοπό του ΕΚΚ, δεδομένου ότι δεν μπορείτε, εκ των πραγμάτων να τον αγνοήσετε, αλλά ούτε βέβαια και να τον εφαρμόσετε ως έχει.

Αντινομία λοιπόν τυπική και ουσιαστική, κι από πρώτη ματιά, τεχνικά ανυπέρβλητη.

Το ζητούμενο όμως δεν μπορεί να παρακαμφθεί με λαθροχειρίες και προς τούτο επιβάλλεται να γίνει άμεσα μια σχετική επεξεργασία προς αντιμετώπιση του προβλήματος, η οποία εκ των πραγμάτων επαφίεται στην πρωτοβουλία του Συμβουλίου σας, ως καθ’ όλα υπεύθυνου και αρμόδιου οργάνου. Χωρίς εμβριθή και διεξοδικό διάλογο, δεν είναι δυνατόν να προκύψει η διακαώς επιζητούμενη σύνθεση. Βέβαια το ζήτημα της αντιπροσωπευτικότητας ανακύπτει και πάλι ζέον, πράγμα που λόγω της προ-αναφερθείσης καταστάσεως δυσχεραίνει τα μάλα τον όποιο διάλογο απαιτούν κάθε φορά οι περιστάσεις. Εν προκειμένω όμως, φρονώ και θεωρώ, πως ένα ad hoc μελετητικό και γνωμοδοτικό όργανο (μετά από ειδική υπουργική απόφαση φυσικά), με εισηγητικές και συντονιστικές αρμοδιότητες, θα μπορούσε να θέσει μεθοδικά και επισήμως τα πράγματα σε κίνηση, επί τη βάση της συλλογικής εμπειρίας και γνώσης, ώστε να ξεκολλήσουμε επιτέλους απ’ όλο αυτό το ανορίοτο τέλμα των ανερμάτιστων και παράκοσμων.

Ελπίζω στην άμεση ανταπόκρισή σας και προσδοκώ γόνιμες κι εποικοδομητικές ενέργειες, είτα και συνέργειες, προς ανάκτηση του κύρους του θεσμού και της απαρασάλευτης λειτουργικότητάς του.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: