Μυστικά και Ψέματα (1996) του Μάικ Λι

Secrets_lies-Poster

Μυστικά και Ψέματα

Secrets And Lies

Κοινωνική 1996 | Έγχρ. | Διάρκεια: 140′

Αγγλική ταινία, σκηνοθεσία Μάικ Λι με τους: Μπρέντα Μπλέθιν, Τίμοθι Σπολ, Μαριάν Ζαν-Μπατίστ, Φίλις Λόγκαν

Μια υιοθετημένη μαύρη αναζητά τη φυσική της μητέρα και τη βρίσκει στο πρόσωπο μιας λευκής αλκοολικής εργάτριας. Χρυσός Φοίνικας στο Φεστιβάλ Καννών και βραβείο ερμηνείας στην Μπρέντα Μπλέθιν.

Συνοπτική κριτική (Μπάμπης Ακτσόγλου, Αθηνόραμα)

Θα είναι ψεύτης όποιος θεατής δηλώσει ότι έμεινε ασυγκίνητος από τα διαδραματιζόμενα της ταινίας, ιδιαίτερα στο τελευταίο μέρος. Δεν πρόκειται για φτηνή σαπουνόπερα αλλά για σινεμά με σκηνοθετική άποψη, εκπληκτικές ερμηνείες και βαθιά ανθρώπινα συναισθήματα.

Secrets_lies-Poster 02

Μυστικά και Ψέματα (1996) | Secrets & Lies

Διάρκεια: 142′

Γλώσσα: Αγγλικά

Χώρα: Γαλλία, Αγγλία

Εταιρεία Διανομής: Ama Films

Ημερομηνία Κυκλοφορίας: 06/12/1996

Σκηνοθεσία: Mike Leigh

Σενάριο: Mike Leigh

Ηθοποιοί: Timothy Spall (Maurice Purley), Phyllis Logan (Monica Purley),Brenda Blethyn (Cynthia Rose Purley), Marianne Jean-Baptiste (Hortense Cumberbatch), Lesley Manville (Social Worker)

Σύνοψη: Μετά το θάνατο των εύπορων θετών γονιών της, μια νεαρή μαύρη οφθαλμίατρο

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μάικ Λι (Mike Leigh)

ΣΕΝΑΡΙΟ: Μάικ Λι

ΧΩΡΑ: Αγγλία, Γαλλία 1996 ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 136΄

ΜΟΥΣΙΚΗ: Άντριου Ντίκσον (Andrew Dickson) ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Ντικ Πόουπ (Dick Pope)

ΠΑΙΖΟΥΝ:Timothy Spall, Brenda Blethyn, Phyllis Logan, Claire Rushbrook, Marianne Jean-Baptiste, Elizabeth Berrington, Michele Austin, Lee Ross, Lesley Manville κ.α.

Secrets_lies-Poster 01

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΝΙΑ

Στην πραγματικότητα, το καλύτερο, σπουδαιότερο και πιο συνταρακτικό κομμάτι της φιλμογραφίας του Μάικ Λι είναι μια καθαρόαιμη ταινία δράσης. Με σιωπές που ακούγονται πιο δυνατά και από τα πιο εξελιγμένα ηχητικά εφέ, ερμηνείες που ξεπερνούν τις τρεις διαστάσεις του πιο εντυπωσιακού οπτικού εφέ, ανατροπές που θα έκαναν τις παντοδύναμες πένες του Χόλιγουντ να αλλάξουν επάγγελμα και «εκρήξεις» που όχι μόνο σαρώνουν οτιδήποτε στο πέρασμά τους, αλλά δεν διστάζουν να ανατινάξουν ακόμη και το ίδιο το φιλμ στον αέρα… Στο απόγειο της μεθοδικής (σχεδόν χειρουργικής) τεχνοτροπίας του, ο Λι χτίζει ένα σύμπαν από συνηθισμένους ανθρώπους, συνηθισμένες ζωές και συνηθισμένα …μυστικά, κάνοντας το να μοιάζει σχεδόν εξωπραγματικό και τελικά, με έναν διεστραμμένο τρόπο, ρεαλιστικά φανταστικό. Αναζητώντας την όποια «αλήθεια» της ζωής μίας χούφτας ανθρώπων που δεν έχουν άλλη επιλογή από το να αποδεχτούν τις λάθος επιλογές τους και να αφεθούν στο μοιραίο, χωράει μέσα σε δύο και κάτι ώρες όλο το μυστήριο και την αγωνία της συναρπαστικής καθημερινότητας των όχι όμορφων, όχι παράξενων, όχι έξυπνων ηρώων του, μεταμορφώνοντάς τους σε αρχετυπικούς σούπερ ήρωες της αληθινής (περιπέτειας της) ζωής. Και δεν είναι μόνο εκείνη η σκηνή της συνάντησης μητέρας-κόρης που στέκεται εμβληματικά ως (τουλάχιστον) μια απαράμιλλη στιγμή ανθολογίας σε ολόκληρη την ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου, αλλά ολόκληρη η πορεία ως εκεί. Μία πορεία που διασχίζει με ιλιγγιώδη ταχύτητα ανθρώπινα συναισθήματα και την έλλειψή τους, απογοητεύσεις και ενθουσιασμούς, ευχάριστες ή δυσάρεστες εκπλήξεις, κοινωνικές τάξεις και αταξίες, μικροψυχίες και μεγαλομανίες κι έναν ακόμη σωρό αντιθέσεων, από αυτές που ορίζουν κάθε ανθρώπινη μονάδα προκειμένου να φτάσει εκεί που (πραγματικά) κρύβεται η αλήθεια. Και μετά να την ξεπεράσει, έτσι απλά όσο επώδυνα έφτασε σε αυτήν, κλείνοντας το μάτι σε όλα τα εξαναγκαστικά happy end που σκαρφίστηκε ποτέ το Χόλιγουντ ως φινάλε μιας καθαρόαιμης ταινίας δράσης…

Μανώλης Κρανάκης, Περιοδικό ΣΙΝΕΜΑ

«Μετά την καλλιτεχνική επιτυχία του φιλμ «Γυμνός» («Naked», 1993), ο Άγγλος Μάικ Λι γύρισε, το 1996, την ταινία «Μυστικά και ψέματα», που του έφερε μεγάλη αναγνώριση και βραβεύσεις (τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες). Το «Μυστικά και ψέματα»(«Secrets and Lies»), είναι μια ρεαλιστική, διαλογική ταινία που περιγράφει, με πολύ συναίσθημα και συγκίνηση, τα αδιέξοδα και τα προβλήματα των μελών μιας λαϊκής, αγγλικής οικογένειας, σε αναζήτηση μιας εύθραυστης ευτυχίας. Οικογένειας που κρύβει μέσα της μπόλικη δυσλειτουργία, ψέματα, πουριτανισμό και μυστικά. Ο Μάικ Λι δημιουργεί μια θλιμμένη ταινία, επικεντρωμένος στις περιπλοκές και τις δυσκολίες έκφρασης των μελών της οικογένειας, νέων και μεσηλίκων. Στο τέλος, όταν οι ήρωες αποφασίζουν να μιλήσουν, να εκφράσουν τον πόνο τους και τα μυστικά τους, υπερισχύει ένας τόνος αισιοδοξίας. Το συμπέρασμα στο οποίο φτάνουν μέσα από τις οδυνηρές εμπειρίες τους είναι ότι καλύτερα να λες την αλήθεια, γιατί σε τελευταία ανάλυση πληγώνει λιγότερο από την απόκρυψή της…

Το φιλμ ξεκινά περιγράφοντας τη συγκρουσιακή σχέση διαψεύσεων, γκρίνιας, δυσαρέσκειας και κακής επικοινωνίας, μεταξύ της Σύνθια Ρόουζ, μιας φτωχής, ανύπαντρης, δύσμοιρης μάνας (η ευαίσθητη, εκφραστική και συγκινητική Μπρέντα Μπλέθιν) και της κόρης της, που είναι σκουπιδιάρης του δήμου. Η ασυνεννοησία επεκτείνεται και στην υπόλοιπη οικογένεια, στις σχέσεις ανάμεσα στη μητέρα και τον αδελφό της (Τίμοθι Σπολ) και τη γυναίκα του, όπως και ανάμεσα στους δυο συζύγους. Και κορυφώνεται με την αιφνιδιαστική επανεμφάνιση της μαύρης, πρώτης κόρης που έκανε η Σύνθια Ροουζ στα 16 της και την έδωσε αμέσως για υιοθεσία. Στην οικογένεια επικρατεί η θλίψη, η πίκρα κι η δυστυχία, μια ατμόσφαιρα ματαίωσης και δυσφορίας, μια πικρή γεύση. Όλοι έχουν προηγούμενα, ανοιχτούς λογαριασμούς με όλους…

Η μαύρη, ετεροθαλής κόρη κάνει μια τραυματική, οδυνηρή διαδρομή αναζήτησης της άγνωστης, φυσικής μητέρας της. Στη μυθοπλασία, επανέρχεται συνέχεια το αλγεινό μοτίβο της ορφάνιας: Ορφανός μεγάλωσε ο παχύς αδελφός (Σπολ), η άχαρη κόρη που δουλεύει στο δήμο, όπως και η μαύρη αδελφή της. Με την εμφάνιση της άγνωστης, ετεροθαλούς αδελφής στη γιορτή των γενεθλίων της, η μικρή κόρη (κι αυτή αγνώστου πατρός) παθαίνει σοκ, η ατμόσφαιρα ηλεκτρίζεται και γίνεται εκρηκτική. Η δυσάρεστη, βαθμιαία αποκάλυψη των απωθημένων μυστικών, τελικά απαλύνει την ατμόσφαιρα και οδηγεί, σταδιακά, στην άμβλυνση των αντιθέσεων, στην αμοιβαία κατανόηση και τη συμφιλίωση…

Ο Μάικ Λι υιοθετεί ένα λιτό, ρεαλιστικό στιλ, επικεντρώνοντας την προσοχή του στην ιστορία και στα προβλήματα μιας καθημερινής, λαϊκής οικογένειας. Κάνει μια απλή, φτωχή, μα πολύ ανθρώπινη ταινία, χωρίς να επιλέγει θέματα μεγάλου μεγέθους και θεάματος (διαπιστώνουμε μια συγγένεια με την προσέγγιση ενός άλλου σπουδαίου, λιτού σκηνοθέτη που ασχολείται με τα ανθρώπινα συναισθήματα και βιώματα, του Ρομέρ). Αντίθετα, ακολουθεί μέσους και μέτριους ανθρώπους, μέσα σε απλά και καθημερινά ντεκόρ, κάτι που γίνεται σήμα κατατεθέν του απέριττου, ρεαλιστικού ύφους του».

Θόδωρος Σούμας, απόσπασμα από το βιβλίο του ΕΘΝΙΚΕΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΣΤΙΛ ΚΑΙ ΣΚΗΝΟΘΕΤΕΣ. Εκδόσεις Αιγόκερως, Αθήνα 2009

ΒΡΑΒΕΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ:

Χρυσός Φοίνικας στο Φεστβάλ των Καννών το 1996

Υποψηφιότητα για Όσκαρ σεναρίου και σκηνοθεσίας

Mike-Leigh

Ο Μάικ Λι αυτοβιογραφούμενος

ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ:

Εκπαιδεύτηκα σαν ηθοποιός στην Βασιλική Ακαδημίας Δραματικής Τέχνης του Λονδίνου στις αρχές της δεκαετίας του 60. Εκείνη την περίοδο δεν είχα καμία ουσιαστική εμπειρία οποιασδήποτε δημιουργικής μεθόδου, συμπεριλαμβανομένης και οποιασδήποτε μεθόδου στην κατεύθυνση του αυτοσχεδιασμού. Γιατί η Ακαδημία είχε μία πολύ παλιομοδίτικη και αποστειρωμένη εκπαίδευση που βασιζόταν στη παράδοση του Αγγλικού Ελαφρού θεάτρου. Αλλά κατά κάποιο τρόπο, αυτή η κατάσταση μου έκανε καλό, γιατί με έκανε να αντιδράσω απέναντι σ’ αυτά και να αρχίσω να αναρωτιέμαι τι ακριβώς αφορούν όλα αυτά που κάναμε. Αργότερα για να εκπαιδευτώ ως ηθοποιός πήγα σε μια σχολή Καλών Τεχνών στο Λονδίνο, και αυτή ήταν η σχολή του Amberwell (στο Νότιο Λονδίνο) όπου έκανα ελεύθερο σχέδιο, το οποίο και λατρεύω. Εκεί άρχισα να συνειδητοποιώ ότι αυτό που κάναμε ως σπουδαστές της σχολής Καλών Τεχνών -το οποίο ήταν να κοιτάζουμε την πραγματική ζωή και να προσπαθούμε να την απεικονίσουμε στο χαρτί- ήταν αυτό που δεν κάναμε ως ηθοποιοί, ως σπουδαστές υποκριτικής. Δεν βγαίναμε έξω και δεν κάναμε κάποια νέα εργασία πάνω σ’ ένα θέμα, απλώς ανακυκλώναμε θεατρικά έργα με κάποιου είδους δεδομένη μέθοδο.

ΣΙΝΕΜΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΩΝ:

Όλες μου οι ταινίες είναι για πράγματα που συμβαίνουν συνέχεια όπως το να γεννιέσαι και το να πεθάνεις και το να επιβιώνεις και το να ζεις και το να δουλεύεις και για οικογένειες και για σχέσεις, και για το τι σημαίνει να ‘σαι ετεροθαλής αδελφός ή αδελφή, ή πατέρας ή μητέρα, ή παιδί, για την αγάπη, για το σεξ, για το φαγητό: για αυτά τα πράγματα είναι οι ταινίες μου, μ’ άλλα λόγια όλα αυτά είναι οι «δουλειές» της ζωής. Για μένα είναι σημαντικό, και νομίζω ότι είναι προφανές, οι ταινίες να βασίζονται στους χαρακτήρες. Η επιλογή των ηθοποιών είναι περισσότερο μία εμπειρική εργασία -μπορεί να επιλέξω κάποιους γιατί έχω κάποιου είδους ένδειξη για το πως θα ‘ναι όταν υποδυθούν [ένα χαρακτήρα]. Έτσι ορισμένες φορές επιλέγω τους ηθοποιούς έχοντας στο μυαλό μου μια συγκεκριμένη δυνατότητα τους -αν και αρκετά συχνά οι ενδείξεις που έχω είναι πολύ πιο σαφείς από τα προηγούμενα. Έτσι από την στιγμή που τελικά έχεις επιλέξεις τους ηθοποιούς για μια ταινία και έχεις συγκροτήσει την ομάδα των ηθοποιών, τότε το ζήτημα είναι να μπεις σ’ αυτά που αποκαλείται περίοδος των δοκιμών, η οποία είναι η περίοδος που διαμορφώνεται ο πυρήνας της ταινίας. Οι χαρακτήρες, οι σχέσεις τους, ο κόσμος τους, το παρελθόν τους, οι δυσχέρειες τους, οι εντάσεις: το ακατέργαστο υλικό της ταινίας. Όμως όλα αυτά δεν είναι η ίδια η ταινία. Δεν δημιουργούμε σ’ αυτή τη φάση το σενάριο της ταινίας.

ΘΕΑΤΡΙΚΕΣ ΕΠΙΡΡΟΕΣ:

Δεν επηρεάστηκα από τον Κασσαβέτη. Ενδιαφέρθηκα, και με κάποιο τρόπο εμπνεύστηκα από τις δυνατότητες (που ‘χει το έργο) του. Δεν επηρεάστηκα από τον Ken Loach γιατί ξεκινήσαμε να δουλεύουμε περίπου την ίδια περίοδο. Επηρεάστηκα πολύ, στο θέατρο, από την δουλειά του Peter Brook, στις αρχές της δεκαετίας του 60, ο οποίος διηύθυνε τότε ένα μεγάλο μέρος σημαντικών πειραματισμών. Και φυσικά στα μέσα της δεκαετίας του 60, όταν άρχισα να αναμειγνύομαι μ’ αυτά, υπήρχε μια μεγάλη έκρηξη από τα επονομαζόμενα «χάπενινγκ» και άλλου είδους αυτοσχεδιασμούς. Στα περισσότερα απ’ αυτά δεν συμμετείχα, και στην πραγματικότητα κρατούσα μια απόσταση απ’ αυτά, γιατί για χρόνια με ενοχλούσαν οι παρατηρήσεις του κόσμου που έλεγε «Α εννοείς ένα χάπενινγκ» και εγώ έλεγα όχι καθόλου δεν εννοώ ένα «χάπενινγκ». Εννοώ ένα θεατρικό έργο, ή μια ταινία, κάτι με δραματουργική δομή. Ξέρεις ο κόσμος ήταν πολύ σκεπτικιστής σχετικά μ’ αυτούς [τους αυτοσχεδιασμούς].

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΕΠΙΡΡΟΕΣ:

Οι βασικές μου επιρροές προερχόταν από τον Jean Renoir, και τον Ozu και του Satyajit Ray, τον Ινδό σκηνοθέτη από την Βεγγάλη. Αλλά απόλυτα θα μπορούσα να ταυτιστώ με το σινεμά του Olmi, με το σινεμά του Φελλίνι -μ’ ένα διαφορετικό τρόπο-, με το σινεμά του Fritz Lang, το σινεμά του Billy Wilder, του Robert Altman. Και αν κοιτάξεις το Naked, δεν θα εκπλαγείς αν μ’ ακούσεις να λεω ότι είμαι ενθουσιασμένος από τον Bunuel. Υπάρχουν πολλών ειδών σκηνοθέτες-όπως ο πρώιμος Kurosawa πολύ ενδιαφέρον και ερεθιστικός- που θεωρώ ότι οι ταινίες τους μου δημιουργούν την φιλοδοξία για να κάνω εγώ ταινίες ισάξιες μ’ αυτούς.

ΤΡΟΠΟΣ ΔΟΥΛΕΙΑΣ:

Για μένα η διαδικασία δημιουργίας μιας ταινίας είναι η μέθοδος διαμέσου της οποίας ανακαλύπτω γιατί ακριβώς να είναι η ταινία. Λοιπόν αυτό δεν είναι τίποτα εξαιρετικό, γιατί ακριβώς έτσι λειτουργούν οι περισσότεροι καλλιτέχνες: αυτό συμβαίνει όταν κάποιος ζωγραφίζει πίνακες, ή γράφει ποιήματα, ή συνθέτει συμφωνίες, ή ακόμα γράφει μυθιστορήματα και θεατρικά έργα. Και ένα από τα βασικά στοιχεία στον τρόπο δουλειάς μου είναι ότι δεν υπάρχει καμία απολύτως καμία παρέμβαση από κανένα. Μπορώ και κάνω μια ταινία μόνο όταν έχω μια «εν λευκώ» χρηματοδότηση ή υποστήριξη. Αυτό σημαίνει ότι οι χρηματοδότες,, δεν γνωρίζουν το θέαμα που διαπραγματεύεται η ταινία, ή ποιος θα συμμετέχει σ’ αυτήν. Αναλαμβάνουν την υποχρέωση να μην επεμβαίνουν στο περιεχόμενο ή στην επιλογή των ηθοποιών και η μόνη αληθινή απαίτηση που μπορούν να έχουν από μένα -και την οποία ευχάριστα αναλαμβάνω- είναι η ημερομηνία κατά την οποία θα παραδώσω την ταινία και το ότι η ταινία θα κοστίσει ένα συγκεκριμένο ποσό χρημάτων.

Από το laserdisc της ταινίας «Γυμνός», έκδοση Criterion. (Απόδοση Δημήτρης Μπάμπας)

Φιλμογραφία

2010 (Another Year)

2008 Τυχερή και ευτυχισμένη (Happy-Go-Lucky)

2004 Το μυστικό της Βέρας Ντρέικ (Vera Drake)

2002 Όλα ή τίποτα (All or Nothing)

1999 Η παράσταση μιας ζωής (Topsy-Turvy)

1997 Κορίτσια καριέρας (Career Girls)

1996 Μυστικά και ψέματα (Secrets & Lies)

1993 Γυμνός (Naked)

1992 Two Mikes Don’t Make a Wright (απόσπασμα «A Sense of History»)

1990 Life Is Sweet

1988 Μεγάλες ελπίδες (High Hopes)

1971 Αυστηρές στιγμές (Bleak Moments)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: