Η Επέλαση των Βαρβάρων (2003) του Ντενίς Αρκάν με ελεύθερη είσοδο και συζήτηση το Σάββατο 13.6.2015 στη Λέσχη «Δρόμοι Φιλίας και Πολιτισμού»

LES INVASIONS BARBARES

Η Επέλαση των Βαρβάρων (2003) του Ντενίς Αρκάν, μία από τις σημαντικότερες ταινίες του 21ου αιώνα θα προβληθεί, με ελεύθερη είσοδο και συζήτηση στη Λέσχη «Δρόμοι Φιλίας και Πολιτισμού» (Φερών 3, Πλατεία Βικτωρίας) το Σάββατο 13 Ιουνίου 2015 στις 20.15. Προλογίζει την ταινία – Συντονίζει τη συζήτηση μετά το τέλος της προβολής ο Γιάννης Καραμπίτσος (σκηνοθέτης, κριτικός κινηματογράφου και μοντέρ).  

[Η επιλογή των ταινιών γίνεται από την ανοιχτή συντονιστική ομάδα της κινηματογραφικής λέσχης των «Δρόμων Φιλίας και Πολιτισμού» που αποτελείται από τους  Γιάννη Ζήβα, Δημήτρη Ζεβόλη και Γιάννη Καραμπίτσο.]

Η ΕΠΕΛΑΣΗ ΤΩΝ ΒΑΡΒΑΡΩΝ
LES INVASIONS BARBARES
Κοινωνική 2003 | Έγχρ. | Διάρκεια: 99′
Καναδογαλλική ταινία, σκηνοθεσία Ντενίς Αρκάν με τους: Ρεμί Ζιράρ, Στεφάν Ρουσό, Μαρί Ζοσέ Κροζέ, Ντοροτέ Μπεριμάν, Ντομινίκ Μισέλ, Λουίζ Πόρταλ

Ο άρρωστος Ρεμί, λίγο πριν υποκύψει στη θανάσιμη ασθένεια που τον χτύπησε, συμφιλιώνεται με τον απόμακρο γιο του, ο οποίος συγκεντρώνει κοντά στον πατέρα του αγαπημένους παλιούς φίλους και προσπαθεί να κάνει τις τελευταίες μέρες του όσο το δυνατόν πιο ανώδυνες. Αρκετό χιούμορ και λίγη πίκρα σε αυτό τον άκρως συγκινητικό απολογισμό της γενιάς του ’60, με όλη την παλιοπαρέα που πρωτοείδαμε στην ταινία «Η παρακμή της αμερικανικής αυτοκρατορίας». 

Συνοπτική κριτική (αθηνόραμα)
ΤΑΙΝΙΑ ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΠΟΥ ΞΕΧΩΡΙΖΕΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΠΑΝΩ ΣΤΟ ΘΑΝΑΤΟ, ΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΥΛΩΝ, ΤΟΥΣ ΔΕΣΜΟΥΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ. ΒΡΑΒΕΙΟ ΣΕΝΑΡΙΟΥ ΚΑΙ Α΄ ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΥ ΡΟΛΟΥ ΣΤΙΣ ΚΑΝΝΕΣ.

Σκηνοθέτης: Denys Arcand
Σενάριο: Denys Arcand
Φωτογραφία: Guy Dufaux
Μουσική: Pierre Aviat
Ηθοποιοί: Rémy Girard, Stéphane Rousseau, Dorothée Berryman, Louise Portal, Marie-Josée Croze, Marina Hands

Βραβεία: Βραβείο καλύτερου σεναρίου και βραβείο γυναικείας ερμηνείας στο φεστιβάλ των Καννών. Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας το 2003 και υποψηφιότητα για το Όσκαρ καλύτερου σεναρίου. Βραβεία Cesar καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας και σεναρίου από τη Γαλλική ακαδημία κινηματογράφου. Βραβείο καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας από την Ιταλική ακαδημία κινηματογράφου κ.α.
Τοποθεσία: Καναδάς, Γαλλία 2003

Ο ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ ΝΤΕΝΙΣ ΑΡΚΑΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ

Έγραψα το σενάριο στη διάρκεια των δυο τελευταίων χρόνων. Είναι ένα θέμα που με απασχολούσε καιρό, αλλά ποτέ δεν είχα καταφέρει να του δώσω μια μορφή που να με ικανοποιεί. Κατέληγα πάντα με σενάρια πένθιμα και καταθλιπτικά. Ώσπου μου ήρθε η ιδέα να ξαναχρησιμοποιήσω τους ήρωες της «Παρακμή της Αμερικανικής Αυτοκρατορίας». Το χιούμορ ο κυνισμός και το πνεύμα τους μου επέτρεψαν να χειριστώ το θέμα με μια ελαφρότητα που μ’ ευχαριστούσε.
Ευτυχώς όλοι οι ηθοποιοί ήταν εκεί, διαθέσιμοι, κι είχαν όλοι όρεξη να ξαναζήσουν μια νέα περιπέτεια. Προφανώς ο χρόνος είχε κάνει τη δουλειά του κι η ατμόσφαιρα είχε γίνει πιο σοβαρή, οι προθεσμίες της ζωής πιο αναπόφευκτες. Είχε σημάνει η ώρα της αποτίμησης. Ο Ρεμί είναι πεπεισμένος ότι εισερχόμαστε στην εποχή των βαρβάρων. Πιστεύει ότι ο Δυτικός Πολιτισμός, αυτός που γεννήθηκε από τον Δάντη και τον Montaigne πρόκειται να εκλείψει. Για ‘κείνον το σημαντικό είναι να διασωθούν τα έγγραφα, όπως το Μεσαίωνα. Αυτός θα είναι ο ρόλος της Ναταλί, που θα κληρονομήσει τη βιβλιοθήκη του.
Τώρα η αμερικανική αυτοκρατορία είναι η απόλυτη κυρίαρχος του κόσμου. Έτσι ο κόσμος θα πρέπει να αποκρούσει διαρκώς τις επιθέσεις των βαρβάρων που θα είναι ασταμάτητες. Η 11η Σεπτεμβρίου του 2001 ήταν η πρώτη από αυτές τις επιθέσεις, η οποία κατάφερε ν’ αγγίξει την καρδιά της αυτοκρατορίας. Είναι προφανές ότι θ’ ακολουθήσουν κι άλλες.
Αισθάνομαι ολοένα πιο μετέωρος σε σχέση με την κοινωνία που με περιβάλει. Φαντάζομαι ότι αυτό είναι το πιο συνηθισμένο δείγμα των γηρατειών. Η συνεχόμενη επιτάχυνση της ζωής και η οχλαγωγία της δημοσιογραφίας με απωθούν. Οι ταινίες που κατασκευάζονται σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές δε μ’ ενδιαφέρουν πολύ. Αγαπώ τους διαλόγους και τους ηθοποιούς.
Αισθάνομαι ότι οι χώρες θα εκλείψουν. Για τις μελλοντικές γενιές τα σύνορα θα έχουν την τάση να εκλείψουν. Ο γιος του Ρεμί έχει ήδη φτάσει σ’ αυτό το σημείο. Θα υπάρχουν οι αμερικανοί πολίτες και οι υπόλοιποι. Από την οπτική γωνία της Ουάσινγκτον, οι Γάλλοι, οι Βούλγαροι ή οι Ιάπωνες είναι όλοι το ίδιο. Όλοι βάρβαροι.
Ντενίς Αρκάν (Denys Arcand)

ΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΝΤΕΝΙΣ ΑΡΚΑΝ

Το 2000 σκηνοθετεί το Stardom, που αντανακλά την εμμονή για διασημότητα και την εκμετάλλευση που τη συνοδεύει. Πρώτη καναδέζικη ταινία που παρουσιάζεται ως επίσημο κλείσιμο στο Φεστιβάλ Καννών, επιλέγεται επίσης για το Φεστιβάλ Λονδίνου, του Τορόντο και του Βανκούβερ, αποσπά το Βραβείο Σεναρίου του Σωματίου Σεναριογράφων της Αμερικής και πωλείτε σε πάνω από τριάντα χώρες.
Το 1996, ο Αρκάν σκηνοθετεί το Joyeux Calvaire, μια τηλεταινία με θέμα τους άστεγους, που φέρνει στο προσκήνιο τον Μπεμουά Μπριέρ και τον Γκαστόν Λεπάζ. Η ταινία τιμάται με τρία βραβεία της Καναδέζικης Ακαδημίας Κινηματογράφου και Τηλεόρασης – Καλύτερης δραματικής Ταινίας, Καλύτερης Σκηνοθεσίας και Καλύτερου Σεναρίου. Ο Ντενίς Αρκάν σκηνοθετεί, το 1995, την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία στην αγγλική γλώσσα το Love and Human Remains, διασκευή του θεατρικού έργου του Μπραντ Φρέιζερ, ενός από τους πλέον ανατρεπτικούς νέους δραματουργούς του αγγλόφωνου Καναδά. Σκηνοθετεί επίσης, το 1993, μια από τις ιστορίες της σπονδυλωτής ταινίας Montréal vu par…
To 1989, ο Ντενίς Αρκάν σκηνοθετεί το αιχμηρό Ο Ιησούς του Μόντρεαλ, το οποίο επιλέγεται για το Διαγωνιστικό Τμήμα του Φεστιβάλ Καννών, όπου τιμάται με το Βραβείο της Επιτροπής και με το Οικουμενικό Βραβείο. Η ταινία βραβεύτηκε επίσης με 12 Τζίνι και ήταν υποψήφια για Όσκαρ. Το 1987, ο Ντενίς Αρκάν σημαδεύει την εποχή του με την ταινία μεγάλου μήκους Η Παρακμή της Αμερικανικής Αυτοκρατορίας, πρώτη ταινία του γαλλόφωνου Καναδά που προσελκύει πλήθη κοινού, στη χώρα της και στον κόσμο ολόκληρο. Στον Καναδά τιμάτε με 9 Τζίνι και με το βραβείο Μόλσον της Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου. Αποσπά πολλά ακόμη βραβεία στη Γαλλία, την Ιταλία, την Αμερική και τον Καναδά. Νωρίτερα ο Ντενίς Αρκάν σκηνοθετεί δύο ντοκιμαντέρ για το Office National du Film, το Κέντρο Κινηματογράφου του Καναδά. Το On Est au Coton (1970), που ασχολείται με την κατάσταση των εργατών στην υφαντοβιομηχανία του Κεμπέκ, είναι μια ταινία προκλητική, η οποία απαγορεύεται για έξι χρόνια προκαλώντας σκάνδαλο. Το Québec: Duplessis et après… (1972) , που πραγματεύεται τα πολιτικά επακόλουθα της θητείας του τέως πρωθυπουργού του Κεμπέκ, Μορίς Ντιπλισί.
Ο Ντενίς Αρκάν εγκαταλείπει τον ONF και γυρίζει την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας, το La Maudite Galette (1971), που συμμετέχει στην Εβδομάδα Κριτικής του Φεστιβάλ Καννών. Ακολουθούν το Réjeanne Padovani, που το 1973 συμμετέχει στο Δεκαπενθήμερο Σκηνοθετών στις Κάννες και στο Φεστιβάλ της Νέας Υόρκης, το GINA, το Le confort et l’indifférence, που το 1981 βραβεύεται από τους κριτικούς του Κεμπέκ και το Le Crime d’ Ovide Plouffe, βασισμένο στο μυθιστόρημα του Ροζέ Λεμελέν, τεράστια εγχώρια εμπορική επιτυχία το 1984.
Όλες οι ταινίες του Ντενίς Αρκάν φανερώνουν μια μεγάλη αγάπη για την ιστορία κι ένα πάθος για τους ήρωες που προέρχονται από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα.

Ντενύ Αρκάν  (Βιογραφία)

Ο Ντενύ Αρκάν στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τορόντο, 2007.
Ο Ντενύ Αρκάν (Georges-Henri Denys Arcand: Ντεσαμπώ, Κεμπέκ, Καναδάς, 25 Ιουνίου 1941 – ) είναι πολυβραβευμένος Γαλλοκαναδός σκηνοθέτης, σεναριογράφος και παραγωγός του κινηματογράφου.

Η οικογένεια του Αρκάν προέρχεται από το Ντεσαμπώ (Deschambault), ένα γαλλόφωνο χωριό περίπου 60 χλμ. ΝΔ της Πόλης του Κεμπέκ. Όταν ο Αρκάν ξεκίνησε το γυμνάσιο, η οικογένειά του μετακόμισε στο Μόντρεαλ. Ο νεαρός Ντενύ ξεκίνησε σπουδές Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Μόντρεαλ, τις οποίες και συνέχισε σε μεταπτυχιακό επίπεδο (μάστερ). Ωστόσο, δεν ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές του σπουδές, γιατί τον απορρόφησε η νέα του αγάπη, ο κινηματογράφος.

Το 1963 προσλήφθηκε στο Εθνικό Συμβούλιο Κινηματογράφου του Καναδά (National Film Board of Canada/Office national du film du Canada), όπου ανέλαβε την παραγωγή ντοκιμαντέρ στα γαλλικά. Μερικά από τα ντοκιμαντέρ που παρήγαγε, όπως για παράδειγμα το Δουλεύουμε στο βαμβάκι (On est au coton, 1970), προκάλεσαν μεγάλη συζήτηση για την κριτική στάση του σκηνοθέτη απέναντι σε σοβαρά κοινωνικά θέματα.

Το 1982, ο Αρκάν βραβεύτηκε με το Βραβείο των Κριτικών Κινηματογράφου του Κεμπέκ για το ντοκιμαντέρ Η άνεση και η αδιαφορία (Le Comfort et l’indifférence). Με το συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ, ο Αρκάν παρουσίασε την αντίθεση ανάμεσα στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα των γαλλόφωνων Κεμπεκιωτών, που τάσσονται υπέρ της απόσχισης της επαρχίας τους από τον υπόλοιπο Καναδά, και στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα των επίσης γαλλόφωνων, που αδιαφορούν για το θέμα.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1980, ο σκηνοθέτης στράφηκε προς τις ταινίες μυθοπλασίας μεγάλου μήκους, γεγονός που του έφερε ακόμα περισσότερες διακρίσεις σε διεθνές επίπεδο. Το 1986, βραβεύτηκε στον Καναδά, αλλά και στις Κάννες, για την ταινία του Η πτώση της αμερικανικής αυτοκρατορίας (Le Déclin de l’empire américain), έργο στο οποίο παρουσιάζει την έκπτωση των ερωτικών σχέσεων στην σύγχρονη βορειοαμερικανική κοινωνία. Το ίδιο έργο ήταν και το πρώτο καναδικό φιλμ που προτάθηκε και για Βραβείο Όσκαρ Καλύτερης Ξένης Ταινίας.

Το 1989, ο Αρκάν επανήλθε με μία ακόμα πολύ επιτυχημένη ταινία, τον Ιησού του Μόντρεαλ (Jésus de Montréal). Το έργο αυτό, στο οποίο η κοινωνική κριτική συνδυάζεται με τις μεταφυσικές αγωνίες του ανθρώπου, σάρωσε τα καναδικά εθνικά βραβεία κινηματογράφου και τιμήθηκε και με το Μέγα Βραβείο της Επιτροπής στο Φεστιβάλ των Καννών. Μερικά χρόνια αργότερα, ο Αρκάν σκηνοθέτησε και παρήγαγε δύο έργα στα αγγλικά: Αγάπη και ανθρώπινα υπολείμματα (Love and Human Remains, 1993· μια πικρή ματιά στα τραγικά αδιέξοδα των άστεγων που περιπλανούνται στους δρόμους των αμερικανικών μεγαλουπόλεων) και Δόξα (Stardom, 2000· μια σάτιρα για τα ήθη της κοσμοπολίτικης κοινωνίας της τηλεόρασης και των άλλων ΜΜΕ).

Το 2003 επέστρεψε στις ταινίες στα γαλλικά παρουσιάζοντας το τελευταίο και πιο επιτυχημένο έργο του: Η επέλαση των βαρβάρων (Les invasions barbares). Η ταινία, στην οποία συμμετείχε ως σεναριογράφος και σκηνοθέτης, παρουσιάζει την χρεοκοπία του σοσιαλδημοκρατικού μοντέλου της Δύσης μέσα από την ιστορία ενός αριστερών πεποιθήσεων ετοιμοθάνατου καρκινοπαθούς που ταλαιπωρείται στα νοσοκομεία του Μόντρεαλ. Το έργο αυτό τιμήθηκε με το Βραβείο Σεναρίου στο Φεστιβάλ των Καννών, το Βραβείο Όσκαρ Καλύτερης Ξένης Ταινίας, και τα Βραβεία Σεζάρ (Γαλλία) Καλύτερης Ταινίας, Καλύτερης Σκηνοθεσίας και Καλύτερου Σεναρίου.

Ο Αρκάν είναι παντρεμένος δύο φορές. Το 1986, με την δεύτερη σύζυγό του, Ντενίζ (Denise), υιοθέτησε ένα ορφανό κορίτσι από την Κίνα. Για την συμβολή του στον κινηματογράφο και στον πολιτισμό γενικότερα, ο Ντενύ Αρκάν έχει γίνει δεκτός σε τιμητικά τάγματα του Καναδά, του Κεμπέκ και της Γαλλίας.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΑΙΝΙΑ

Ένας άντρας ξανασυναντά τον αποξενωμένο γιο του. Στο νοσοκομείο. Εκεί, όπου βρίσκεται για να δώσει την ύστατη μάχη με τον καρκίνο. Θα σπεύσουν να του συμπαρασταθούν συγγενείς και φίλοι, βάζοντας στην άκρη τις όποιες – σοβαρές ή αστείες – διαφωνίες τους. Μια γενιά ξανασυναντά μια άλλη: την επόμενη. Για να συμφιλιωθεί επιτέλους μαζί της, πριν την αποχαιρετίσει και της δώσει οριστικά τη σκυτάλη. Μια γενιά που περιστασιακά επαναστατεί αλλά σπάνια αλλάζει. Που ξεχνά. Και κάνει ξανά και ξανά τα ίδια λάθη.
Ο Καναδός σκηνοθέτης και σεναριογράφος Ντενίς Αρκάν, με ρεαλισμό διαβρωμένο μόνο από τις φαντασιώσεις του ήρωά του, χιούμορ και συναίσθημα, κυνισμό και ευαισθησία, ανακαλύπτει τους άρρηκτους δεσμούς μεταξύ της προσωπικής και της συλλογικής συνείδησης – μεταξύ του ανθρώπου και του κόσμου που τον ανέθρεψε. Μπλέκοντας ιδέες, απόψεις, στάσεις ζωής και αντιδράσεις επί παντός επιστητού (από το σεξ, τα ναρκωτικά και τις οικογενειακές σχέσεις, μέχρι την Ιστορία, την τρομοκρατία και την πολιτική), συνθέτει ένα λειτουργικά πολυσχιδές φιλμικό κέντημα, επίκαιρο και συνάμα διαχρονικό, αβίαστα ουσιαστικό. Ουδέποτε προφανές, αποκαλύπτει εύστοχα τόσο την ποιότητα της ανθρώπινης φύσης, όσο και τον χαρακτήρα καθενός ξεχωριστά από τους ήρωές του.
Στο επίτευγμα του Αρκάν συμβάλουν καταλυτικά οι ηθοποιοί του, που ισορροπούν υποδειγματικά ανάμεσα στο δράμα και την κωμωδία, τη σημασία της σιωπής και τη ματαιότητα του λόγου, για να αναδείξουν την αξία των πράξεων των ανθρώπων… της διπλανής πόρτας που ενσαρκώνουν. Το αποτέλεσμα είναι ένα φιλμ που φέρνει στα μάτια δάκρυα χαράς και ταυτόχρονα θλίψης, καθώς σιγοκαίει αργά, τελετουργικά στη μνήμη – ως κληρονομιά του «φιλήδονα σοσιαλιστή» απόγονου, που μένει. Απελευθερωμένος από ταμπέλες και προκαταλήψεις. Και πορεύεται. Με μια ευχή: «σου εύχομαι κάποια μέρα να αποκτήσεις έναν γιο σαν εσένα»…

Ιωάννα Παπαγεωργίου, ΣΙΝΕΜΑ

Πρώτη φωνή στην εκτέλεση του αθάνατου στίχου «τι τριάντα, τι σαράντα, τι πενήντα» αλλά και «τι εξήντα, τι εβδομήντα», παίζει ο αειθαλής Γαλλο-Καναδός Ντενίς Αρκάν, ο σκηνοθέτης που πριν από έτη πολλά ένας είχε ραντίσει με την πρωτοκλασάτη σάτιρα «H παρακμή της αμερικανικής αυτοκρατορίας». H συνέχεια της «παρακμής» ολοκληρώθηκε στο τελευταίο Φεστιβάλ των Καννών και δαφνοστεφανώθηκε με δύο βραβεία. Και σεναρίου (δικαίως, διότι η γλώσσα κόκαλα δεν έχει, αλλά κόκαλα τσακίζει) και γυναικείας ερμηνείας (ένας δικαίως διότι η Μαρί-Ζοζέ Κροζ αποδεικνύεται αίλουρος θανατερός). Τίτλος, εντελώς χαρακτηριστικός και αποκαλυπτικός «H επέλαση των βαρβάρων»!
Ο Αρκάν λοιπόν σκάρωσε μια παράλογη, σαρκαστική, ειρωνική και απίστευτα ανθρώπινη φάρσα. Μια φάρσα που διατρέχεται από πλήθος ενοποιημένων… αντιθέσεων. Πώς λέμε «τα ετερόκλητα έλκονται»; Έτσι ακριβώς. Εκ πρώτης όψεως, η ιστορία είναι ευδιάκριτη και κρυστάλλινη για οφθαλμούς πάσης φύσεως. Από εκείνους του εξώστη μέχρι του δύσκολου θεωρείου. Ως εξής: Ένας πενηνταροεξηντάρης τύπος, φαλακρός σαν τον Κότζακ αλλά ενεργητικός, ευφυής και αθυρόστομος, σαν εκείνους τους αδιόρθωτους αναρχικούς που εξακολουθούν να κυκλοφορούν με το κοστουμάκι ,  ο τύπος λοιπόν ανακαλύπτει πως οι ημέρες του είναι μετρημένες και πως το σαράκι του καρκίνου τον κατασπαράζει. Όχι μόνο δεν παραδίδει τα όπλα, αλλά αντιθέτως εφορμά με ορμή έφηβου και με στόμα πρωταθλητή στη ρητορεία εναντίον των άθλιων βαρβάρων (μιας παγκοσμιοποιημένης αφασίας) που έχουν μετατρέψει το σύμπαν σε μια απέραντη ζούγκλα! Έτσι, εκ του θανάτου… εξάγονται απίστευτες ποσότητες δύναμης, ενέργειας και φαντασίας. Και έτσι το πεισιθάνατο, δραματικό και αρνητικό, μετατρέπεται σε ζωικό, κωμικό και θετικό!
Προεξέχον μέλος ένας κοινότητας των βαρβάρων είναι ο υιός του αναρχικού… Κότζακ. Διότι το τέκνο αυτού του κλινήρους Μπακούνιν ακολουθεί την τέχνη της εποχής του. Ως καλοπληρωμένο μέλος μιας ελίτ του λονδρέζικου Χρηματιστηρίου, περιφρονεί τις απόψεις του πατρός του και στη θέση του Μαρξ έχει αναρτήσει τη φωτογραφία του δολαρίου. Όμως, το αίμα νερό δεν γίνεται. Καταφθάνει στο γαλλόφωνο Καναδά, σπεύδει στο νοσοκομείο και βγάζει το πορτοφόλι για να εξαγοράσει τους πάντες, προκειμένου οι τελευταίες ημέρες του πατέρα του να είναι στρωμένες με ροδοπέταλα και μύρα. Δηλαδή, πληρώνει τους εργατοπατέρες του νοσοκομείου, με αποτέλεσμα εντός… δευτερολέπτων να μεταφερθεί ο ασθενής σε σουίτα πέντε αστέρων. Στη συνέχεια εξασφαλίζει παρανόμως άπειρες ποσότητες μορφίνης, προκειμένου να εξαφανιστούν οι πόνοι από το σώμα του πατέρα του. Έτσι, το επάρατο Χρηματιστήριο (η βαρβαρότητα που λέγαμε) καταφθάνει ως μέγας αρωγός της…. επανάστασης. Ό,τι δεν μπορούν να κάνουν οι ιδέες, το αγοράζεις διά του χρήματος. Και έτσι η βασική αντίθεση πατρός – υιού, δηλαδή πολιτισμού – βαρβαρότητας, λύεται διά μέσου της καρδιάς.
Με πλοηγό την ενότητα αυτών των δύο αντιθέσεων (ζωής – θανάτου και πολιτισμού – βαρβαρότητας) και με «μηχανή» το τούρμπο σενάριο και τις σπινθηροβόλες ατάκες αλλά και τις εξαιρετικές ερμηνείες αγνώστων σ’ εμάς γαλλόφωνων ηθοποιών του Καναδά, ο Αρκάν υφαίνει μια σειρά από… αόρατες και δευτερεύουσες κόντρες, οι οποίες ενώνονται από ένα διάχυτο ουμανιστικό πνεύμα. Όσο υπάρχουν άνθρωποι, θα υπάρχουν φωλιές καρδιάς. H επέλαση γέλιου, δακρύων και σκέψης με άφησε στον… τόπο!

Δημήτρης Δανίκας, ΝΕΑ

«Αν η ιστορία είναι γεμάτη με τόσα εγκλήματα, σίγουρα θα υπάρχει κάποιος να μας συγχωρέσει όλους» απαντά στον 60χρονο Ρεμί η συμπονετική νοσοκόμα του, όταν εκείνος παραληρεί για τους πολέμους, τις απώλειες και τις αισχρότητες της ανθρωπότητας ανά τους αιώνες. Αυτός ο μελλοθάνατος ήρωας – απροστάτευτος τώρα όσο και την ημέρα που γεννήθηκε – γίνεται φορέας των ανησυχιών που στοιχειώνουν σήμερα το σκηνοθέτη του και με λυτρωτικό χιούμορ, χωρίς ίχνος μελοδραματισμού, εξετάζει τα σημάδια που άφησε ο ίδιος και η γενιά του σε αυτή τη ζωή. Από τον απόμακρο γιο και τις πρώην ερωμένες (τις υπαρκτές και τις φανταστικές του σινεμά) μέχρι τη νεαρή ναρκομανή που απαλύνει τον πόνο του με ηρωίνη, όλοι τους χαρίζουν στο Ρεμί την απαραίτητη διαύγεια ώστε να αναρωτηθεί σε πιο σημείο της διαδρομής χάθηκε το όραμα της άκρας αριστεράς που υπηρέτησε και να αποφανθεί πως οι βάρβαροι είναι πια τα αφεντικά μας.
Ο Καναδός Ντενίς Αρκάν, ύστερα από εφτά χρόνια, συγκεντρώνει το ίδιο (αλλά εμπλουτισμένο) καστ από τη θαυμάσια «Παρακμή της αμερικανικής αυτοκρατορίας» και υπογράφει μια από τις πιο βαθυστόχαστες ταινίες της σεζόν, παραδίδοντας μαθήματα σύγχρονης ιστορίας, πίστης και θνητότητας. Η κινηματογραφική του φόρμα – εκτός από την τόσο «καθαρή» μπλε φωτογραφία του – δεν έχει να επιδείξει αισθητικές ανησυχίες, καθώς πρόκειται για μια ταινία χαρακτήρων που προδίδει βαθιά εμπιστοσύνη στο σεναριακό της πλούτο. Απολαύστε τους ωραιότερους διαλόγους της χρονιάς και κρατήστε το δάκρυ για μετά το τέλος.

Βάνια Βέργου, ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ, 24 Δεκεμβρίου 2003

Ένας πατέρας, ο Ρεμί, που αργοπεθαίνει από καρκίνο σ’ ένα νοσοκομείο του Κεμπέκ, κι ο Σεμπαστιάν, ο αποξενωμένος, επαγγελματικά επιτυχημένος γιος, που επιστρέφει ύστερα από παράκληση της μητέρας, είναι στο επίκεντρο της ταινίας «η Επιδρομή των Βαρβάρων» του Καναδού σκηνοθέτη Ντενίς Αρκάν. Γύρω τους κινούνται διάφορα πρόσωπα, συγγενείς και φίλοι, που από την μια τονίζουν την «εισβολή» (περισσότερο εσωτερική παρά εξωτερική) των Βαρβάρων, εισβολή που έχει προκαλέσει αδιαφορία, το κυνήγι του χρήματος και τελικά την αποξένωση ανάμεσά τους, αλλά που τελικά, χάρη στο μάζεμά τους γύρω από τον ετοιμοθάνατο, επανακτούν τη χαμένη ανθρωπιά τους.
Πρέπει αρχικά να αναφέρω ότι τα περισσότερα πρόσωπα της ταινίας είναι τα ίδια μ’ εκείνα στην ταινία «Η πτώση ένας ρωμαϊκής αυτοκρατορίας» που ο Αρκάν είχε γυρίσει το 1986. Μόνο που τώρα τα πρόσωπα, ο Πιέρ, ο Κλονί, η Ντομινίκ, η Λουίζ, η Νταϊάν, έχουν μεγαλώσει, έχουν εγκαταλείψει τα όνειρα και τις προσδοκίες τους, έχουν βολευτεί σε μια καθημερινή, άχαρη ζωή, πρόσωπα που ο επικείμενος θάνατος του Ρεμί τα ξαναφέρνει κοντά. Στην ίδια κατάσταση βρίσκεται και ο χρηματιστής γιος Σεμπαστιάν. Εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι το χρήμα, η ζωή του είναι κοντά σε ένα κινητό, να δίνει οδηγίες για το χρηματιστήριο. Με τα λεφτά του θα μπορέσει να βάλει τον πατέρα του σε καλύτερη θέση σ’ ένα υπερπλήρες νοσοκομείο (νοσοκομείο που θυμίζει κάπως τα δικά μας), με τα λεφτά του θα τα «κανονίσει» με το συνδικάτο, με τα λεφτά του θα «πείσει» τους φοιτητές του πατέρα του να τον επισκεφθούν στο νοσοκομείο, με τα λεφτά του θα αγοράσει τα απαραίτητα ναρκωτικά για να μειώσει τους φρικτούς πόνους του πατέρα.
Βέβαια, η σχέση που αρχίζει να δημιουργείται ανάμεσα στον πατέρα και τον φιλόδοξο γιο του, που δεν έχει ανοίξει κανένα βιβλίο, παρ’ όλο που ο καθηγητής πατέρας του έχει τεράστια βιβλιοθήκη, καθώς και η σχέση του γιου με τους άλλους γύρω του (ανάμεσά τους και η ναρκομανής κόρη της Νταϊάν, Ναταλί, που του παρέχει τα απαραίτητα ναρκωτικά) θα ξυπνήσουν στον Σεμπαστιάν πιο ανθρώπινα αισθήματα: τη συμπόνια, την πατρική αγάπη, τη φιλία, ακόμη και τον έρωτα (έστω και απραγματοποίητο) με τη Ναταλί, που τελικά αποδεικνύεται ένα είδος «φύλακα αγγέλου». Ο Αρκάν ξέρει να δημιουργεί ατμόσφαιρα, αλλά και ρυθμό, να καταγράφει με πιεστικότητα τις ανθρώπινες σχέσεις, δημιουργώντας το απαραίτητο χιούμορ, αντίστιξη στο θάνατο που, παράλληλα με τη ζωή και τις χαρές και τα προβλήματά της, είναι πάντα παρών. Με αποτέλεσμα, για μια ακόμη φορά η επικίνδυνη «εισβολή των βαρβάρων» να αναχαιτίζεται. Μια ταινία που θα σας συγκινήσει, αλλά και θα σας γεμίσει με αισιοδοξία για τις ανθρώπινη κατάσταση.

Νίνος Φένεκ Μικελίδης, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Η «Επέλαση των βαρβάρων» στηρίζεται σε μια πολύ έξυπνη ιδέα. Με τους ίδιους ηθοποιούς στη διάθεσή του, ο καναδός σκηνοθέτης Ντενίς Αρκάν επανασυνδέει την παρέα των ηρώων που πρωταγωνίστησε στην πιο διάσημη ταινία του «Παρακμή της αμερικανικής αυτοκρατορίας», η οποία με τη σειρά της αποτελούσε μια καυστική, χιουμοριστική ηθογραφία πάνω στη μεσαία τάξη του Καναδά της δεκαετίας του 1980. Η ταινία ήταν κάτι σαν καναδέζικη απάντηση στη «Μεγάλη ανατριχίλα».
Είκοσι χρόνια αργότερα λοιπόν, με τρυφερότητα αλλά και χιούμορ, ο σκηνοθέτης κοιτάζει το σημείο στο οποίο οι ίδιοι άνθρωποι έχουν φτάσει, καθώς η παρέα επανασυνδέεται μέσω ενός τραγικού γεγονότος – τον επικείμενο θάνατο ενός από αυτούς (εξαιρετικός ο Ρεμί Ζιράρ0) από την επάρατη νόσο. Ο Αρκάν αγαπά αυτούς τους ανθρώπους και δεν διστάζει να το δείξει, χωρίς να επιτρέψει στην ταινία του να εκβιάσει τα συναισθήματά μας. Αντιθέτως, η αισιοδοξία και η χαρά της ζωής κυριαρχούν τόσο έντονα στην ταινία ώστε ο φόβος του θανάτου ηττάται με τον πιο γλυκό και αβίαστο τρόπο.

Ι. Ζουμπουλάκης, ΒΗΜΑ, 4 Ιανουαρίου 2004

[Το 1986 ο καναδός Denys Arcand μας είχε συστήσει σε μια παρέα σαραντάρηδων της γενιάς του 60, διανοούμενων της ελευθεριακής αριστεράς, μέσα από τη γλυκόπικρη σάτιρα του «Η παρακμή της αμερικανικής αυτοκρατορίας». Το 2003, 17 χρόνια μετά, η ταινία του «Η επέλαση των βαρβάρων» καταπιάνεται με την ίδια παρέα, την εξέλιξη της, τις κατακτήσεις της, τους συμβιβασμούς της αλλά και τις αντοχές της μέσα σε ένα κόσμο πολύ διαφορετικό πια, γεμάτο από τους «βαρβάρους» του παγκοσμιοποιημένου πλέον καπιταλισμού και των αξιών του.

Κεντρικά πρόσωπα της ταινίας είναι ο ετοιμοθάνατος Rémy, που πάσχει από καρκίνο σε τελικό στάδιο και ο γιός του Sébastien. Οι δυο τους βρίσκονται χρόνια σε απόσταση λόγω ιδεολογικών διαφορών, προτεραιοτήτων και γενικότερα στάσης ζωής. Ο πατέρας, καθηγητής φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο, έζησε όλη του τη ζωή μέσα στο στοχασμό γύρω από τα διάφορα φιλοσοφικά κινήματα της αριστεράς, βυθισμένος από τη μία στο έργο μεγάλων προσωπικοτήτων (Σαρτρ, Καμύ, Μάρξ, Σολτζενίτσιν κ.α.), και από την άλλη στις υπερβολικές απολαύσεις και τις καταχρήσεις κάθε είδους. Ο γιος, οικονομολόγος σε μεγάλη χρηματιστηριακή εταιρία του Λονδίνου, βρίσκεται στην αντίπερα όχθη. Άνετος οικονομικά, εργασιομανής, κομψός, παντρεμένος με μια ιδανική νύφη, διαθέτει φαινομενικά μια τέλεια ζωή ως γνήσιος εκπρόσωπος των «βαρβάρων» του σήμερα.

Στόχος του Sébastien, είναι να εξασφαλίσει στον πατέρα του έναν όσο το δυνατό πιο ανώδυνο θάνατο και την καλύτερη δυνατή διαβίωση για τις τελευταίες μέρες της ζωής του. Πιστεύει ότι με τα χρήματα του θα μπορέσει να πετύχει τα πάντα, ώστε ο πατέρας του να έχει όλες τις ανέσεις και η πραγματικότητα δεν τον διαψεύδει. Αρχικά θα πληρώσει τη μεταφορά του στις Η.Π.Α. για πιο εξονυχιστικές εξετάσεις, με τη σκηνή της άφιξης να είναι εμποτισμένη με μία δηλητηριώδη ειρωνεία. Στη συνέχεια δε θα διστάσει να δωροδοκήσει τη διοίκηση, αλλά και το πανίσχυρο και διεφθαρμένο συνδικάτο του δημόσιου νοσοκομείου του Καναδά στο οποίο νοσηλεύεται ο πατέρας του, για να μεταφερθεί από τις άθλιες συνθήκες που επικρατούν στους ορόφους, σε ειδικά διαμορφωμένο ατομικό θάλαμο. Θα προσφέρει χρήματα ακόμα και σε φοιτητές του πατέρα του, με αντάλλαγμα να τον επισκεφθούν, αγοράζοντας έτσι τη συμπόνια τους, τα καλά τους λόγια και τη συγκίνηση του ασθενή. Το αποκορύφωμα όμως θα είναι η επίσκεψη του στην αστυνομία, όπου με περίσσιο θράσος και αλαζονεία θα αναζητήσει πρόσβαση σε ηρωίνη, που θα ανακουφίσει τον πατέρα του με βάση ένα πειραματικό αλλά και παράνομο πλέον πρόγραμμα.

Ο απόλυτα οργανωτικός Sébastien, θα φροντίσει και για την ψυχολογική υγεία του πατέρα του. Μετά από τηλεφωνήματα του όλοι ο παλιοί φίλοι, πενηντάρηδες πια, θα καταφθάσουν από κάθε άκρη του κόσμου για να συμπαρασταθούν στο Rémy και να του δώσουν λίγη χαρά. Ο Pierre, η Louise, η Diane, η Dominique, ο Claude, βολεμένοι μεσοαστοί πια, όπως και ο ίδιος ο Rémy, βρίσκονται μαζί του στην εντατική. Συμβολικά μαζί τους βρίσκονται ασθμαίνοντας στην εντατική όλα τα οράματα της γενιάς του 60. Της γενιάς της ειρήνης, του διεθνισμού της σεξουαλικής επανάστασης, των μεγάλων ονείρων άλλα ίσως και των μεγάλων ονειρώξεων και ουτοπιών. Η κόρη της Diane η Nathalie, εθισμένη στα ναρκωτικά και αποξενωμένη όπως και ο Sébastien από την οικογένεια της θα φροντίσει να βρεθούν οι απαραίτητες ποσότητες ηρωίνης για το Rémy. Ο επικείμενος θάνατος λοιπόν του κεντρικού μας ήρωα θα φέρει ξανά πιο κοντά τον πατέρα με το γιο, την μητέρα με την κόρη, την παλιά παρέα αλλά και σημειολογικά μια ολόκληρη γενιά και τα ιδανικά της, που σιγοκαίνε ακόμα μέσα στους καλοζωισμένους χαρακτήρες μας.

Οι τελευταίες στιγμές της ζωής του Rémy εκτυλίσσονται στο εξοχικό του φίλου του Pierre, που του το προσφέρει για την καλύτερη ξεκούραση του. Εκεί ξεχωρίζει η σκηνή με όλη την παρέα στην ύπαιθρο, γύρω από τη φωτιά, να αναπολεί με νοσταλγία αλλά και χιούμορ το άγριο παρελθόν της. Ο Rémy, ένα βήμα πριν το θάνατο πια, βρίσκει στη σκηνή της βεράντας την ευκαιρία να συμβιβαστεί με τα ιδεολογικά λάθη του παρελθόντος του, και μέσα από μια ερωτική ιστορία για μια όμορφη κινέζα που δεν κατέκτησε τελικά, να αναφερθεί στα εγκλήματα της μαοϊκής πολιτιστικής επανάστασης. Όταν τα σημάδια της ασθένειας θα γίνουν πλέον αφόρητα, η απόφαση του Rémy θα είναι η διέξοδος της ευθανασίας. Ο σκηνοθέτης αλλά και σεναριογράφος της ταινίας Denys Arcand, έχει το θάρρος να αναφερθεί εδώ ξεκάθαρα στο θέμα, υπερασπιζόμενος το δικαίωμα του ασθενή να τερματίσει τη ζωή του, με μια σκηνή έξοχη στη μορφή της, όπου ο αποχαιρετισμός, η πατρότητα, η ζωή και ο θάνατος παντρεύονται ιδανικά με τα στοιχεία της φύσης, για να δώσουν ένα λυρικό και διαυγές αποτέλεσμα.

Ο θάνατος του Rémy όπως προαναφέραμε είναι πρωτίστως βιολογικός, άλλα και έντονα σημειολογικός. Αντιπροσωπεύει το τέλος της γενιάς των μεγάλων οραμάτων και ιδεολογιών. Για ένα μάχιμο όμως και στρατευμένο σκηνοθέτη όπως ο Denys Arcand, αυτό το τέλος δεν θα έρθει ποτέ. Η πνευματική κληρονομιά του Rémy μεταλαμπαδεύεται με τη μορφή της βιβλιοθήκης του στην περιθωριακή και «ελαττωματική» όπως αναφέρει η ίδια Nathalie, που στο μεταξύ έχει ξεκινήσει πρόγραμμα απεξάρτησης με μεθαδόνη. Κάθε θάνατος κρύβει μέσα του ζωή και ελπίδα, αυτό μας διδάσκει ο δημιουργός σε μια ταινία πρώτα από όλα ανθρώπινη, αλλά και βαθιά πολιτική.

Μικρό πράσινο φύλλο βρίσκει διέξοδο μεσ’ από μια ρωγμή του δρόμου, πρόσκαιρες δόξες για την πρωτόγνωρή του ελευθερία κι έπειτα ο μαρασμός, αλλά η ρίζα εκεί από κάτω μεγαλώνει και δυναμώνει, δυναμώνει, δυναμώνει.

Κάρλος Κορτέζ

Κείμενο: Δημητρίου Κων/νος (Μέλος Κ.Ο.Π.Ι.), Οι στίχοι ανήκουν στο ποίημα “Ελπίδα” του Κάρλος Κορτέζ]

  • Παραλειπόμενα:

Βραβείο FIPRESCI στο φεστιβάλ Κανών. Βραβείο καλύτερης καναδικής ταινίας και βραβείο κοινού στο φεστιβάλ του Τορόντο..

[Σάββατο 13.6.2015 στις 17.00 στο Σχολείο του Σινεμά προβολή με ελεύθερη είσοδο και σύντομη συζήτηση μισής ώρας της πρώτης διεθνούς καλλιτεχνικής επιτυχίας του Καναδού σκηνοθέτη Ντενίς Αρκάν Η ΠΑΡΑΚΜΗ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ (1986) και πρώτο μέρος της «Επιδρομής των βαρβάρων»

Σάββατο 13.6.2015 στις 20.15 στη Λέσχη Δρόμοι Φιλίας και Πολιτισμού προβολή με ελεύθερη είσοδο και συζήτηση της πολύ σημαντικής ταινίας του Ντενίς Αρκάν «Επέλαση των Βαρβάρων».

Τις ταινίες προλογίζει και συντονίζει τη συζήτηση μετά το τέλος των προβολών ο Γιάννης Καραμπίτσος (σκηνοθέτης, μοντέρ και κριτικός κινηματογράφου).  

Ξεκινάει στις 22 Ιουνίου 2015 το εντατικό θερινό καθημερινό (εκτός σκ) ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΘΕΩΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΣΤΟ ΙΔΡΥΜΑ Μ. ΚΑΚΟΓΙΑΝΝΗΣ  που περιλαμβάνει δημιουργία ταινίας μικρού μήκους  και 6 mastrer classes (σεναρίου, διεύθυνσης παραγωγής, διεύθυνσης φωτογραφίας, θεατρικής και κινηματογραφικής υποκριτικής και μοντάζ).]

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: