Μοντέρνοι Καιροί (1936) του Τσάρλι Τσάπλιν: Προβολή με ελεύθερη είσοδο και συζήτηση στη Λέσχη Δρόμοι Φιλίας και Πολιτισμού | Σάββατο 6.6.2015

modern times 1936

Οι Μοντέρνοι Καιροί, το συνταραχτικό και προφητικό αριστούργημα του Τσάρλι Τσάπλιν θα προβληθεί, με ελεύθερη είσοδο και συζήτηση στη Λέσχη «Δρόμοι Φιλίας και Πολιτισμού» (Φερών 3, Πλατεία Βικτωρίας) το Σάββατο 6 Ιουνίου 2015 στις 20.15. Προλογίζει την ταινία – Συντονίζει τη συζήτηση μετά το τέλος της προβολής ο Γιάννης Καραμπίτσος (σκηνοθέτης, κριτικός κινηματογράφου και μοντέρ). 

Η ευφυής και προφητική παρακαταθήκη του Τσάρλι Τσάπλιν (16 Απριλίου 1889 − 25 Δεκεμβρίου 1977) πάνω στην παράνοια της βιομηχανικής εποχής, της σύγχρονης κοινωνίας και της τεχνολογικής προόδου.

Κοινωνική κριτική, σουρεαλισμός, ανθρωπισμός και ψυχαγωγία συνυπάρχουν μοναδικά στο σπαρακτικό αριστούργημα «Μοντέρνοι καιροί» (1936), γεμάτο υπέροχα ενορχηστρωμένες κωμικές σκηνές ανθολογίας.

Ο Τσάπλιν είναι ένας εργάτης φάμπρικας που προσπαθεί να συγχρονιστεί με τη γραμμή παραγωγής σφίγγοντας βίδες, ενώ το τυραννικό αφεντικό του παρακολουθεί το προσωπικό μέσα από μόνιτορ σαν άλλος «Μεγάλος Αδελφός».

Όταν συναντάει και ερωτεύεται μια ορφανή κοπέλα του δρόμου, οι δυο τους ονειρεύονται μια πιο όμορφη και ήρεμη ζωή μακριά από τον αστικό εφιάλτη της μοντέρνας βιομηχανικής κοινωνίας, όμως μια σειρά από ατυχή περιστατικά τον καθιστούν διαρκώς παρεξηγημένο και κυνηγημένο.

Σενάριο, σκηνοθεσία, παραγωγή: Τσάρλι Τσάπλιν
Φωτογραφία: Ρόλαντ Τόθεροχ, Άιρα Μόργκαν
Μουσική: Τσάρλι Τσάπλιν, Άλφρεντ Νιούμαν
Παίζουν: Τσάρλι Τσάπλιν, Πολέτ Γκοντάρ, Χένρι Μπέργκμαν, Τσέστερ Κόνκλιν,Τάινι Στάντφορντ, Χανκ Μαν, Στάνλεϊ Μπάιστοουν,  Άλαν Γκαρσία

Οι Μοντέρνοι Καιροί (1936) το προφητικό και σπαρακτικό αριστούργημα του Τσάρλι Τσάπλιν το Σάββατο 6.6.2015 στις 20.15 στο Λέσχη «Δρόμοι Φιλίας και Πολιτισμού» με ελεύθερη είσοδο και συζήτηση.

charlie-chaplin-modern-times

Οι «Μοντέρνοι Καιροί», ταινία του 1936 του Τσάρλι Τσάπλιν πραγματεύεται την ζωή του γνωστού μας αλητάκου (που εμφανίζεται όχι τυχαία για τελευταία φορά σε ταινία του), στην περίοδο του μεγάλου οικονομικού κραχ του 1929. Η ταινία καταδεικνύει τις τρομερές συνέπειες στην ζωή των εργαζομένων και γενικότερα της κοινωνίας από την οικονομική καταστροφή στην οποία οδήγησε η ξέφρενη και ανεξέλεγκτη δραστηριότητα της χρηματιστικής ολιγαρχίας. Παράλληλα δίνεται με παραστατικό τρόπο η εικόνα της μηχανοποιημένης ζωής στο εργοστάσιο και γενικότερα στην κοινωνία όπου ο εργάτης μετατρέπεται σε μία βίδα του συνολικού μηχανισμού. Αποτελεί καίριο σχόλιο σε μια εποχή που παρουσιάζει μεγάλες ομοιότητες με την σημερινή περίοδο, της κυριαρχίας του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, του οποίου η κρίση μεταφέρεται στις πλάτες των εργαζομένων και γενικότερα της κοινωνίας.

Γιάννης Ζήβας

[Την Ανοιχτή Οργανωτική Ομάδα της Κινηματογραφικής Λέσχης των Δρόμων Φιλίας και Πολιτισμού αποτελούν (έως τώρα) οι Γιάννης Ζήβας, Δημήτρης Ζεβόλης, Γιάννης Καραμπίτσος οι οποίοι επιλέγουν τις ταινίες και υλοποιούν τον προγραμματισμό των προβολών. Στόχευση της οργανωτικής ομάδας είναι να διευρύνεται με μέλη που αγαπούν τον κινηματογράφο, επιθυμούν την βαθύτερη προσέγγισή του και τίθενται στη διάθεση της συλλογικότητας για όλο και αποτελεσματικότερο συντονισμό της κινηματογραφικής λέσχης.

Η Οργανωτική Ομάδα της Κινηματογραφικής Λέσχης δημοσιοποιεί ένα συνοπτικό σκεπτικό που αφορά την εισήγηση πριν την προβολή της ταινίας – την προβολή της ταινίας και τη συζήτηση που ακολουθεί την προβολή της για διευκόλυνση των παρευρισκομένων ώστε να μπορούν να εκφράζονται όλοι απρόσκοπτα.

Στις 20.15 για 2-3 λεπτά ανακοινώνονται στους παρευρισκόμενους οι εκδηλώσεις της Λέσχης «Δρόμοι Φιλίας και Πολιτισμού». Ακολουθεί σύντομη εισήγηση του Γιάννη Καραμπίτσου (συντονιστή στη παρούσα φάση) διάρκειας 10-12 λεπτά για την ταινία, το σκηνοθέτη της, το κινηματογραφικό ρεύμα που τυχόν ανήκει και άλλες χρήσιμες πληροφορίες για την βαθύτερη κατανόηση της.  Στις 20.30 ξεκινάει η προβολή της ταινίας. Αμέσως μετά το τέλος της ταινίας ο συντονιστής δίνει το λόγο σε όσους παρευρισκόμενους το επιθυμούν για να πουν αν τους άρεσε ή όχι η ταινία και το λόγο που αυτό συνέβη. Κατευθύνει τη συζήτηση,  με την ευγενική παράκληση όσοι μιλήσουν να είναι όσο το δυνατόν σύντομοι (προτείνονται 5λεπτες το πολύ τοποθετήσεις)  ώστε να μιλήσουν όλοι, αρχικά στην ανάδειξη από τους παρευρισκόμενους του περιεχομένου, της μορφής και του ύφους της ταινίας, κάτι που με τη συμμετοχή όλων συντελείται πάντα με τρόπο που εκπλήσσει για την πληρότητα και την αποτελεσματικότητά του και αμέσως μετά παίρνουν το λόγο όσοι θέλουν να τοποθετηθούν με αφορμή τη ταινία. (οι ανυπόμονοι να μιλήσουν με αφορμή την ταινία δεν διακόπτονται, αλλά μόλις τελειώσουν ο συντονιστής επαναλαμβάνει τη θερμή παράκληση προς όλους τους παρευρισκομένους να είναι σύντομοι και να προηγούνται οι τοποθετήσεις για το περιεχόμενο, τη μορφή και το ύφος της ταινίας).   Ο συντονιστής κάνει το κλείσιμο συγκεντρώνοντας όλες τις απόψεις που ακούστηκαν και που έχουν συνήθως φωτίσει τις περισσότερες πλευρές της ταινίας, συμπληρώνει και απαντά σε όσα ερωτήματα έχουν τεθεί κατά τη διεργασία της συζήτησης και ανακοινώνει την επόμενη προβολή. (Κατά τη διάρκεια της συζήτησης ο συντονιστής ενδέχεται να παρέμβει για να απαντήσει σε ερωτήματα ή να διευκρινίσει ζητήματα που χρήζουν άμεσης τοποθέτησης). Ακολουθούν εκ νέου ανακοινώσεις της Λέσχης Δρόμοι Φιλίας και Πολιτισμού. Η εκδήλωση τελειώνει για τους εναπομείναντες με  λίγο φαγητό, ποτό, κουβέντα κλπ.]

modern-times-poster 05

Συνοπτική κριτική (αθηνόραμα)
Η ΠΙΟ «ΜΑΡΞΙΣΤΙΚΗ» ΤΑΙΝΙΑ ΤΟΥ ΤΣΑΠΛΙΝ. ΠΑΝΤΑ ΕΠΙΚΑΙΡΗ, ΜΕ ΣΚΗΝΕΣ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑΣ ΠΟΥ ΠΑΡΑΜΕΝΟΥΝ ΑΞΕΠΕΡΑΣΤΕΣ. ΑΠΟΘΕΩΤΙΚΟ ΦΙΝΑΛΕ ΜΕ ΤΟΝ ΤΣΑΠΛΙΝ ΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑ (ΑΚΑΤΑΛΑΒΙΣΤΙΚΑ!) ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΣΕ ΤΑΙΝΙΑ..

Είναι η πιο προοδευτική και ταυτόχρονα ουμανιστική δημιουργία του Τσάπλιν, συνδυασμός «βουβής» ταινίας και ήχου, η πιο φιλεργατική και ακόμα η πλέον επίκαιρη. Ο ήρωας προσλαμβάνεται σ’ ένα εργοστάσιο, όπου τα πάντα γίνονται αυτόματα, θεωρείται ηγέτης απεργίας και προσπαθεί να επιβιώσει.

Ακολουθεί μια εξαιρετική κριτική από το γνωστό, γαλλικό, κινηματογραφικό περιοδικό Cahiers du cinema: 

«Η δεύτερη ηχητική ταινία του Τσάπλιν, σε μια εποχή όπου έχει ολοκληρώσει μια περιοδεία του σε όλο τον κόσμο, έχει αποκτήσει συνείδηση των κοινωνικών προβλημάτων που μαστίζουν τη βιομηχανοποιημένη Δύση και αποφασίζει να αφήσει το χαρακτήρα του γνωστού Αλήτη που δημιούργησε το 1914 και τον κατέστησε διάσημο και αγαπητό απ’ όλους, για να επιδοθεί σε μιαν ιδιοφυή και απολαυστική κριτική του σύγχρονου αστικού μηχανοποιημένου κόσμου. Ένθερμος υποστηρικτής της Αριστεράς, στάση που του στοίχισε, στέφοντας για δεκαετίες το βλέμμα του FBI πάνω του, συνδυάζει σε αυτή την ταινία-σταθμό την καλλιτεχνική έκφραση με ένα δριμύτατο σαρκαστικό πολιτικό «κατηγορώ».

Η εναρκτήρια σκηνή, με την εικόνα των εργαζομένων σε αντιπαραβολή με ένα κοπάδι προβάτων, αλλά και οι σεκάνς της αυτόματης ταΐστρας εργατών και της πτώσης του στο εσωτερικό της μηχανής με τα γιγάντια γρανάζια, προδίδουν το υποκριτικό και σκηνοθετικό του μεγαλείο, παράλληλα με τις ιδεολογικές του ανησυχίες, όπως αυτές εμποτίστηκαν βαθιά από τη μαρξιστική σκέψη. Αγγίζει θέματα που παραμένουν επίκαιρα ακόμα και σήμερα: φτώχεια, ανεργία, απεργίες και απεργοσπάστες, πολιτική αδιαλλαξία, οικονομικές ανισότητες, τυραννία των μηχανών, ναρκωτικά.
Έχοντας υποστεί την απάνθρωπη μεταχείριση των εργοδοτών στις μεγάλες βιομηχανίες, ο ήρωας καταλήγει να περιπλανιέται άνεργος και πεινασμένος. Στο δρόμο συναντά μια φτωχή κοπέλα, την τελευταία του παρτενέρ επί της οθόνης, την οποία ερμηνεύει η σύντροφός του και στη ζωή εκείνη την περίοδο, Πολέτ Γκοντάρ. Μαζί προσπαθούν να ξεφύγουν από τους αστυνομικούς που τους καταδιώκουν και να ζήσουν τη δική τους ρομαντική πλάνη, μακριά από έναν κόσμο δυστυχίας και αναταραχών. Η περιπλάνησή τους μέσα στην πόλη, όπως και οι απόπειρές τους να βρουν δουλειά, οδηγούν και τους δύο σε μία σειρά ξεκαρδιστικών, ωστόσο γλυκόπικρων περιπετειών.
Η ένταση με την οποία ο Τσάπλιν καταφέρνει να επικοινωνήσει, σε συνεχή εναλλαγή συναισθημάτων χαράς αλλά και μελαγχολίας, σχετίζεται άμεσα με την επιδίωξή του να παρουσιαστεί στο κοινό περισσότερο «ώριμος». Σταθμός στην καριέρα του ίδιου του Τσάπλιν είναι η σκηνή στην οποία εμφανίζεται για πρώτη και τελευταία φορά να μιλά και συγκεκριμένα να τραγουδά. Αμετανόητος πολέμιος του ομιλούντος σινεμά, ο Τσάπλιν δίσταζε να εισαγάγει την αγαπημένη του περσόνα στη νέα αυτή εποχή του ηχητικά ενισχυμένου κινηματογράφου.

Οι Μοντέρνοι Καιροί είναι μια ηχητική ταινία, αλλά όχι μια ταινία διαλόγων. Συνέθεσε ένα ακουστικό κολάζ από τους ήχους της πόλης και των εργοστασίων, με ελάχιστες ηχογραφημένες ομιλίες και τηρώντας τη χρήση των επεξηγηματικών καρτών ανάμεσα στις σκηνές. Η σεκάνς κατά την οποία ο Τσάπλιν προσλαμβάνεται για να σφίγγει βίδες στη γραμμή παραγωγής ενός εργοστασίου μπλέκεται στα γρανάζια ενός τεράστιου μηχανήματος και τελικά χάνει τόσο πολύ την ανθρώπινη υπόστασή του από τη δουλειά ώστε τριγυρίζει στο εργοστάσιο, σφίγγοντας τις μύτες και τα κουμπιά όσων συναντά, είναι μια σκηνή ανθολογίας».

modern-times-poster 01

Τσάρλι μάς ακούς;
Οι καιροί παραμένουν «μοντέρνοι»…

Γράφει: Ιγνάτιος Μπινδέρης- Ντανδάτης – Πορτρέτα – 11/05/2014
Άνθρωποι που «σήκωσαν τα μάτια, κοίταξαν ψηλά προς την ελπίδα, προς το μέλλον» -όπως προέτρεπε κι ο Τσάρλι Τσάπλιν- και δημιούργησαν τέχνη, γνώση και δρόμους για τη ζωή. Ένας από αυτούς ο Σερ Τσαρλς Σπένσερ Τσάπλιν, ο Σαρλό των «Μοντέρνων Καιρών».

«Χρειαζόμαστε μερικά γκαγκ εδώ» είπε, και μετά στράφηκε προς το μέρος μου. «Βάλε ένα αστείο μακιγιάζ. Οτιδήποτε». Δεν είχα ιδέα τι μακιγιάζ να κάνω. Όμως, καθώς πήγαινα προς την γκαρνταρόμπα σκέφτηκα να ντυθώ με φαρδιά παντελόνια, μεγάλα παπούτσια, μπαστούνι και σκληρό καπέλο. Ήθελα να είναι όλα μια αντίφαση. Τα παντελόνια φαρδιά και το σακάκι στενό, το καπέλο μικρό και τα παπούτσια μεγάλα. Ήμουν αναποφάσιστος για το αν θα έπρεπε να φαίνομαι γέρος ή νέος, αλλά καθώς θυμήθηκα ότι ο Σένετ με περίμενε πολύ μεγαλύτερο, έβαλα ένα μικρό μουστάκι που, όπως σκέφτηκα, θα πρόσθετε στην ηλικία, χωρίς να κρύβει την έκφρασή μου. Δεν είχα ιδέα για το χαρακτήρα. Αλλά από τη στιγμή που ετοιμάστηκα, τα ρούχα και το μεϊκάπ μ’ έκαναν να τον αισθανθώ. Άρχισα να τον συλλαμβάνω καλύτερα και μέχρι την ώρα που ανέβηκα πάνω στη σκηνή είχε ολοκληρωτικά γεννηθεί»

(Τσάρλι Τσάπλιν, Η αυτοβιογραφία μου, εκδόσεις επίκεντρο)

Με τα παραπάνω λόγια περιγράφει ο Σερ Τσαρλς Σπένσερ Τσάπλιν τη γέννηση του Σαρλό, της πιο αναγνωρίσιμης παγκοσμίως κινηματογραφικής φιγούρας. Εκείνο που χρειάστηκε ήταν η πίεση της στιγμής, η ανάγκη να γεμίσουν ορισμένα μέτρα φιλμ, και το αστείρευτο ταλέντο ενός αντιδραστικού αλλά υποσχόμενου ηθοποιού. Κι αν η φιγούρα του Σαρλό αποτέλεσε το διαβατήριο του Τσάπλιν για την καλλιτεχνική και οικονομική επιτυχία, τα πράγματα δεν ήταν ποτέ εύκολα για εκείνον. Για την ακρίβεια, ήταν κάτι παραπάνω από δύσκολα.

Η λαρυγγίτιδα

Ο Τσάρλι Τσάπλιν ο νεότερος γεννήθηκε στις 16 Απριλίου του 1889 στο Λονδίνο. Ο πατέρας του ήταν ηθοποιός, ένας μελαγχολικός άνθρωπος με ελαφριά βαρύτονη φωνή. Το πρόβλημα ήταν πως έπινε πάρα πολύ. Η μητέρα του ήταν σουμπρέτα του βαριετέ, με μπλε βιολετί μάτια και ακαταμάχητη γοητεία. Στα δεκαοχτώ της το έσκασε με έναν μεσόκοπο άντρα στην Αφρική και επέστρεψε με έναν γιο, τον Σίντνεϊ. Παντρεύτηκε τον πατέρα του Τσάρλι και χώρισαν ένα χρόνο μετά τη γέννησή του. Το πρόβλημα ήταν πως έχασε τη φωνή της. Υπέφερε από συνεχείς λαρυγγίτιδες και σε μια από αυτές χρωστάει ο πεντάχρονος Τσάρλι την πρώτη του εμφάνιση στη σκηνή. Βγαίνοντας πάνω για να αναπληρώσει το κενό, έδωσε την πρώτη του παράσταση, την πρώτη δική του και τελευταία της μητέρας του.

Αδυνατώντας η τελευταία να βρει δουλειά στο θέατρο, προσπαθούσε να ζήσει τον Σίντνεϊ και τον Τσάρλι ράβοντας και επιδιορθώνοντας ρούχα. Μετά από λίγο καιρό μεταφέρθηκε εκείνη στο φτωχοκομείο και τα παιδιά σε σχολείο άπορων και εγκαταλελειμμένων παιδιών. Η μητέρα, φιλάσθενη και ντελικάτη, δεν άργησε να καταρρεύσει. Μεταφέρθηκε σε άσυλο φρενοβλαβών αφήνοντας την επιμέλεια των παιδιών στον αλκοολικό πατέρα και την, εξίσου αλκοολική, ερωμένη του, Λουίζ. Η κατάσταση στο σπίτι απείχε αρκετά από το να χαρακτηριστεί ευτυχισμένη. Η μητέρα επέστρεψε δυο μήνες μετά, αναλαμβάνοντας εκ νέου την επιμέλεια των παιδιών, και ο πατέρας πέθανε από κίρρωση του ήπατος.

Ακολούθησαν πέντε χρόνια πλήρους ανέχειας και εξαθλίωσης. Ο μικρός Τσάρλι προσπαθεί να συνδράμει με τον οβολό του κάνοντας κάθε είδους δουλειά του ποδαριού: πιάνει δουλειά σε μαγαζί με κεριά, ως βοηθός γιατρού, υπηρέτης, εφημεριδοπώλης, φυσητής γυαλιού, τυπογράφος, πάντοτε λέγοντας ψέματα για την ηλικία ή την προϋπηρεσία του στη δουλειά.

Στη σκηνή

«Η μάνα σου τρελάθηκε», είπε ένα μικρό κοριτσάκι. Οι λέξεις ήταν σαν ένα χαστούκι στο πρόσωπο. «Τι θες να πεις;», είπα μπερδεμένα. «Αλήθεια είναι», είπε κάποιος άλλος. «Χτυπούσε τις πόρτες μας και ήθελε να μας χαρίσει κομμάτια κάρβουνο, κι έλεγε πως είναι δώρα για τα γενέθλια των παιδιών». Το 1903 η μητέρα ξανακύλησε και μεταφέρθηκε στο άσυλο του Κέιν Χιλ. Ο Τσάρλι παλεύει για να επιβιώσει, κατά βάθος όμως είναι προσηλωμένος στον τελικό σκοπό: να γίνει ηθοποιός. Επισκέπτεται συχνά το Θεατρικό Πρακτορείο του Μπλάκμορ, ώσπου η τύχη τού χαμογελά. Προσλαμβάνεται να παίξει έναν παιδικό ρόλο. Του δίνουν μάλιστα δυο λίρες και δέκα σελίνια την εβδομάδα για μια περιοδεία σαράντα εβδομάδων! Επιστρέφει σπίτι ζαλισμένος από ευτυχία κρατώντας σφιχτά το ρόλο του, «το πιο σημαντικό χαρτί που κράτησα ποτέ στα χέρια μου», θα πει ο ίδιος.

Το έργο αποτυγχάνει, όχι όμως και ο Τσάπλιν που λαμβάνει τις πρώτες του θετικές κριτικές. Ακολουθούν κάποιες μικροεπιτυχίες και κάποιες μικροαποτυχίες, σε κάποια παράσταση μάλιστα τον γιουχάρουν άσχημα και τον λούζουν με ζαρζαβατικά, ώσπου μπαίνει στο θίασο του διάσημου τότε ηθοποιού και παραγωγού Φρεντ Κάρνο. Η εντύπωση που προκαλεί το παίξιμο του είναι μεγάλη, σε σημείο μάλιστα που να προκαλεί το φθόνο των κατεστημένων σταρ της εποχής.

Το φθινόπωρο του 1910 τον βρίσκει στην Αμερική να περιοδεύει με το θίασο του Κάρνο. Επιστρέφει στο Λονδίνο αλλά στο μυαλό του εξακολουθεί να στριφογυρίζει η Αμερική. Σύντομα θα ξαναβρεθεί κοντά της, αυτή τη φορά για τα καλά, για περίπου σαράντα χρόνια.

Στο πανί

Εκείνος που πρώτος υποκλίθηκε στο ταλέντο του Τσάπλιν ήταν ο Μακ Σένετ, της εταιρίας κωμικών ταινιών Keystone. Του πρότεινε συμβόλαιο 150 δολαρίων την εβδομάδα και ο Τσάρλι το αποδέχθηκε. Ασφυκτιούσε όμως. Αυτού του είδους τα φιλμ, χωρίς σενάριο, με την υποτυπώδη ανάπτυξη μιας ιδέας (που πάντα καταλήγει σε κάποιο κυνηγητό) τα βρίσκει περιοριστικά για τον ίδιο. Οι ιδέες που προτείνει απορρίπτονται, οι συνάδελφοι του τον υποσκάπτουν, οι σκηνές του κόβονται, ο ίδιος αρνείται τις υποδείξεις των σκηνοθετών. Είναι έτοιμος να τα παρατήσει κι είναι έτοιμοι να τον απολύσουν.

Ο χαρακτήρας του Σαρλό, που επιτόπου λανσάρει, λειτουργεί ως από μηχανής θεός: ενώ είναι έτοιμοι να τον αποδεσμεύσουν έρχεται ένα τηλεγράφημα που απαιτεί περισσότερες ταινίες με αυτόν τον περίεργο αλητάκο. Ο Τσάπλιν το αντιλαμβάνεται και περνάει στην επόμενη φάση: αποφασίζει να κάνει ο ίδιος το σενάριο και τη σκηνοθεσία των ταινιών του, αποκτώντας μεγαλύτερο έλεγχο πάνω στη δουλειά του. Οι ταινίες του γίνονται επιτυχίες και ο ίδιος διάσημος. Υπογράφει στην Essanay έναντι 1250 δολαρίων την εβδομάδα, κατόπιν στην Mutual έναντι 670.000 χιλιάδων το χρόνο και τέλος στην First National για 1.200.000 χιλιάδες το χρόνο. Διατάζει να του φέρουν κοντά του τη μητέρα.

Τα μεγάλα στούντιο ωστόσο στεναχωρούν τον ήρωα μας. Ενδιαφέρονται περισσότερο για το κέρδος και λιγότερο για την ποιότητα, δυσφορούν μπροστά στους βραδείς ρυθμούς παραγωγής και το μεγάλο κόστος των ταινιών του Τσάπλιν. Φτάνουν στο σημείο μάλιστα να χρησιμοποιήσουν την Μίλντρεντ Χάρις, πρώτη σύζυγο του Τσάρλι, με την οποία βρίσκεται στη διαδικασία του διαζυγίου, ώστε να κατάσχουν την κόπια της ταινίας The kid, για την οποία δαπάνησε μισό εκατομμύριο δολάρια και δεκαοχτώ μήνες δουλειάς. Το μοντάζ της ταινίας γίνεται κρυφά, στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου, και ο Τσάρλι ντύνεται με γυναικεία ρούχα προκειμένου να ξεφύγει από τους δικαστικούς κλητήρες που περιμένουν έξω από την πόρτα.

Τον Απρίλιο του 1919 αποφασίζει, μαζί με τους Ντάγκλας Φέρμπανκς, Μέρι Πίκφορντ και τον Ντ. Γ. Γκρίφιθ να συστήσουν τη δική τους εταιρία παραγωγής για την απευθείας προώθηση των ταινιών τους στην αγορά και την απεμπλοκή από τα δεσμά των μεγάλων στούντιο. Γεννιέται η United Artists Corporation και η πρώτη συνεισφορά του Τσάπλιν γίνεται με τον Χρυσοθήρα.

Είναι η εποχή που κάνει το δεύτερο γάμο του, από τον οποίο θα αποκτήσει δυο παιδιά. Η εκλεκτή της καρδιάς του είναι η Λίτα Γκρέι, είναι ηθοποιός, είναι ανήλικη (πράγμα καθόλου περίεργο για τον Τσάρλι) και θα τον βάλει σε μεγάλους μπελάδες. Στην αίτηση του διαζυγίου τον κατηγορεί για απιστία, κακοποίηση και για «διεστραμμένες σεξουαλικές επιθυμίες». Το γεγονός φτάνει στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων συντρίβοντας τον Τσάπλιν. Ομάδες σχηματίζονται που ζητούν την απαγόρευση των ταινιών του και τελικά αναγκάζεται να καταφύγει σε συμβιβασμό προσφέροντας στην πρώην σύζυγό του ένα εξωφρενικό για την εποχή χρηματικό ποσό.

Talking Heads

Η έλευση του ομιλούντος κινηματογράφου βρίσκει το φίλο μας να είναι σκεπτικός σχετικά με τις νέες τεχνολογίες. Αποφασίζει να συνεχίσει κάνοντας αυτό που ξέρει καλύτερα απ’ όλους, μια βουβή ταινία. Τα φώτα της πόλης απαιτούν δυο χρόνια προετοιμασίας και γυρισμάτων, κοστίζουν δυο εκατομμύρια δολάρια, θα φροντίζουν όμως να τον αποζημιώσουν σημειώνοντας θριαμβευτική επιτυχία, καλλιτεχνική και οικονομική. Το επόμενο βήμα είναι αβέβαιο, δεν θέλει απαραίτητα να κάνει ομιλούσες ταινίες, δεν θα ήθελε ωστόσο να καταλήξει γραφικός και παρωχημένος, μοναδικός θιασώτης ενός είδους προς εξαφάνιση. Αποφασίζει να κάνει μακράς διαρκείας διακοπές και για δεκαέξι μήνες ταξιδεύει.

Η επίσκεψη στην Ιαπωνία αποδεικνύεται μυστηριώδης: όλοι μοιάζουν να συμπεριφέρονται περίεργα και επιπλέον ο πρωθυπουργός δολοφονείται μια μέρα πριν την επίσημη συνάντησή τους. Αργότερα αποκαλύπτεται ότι υπήρχε σχέδιο δολοφονίας και του ίδιου του Τσάπλιν, από τη μαφία του Μαύρου Δράκοντα, η οποία πίστευε πως με τον τρόπο αυτό θα εκβίαζε τον πόλεμο με την Αμερική. Υπενθυμίζουμε το γεγονός ότι ο Τσάρλι Τσάπλιν ήταν Άγγλος.

Λίγο μετά την επιστροφή γνωρίζει την τρίτη σύζυγό του, ηθοποιό Πολέτ Γκοντάρ, και κάνει τους Μοντέρνους Καιρούς. Η ταινία σημειώνει επιτυχία, μπορεί ωστόσο να διακρίνει κανείς τους πρώτους ψιθύρους περί μιας «κομμουνιστικής ταινίας» και τα πρώτα σπέρματα της σύνδεσης του δημιουργού με την κομμουνιστική ιδεολογία.

Look who’s talking

Το καταθλιπτικό ερώτημα παραμένει: να ενδώσει στον ομιλούντα κινηματογράφο ή να κάνει μια ακόμη βουβή ταινία; Και κυρίως: πως θα έπρεπε να μιλάει ο αλήτης, το σήμα κατατεθέν του Τσάπλιν; Πως θα αντιδρούσε το κοινό όταν θα άκουγε για πρώτη φορά τη φωνή του; Θα μπορούσε να μιλάει μονοσύλλαβα ή απλά να μουρμουρίζει ακατάληπτα, σκέφτεται ο Τσάπλιν, απορρίπτει όμως τις παραπάνω ιδέες ως ανεπαρκείς. Τη λύση θα παράσχει η πολιτική συγκυρία. Βρισκόμαστε προ των πυλών του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και η φυσιογνωμική ομοιότητα ανάμεσα στον Χίτλερ και τον Σαρλό προσφέρει τα εφόδια για μια καινούργια ταινία.

Μ’ έναν σμπάρο δυο τρυγόνια. Μέσα από το εύρημα της διπλοπροσωπίας και της ανταλλαγής ταυτότητας θα μπορούσε, με ομαλό τρόπο, να παρουσιάσει στο κοινό τον ομιλούντα αλήτη, με τη μορφή ενός εβραίου κουρέα τώρα, ενώ συγχρόνως θα παρωδούσε την παραφροσύνη των ναζί, «τη μυστική τους λογοδιάρροια για την καθαρόαιμη ράτσα». Ο Μεγάλος Δικτάτορας είναι η απόληξη του παραπάνω εγχειρήματος, μια ταινία που συνάντησε εμπορική επιτυχία αλλά ανάμεικτες κριτικές καθώς θεωρήθηκε «κομμουνιστική», ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στον τελικό λόγο που εκφωνεί ο δικτάτορας.

Το κλίμα αρχίζει σιγά σιγά να μεταστρέφεται για τον Τσάπλιν, ο Τύπος γίνεται λιγότερο ενθουσιώδης και περισσότερο επικριτικός απέναντί του, ιδιαίτερα όσο ο Τσάρλι δεν διστάζει να καταθέτει τις απόψεις του για τα πολιτικά ζητήματα.

Μια ακόμη λαρυγγίτιδα

«Εκείνη τη στιγμή πιστεύω πως άρχισαν τα προβλήματα για μένα». Ο λόγος γίνεται για ένα τηλεφώνημα που δέχθηκε ο Τσάπλιν από την Αμερικανική Επιτροπή για την Πολεμική Ανακούφιση της Ρωσίας.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος μαίνεται, οι μεραρχίες του Χίτλερ πολιορκούν τη Μόσχα. Οι Ρώσοι ανθίστανται με γενναιότητα υποφέροντας πάντως μεγάλες απώλειες. Εκλιπαρούν τους συμμάχους για τη δημιουργία ενός δεύτερου μετώπου το οποίο θα αποσυμφορήσει την πίεση που δέχονται οι ίδιοι. Η επιτροπή για την πολεμική ανακούφιση της Ρωσίας προτρέπει προς αυτή την κατεύθυνση. Μιας και ο Αμερικανός πρεσβευτής στη Ρωσία την τελευταία στιγμή έπαθε λαρυγγίτιδα και δεν ήταν σε θέση να εκφωνήσει την κεντρική ομιλία, ίσως θα ήθελε ο Τσάπλιν να την αναλάβει. Εκείνος δέχθηκε. Και ακολούθησαν κι άλλες. Το φάντασμα του κομμουνισμού αρχίζει να πλανάται, όχι πάνω από την Ευρώπη τη φορά ετούτη, αλλά πάνω από το κεφάλι του Τσάρλι Τσάπλιν.

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, η πρώην ερωμένη του, Τζόαν Μπάρι, δεν έπαψε να του δημιουργεί προβλήματα, ισχυριζόμενη πως είναι ο πατέρας του παιδιού της, εκβιάζοντας μεγάλα χρηματικά ποσά και σέρνοντας τον στα δικαστήρια, με τις ευλογίες του FBI, το οποίο επιδόθηκε σε μια εκστρατεία δυσφήμησής του. Αχτίδα φωτός στη ζοφερή αυτή κατάσταση αποτελεί η γνωριμία του Τσάρλι με την Ούνα Ο’ Νιλ, κόρη του συγγραφέα Ευγένιου Ο’ Νιλ. Η Ούνα αποτέλεσε το λιμάνι του Τσάρλι και στάθηκε κοντά του μέχρι το τέλος της ζωής του. Παντρεύτηκαν όταν εκείνη ήταν 18 χρόνων και εκείνος 54 και απέκτησαν μαζί οχτώ παιδιά.

Ο αντίκτυπος του σκανδάλου Μπάρι και η ταμπέλα του κομμουνιστή που φόρεσαν στον Τσάπλιν έκαναν τη δουλειά τους, ώστε η επόμενη ταινία του, ο κύριος Βερντού, να αποτύχει παταγωδώς, γεγονός λογικό αν σκεφτεί κανείς ότι οι περισσότεροι αιθουσάρχες αρνήθηκαν να την προβάλλουν. Η σκέψη της οριστικής φυγής από την Αμερική επώαζε μέσα στον Τσάρλι. Έκανε Τα φώτα της ράμπας επιλέγοντας το Λονδίνο ως τόπο της παγκόσμιας πρεμιέρας της ταινίας. Η οριστική ρήξη ήλθε εν πλω. Το τηλεγράφημα που έλαβε στο Κουίν Ελίζαμπεθ, καταμεσής του πελάγου, του απαγόρευε την επιστροφή στη χώρα. Αυτή θα μπορούσε να γίνει μόνο αν περνούσε από την ανακριτική επιτροπή της Υπηρεσίας Μεταναστών για να απαντήσει «σε κατηγορίες πολιτικής φύσης και ηθικής φαυλότητας».

Ο Τσάρλι Τσάπλιν πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του στο Βεβέ της Ελβετίας συντροφιά με τη γυναίκα του Ούνα και τα οχτώ τους παιδιά. Ξεψύχησε ανήμερα των Χριστουγέννων του 1977, σε ηλικία 88 ετών.

 http://www.toperiodiko.gr/

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014
Ο Μαρξ, το κεφάλαιο και οι μηχανές – Charlie Chaplin Modern Times 1936

Γράφει ο Θανάσης Μπαντές
Οι Μοντέρνοι Καιροί είναι μια κινηματογραφική ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν που γυρίστηκε το 1936. Στην ταινία εμφανίζεται ο γνωστός αλητάκος με το χαρακτηριστικό καπέλο και μουστάκι, ο οποίος αγωνίζεται να επιβιώσει στον μοντέρνο, βιομηχανοποιημένο κόσμο. Το φιλμ έχει φόντο το μεγάλο οικονομικό και χρηματηστηριακό κραχ του 1929 και αποτελεί ένα σχόλιο στην απεγνωσμένη εύρεση εργασίας σε μια κοινωνία με τεράστια ανεργία καθώς και στην οικτρή οικονομική κατάσταση των ανθρώπων.

[Οι Μοντέρνοι Καιροί είναι μια κινηματογραφική ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν που γυρίστηκε το 1936. Στην ταινία εμφανίζεται ο γνωστός αλητάκος με το χαρακτηριστικό καπέλο και μουστάκι, ο οποίος αγωνίζεται να επιβιώσει στον μοντέρνο, βιομηχανοποιημένο κόσμο. Το φιλμ έχει φόντο το μεγάλο οικονομικό και χρηματηστηριακό κραχ του 1929 και αποτελεί ένα σχόλιο στην απεγνωσμένη εύρεση εργασίας σε μια κοινωνία με τεράστια ανεργία καθώς και στην οικτρή οικονομική κατάσταση των ανθρώπων.]

Όταν το 1735 ο Τζον Ουάιατ έφερε στο φως την πρώτη κλωστική μηχανή, δεν εγκαινίασε απλώς αυτό που ονομάζουμε βιομηχανική επανάσταση, αλλά κυριολεκτικά άλλαξε την πορεία της ανθρωπότητας, όχι τόσο με την έκρηξη της παραγωγής, όσο με την ολοκληρωτική προσαρμογή του ανθρώπου στη …
νέα εποχή της μηχανής. Η μηχανή, ως διαμεσολαβητής της παραγωγής, επέβαλε εργασιακούς όρους σιδερένιας υπακοής, ανατρέποντας συθέμελα όχι μόνο την παγκόσμια οικονομία, αλλά την ίδια την ανθρώπινη υπόσταση. Ο βιομηχανικός εργάτης βρέθηκε αντιμέτωπος με πελώρια μηχανήματα, που καθόριζαν όλες του τις κινήσεις. Η συγκεκριμένη λειτουργία της μηχανής, ως αμετάκλητη πραγματικότητα, υποχρέωσε τον εργάτη σε εξίσου μηχανιστικές, επαναλαμβανόμενες κινήσεις καθιστώντας τον προέκταση της μηχανής, μετατρέποντάς τον δηλαδή σε μηχάνημα. Υπό αυτή την έννοια περισσότερο ο άνθρωπος προσαρμόστηκε στη μηχανή παρά η μηχανή στον άνθρωπο. Φυσικά, αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αναπολούμε την εποχή του χαλκού ή τη δουλοκτητική παραγωγή της Αιγύπτου. Η μηχανή σαφέστατα διευκόλυνε όλες τις ανθρώπινες εργασίες, αλλά η προσφορά κάθε αντικειμένου δεν κρίνεται μόνο από το αποτέλεσμα, αλλά και από την ίδια του τη χρήση.

Η μηχανή, ως αποκλειστικά κεφαλαιοκρατικό εργαλείο παραγωγής, ούτε μείωσε το ωράριο του εργάτη, ούτε ανέβασε το βιοτικό του επίπεδο. Τα τεράστια κέρδη που επέφερε αφορούσαν τον εργοστασιάρχη, γιατί η παραγωγή – ή καλύτερα η υπερπαραγωγή – αποτελούσε προσωπική του περιουσία που, φυσικά, δεν όφειλε να την μοιραστεί με κανένα. Χωρίς λοιπόν να μειώνεται η υπεραξία της παραγωγής που κερδίζει ο εργοστασιάρχης, μειώνεται το εργατικό προσωπικό – η μηχανή αντικαθιστά κερδοφόρα τον άνθρωπο – εντείνεται ο ρυθμός της παραγωγής, μειώνονται τα λειτουργικά έξοδα, φτηναίνει το προϊόν και γίνεται πιο ανταγωνιστικό, δημιουργείται πληθώρα αγαθών που περιμένουν την κατανάλωση και το κυριότερο δημιουργεί το αίσθημα του ακόρεστου τόσο για κατανάλωση, όσο και για κέρδη. Ο Μαρξ, στο θρυλικό του Κεφάλαιο περιγράφει την εισβολή της μηχανής με τα μελανότερα χρώματα. Οι εργοστασιάρχες βλέποντας τα ασύλληπτα κέρδη που δημιουργούνταν όχι μόνο δεν ελάττωσαν το ωράριο, αλλά έκαναν τα πάντα για να το αυξήσουν. Προχωρώντας σε απολύσεις, μείωσαν τους μισθούς αφήνοντας να δουλεύουν οι απολύτως απαραίτητοι σε αριθμό, τους οποίους απομυζούσαν για 12, 15 και 18 ώρες. Η παραγωγή, πολλαπλασιαζόταν με εξωφρενικούς ρυθμούς, παρασύροντας μαζί της και τη διάθεση για κέρδος. Η μηχανή, τυποποιώντας την εργασία, απαξίωσε τον εξειδικευμένο εργάτη – μάστορα, αφού πλέον οι υπηρεσίες του αχρηστεύτηκαν. Ο εργάτης έχασε κάθε υπόσταση, αφού εκπαιδευόταν σε ελάχιστο χρόνο λειτουργώντας περισσότερο ως προέκταση της μηχανής, ξεπέφτοντας δηλαδή στην αναλωσιμότητα του ανειδίκευτου. Αυτό ανέβασε στα ύψη τη ζήτηση γυναικών και παιδιών στις βιομηχανίες, επειδή, φυσικά, κόστιζαν λιγότερο. Ο Μαρξ παραθέτει ολόκληρη αγγελία της εποχής: «Ζητούνται 12 ως 20 νέοι που να περνάνε για 13 χρονών. Μισθός 4 σελίνια την εβδομάδα….» και σχολιάζει: «Αυτό έχει σχέση με το γεγονός ότι, σύμφωνα με το νόμο για τα εργοστάσια, παιδιά κάτω από 13 χρονών επιτρέπεται να εργάζονται μόνο έξι ώρες………Κάθε Δευτέρα και Τρίτη γίνεται ανοιχτό παζάρι στην Μπένθελ Γκρην, την πιο κακόφημη συνοικία του Λονδίνου, όπου παιδιά και των δύο φύλλων από 9 χρονών και πάνω μισθώνονται μόνα τους στις μανουφακτούρες μεταξιού». Οι γονείς, εξαθλιωμένοι από τη φτώχεια, μίσθωναν τα παιδιά τους, το φθηνότερο – κι ως εκ τούτου προτιμότερο εργατικό δυναμικό – στο δουλεμπόριο της ελεύθερης οικονομίας. Ο Μαρξ παραθέτει αναλυτικά στατιστικά παιδικής θνησιμότητας.

Ο Τσάρλι Τσάπλιν σκηνοθέτησε αλλά και έγραψε το σενάριο του φιλμ, ενώ πρωταγωνίστησε υποδυόμενος τον αλητάκο, ο οποίος εμφανίζεται για τελευταία φορά σε κινηματογραφική ταινία. Πολλοί συμφωνούν ότι οι Μοντέρνοι Καιροί αποτελούν μια από τις σπουδαιότερες ταινίες όλων των εποχών.

[Ο Τσάρλι Τσάπλιν σκηνοθέτησε αλλά και έγραψε το σενάριο του φιλμ, ενώ πρωταγωνίστησε υποδυόμενος τον αλητάκο, ο οποίος εμφανίζεται για τελευταία φορά σε κινηματογραφική ταινία. Πολλοί συμφωνούν ότι οι Μοντέρνοι Καιροί αποτελούν μια από τις σπουδαιότερες ταινίες όλων των εποχών.]

Η μηχανή κατάφερε να αυξήσει την παραγωγικότητα όχι μόνο με τις, έτσι κι αλλιώς, τρομακτικές παραγωγικές της δυνατότητες, αλλά και με την εντατικοποίηση της εργασίας που επέφερε:
«Η ταχύτητα περιστροφής των αδραχτιών στο λεπτό αυξήθηκε κατά 500 φορές στις κλωστικές μηχανές βάτερ και κατά 1000 στροφές στις μηχανές μιούλ, δηλαδή η ταχύτητα της περιστροφής των αδραχτιών βάτερ, που το 1839 ήταν 4500 στροφές το λεπτό, έφτασε τώρα (1862) τις 5000 στροφές και των αδραχτιών μιούλ από 5000 που ήταν έφτασε τώρα τις 6000 στροφές το λεπτό……..», με δυο λόγια οι εργάτες υποχρεούνταν διαρκώς να χορεύουν στο ρυθμό των μηχανών.

modern-times-poster 09

Το ξέφρενο της μηχανιστικής εργασίας σε συνδυασμό με το απάνθρωπο ωράριο οδηγούν τον εργάτη στην τρέλα. Όσο για τα ατυχήματα ή τις αποζημιώσεις, δεν χρειάζεται να γίνεται λόγος. Ο Μαρξ παραθέτει περιπτώσεις εργατών που τους ταΐζουν στο στόμα ενώ αυτοί συνεχίζουν να δουλεύουν στη μηχανή. Διατρέφονται με την ίδια λογική που γρασάρεται η μηχανή, όντας μηχανές και οι ίδιοι. Ο Ένγκελς γράφει:
«Η θλιβερή μονοτονία ενός ατέλειωτου μαρτυρίου της δουλειάς, όπου επαναλαμβάνεται διαρκώς το ίδιο μηχανικό προτσές, μοιάζει με το μαρτύριο του Σίσυφου. Το βάρος της δουλειάς πέφτει συνεχώς ξανά και ξανά σαν το βράχο του Σίσυφου πάνω στον αποκαμωμένο εργάτη». Η τυποποίηση αυτή μετατρέπει τον άνθρωπο σε ζώο. Ο εργάτης δουλεύει διαρκώς και κοιμάται σε άθλιες παράγκες. Τον ελεύθερο χρόνο που μπορεί να έχει μεθοκοπά σε ταβέρνες. Κάθε πνευματικότητα καθίσταται περιττή κι εδώ ακριβώς ξεκινά η νεύρωση του σύγχρονου πολιτισμού. Πάνω από 150 χρόνια από τις μαρξιστικές αναλύσεις περί κεφαλαίου παρακολουθούμε το σύγχρονο άνθρωπο εγκλωβισμένο στις μεγαλουπόλεις να δουλεύει από το πρωί μέχρι το βράδυ μπερδεύοντας την εκτόνωση με την απόλαυση. Οι τερατουπόλεις λειτουργώντας ως τεράστια μηχανή φιλοξενούν τον ανθρώπινο πανικό που καλπάζει κρατώντας στα χέρια άλλες μηχανές. Ο σύγχρονος άνθρωπος είναι η τέλεια μηχανή κι αυτό είναι η αγριότερη όψη της βίας. Η μηχανοποίηση του ανθρώπου δεν είναι τίποτε άλλο από τον πολιτισμό της ταχύτητας, δηλαδή του εφήμερου που κάνει τα πάντα αναλώσιμα. Η μετατροπή του ανθρώπου σε νευρόσπαστη μαριονέτα υποβαθμίζει τα θεμέλια της ίδιας της ύπαρξης, δηλαδή της ανθρώπινης υπόστασης. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ευχαριστηθεί γιατί οι μηχανές δεν ευχαριστιούνται. Ο άνθρωπος καταναλώνει γιατί οι μηχανές καταναλώνουν. Ο άνθρωπος εργαλείο δεν έχει ταυτότητα. Δεν έχει δηλαδή την ελάχιστη αυτογνωσία. Η πνευματικότητά του ταυτίζεται με το ξέφρενο κι ακόμα και η τέχνη οφείλει να προσαρμοστεί σ’ αυτό. Η κλασική λογοτεχνία δεν έχει θέση στο σύγχρονο πολιτισμό, γιατί, πολύ απλά δεν διαθέτει ταχύτητα. (Ποιος μπορεί να ανεχθεί τις ολοσέλιδες ντοστογεφσκικές περιγραφές;)
Η σύγχρονη μουσική λειτουργεί εκτονωτικά με επαναλαμβανόμενους νευρωτικούς ηλεκτρονικούς ρυθμούς που θυμίζουν τη βιομηχανική παραγωγή. Ο ηλεκτρονικός χορός δεν είναι τίποτε άλλο από την τυποποιημένη επανάληψη των μηχανών. Μουσική από μηχανές, με μηχανικούς ρυθμούς, για ανθρώπους μηχανές. Μηχανοποιημένη τέχνη, μηχανοποιημένη διατροφή, μηχανοποιημένη εκπαίδευση. Όλα χορεύουν δαιμονισμένα στις 6000 στροφές των μηχανών μιούλ από το 1800.
Οι λουδίτες έμπαιναν στα εργοστάσια κι έσπαζαν τις μηχανές. Φυσικά, δεν υπάρχει μεγαλύτερη ανοησία από αυτό. Ο Μαρξ τους χλευάζει τονίζοντας ότι το πρόβλημα δεν είναι η μηχανή, αλλά η κεφαλαιοκρατική της χρήση. Σήμερα θα λέγαμε ότι το πρόβλημα είναι η υποταγή του ανθρώπου στη μηχανή, δηλαδή αδυναμία του να τη διαχειριστεί. Η τεχνολογία τον ξεπερνάει, δημιουργώντας μια νέα μορφή δουλείας. Τη δουλεία της κατανάλωσης.
Στην ταινία Μοντέρνοι καιροί γίνονται ειρωνικές αναφορές για την έντονη βιομηχανοποίηση και την επιρροή που κατά τον Τσάπλιν έχει αυτή στις συνθήκες εργασίας (πχ λωρίδα παραγωγής).

[Στην ταινία Μοντέρνοι καιροί γίνονται ειρωνικές αναφορές για την έντονη βιομηχανοποίηση και την επιρροή που κατά τον Τσάπλιν έχει αυτή στις συνθήκες εργασίας (πχ λωρίδα παραγωγής).]

Οι μηχανές στην παραγωγή έριξαν κατά πολύ το κόστος των προϊόντων. Τα προϊόντα έγιναν πιο φτηνά στην αγορά, δηλαδή πιο προσβάσιμα κι αυτό είναι το μεγαλύτερο επιχείρημα του κεφαλαίου.
Ο Μαρξ, μπροστά σ’ αυτό γίνεται έξαλλος. Ονομάζοντας τις καθημερινές ανάγκες του εργάτη μέσα συντήρησης καθιστά σαφές ότι η μισθοδοσία είναι πάντα ανάλογη με τις τιμές των μέσων συντήρησης. Αν μειωθεί το κόστος των μέσων συντήρησης τότε θα μειωθεί και ο μισθός.
Η κεφαλαιοκρατική παραγωγή του κέρδους δεν ενδιαφέρεται για το βιοτικό επίπεδο του εργάτη, αλλά μόνο για την επιβίωσή του. Για τον κεφαλαιοκράτη, η ευζωία του εργάτη είναι άσκοπη πολυτέλεια, δηλαδή διαφυγόντα κέρδη.
Αν έρθουμε στη σύγχρονη παγκοσμιοποιημένη καπιταλιστική παραγωγή βλέπουμε το νόμο αυτό να επαληθεύεται με τις χειρότερες προϋποθέσεις.
Οι καπιταλιστές οικονομολόγοι αν και προπαγάνδιζαν υπέρ του δέοντος την πτώση των τιμών με την παγκοσμιοποίηση παρέλειψαν να αναφέρουν την μισθολογική συρρίκνωση που θα έφερνε.
Στην Ελλάδα οι μισθοί έχουνε φτάσει να είναι κατώτεροι των μέσων συντήρησης. Τα ενοριακά βοηθήματα που αναφέρει ο Μαρξ δεν είναι παρά τα συσσίτια που βλέπουμε στην Αθήνα.
Η πτώση των τιμών σε ηλεκτρικά είδη ή είδη ρουχισμού δεν έχουν καμία αξία, αφού η καθημερινή διαβίωση ξεπερνά τα εισοδήματα. Το δήθεν ενδιαφέρον του καπιταλισμού που θέλει τον κόσμο να έχει λεφτά για να μπορεί να καταναλώνει και να κινεί την οικονομία, απογυμνώνεται οριστικά μπροστά στο σύγχρονο απάνθρωπο καπιταλισμό που τα θέλει όλα.
Τα καπιταλιστικά συνθήματα της πρώτης βιομηχανικής φάσης με την υπερεργασία και την πτώση του ημερομίσθιου γίνονται πιο επίκαιρα από ποτέ κι αυτό είναι η επίθεση σε κάθε εργασιακό δικαίωμα.
Οι όροι ανάπτυξη, ανταγωνιστικότητα κτλ, είναι ακριβώς αυτό.
Η παγκοσμιοποίηση που συνίσταται τόσο στην παραγωγή και εμπορία αγαθών όσο και στη διακίνηση κεφαλαίων – με όλα τα χρηματιστηριακά παρατράγουδα – σηματοδοτούν τη δεύτερη μεγάλη τομή του κεφαλαίου μετά την εμφάνιση της μηχανής.
Αν η μηχανή ήταν επί της ουσίας η έναρξη της καπιταλιστικής παραγωγής, η παγκοσμιοποίηση είναι ο άξιος συνεχιστής της. Και βέβαια η παγκοσμιοποίηση δεν είναι τωρινή επινόηση, αλλά καπιταλιστικό όραμα αιώνων. Όμως αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

http://stoxasmos-politikh.blogspot.gr/

modern-times-poster

Περιβαλλοντικός Πολιτιστικός Σύλλογος «Δρυάδες»

Λεωφ. Κρυονερίου και Πάρνηθος 38, 14568

Σύντομη περιγραφή
Ο Π.Π.Σ. Κρυονερίου «Δρυάδες» στοχεύει στην προστασία του φυσικού πλούτου της περιοχής και στη διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Αναλυτική περιγραφή
Ο Περιβαλλοντικός-Πολιτιστικός Σύλλογος «Δρυάδες», μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, ιδρύθηκε το 2007 από 26 άτομα. Σήμερα, το 2014 απαριθμεί 260 ενεργά μέλη.
Στοχεύει στην προστασία και βελτίωση του φυσικού πλούτου της περιοχής μας και την ευαισθητοποίηση των κατοίκων της.
Μέλημά μας η διαφύλαξη της σύγχρονης ελληνικής και παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.
Ο Π.Π.Σ. «Δρυάδες» είναι ανοιχτός σε κάθε ευαισθητοποιημένο πολίτη που θα ήθελε να προτείνει, να συμμετέχει και να λάβει μέρος στις πρωτοβουλίες και εκδηλώσεις του.
Τηλέφωνο
2167006065 και 6943966889

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: