Στον Νίκο Χουλιαρά | Του Κώστα Σωτηρίου

nikos xouliaras
26.07.2015

Του Κώστα Σωτηρίου*

Ζέστανε ο καιρός απότομα. Σήμερα, απ’ το πρωί, ανέβηκε ο ήλιος στον ουρανό και μας έψησε. Δεν είναι να βγαίνει έξω κανείς σήμερα, Νίκο μου, καλά το λες. Το πολύ που μπορείς είναι να πας ώς το γωνιακό μαγαζί της Δεινοκράτους για ένα πιάτο φαΐ κι ένα ποτήρι μπύρα.
Εγώ όμως σε παράκουσα, η αίσθηση του καθήκοντος, βλέπεις. Κατέβηκα για λίγο στο κέντρο, είχα κάτι δουλειές που δεν έπαιρναν αναβολή και γύρισα πίσω μούσκεμα. Ούτε που να σου περνάει απ’ το μυαλό μεσημεριανή βόλτα για σουβλάκια στην Ασκληπιού και Ακαδημίας. Εκεί, Νίκο, ψήνεται ο τόπος.
Δε λέω, καλή θα ήταν μια βόλτα μέρα μεσημέρι στο κέντρο της Αθήνας. Έτσι όπως παλιά. Βόλτα χωρίς λόγο. Βόλτα για να χαζέψουμε, να δούμε τις όμορφες, να πιούμε μια μπύρα και να ονειρευτούμε. Καθένας τα δικά του όνειρα, μα είναι όμορφο να μοιράζεσαι τα όνειρά σου με κάποιον φίλο. Έτσι δεν είναι, βρε Νίκο;
Νομίζω πως θα ήταν καλύτερη η ιδέα μιας βραδινής βόλτας στην παραλία. Να πάρουμε μαζί μας και τον ξάδερφό σου τον Γιώργο και να πάμε για μίνι γκολφ, όπως εκείνο το αξέχαστο βράδυ. Να χτυπάμε το μπαλάκι, άτσαλα εγώ κι εσύ να ξεκαρδίζεσαι στα γέλια και να με κοροϊδεύεις για την αδεξιότητά μου, να λέμε ιστορίες και να γελάμε ξεγελώντας τις σκοτεινιές μας. Αφήνοντας τες να κουρνιάζουν, έστω πρόσκαιρα, μέσα στα γραψίματα σου, μέσα στις ζωγραφιές και τα τραγούδια σου. Αν και βουνίσιος, Νίκο, τη λατρεύεις τη θάλασσα, πρέπει να τα παραδεχτείς. Σε συνεπαίρνει και την αγαπάς το ίδιο όπως αγαπάς και τη νύχτα.
«Η νύχτα η κατοικίδια, λοιπόν, παρ’ όλο που φημίζεται για την ηρεμία και τους καλούς της τρόπους, δεν είναι, τελικά, αυτό που θα ‘θελε να είναι. Αντίθετα. Είναι αγχώδης κι απαιτητική, γεμάτη φόβους και νευρώσεις. Κάνει, όλη την ώρα, τηλεφωνήματα και ζει σε απομόνωση. Της αρέσει να παίζει με τα κουμπιά κι έχει ψύχωση με τις αρρώστιες και τα μηχανήματα».
Το ’98, που ανταμωθήκαμε για πρώτη φορά στη Νεφέλη, καταφύγαμε σ’ ένα καφενείο για να αλλάξουμε λίγες κουβέντες. Το επόμενο Σάββατο με πήγες για τσίπουρο και γαύρο κάπου στον Βύρωνα, σου άρεσε εκείνο το μαγαζί. Κουβαλούσε κάτι από τα παλιά καφενεία της επαρχίας. Μιλήσαμε για τα πρώτα μου γραπτά και προσπαθήσαμε να γνωριστούμε καλύτερα. Εγώ, δηλαδή, να βρω τι βρισκόταν πίσω από τον Λούσια και το Μπακακόκ, κι εσύ, ούτε που ξέρω τι.
Το καλοκαίρι του ’99, αν θυμάμαι καλά, δεν πήγες στην Αντίπαρο. Μείναμε στην Αθήνα κι εσύ κι εγώ. Πάλι και τότε, αυγουστιάτικα, μέσα στη ζέστη, μας έπιανε ο διάολος και κάναμε βόλτες μέρα μεσημέρι στο κέντρο. Βλέπαμε την άσφαλτο να αχνίζει και στήναμε κουβέντες για ακρογιαλιές και θάλασσες και για βουνά κατάφυτα με τρεχούμενα νερά. Κι έπειτα γελούσαμε στην ιδέα των πεινασμένων που ονειρεύονται καρβέλια.
Όλα αυτά τα χρόνια, βρε Νίκο, μόνο σε μια έκθεσή σου αξιώθηκα να έρθω. Ντρέπομαι. Τριγύρισα αμήχανος ανάμεσα στους επισκέπτες, προσπαθώντας να διαβάσω τη ζωγραφική σου. Τα κατάφερα χρησιμοποιώντας τα κλειδιά της γραφής σου. Γιατί ήταν τα ίδια κλειδιά. Είχα τη τύχη να το δω και πάλι όταν περάσαμε ένα απόγευμα στο ατελιέ σου. Ήταν εκεί που, συνεπαρμένος, είδα τον Λούσια, τον Γαλαζούλα, την Πολυξένη Μπαμπασίκα και τον Νικολάκη της Τσεβούλας. Ατέλειωτες κουβέντες είχαμε εκείνη την εποχή, τηλεφωνήματα απανωτά στη διάρκεια της μέρας, σχετικά με τα ονόματα των ανθρώπων σου. Επέμενες πολύ στα ονόματα που περιδιάβαιναν στα γραπτά σου κι εγώ κουβαλούσα το ίδιο κόλλημα.
Εκείνο το καλοκαίρι ήταν που αποκτήσαμε το συνήθειο να τηλεφωνιόμαστε και να διαβάζουμε ο ένας στον άλλον κείμενα που γράφαμε εκείνη την ώρα. Κι αυτό, Νίκο, σου το χρωστάω και σ’ ευχαριστώ από καρδιάς. Γι’ αυτό και για τη συμβουλή σου όταν έμαθες πως έφευγα για εκδρομή στα Ζαγόρια. «Να πάτε κάτω στο φαράγγι του Βίκου. Στις πηγές του Βοϊδομάτη. Να πάτε να ακούσετε τις πηγές. Να μείνετε σιωπηλοί και να αφουγκραστείτε. Αν ακούσετε τις πηγές, θα καταλάβετε».
Κι αύριο, Νίκο μου, την ίδια ζέστη θα έχει, όπως και σήμερα. Το μάτι του ήλιου θα σηκωθεί και πάλι ψηλά και θα μας καίει όλους. Κι εμείς, μέσα στην περίκλειστη σκοτεινιά που άπλωσε πάνω μας το φευγιό σου, πρέπει να σου πούμε ένα τελευταίο γεια και να σε κλείσουμε μέσα μας.
«Εκ βαθέων, μ’ αεράκι…»

  • Ο Κώστας Σωτηρίου είναι συγγραφέας

http://www.avgi.gr/

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑

Αρέσει σε %d bloggers: