Άκι Καουρισμάκι (Aki Kaurismäki 4/4/1957) | Αφιέρωμα: Βιογραφία-Φιλμογραφία-Συνεντεύξεις στην Ελλάδα

Aki Kaurismäki

Γεννήθηκε το 1957 στην Οριμάτιλα της Φινλανδίας. Δεν έχει κάνει σπουδές κινηματογράφου. Άρχισε να κινηματογραφεί το 1983. Μέχρι τότε είχε δουλέψει ως ταχυδρόμος, λαντζιέρης και κριτικός κινηματογράφου. Η ενασχόλησή του με το σινεμά καλύπτει τους τομείς του σεναρίου, της σκηνοθεσίας, της παραγωγής και του μοντάζ.


O Καουρισμάκι διαθέτει και μια σταθερή προσωπική φιλοσοφία, με μόνιμο άξονα τον άνθρωπο και τον σεβασμό γι΄αυτόν. Οι ήρωές του αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες, ή και συχνά τις τραγωδίες, της ύπαρξης, για να ανακαλύψουν τελικά τι είναι αληθινά σημαντικό και τι αξίζει να επιδιώκει κανείς στη ζωή. Και πάντα, η αισιοδοξία του σκηνοθέτη και η βαθιά πίστη του στην αγαθή φύση των απλών ανθρώπων διαχέονται στο έργο του.
Έχει προσκληθεί δύο φορές στο Προεδρικό Μέγαρο της Φινλανδίας από δύο διαφορετικούς πρωθυπουργούς. Αρνήθηκε και τις δύο προσκλήσεις λέγοντας στον πρώτο «Λυπάμαι, θα λείπω σε ταξίδι στα προάστια» και στον δεύτερο «φοβάμαι ότι εκείνη την ώρα έχει αγώνα χόκεϊ». Το ίδιο απόλυτος ήταν και το 2002 στο Φεστιβάλ της Νέας Υόρκης όταν η Αμερικανική κυβέρνηση αρνήθηκε να χορηγήσει βίζα στον Ιρανό συνάδελφό του Αμπάς Κιαροστάμι. Αρνήθηκε να παρευρεθεί λέγοντας “Αν η σημερινή αμερικανική κυβέρνηση δε θέλει έναν Ιρανό, δεν έχει ανάγκη ούτε από έναν Φινλανδό. Εμείς δεν έχουμε καν πετρέλαιο” είπε χαριτολογώντας

Αποσπάσματα από συνεντεύξεις του σκηνοθέτη στον ημερήσιο Ελληνικό τύπο
(…) για την άνοδο του ρατσισμού: «Aποδεικνύει ότι το ανθρώπινο είδος δεν έμαθε τίποτα σε 2.000 χρόνια. Eίναι ζήτημα χρόνου πότε ο πλανήτης θα μας πετάξει έξω. Θα είμαι αισιόδοξος όμως όσο υπάρχουν μπαρ».
(…) για το ότι οι ταινίες του είναι μάλλον αισιόδοξες: «Στις ταινίες μου αγαπώ τους χαρακτήρες και θέλω να τους δίνω ελπίδα διαφυγής».
(…) για το αν το «Mακριά πετούν τα σύννεφα» δίνει λύση στο πρόβλημα της ανεργίας: «Ο Zαν Pενουάρ προσπάθησε να σταματήσει το B Παγκόσμιο Πόλεμο με τη «Mεγάλη Xίμαιρα». Δεν τα κατάφερε. Tο σινεμά δεν δίνει λύσεις, αντικατοπτρίζει προβλήματα. Aλλωστε, δεν είμαι μέλος του Kοινοβουλίου! »
(…) για τον αγαπημένο του σκηνοθέτη: «Eίμαι «φαν» του Σαμπρόλ. Eίναι από τους ελάχιστους που διατήρησαν το στιλ τους».
(…) για τον Aγγελόπουλο: «Eίναι αδύνατο να μιλήσω για τις ταινίες του, γιατί ξέρω μόνο τους φινλανδικούς τίτλους. Eίχα δει μία με τον Mαστρογιάνι να περιπλανιέται… Ο Aγγελόπουλος είναι πολύ καλός σκηνοθέτης, λίγο χιούμορ όμως δεν βλάπτει».
(…) γιατί όταν έμαθε ότι το «Mακριά πετούν τα σύννεφα» είχε προταθεί για Οσκαρ καλύτερης ταινίας, το απέσυρε: «Ο διαγωνισμός των Οσκαρ είναι παιχνίδι σε νηπιαγωγεία για τα πρωινά της Kυριακής. Tο 1962 κάτι γινόταν. Tώρα πρέπει να δεις 99 ταινίες για να είναι μία καλή. Aν το σινεμά ήταν καλό, δεν θα ήμουν εγώ εδώ».
(…) για το όνειρό του: «Nα κάνω ταινίες χαμηλότερου προϋπολογιαμού και πιο ασκητικές. Θα μου πάρει 5 χρόνια, αλλά ελπίζω να φτάσω στο σημείο να κάνω μία ταινία χωρίς εικόνα και ήχο».

Φιλμογραφία

2011 60 Seconds of Solitude in Year Zero (μ.μ)
2011 Το λιμάνι της Χάβρης
2007 To Each His Cinema (απόσπ. «La Fonderie»)
2006 Φώτα στο σούρουπο
2004 Visions of Europe (απόσπ. «Bico»)
2002 Δέκα λεπτά αργότερα: Η τρομπέτα (απόσπ. «Τα Σκυλιά δεν έχουν Κόλαση «)
2002 Ο άνθρωπος χωρίς παρελθόν
1999 Γιούχα
1996 Μακριά πετούν τα σύννεφα

1996 Välittäjä (μ.μ.)
1994 Total Balalaika Show (ντοκ.)
1994 Leningrad Cowboys Meet Moses
1994 Take Care of your Scarf, Tatjana
1992 Μποέμικη ζωή

1992 These Boots (μ.μ.)
1992 Those Were the Days (μ.μ.)
1990 Προσέλαβα έναν επαγγελματία δολοφόνο

1990 Η γυναίκα με τα σπίρτα
1989 Οι Λένινγκαρντ καουμπόις πάνε Αμέρικα
1988 Αριέλ
1987 Ο Άμλετ κάνει μπίζνες

1987 Rich Little Bitch (μ.μ.)
1987 Thru the Wire (μ.μ.)
1986 Shadows in Paradise
1986 Rocky VI (μ.μ.)
1985 Calamari Union

1983 Crime and Punishment
1981 The Saimaa Gesture (ντοκ.)

1. 53ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης: Συνέντευξη με τον Άκι Καουρισμάκι

«Η Ευρώπη πρόδωσε τα όνειρά μου»

Από  Γιάγκο Αντίοχο – 08/11/2012 (Αθηνόραμα)

Λίγο πριν συναντήσω τον Άκι Καουρισμάκι στο 53ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης βγαίνει από την αίθουσα συνεντεύξεων ένας Ευρωπαίος δημοσιογράφος αρκετά προβληματισμένος. «Είναι αρκετά περίεργος» μας λέει. «Μοιάζει με ήρωα από τις ταινίες του. Οι απαντήσεις του δεν ήταν καθόλου επαγγελματικές…». Μιλώντας με τον Καουρισμάκι λίγο αργότερα, ο οποίος ήταν ντοπαρισμένος από το πρωί με αλκοόλ και νικοτίνη, κατάλαβα τι ακριβώς εννοούσε. Ευτυχώς για εμάς υπάρχουν ακόμη δημιουργοί στο σινεμά που είναι «περίεργοι» και λένε «αντιεπαγγελματικά» πράγματα με ουσία και νόημα. Η πιο rock’n’roll συνέντευξη που έχω πάρει, ήταν και μια από τις απολαυστικότερες της ζωής μου..

Σου αρέσει η Θεσσαλονίκη; Θα έμενες στην Ελλάδα αν είχες αυτήν τη δυνατότητα;

Περπατήσαμε στην πόλη και μου αρέσει πολύ η Θεσσαλονίκη. Όταν μετακόμισα από την Φιλανδία είχα στο μυαλό μου δυο επιλογές, Η μία ήταν η Πορτογαλία και η άλλη η Ελλάδα. Τελικά επέλεξα την πρώτη. 

Αυτό είναι κακό για εμάς.
Θα έλεγα ότι είστε τυχεροί που δεν ήρθα…

Παρότι μετά την πτώση του Τοίχους του Βερολίνου υπήρχε μια διάχυτη αισιοδοξία για το μέλλον της Ευρώπης –την οποία βέβαια εσύ τότε δεν συμμεριζόσουν- βρισκόμαστε σήμερα σε μια από τις πιο δύσκολες στιγμές της Ηπείρου.
Τώρα είμαστε χωμένοι στα σκατά. Τίποτα, δεν πήγε λάθος με τον κόσμο. Απλώς υπήρχαν κάποιοι κλέφτες στη μέση. Θα πω αυτό που λένε όλοι πια, ότι το κεφάλαιο σε κάποια φάση ξέφυγε από κάθε έλεγχο. Και κάποιοι το εκμεταλλεύτηκαν και έκλεψαν όσο περισσότερο μπορούσαν. Την ίδια στιγμή το μόνο που ήθελε ο κόσμος είναι να κάνει την δουλειά του και να πληρώνεται γι’αυτήν. Τίποτα περισσότερο. 

Δεν είναι πρόβλημα ότι ο περισσότερος κόσμος παραμένει τόσα χρόνια απλός θεατής των εξελίξεων.
Το πρόβλημα είναι ότι δεν κάναμε μια επανάσταση όταν έπρεπε. Και θα πρέπει να κάνουμε μια επανάσταση αύριο, μεθαύριο, κάθε μέρα. Δεν γνωρίζουμε ποιος βρίσκεται πίσω από αυτό το σύστημα που μας κυβερνά. Μπορεί να είναι ένας υπολογιστής. Αλλά ο υπολογιστής δεν έχει συναισθήματα. Ούτε τα λεφτά έχουν συναισθήματα. 

Η Ήπειρος που γέννησε τη δημοκρατία και γνώρισε τον ουμανισμό μέσα από την γαλλική επανάσταση έχει παραδοθεί πλήρως στις βουλές του νεοφιλελευθερισμού. Δεν το βρίσκεις κάπως οξύμωρο αυτό;

Είναι πολύ περίεργο. Πάντα πίστευα και έλεγα: «Αυτό δεν θα τελειώσει καλά». Από τα 17 μου το λέω αυτό. Γιατί στα υψηλά πατώματα των μεγάλων εταιριών, όπου κανονικά θα έπρεπε να φωλιάζει η βαρεμάρα δεν κατοικεί  ανθρώπινη ψυχή. Δεν είναι κανένας εκεί, παρά μόνο ένας υπολογιστής. Πάνω από τον υπολογιστή βέβαια υπάρχει άλλος ένας όροφος όπου βρίσκεται το Κεφάλαιο. Αυτό δεν έχει συναισθήματα, δεν δείχνει οίκτο, χέστηκε για τον άνθρωπο. Και εγώ χέστηκα γι’ αυτό. Γιατί δεν μπορείς να πυροβολήσεις έναν εχθρό που δεν υπάρχει, έναν εχθρό που αποτελείται μόνο από νούμερα. 

Αυτός είναι ο λόγος που κινηματογραφείς ανθρώπους του περιθωρίου, κόσμο που έχει συναισθήματα και καρδιά;
Αυτοί είναι οι άνθρωποι που βλέπω μπροστά μου. 

Υπάρχει χώρος για τους μποέμ στη σύγχρονη πραγματικότητα; 

Ουδέποτε υπήρξε χώρος για τους μποέμ. Πρέπει να βρίσκονται εκτός συστήματος αλλιώς δεν είναι μποέμ.
 
Θεωρείς τον εαυτό σου μποέμ; 
Όχι… Είμαι επιχειρηματίας. 

Και τότε τι πουλάς; Όνειρα; Πουλάω την αγάπη μου…

Οι άνθρωποι που κινηματογραφείς βρίσκονται στην σκιά της κοινωνίας. Δεν έχει καμία διάθεση να χαρτογραφήσεις στην οθόνη το νέο προλεταριάτο που δουλεύει με κουστούμια στα γραφεία των πολυεθνικών; Δεν σου αρέσουν αυτοί;
Και φυσικά μου αρέσουν. Όλοι μου αρέσουν. Έχω εμμονή με το να αγαπάω όλους τους ανθρώπους. Αλλά δεν θέλω να κάνω ταινίες από αυτούς, θέλω να κάνω ταινίες για αυτούς. Βέβαια, η πραγματικότητα είναι ότι κάνω ταινίες για οποιονδήποτε πληρώνει εισιτήριο.    

Θεωρώ ότι στην τελευταία σου ταινία «Το Λιμάνι της Χάβρης» ήσουν περισσότερο αισιόδοξος από ότι στις πρώτες ταινίες σου. Ισχύει αυτό;
To «Λιμάνι της Χάβρης» έχει ακριβώς το ίδιο τέλος με το «Σκιές στο Παράδεισο» που γύρισα στο 1985. Είμαι τόσο αισιόδοξος όσο ήμουν και τότε. 

Ποιος είναι δηλαδή ο βαθμός αισιοδοξίας του για το σήμερα; Πιστεύεις ότι μπορούμε να βρούμε διέξοδο από αυτό το χάος που ζούμε;
Τώρα που εκλέχτηκε ο Ομπάμα είμαι αισιόδοξος. Πιστεύω ότι οι Η.Π.Α. δεν θα επιτεθούν στο Ιράν την επόμενη εβδομάδα, αλλά σε τρία χρόνια. Άρα είμαι πολύ αισιόδοξος. 

Παρότι αγαπάς την Ευρώπη…
Ποιος σου είπε ότι αγαπάω την Ευρώπη; Μισώ την Ευρώπη γιατί πρόδωσε τα όνειρά μου, τα οποία μετατράπηκαν σε ψευδαισθήσεις. Η Ευρώπη είναι σκατά. 

Μένεις εδώ όμως…
Δεν μου αρέσει να πετάω. Είμαι κότα και οι κότες δεν πετάνε. 

Σου αρέσει πάντως και η αμερικανική κουλτούρα, όπως το rock’n’roll.
Μου αρέσει η Νότιος Αμερική.

Δεν σου αρέσουν δηλαδή οι Η.Π.Α.; 
Δεν μπορείς να με ρωτάς αν μου αρέσει μια χώρα η όχι. Εσύ μιλάς για έθνη και χώρες και εγώ σου μιλάω για ανθρώπους. Μου αρέσει η κουλτούρα και ο κόσμος των Η.Π.Α. και την ίδια στιγμή μισώ το F.B.I. και τα Fast Food.

Σε τι θα αναφέρεται η καινούργια σου ταινία;
Δεν υπάρχει καινούργια ταινία γιατί ακόμη δεν έχει γυριστεί.

2. Άκι Καουρισμάκι: «Για να πετύχεις ως διαδηλωτής πρέπει να σε πυροβολήσουν»

Εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη με τον φινλανδό σκηνοθέτη του «Λιμανιού της Χάβρης»
 Ακι Καουρισμάκι: «Για να πετύχεις ως διαδηλωτής πρέπει να σε πυροβολήσουν»

 

Ήταν ένα από τα πρόσωπα που ξεχώρισαν στο τελευταίο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης το οποίο ολοκληρώνεται την Κυριακή 11 Νοεμβρίου. Ο πιο διάσημος φινλανδός καλλιτέχνης στον κόσμο που, όπως αποδείχτηκε, είναι και ένας από τους πιο μανιώδεις καπνιστές του πλανήτη, ο Aκι Καουρισμάκι, επάγγελμα σκηνοθέτης. 

Το φεστιβάλ οργάνωσε ένα μεγάλο αφιέρωμα στο έργο του, όπου βρίσκεις διαμάντια: το σχετικά πρόσφατο «Λιμάνι της Χάβρης», τη «Γυναίκα με τα σπίρτα», το «Μακριά πετούν τα σύννεφα» και βεβαίως ο υποψήφιος για το ξενόγλωσσο Οσκαρ «Ανθρωπος χωρίς παρελθόν». Αλλά και πολλές ακόμη ταινίες που στάζουν ανθρωπιά, τρυφερότητα, ευαισθησία.

Τον συνάντησα για ένα τέταρτο στα γραφεία του Φεστιβάλ, στο Ολύμπιον. Ένα τέταρτο που μου φάνηκε αιώνας. Απαντούσε κοφτά. Σκυθρωπός και βαρύς, κρατούσε στο ένα χέρι το ποτήρι με την μπύρα και στο άλλο ένα τσιγάρο. Συνέχεια.  
 
– Επτά πακέτα σε καθημερινή βάση είναι πάρα πολλά, δεν νομίζετε;
 
«Επτά μόνο τα Σαββατοκύριακα. Τις καθημερινές τρία-τέσσερα, άντε πέντε. Καπνίζω πολύ, το ξέρω. Είχα και κάποια προβλήματα υγείας και το ελάττωσα. Βέβαια, το ότι έχω ελαττώσει το κάπνισμα δεν σημαίνει ότι πιστεύω ότι κάνει κακό. Το κάπνισμα με κάνει και αισθάνομαι καλά».
– Πώς θα περιγράφατε τον εαυτό σας;
 
«Ευγενής μανιακός».
– Θέλετε να το αναπτύξετε λίγο;
 
«Μου κάνατε μια ερώτηση και σας απάντησα».
– Γελάτε ποτέ δημοσίως;
 
«Να γελάσω δημοσίως; Όχι, παραείμαι σοβαρός για να γελάω. Εδώ δεν πάω σε δημόσιες τουαλέτες, δημόσια θα γελάσω;».
– Συμφωνείτε όμως στο ότι έχετε χιούμορ;
 
«Έχω και αρέσει σε πολύ κόσμο. Είναι η τρίτη φορά σήμερα που κάποιος με ρωτάει πως συγκρατώ την οργή μου. Δεν είμαι καθόλου οργισμένος».
– Δεν σας ρώτησα αν συγκρατείτε την οργή σας. Σας ρώτησα αν γελάτε.
«Όλη την ώρα γελάω, απλώς δεν με βλέπετε».
 
– Αν ήσασταν ήρωας ταινίας, ποιος θα θέλατε να είστε;
«Υποθετική ερώτηση».
 
– Παραμένει μια ερώτηση.
«Κάντε την ξανά».
 
– Αν ήσασταν ένας ήρωας ταινίας, ποιος θα θέλατε να είστε;
«Εννοείτε ηθοποιός;».
 
Όχι απαραιτήτως ο ίδιος ο ηθοποιός, αλλά ο κινηματογραφικός ήρωας που ο ηθοποιός έχει παίξει.
«Για μένα ήρωας του κινηματογράφου είναι ο (Ιάπωνας σκηνοθέτης) Γιασουζίρο Όζου».
 
– Επηρεαστήκατε από τις ταινίες του;
«Δυστυχώς όχι όσο θα έπρεπε».
 
– Θυμάστε τα όνειρα που βλέπετε στον ύπνο σας;
«Ναι, αλλά δεν θα τα μοιραζόμουν με κανέναν».
 
– Γιατί δεν θα μιλούσατε για τα όνειρά σας;
«Γιατί είναι εφιάλτες».
 
– Αναρωτιέμαι αν ορισμένες φορές τα όνειρά σας επηρεάζουν τη δουλειά σας.
«Γίνεται το ανάποδο».
 
– Συγκρίνοντας τα σημερινά δεδομένα με εκείνα 20 χρόνων πριν, είναι πιο εύκολο να κάνετε σινεμά σήμερα από ό,τι τότε;
«Τεχνικά είναι πιο εύκολο. Απλώς εγώ έχω αρχίσει να γερνώ…».
 
– Όταν κάποιος έχει κάνει μια ταινία όπως το «Λιμάνι της Χάβρης», μόνο γερασμένος δεν δείχνει.
«Είμαι πνευματικά νεκρός, επομένως δεν έχει σημασία το πόσων χρόνων είμαι».
 
– Πνευματικά νεκρός;
«Πάνω κάτω. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι δυσκολεύομαι να κάνω πια ταινίες, γιατί όσο τα χρόνια περνούν αντιμετωπίζω το σινεμά όλο και πιο σοβαρά κι έτσι το πράγμα γίνεται πιο περίπλοκο από ό,τι ήταν παλαιότερα. Γιατί ο χρόνος γίνεται όλο και πιο περιορισμένος με τις απαράδεκτες μεθόδους μου. Δεν είμαι τόσο ταχύς όσο κάποτε. Κάποτε γύριζα πέντε ταινίες τον χρόνο».
 
– Τι εννοείτε λέγοντας ότι αντιμετωπίζετε όλο και πιο σοβαρά το σινεμά; Είδα για πρώτη φορά το «Έγκλημα και τιμωρία», μια ταινία που γυρίσατε το 1982. Τη βρήκα πολύ σοβαρή ταινία, όπως όλες σας άλλωστε.
«Δεν την έχω δει από τότε που τη γύρισα. Πώς είναι;».
– Πολύ καλή. Δεν έχει παλιώσει καθόλου. Θα μπορούσε να έχει γυριστεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο σήμερα. Αυτό είναι το παράξενο με το κινηματογραφικό ύφος σας. Ανεξαρτήτως της εξέλιξης του κινηματογράφου, το στυλ σας παραμένει πάντα το ίδιο.
 
«Αν γύριζα σήμερα το «Έγκλημα και τιμωρία» θα πρόσθετα περισσότερο χιούμορ».
– Είναι αλήθεια ότι σε αυτή την ταινία λείπει κάπως το χιούμορ.
 
«Ήταν μια απόφαση που έπρεπε να πάρω. Γύρισα αυτήν την ταινία εξαιτίας του Άλφρεντ Χίτσκοκ. Στις συνεντεύξεις του στον Φρανσουά Τριφό ο Χίτσκοκ είχε πει ότι μόνο ένα βιβλίο δεν θα τολμούσε ποτέ να ακουμπήσει, το «Έγκλημα και τιμωρία» του Ντοστογέφσκι. Όταν το διάβασα σκέφτηκα, «θα σου δείξω εγώ, γέρο μου». Και μετά κατάλαβα βέβαια ότι είχε δίκιο. Είναι το πιο σύνθετο μυθιστόρημα που υπάρχει για κινηματογραφική διασκευή».
– Πώς αντιμετωπίσατε το «Έγκλημα και τιμωρία»;
 
«Είπα «κόψε τα περιττά και μείνε μόνο στη δράση». Έκανα λοιπόν μια ιστορία εγκλήματος. Χωρίς τη φιλοσοφία».
– Θα έλεγα όμως ότι η ταινία σας έχει και κάποιες φιλοσοφικές διαστάσεις.
 
«Λιγάκι, για να φανώ κουλτουριάρης».
– Όταν ακούτε τη λέξη κρίση, την οποία ακούμε πολύ συχνά πια, ποιο είναι το πρώτο πράγμα που σας έρχεται στο μυαλό;
 
«Με ρωτάτε εννοώντας την Ελλάδα, όμως κρίση έχουμε και στην Πορτογαλία, όπου κατοικώ. Όποτε πάντως ακούω τη λέξη κρίση θυμάται τη Φινλανδία στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν η χώρα μου πέρασε τη χειρότερη οικονομική κρίση της Ιστορία της».
– Γιατί ζείτε στην Πορτογαλία;
 
«Ζω μόνο τον μισό χρόνο στην Πορτογαλία. Τον άλλο μισό ζω στη Φινλανδία. Έπρεπε να φύγω από εκεί. Είναι όμως μεγάλη ιστορία και θα πρέπει κάποιος να έχει ζήσει στη Φινλανδία 50 χρόνια για να καταλάβει γιατί είναι μεγάλη ιστορία».
– Πιστεύετε στον Θεό;
 
«Νομίζετε ότι ο Θεός είναι γένους αρσενικού ή θηλυκού;».
– Αυτή είναι η απάντησή σας;
«Αν υπάρχει Θεός, ανεξαρτήτως γένους, θα πρέπει να είναι μαλάκας. Αυτός είναι ο πιο ευγενικός τρόπος για να το πω».
– Σε τι πιστεύετε;
«Στα δέντρα» (δεν έχω καταλάβει αν έχει πει τρένα/ trains ή δέντρα/ trees).
 
– Στα δέντρα ή στα τρένα;
«Στα δέντρα. Αλλά και στα τρένα, επίσης. Γιατί όχι; Τι είναι αυτό που ακούγεται έξω;».
 
– Η διαδήλωση κατά του μνημονίου. Η κρίση που λέγαμε…
«Όσο ο κόσμος βγαίνει στους δρόμους έχουμε ελπίδα».
 
– Εσείς έχετε βγει ποτέ στους δρόμους ως διαδηλωτής;
«Φυσικά».
 
– Πετύχατε;
«Φυσικά και αποτύχαμε. Για να πετύχεις ως διαδηλωτής πρέπει να σε πυροβολήσουν».
 
– Σας πυροβόλησαν ποτέ;
«Ευτυχώς όχι».
 
– Κάτι διαφορετικό. Γιατί το ροκ-εν-ρολ είναι τόσο σημαντικό για εσάς;
«Δεν είναι».
 
– Σε κάθε ταινία σας βλέπουμε να παίζει μια ροκ μπάντα. Κάτι θα πρέπει να σημαίνει.
«Μια κακή συνήθεια. Αλλά μου αρέσει το ροκ-εν-ρολ, είναι στο αίμα
μου».

3.«Η Ευρώπη είναι πνευματικά νεκρή»

Άκι Καουρισμάκι: «Εάν ήμουν Έλληνας θα επέστρεφα στη δραχμή»

Άκι Καουρισμάκι: «Εάν ήμουν Έλληνας θα επέστρεφα στη δραχμή»
«Το πρόβλημα της Ευρώπης είναι πως είναι πνευματικά νεκρή» λέει ο Άκι Καουρισμάκι (φωτ. Άρης Ράμμος)  
Αθήνα

Ο Άκι Καουρισμάκι μοιάζει να έχει βγει από το σύμπαν μιας από τις ταινίες του. Θα μπορούσε να είναι Ο Άνθρωπος Χωρίς Παρελθόν με το φαινομενικά βαρύ παρουσιαστικό του και το καυστικό χιούμορ του. Το in.gr τον συνάντησε στο 53o Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, όπου ο ιδιαίτερα αγαπητός σκηνοθέτης βρίσκεται αυτές τις ημέρες για το αφιέρωμα που πραγματοποιείται στο έργο του. Στην παρέα βρίσκονταν και άλλες τρεις δημοσιογράφοι από τον ξένο Τύπο. Και η -παράδοξη και καυστική- συζήτηση περιστράφηκε γύρω από την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, το σινεμά, τον Τζάρμους και τα… κοτόπουλα.

-Συμμετέχετε σε μία ταινία με τον Μανοέλ Ντε Ολιβέιρα που θα προβληθεί στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Ρώμης. Αν δεν κάνω λάθος λέγεται City Lights, ή κάπως έτσι…

-Κάπως έτσι.

-Θα πάτε μετά τη Θεσσαλονίκη στη Ρώμη;

-Δεν μπορώ να σας αφήσω μόνες σας.

-Σκέφτεστε σοβαρά να εγκαταλείψετε το σινεμά;

-Αφότου σας είδα μού είναι πολύ δύσκολο να σκέφτομαι. Αλλά πραγματικά, γιατί όλοι με ρωτάνε εάν σταμάτησα; Δεν το ξέρω ούτε εγώ ο ίδιος. Οπότε πώς θα μπορούσα να έχω την απάντηση; Θα συνεχίσω να κάνω ταινίες εάν υπάρχει υλικό για ταινίες.

-Τι είναι για σας υλικό για ταινίες;

-Το φιλμ. Χρησιμοποιούσα Kodak, αλλά η Kodak χρεοκόπησε.

-Διάβαζα στον κατάλογο του Φεστιβάλ μια δήλωσή σας…

-Λέω πολλά. Μη τα πιστεύετε όλα (γέλια).

-Λέγατε λοιπόν ότι μισείτε τη φάρσα ειδικά την Ευρωπαϊκή Ένωση. Γιατί πιστεύετε ότι η ΕΕ είναι φάρσα;

Πιστεύω ότι εάν υπάρχει ελπίδα για την Ευρώπη, αυτή βρίσκεται στα έθνη-κράτη και όχι στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

-Πολλές από τις απόψεις σας για την ΕΕ, αυτή την… ευτυχισμένη οικογένεια τις έχετε αναπτύξει και στις ταινίες σας.

-Πολύ ευτυχισμένη. Και πολύ «οικογένεια».

-Έχετε αλλάξει γνώμη για την ΕΕ;

-Όχι. Το αντίθετο θα έλεγα.

-Αυτό όμως είναι ένα πρόβλημα που υπάρχει συνολικά στον κόσμο, δεν είναι μόνο χαρακτηριστικό της Ευρώπης.

-Το πρόβλημα όμως της Ευρώπης είναι πως είναι πνευματικά νεκρή. Πήγαινε στο Παρίσι. Τι θα ακούσεις; Τίποτα που να αξίζει. Όλη περιοχή είναι πνευματικά νεκρή. Και η Σουηδία και η Φινλανδία και η Ελλάδα και η Ιταλία. Όλοι. Ο πνευματικός θάνατος είναι μια ατυχής πληγή.

-Πιστεύετε ότι υπάρχει μια περιοχή που να μην είναι πνευματικά νεκρή;

-Όχι. Υπάρχουμε επειδή καταναλώνουμε.

-Όμως αυτό είναι το τίμημα της παγκοσμιοποίησης… Ή της αμερικανοποίησης.

– Δεν είναι θέμα αμερικανοποίησης πια. Είναι ο παγκόσμιος καπιταλισμός που μας σκοτώνει και μας εξοντώνει. Τελεσίδικα και με τρόπο βέβαιο. Θέλουν όλοι μας να καταναλώνουμε περισσότερο. Γι’ αυτό δημιούργησαν και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Για να φτιάξουν περισσότερους καταναλωτές. Στη συνέχεια, βέβαια, κατασκεύασαν ένα σύστημα ιδεών που δεν ταίριαζε με αυτό που ήθελαν να κάνουν. Το χρήμα, όμως, παραμένει κυρίαρχο. 

-Ποια είναι η διέξοδος από αυτό; Να αντιδράς, να διαδηλώνεις, όπως οι Έλληνες; (σ.σ. την ώρα της συνέντευξης ακούγονταν οι φωνές των διαδηλωτών στους δρόμους της Θεσσαλονίκης)

-Εάν ήμουν Έλληνας -που δεν είμαι- θα επέστρεφα στη δραχμή. Τότε το νόμισμα θα έχανε την αξία του, αλλά θα είχε ο λαός τον έλεγχο. Θα μπορούσε να καθορίσει τα πράγματα, κάτι που τώρα δεν μπορεί να κάνει στο υπάρχον σύστημα.

-Πολλές, όμως, από τις ταινίες σας τελειώνουν με έναν αισιόδοξο τρόπο. Τι είναι αυτό -εάν υπάρχει κάτι- που σας κάνει αισιόδοξο;

-Αισιόδοξο; Εάν μιλούσα στον εαυτό μου θα έλεγα… απελπισμένο.

-Δεν μπορείτε να το λέτε αυτό… Ειδικά μετά το Λιμάνι της Χάβρης.

-Μετά τη Χάβρη υπάρχει ο ωκεανός.

-Που σημαίνει;

-Ο ωκεανός σημαίνει ο ωκεανός.

-Τι συμβολίζει;

-Συμβολίζει τον ωκεανό. Ο ωκεανός δεν συμβολίζει τίποτα, είναι από μόνος του σύμβολο.

-Και μετά τον ωκεανό τι υπάρχει; Γιατί μιλάτε όλο για την Ευρώπη.

-Μετά τον ωκεανό… είναι η Νέα Υόρκη. Εάν κολυμπήσεις αρκετά…

-Αξίζει να κολυμπήσεις;

-Η Νέα Υόρκη ίσως, αλλά σίγουρα όχι το Λος Άντζελες. Εάν πνίγεσαι, φυσικά αξίζει να κολυμπήσεις.

-Είναι, όμως, μόνο ευρωπαϊκό το πρόβλημα;

-Είναι αστείο να μιλάμε για ευρωπαϊκό πρόβλημα γιατί το πρόβλημα είναι πολύ μεγαλύτερο και πολύ απλό: η ανθρωπότητα βρίσκεται στο τέλος του δρόμου, επειδή σκοτώνουμε τη φύση. Είμαστε στο τέλος του δρόμου γιατί μετά από 20 χρόνια δεν θα υπάρχουν ψάρια στον ωκεανό και δεν θα υπάρχει καν ωκεανός. Και οι άνθρωποι προσποιούνται ότι αυτό δεν συμβαίνει. Και ξέρετε γιατί; Γιατί είμαστε ηλίθιοι και εγώ και όλοι μας. Θέλουμε όλοι να καταναλώνουμε.

-Πρακτικά κάνετε κάτι εσείς για να μειώσετε την κατανάλωση αυτή;

-Δεν καταναλώνω καθόλου.

-Δεν καταναλώνετε καθόλου;

-Λοιπόν, ήρθα εδώ με αεροπλάνο. Επομένως, καταναλώνω. Δεν μετράει όμως τι κάνεις μερικές φορές. Αυτό που έχει σημασία είναι τι κάνεις κάθε μέρα.

-Για αρκετούς σκηνοθέτες έχει ακουστεί ότι διαθέτουν το «στυλ Καουρισμάκι». Το έχετε ακούσει; Τι γνώμη έχετε γι’ αυτό;

-Ότι τα έχουν χαμένα.

-Επειδή χρησιμοποιούν το στυλ κάποιου άλλου;

-Όχι. Επειδή αν το μόνο στυλ που έχουν βρει να ακολουθήσουν είναι το δικό μου, τότε είναι εντελώς χαμένοι.

-Τι θα περιγράφατε, όμως, εσείς ως «στυλ Καουρισμάκι»;

-Το μισώ. Δεν θέλω να υπάρχω. Δεν μου αρέσει. Δεν θέλω να γίνομαι σημείο αναφοράς. Βέβαια, μου αρέσει που βρίσκομαι τώρα εδώ στη Θεσσαλονίκη.

-Ήδη έχουν γίνει στο έργο σας πολλές ρετροσπεκτίβες. Ξεκινήσατε να έχετε ρετροσπεκτίβες από πολύ νέος.

-Πρέπει να είσαι ενεργός όταν είσαι νέος. Μετά είναι πολύ αργά.

-Και τι συμβαίνει με τα βραβεία; Είστε ένας από τους γνωστούς χαμένους του Φεστιβάλ των Καννών.

-Έχω μια φιλοσοφία για τις ήττες, ξέρω πώς να χάνω. Έχω ένα τελετουργικό γι’ αυτό.

-Ποιο είναι;

-Να χάνω. Αλλά όχι στις Κάννες, αλλά στην Τουλούζη (λογοπαίγνιο με το to loose και το όνομα της πόλης Τουλούζη στα αγγλικά). Ακόμα και ο σκύλος μου πήρε βραβείο στις Κάννες (σ.σ. στο Φεστιβάλ δίνεται βραβείο για σκύλους). Και μάλιστα δύο φορές.

-Προτιμάτε να σκηνοθετείτε σκυλιά;

-Λατρεύω τα σκυλιά. Οι άνθρωποι δεν με ενδιαφέρουν.

-Ποια η διαφορά τού να σκηνοθετείτε άνθρωπο από σκύλο;

-Καμία απολύτως. Και στους δύο δεν λέω λέξη (γέλια). Είναι δική τους δουλειά να μιλάνε. Εγώ δεν παίζω στην ταινία έτσι κι αλλιώς. Τους δίνω το σενάριο και ύστερα το βουλώνω.

-Και με τη μουσική; Αποφασίζετε από πριν;

-Όχι διαλέγω στο μιξάζ. Παίρνω μερικούς δίσκους μαζί μου και παίζω.

-Δεν θα σταματήσετε ποτέ, από ό,τι βλέπω.

-Να καπνίζω εννοείτε;

-Να καπνίζετε και να κάνετε ταινίες. Θα γυρίσετε κάτι πολύ σύντομα;

-Πολύ σύντομα όχι.

-Αλλά έχετε κάτι στο μυαλό σας…

-Εάν δεν είχα, δεν θα υπήρχα.

-Διαβάζετε πολύ;

-Έμαθα να διαβάζω τεσσάρων ετών και διαβάζω από τότε ανελλιπώς. Το κάνω κάθε μέρα.

-Με τις ταινίες το ίδιο; Ήσασταν φανατικός κινηματογραφόφιλος…

-Η τελευταία ταινία που είδα στο σινεμά ήταν το 1986. Λυπάμαι που το λέω, αλλά τις περισσότερες ταινίες τις βλέπω στο DVD. Βλέπω τις ταινίες των αδελφών Λιμιέρ τώρα. Κινούμαι αντίστροφα.

-Οπότε έχετε σταματήσει στο ’86;

-Αυτό είναι περίπου σωστό. Απογοητεύτηκα πολύ με το σινεμά. Ήμουν φανατικός κινηματογραφόφιλος, έβλεπα τέσσερις ταινίες τη μέρα κατά μέσο όρο, έβλεπα κάθε ταινία, έτρεχα σαν δαιμονισμένος να προλάβω να δω ταινίες, ήξερα ποια ταινία θα δω τον ερχόμενο Γενάρη ή Μάρτη. Δεν είχα χρήματα να αγοράσω αμάξι, οπότε έτρεχα. Να προλάβω να δω μια ταινία στην τηλεόραση και ύστερα μία στην κινηματογραφική λέσχη. Ήμουν μέλος σε έξι κινηματογραφικές λέσχες. Ήμουν μανιακός. Ταξίδεψα μέχρι το Παρίσι για να δω μια ταινία του Τσάπλιν. Έκανα ότο στοπ για να πάω και περπάτησα στον γυρισμό.

-Έχετε πολλά κοινά στοιχεία με τον Τσάπλιν στις ταινίες σας…

-Όσο μεγαλώνω γίνεται όλο και πιο σημαντικός. Ήταν πάντα ο ήρωάς μου, αλλά γίνεται όλο και πιο σημαντικός σκηνοθέτης.

-Τι σας απογοητεύει στο σινεμά; Το γεγονός ότι είναι πολύ εμπορικό; Σαν το Χόλιγουντ;

-Για ποιο Χόλιγουντ μιλάτε; Υπάρχουν δύο Χόλιγουντ. Το αυθεντικό που είναι μέχρι το 1962 και το σύγχρονο, το οποίο για μένα δεν υπάρχει καν, οπότε δεν μπορώ να πω κάτι γι’ αυτό.

-Βλέπετε καινούριες ταινίες; Παρακολουθείτε σκηνοθέτες;

-Όχι. Παρακολουθώ μόνο τον Τζάρμους.

-Εκτός από τον Τζάρμους δεν υπάρχει κάποιος που να σας αρέσει;

-Ο Ιντρίσα Ουεντραογκό από τη Μπουρκίνα Φάσο. Βλέπω ταινίες του Χάρολντ Λόιντ τώρα.

-Του Μελβίλ ίσως;

-Τον Τζάρμους τον αποκαλώ «Κύριο αργό». Τον Μελβίλ τον αποκαλώ «Κύριο στυλ». Αλλά αυτός που μου αρέσει πολύ είναι ο Μπάστερ Κίτον. Ακόμα περισσότερο και από τον Τζάρμους –μη του το πείτε αυτό. Είναι πιο γρήγορος από τον Τζάρμους γι’ αυτό. Όταν το Χόλιγουντ τον έδιωξε και ήρθαν οι ομιλούσες ταινίες, ο Μπάστερ Κίτον τι έκανε; Πήγε και έφτιαξε μια φάρμα με κοτούλες. Τι κάνω εγώ τώρα; Φτιάχνω ένα κοτέτσι. Όχι για να τρώω τις κότες, απλά για να τις παρατηρώ. Βγάζουν περισσότερο νόημα από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

-Έχετε, όμως, και έναν αμπελώνα σαν τον Φράνσις Φορντ Κόπολα, όχι στη Νάπα, αλλά στην Πορτογαλία.

-Ο Κόπολα πούλησε τη φάρμα του. Όπως και ο Τζορτζ Λούκας (σ.σ. αναφορά στην πώληση της Lucasfilms).

-Πολλοί εκτιμούν ότι το σινεμά έχει γίνει πολύ φλύαρο. Όλοι στις ταινίες μιλούν πολύ. Θεωρείτε ότι αυτό είναι βαρετό;

-Είναι βαρετό να ακούς τους ανθρώπους να μιλούν έτσι κι αλλιώς. Γιατί να πληρώσεις κι από πάνω;

-Υπάρχουν άλλες ερωτήσεις;

– Το θέμα δεν είναι να κάνουμε τις ερωτήσεις, το θέμα είναι το να πάρουμε τις απαντήσεις.
-Σας παρακαλώ. Απαντάω κάθε ερώτηση όσο πιο γρήγορα μπορώ… Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν χρειάζομαι κάποιο χρόνο (γέλια)…

Αγγελική Στελλάκη

4. Άκι Καουρισμάκι: «Οι “αποτυχημένοι” είναι το αλάτι της γης»

Άκι Καουρισμάκι

Συζητώντας για κινηματογράφο και πολιτική με τον σπουδαίο, κι ιδιαίτερα αγαπητό στο ελληνικό κινηματογραφόφιλο κοινό, Φινλανδό σκηνοθέτη Άκι Καουρισμάκι.

Σε όλες σας τις ταινίες εκφράζετε μια βαθιά τρυφερότητα απέναντι στους μη προνομιούχους, τους κακοπαθημένους, τους περιθωριοποιημένους. Κατά ποια έννοια και σε ποιο βαθμό ταυτίζεστε με τους ήρωές σας;

Όλοι μου οι «ήρωες» είναι, κατά κάποιο τρόπο, τα alter ego μου, διαφορετικά δε θα μπορούσα να δημιουργήσω και να σκηνοθετήσω τους χαρακτήρες. Αλλά το κομμάτι αυτό δεν είναι ενδιαφέρον, είναι απλώς πρακτικό.

Οι «αποτυχημένοι» είναι το αλάτι της γης κι υπήρξαν σε όλες τις κοινωνίες ξεκινώντας από την αρχαία Ελλάδα, όπου για μοναδική φορά στην ιστορία έτυχαν λίγου σεβασμού. Προφανώς, για να επιβιώσουν, ποτέ δεν έκαναν πολύ θόρυβο γύρω από τον εαυτό τους.

Η οπτική διάσταση των ταινιών σας είναι, πιθανόν, η βασική: οι εκφράσεις του προσώπου, οι χειρονομίες, οι σιωπές διαδραματίζουν αποφασιστικό ρόλο. Συμφωνείτε;

Ναι, συμφωνώ. Για μένα ο «κινηματογράφος» συμβαίνει ανάμεσα στο φακό της κάμερας και τα μάτια του ηθοποιού. Μου αρέσουν οι διάλογοι, και κάποτε έχει πλάκα να τους γράφεις, αλλά ο κινηματογράφος βασίζεται στο φως.

Στην πιο πρόσφατη ταινία σας, Tο λιμάνι της Χάβρης (2011), που θυμίζει παραμύθι, ο βασικός πρωταγωνιστής, ο ηλικιωμένος λούστρος Μαρσέλ Μαρξ, γίνεται φίλος και φιλοξενεί τον Ιντρίσσα, ένα παιδί-πρόσφυγα από τη Σενεγάλη. Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης για τη δουλειά σας και γιατί επιλέξατε να τη γυρίσετε στο λιμάνι της Χάβρης;

Το αγόρι στην πραγματικότητα κατάγεται από το Τσαντ, αλλά αυτό δεν αναφέρεται ποτέ στην ταινία για τον προφανή λόγο ότι θα πρέπει κατά κάποιο τρόπο να αντιπροσωπεύει όλα τα παιδιά-πρόσφυγες. Κατά τον ίδιο τρόπο, η «Χάβρη» της ταινίας θα μπορούσε να βρίσκεται σε οποιαδήποτε ευρωπαϊκή χώρα, ακόμη κι αν το μεταναστευτικό πρόβλημα έχει ριχτεί κυρίως στους ώμους της Ελλάδας, της Ιταλίας και της Ισπανίας, χάρις στην ηλίθια «Συμφωνία του Δουβλίνου».

Προσωπικά, έκανα τα γυρίσματα στην πόλη της Χάβρης, γιατί «ήταν εκεί» κι ήταν τέλεια για τη βόρεια λογική μου, την οποία δεν έχω αποβάλει, παρότι ζω στην Πορτογαλία τα τελευταία 25 χρόνια. Η αλληλεγγύη της πόλης είναι, εν μέρει, αντανάκλαση του προπολεμικού γαλλικού νεορεαλισμού στον κινηματογράφο, αλλά, επίσης, και μια πιθανή πραγματικότητα σε μια οποιαδήποτε κοινωνία του μετά-παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού.

Η άνοδος της ακροδεξιάς είναι εμφανής σε όλη την Ευρώπη- κι όχι μόνο σε ό,τι αφορά το κοινοβουλευτικό της ποσοστό. Ποια είναι η γνώμη σας για το κόμμα των «Αληθινών Φινλανδών»; Νομίζετε ότι η φινλανδική κοινωνία σταδιακά γίνεται ξενοφοβική;

Ο παιδιάστικος πανικός για μια χούφτα πρόσφυγες στη Φινλανδία θα ήταν αποκλειστικά γελοίος, αν δεν αντανακλούσε την άνοδο ρατσιστικών πολιτικών κινημάτων σε όλη την Ευρώπη. Η ανασφάλεια των ανθρώπων για τη ζωή και το μέλλον τους χρησιμοποιείται από εκείνη την απρόσωπη εξουσία που τη δημιούργησε. Μια εξουσία που δε διδάχτηκε τίποτε από τη συνεργασία της με τον Χίτλερ στο παρελθόν.

Πώς θα περιγράφατε τον εαυτό σας πολιτικά;

Είμαι «ενός είδους σοσιαλιστής», που σημαίνει ότι πιστεύω στη δικαιοσύνη μέσα κι έξω από την κοινωνία.

Κριτικά καταξιωμένος σκηνοθέτης, σεναριογράφος, ιδρυτής εταιρείας παραγωγής και διανομής ταινιών… Ξεκουράζεστε ποτέ;

Ξεχνάς τα εστιατόριά μου, τους κινηματογράφους και τα φεστιβάλ κινηματογράφου. Σοβαρά τώρα, συνήθιζα να γυρνώ τρεις ταινίες το χρόνο και τώρα κάνω μία κάθε τρία χρόνια, που σημαίνει ότι είμαι σχεδόν πιο αργός από τον Jim Jarmusch- κι αυτό σημαίνει αργός.

Παρακολουθείτε ταινίες στον ελεύθερο χρόνο σας; Υπάρχουν κάποιοι σύγχρονοι σκηνοθέτες ή/και κινηματογραφικές σχολές, των οποίων τη δουλειά εκτιμάτε;

Παρακολουθώ ταινίες προς τα πίσω στην ιστορία. Τώρα έχω φτάσει περίπου στον πρώιμο Buster Keaton και τον D.W. Griffith. Είναι απόλαυση. Οι σύγχρονες ταινίες πρέπει να αποδείξουν ότι δεν είναι μόνο αυτό.

Η Ελλάδα, ανάμεσα σε άλλες χώρες παγκοσμίως, υποφέρει από μέτρα λιτότητας που έχει εμπνευστεί κι επιβάλει το Δ.Ν.Τ. (κι όχι μόνο) κι υλοποιούν διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις. Νομίζετε ότι βιώνουμε μια βαθειά συστημική κρίση; Κι αν ναι, ποια πιστεύετε ότι είναι η κατάλληλη διέξοδος από αυτή;

Η κρίση της λεγόμενης Ευρω-ζώνης είναι απλώς αντανάκλαση της βασικής κι εγγενούς δυσλειτουργίας του καπιταλισμού των ημερών μας: η μόνη γιατρειά που προσφέρει στα προβλήματα που έχει δημιουργήσει είναι η απεριόριστη ανάπτυξη κι ο ελάχιστος έλεγχος από οποιοδήποτε δημοκρατικό σώμα. Η απληστία αυτής της «μηχανής του διαβόλου» πολύ σύντομα θα καταστρέψει τον πλανήτη έτσι όπως έχουμε μάθει να τον αντιλαμβανόμαστε.

Η μόνη διέξοδος είναι να φύγουν οι κοινωνίες κι οι κυβερνήσεις από τον έλεγχο των κοινοπραξιών. Σε ό,τι αφορά τις κυβερνήσεις, αυτό συνήθως σημαίνει την αλλαγή τους, γεγονός που δε βοηθά, εκτός κι αν εισέλθουν στην πολιτική τίμιοι άνθρωποι ξανά. Το πρώτο μέλημα είναι να τεθεί σε εφαρμογή ο «φόρος Τόμπιν» (σημ.: φόρος στις χρηματοπιστωτικές συναλλαγές που είχε προτείνει ο νομπελίστας Αμερικανός οικονομολόγος Τζέιμς Τόμπιν το 1972), αλλά σε ποσοστό τουλάχιστον 5%.

Έχετε ένα μικρό, αλλά αφοσιωμένο, κοινό στην Ελλάδα. Πόσο εξοικειωμένος είστε με τον ελληνικό κινηματογράφο τόσο του παρελθόντος, όσο και του παρόντος;

Όχι αρκετά, και κυρίως όχι με την ιστορία του πριν τη δεκαετία του ‘60.

Ευχαριστώ θερμά την Eevi Kareinen για την ουσιαστική συμβολή της στην πραγματοποίηση της συνέντευξης.

http://www.hitandrun.gr/

5. Άκι Καουρισμάκι

Ένας φινλανδός κλόουν
Ακι Καουρισμάκι

 

Ο Άκι Καουρισμάκι ήταν εδώ. Μαζί του και ο ανεξάρτητος φινλανδικός κινηματογράφος. Η τελευταία του ταινία «Μακριά πετούν τα σύννεφα» ­ Μέγα Οικουμενικό Βραβείο στο περσινό Φεστιβάλ των Κανών ­ βρίσκεται από προχθές στις εγχώριες αίθουσες, κατευθείαν από τη χώρα με τις 60.000 λίμνες, τους μπολσεβίκους καουμπόις και τα αφρώδη όνειρα των παμπ.

Οι οδηγίες ήταν σαφείς: «Μην τον πάτε για συνέντευξη στην Πλάκα γιατί το πιθανότερο είναι να τον χάσετε σε κανένα υπαίθριο ουζάδικο». Ο κ. Καουρισμάκι αφίχθη με μία ώρα καθυστέρηση στο ξενοδοχείο του «Electra Palace». Έχοντας εμφανώς καταναλώσει μερικά ποτηράκια παραπάνω στο προηγηθέν γεύμα του πρέσβη. Πρώτη προτεραιότητά του να παραγγείλει μπίρα. Δεύτερη να φωτογραφίσει με αυτάρεσκο χαμόγελο τον φωτογράφο. Διαλέγει την πιο ανήλιαγη γωνιά του εστιατορίου ­ γιατί τα μπλε μάτια του δεν είναι μόνο παγωμένα από τις ατασθαλίες του αρκτικού Βορρά, αλλά και ευαίσθητα ­ και αφήνει τα σύννεφα να πετάξουν μακριά, όπως στην τελευταία ταινία του. Δηλώνει «αναχρονισμός» ­ προτιμά να αναμειγνύει δεκαετίες παρά να εμμένει στο σήμερα. Του αρέσουν τα αντικείμενα από βακελίτη, μισεί την τηλεόραση και τις βιντεοκασέτες.

Στις περισσότερες από τις ταινίες του ­ «Ο Αμλετ κάνει μπίζνες» (1987), «Αριελ» (1988), «Οι Λένινγκαρντ καουμπόις πάνε Αμέρικα» (1989), «Προσέλαβα έναν επαγγελματία δολοφόνο» (1990), «Η γυναίκα με τα σπίρτα» (1990), «Μποέμικη ζωή» (1992) ­ η νοσταλγία συναντά ένα σχιζοφρενικό χιούμορ, έτσι ώστε να παρελαύνουν εξίσου αβίαστα ένα μωρό με κόμμωση ροκαμπίλι, ένας «βαρελόφρων» μάγειρας με τάσεις serial killer και ένα ζευγάρι ανέργων στα πρόθυρα της κατάρρευσης. Το αποτέλεσμα είναι στυλιζαρισμένα «ντοκιμαντέρ» από την πατρίδα του τη Φινλανδία, εκεί όπου «οι άνθρωποι είναι μοναχικοί όπως σε όλες άλλωστε τις γωνιές της Ευρώπης» και έχουν επίθετα με διπλά «α». Αυτή τη μοναξιά φιλοξενεί ενίοτε και στο σπίτι που αγόρασε στα Γιάννενα ­ έρχεται ινκόγκνιτο κάθε χρόνο και ξέρει απταίστως όλα τα μυστικά και της λίμνης και της κυρα-Φροσύνης.

Έχει ήδη παραγγείλει την επόμενη μπίρα παρ’ ότι η γυναίκα του τον απαθανάτισε στον καμβά της ως «οινομεγιστάνα» ­ είναι και αυτά τα αμπέλια που αγόρασε στην έτερη πατρίδα του, την Πορτογαλία. Εκλιπαρεί να μην τον δούμε όπως ακριβώς είναι ­ λακωνικός, κυνικός, αστείος. Κάποια στιγμή απαγγέλλει ένα μικρό φινλανδέζικο ποίημα που μιλάει για πολεμιστές, ρυάκια και αύριο. Όσο για την επόμενη ταινία του, θα είναι μία ακόμη εμπορική αποτυχία.

Ομολογώ ότι πρώτη φορά συναντώ Φινλανδό με ιαπωνικό όνομα.

«Αν θέλετε να ξέρετε, το Άκι προέρχεται από το Αχιλλέας».

Μπορείτε να μου εξηγήσετε γιατί κυκλοφορείτε διαρκώς ­ ακόμη και τώρα ­ με μιαφωτογραφική μηχανή περασμένη στον λαιμό σας;

«Οι εικόνες μου επιτρέπουν να είμαι συγκεκριμένος, απτός. Εστιάζω πρόσωπα και πράγματα, καδράρω και με ένα κλικ καταφέρνω να βάλω μια τάξη στο προσωπικό μου χάος. Διαφορετικά, θα ήταν όλα ανεξέλεγκτα».

Αυτό σημαίνει ότι δεν έχετε ποτέ χάσει τον έλεγχο;

«Όχι, γιατί δεν ξέμεινα ποτέ από εικόνες».

Βλέπω όμως ότι και το αλκοόλ αποτελεί απαραίτητο αξεσουάρ σας (σ.σ. δεν έχει σταματήσει να παραγγέλνει μπίρες καθ’ όλη τη διάρκεια της συνομιλίας μας).

«Η βόλτα στο μπαρ είναι τις περισσότερες φορές μια γρήγορη και σίγουρη λύση για να σταθείς πρόσωπο με πρόσωπο με τον εαυτό σου, να τον πείσεις για τις καλές σου προθέσεις. Η Heineken όμως που πίνω αυτή τη στιγμή είναι σκέτο νερό. Ουδεμία σύγκριση με τις φινλανδικές και τις πορτογαλικές. Θα μου επιτρέψετε, λοιπόν, να μην είμαι και τόσο ειλικρινής με τον Καουρισμάκι σήμερα».

Δεν θα μου αποκαλύψετε λοιπόν πώς γίνεται και οι περισσότερες ταινίες σας είναι παταγώδεις εμπορικές αποτυχίες;

«Υπερβάλλετε τώρα! Μόνο οι μισές ήταν αποτυχίες! Και δεν μπορώ να καταλάβω πώς γίνεται αυτό, αφού πρόκειται για αληθινά αριστουργήματα της Εβδομης Τέχνης! (Πάντως στην Ελλάδα δεν είχα ποτέ τέτοιο πρόβλημα ­ ήταν από τις πρώτες χώρες που υποδέχθηκε πριν από δεκαπέντε χρόνια ταινία μου). Ισως ο λόγος είναι ότι ο κόσμος δεν είναι αρκετά ώριμος να επεξεργαστεί εις… βάθος το έργο μου. Πλανήθηκα λοιπόν πλάνην οικτράν όταν αποφάσισα κάποτε να γυρίσω μια ταινία για την Παλαιά Διαθήκη, νομίζοντας ότι θα έχει παγκόσμια απήχηση. Γιατί απλούστατα ο κόσμος δεν είχε μπει στον κόπο να διαβάσει το βιβλίο».

Στην τελευταία σας ταινία ένας από τους κεντρικούς ήρωες είναι ένας εύσωμος πορτιέρης. Αλήθεια, στο δικό σας προσωπικό ρεστοράν, ποιος θα ήταν φύλακας –άγγελος της εξώθυρας;

«Δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να εμπιστευθώ κανέναν άλλο από τον εαυτό μου».

Μιλήστε μου λίγο για την πελατεία σας.

«Δεν είμαι σε θέση να σας πω απολύτως τίποτε, γιατί απλούστατα δεν θα επέτρεπα σε κανέναν να εισβάλει στο ρεστοράν μου. Ούτε προσωπικό θα είχα. Είναι θέμα στυλ. Αφήστε που θα το έχτιζα λίγο πιο ψηλά από την Ακρόπολη».

 

Πάντως η δεκαετία του ’90 δεν έχει μεγάλη εκτίμηση στους θυρωρούς γενικά.Ολοι μπαινοβγαίνουν κατά βούληση, χωρίς να δίνουν λογαριασμό σε κανένα.

«Ναι, είναι αλήθεια ότι οι πόρτες σήμερα ανοιγοκλείνουν ασύδοτα. Και όμως εγώ μεγάλωσα με θυρωρούς. Στη Φινλανδία υπήρχαν περί τα τρία εκατομμύρια. Μόνο που τις περισσότερες φορές με κρατούσαν πεισματικά απέξω. Ιδίως μετά από καβγάδες έξω από μπαρ και άλλα συναφή. Αλλες φορές πάλι καλούσαν την αστυνομία χωρίς να υπάρχει λόγος. Το αποτέλεσμα ήταν να περάσω τα μισά παιδικά μου χρόνια στη φυλακή. Και, ξέρετε, δεν είναι και τόσο ευχάριστο να ξυπνάς πίσω από κάγκελα».

Αλήθεια, πώς ξυπνάτε το πρωί;

«Συνήθως ξεκαρδισμένος στα γέλια. Μάλιστα σε κάποιο ξενοδοχείο μού είχε κάνει επανειλημμένως παράπονα η διεύθυνση: «Κύριε Καουρισμάκι, δεν μπορείτε να γελάτε κατ’ αυτόν τον θορυβώδη τρόπο κάθε πρωί. Οι άλλοι πελάτες είναι έξω φρενών μαζί σας»».

Και όμως, η φιλμογραφία σας δεν διακρίνεται για τα χάπι εντ και τις εκρήξεις γέλιου.

«Οι εικόνες μου εμφανίζονται σκοτεινές ακριβώς γιατί εγώ είμαι τόσο φωτεινός».

Γι’ αυτό λοιπόν σας έχουν απονείμει τον τίτλο του φινλανδού κλόουν;

«Δεν είμαι κλόουν, ούτε enfant terrible. Είμαι ένας τζέντλεμαν. Προτιμώ να αντικρίζω το είδωλό μου στον καθρέφτη με σμόκιν παρά με πιτζάμες».

Δεν σας έχει περάσει ποτέ από το μυαλό να δώσετε μια για πάντα τέλος στις εικόνες;

«Αν εννοείτε την αυτοκτονία, την έχω σκεφθεί αρκετές φορές. Και ακόμη δεν έχω βρει κανένα απολύτως αντίδοτο σε αυτές τις τάσεις μου. Αλλωστε αποτελεί και κληροδότημα της οικογένειας. Ο πατέρας μου και ο παππούς μου αυτοκτόνησαν. Γιατί όχι και εγώ;».

Στις ταινίες σας υπάρχει αυτό το τέλος;

«Εξαρτάται από τον θεατή».

Και όμως, στο «Μακριά πετούν τα σύννεφα» λέτε ότι με τις κατάλληλες γνωριμίες μπορείς να αψηφήσεις τον θάνατο.

«Δεν ξέρω για σας, αλλά εγώ έχω βάλει ήδη «μέσο». Τα έχω κουβεντιάσει με τον Αγιο Πέτρο και δεν νομίζω ότι θα με απογοητεύσει!».

Μόλις πριν από μια εβδομάδα γιορτάσατε τα 40ά γενέθλιά σας. Επήλθε καμιά ριζική αλλαγή στην ψυχοσύνθεσή σας το διάστημα αυτό;

«Ναι, έπαψα να είμαι αλαζόνας. Δεν ήταν μια συνειδητή απόφαση. Απλά συνέβη. Είχα την αίσθηση ότι το είχα παρακάνει με την υπεροψία μου και ότι είχε έρθει ο καιρός να γίνω ο τζέντλεμαν που προανέφερα».

Ποιος είναι ο ορισμός τού τζέντλεμαν για σας;

«Θα ήθελα να σας πω, αλλά θα μας έπαιρνε μια ολόκληρη ζωή να το εξηγήσω και δεν νομίζω ότι έχουμε και πολλά περιθώρια χρόνου».

Υπάρχει κάτι για το οποίο θα αφιερώνατε μια ολόκληρη ζωή;

«Ναι, βέβαια, για την ίδια τη ζωή θα θυσίαζα τα πάντα».

Πείτε μας μια μικρή, φωτεινή ιστορία από αυτή τη ζωή.

«Μπορώ να σας διηγηθώ την αρχή μιας παιδικής ιστορίας που μόλις άρχισα να γράφω (ανοίγει το σημειωματάριό του). Πρόκειται για την ιστορία μιας πασχαλίτσας που κάνει οτοστόπ καταμεσής του δάσους. Σταματάει ο Αρκούδος και την παίρνει μαζί του ­ πίσω από το αφτί του, που είναι και πολύ αναπαυτικά. «Έχε χάρη που δεν είμαι μύγα», του λέει, «γιατί θα σου έπαιρνα τα αφτιά». Στον δρόμο τους συναντούν και έναν κροκόδειλο… Για να καταλάβετε τι τεμπέλης που είμαι ως εκεί έχω φτάσει. Με τόσα σενάρια που γράφω, τι να πρωτοπρολάβω ο έρημος».

Και το «Μακριά πετούν τα σύννεφα» δεν είναι βασισμένο σε μια δική σας,αληθινή ιστορία;

«Ήθελα να κάνω μια ταινία για την ανεργία στη Φινλανδία. Προσπαθούσα να κατεβάσω καμιά ιδέα, αλλά δεν είχα έμπνευση. Ώσπου ένα βράδυ στο Κιότο της Ιαπωνίας, εκεί όπου καθόμουν στο μπαρ ενός ξενοδοχείου περιμένοντας τη γυναίκα μου και τον φίλο μου τον Μάτι Πελονπάα (σ.σ. πρωταγωνιστή στις περισσότερες από τις ταινίες του), είδα σε μια γωνία έναν ανέκφραστο maitre d’ hotel. Στεκόταν εκεί μόνος χωρίς να κάνει απολύτως τίποτα. Σκέφτηκα ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν άνεργος, και ας εισέπραττε ένα μισθό κάθε μήνα. Όταν ύστερα από λίγο ήρθε ο Μάτι, του είπα: «Κοίταξέ τον καλά, αυτός θα είναι ο επόμενος ρόλος σου». Έμελλε όμως να παίξει σε μια άλλη ταινία. Πέθανε δύο εβδομάδες πριν από τα γυρίσματα. Και το «Μακριά πετούν τα σύννεφα» είναι αφιερωμένο στη μνήμη του».

Υπάρχει, αλήθεια, κάποιο καρέ ταινίας σας που θα μπορούσε να τον«συνοψίσει»;

«Υπάρχει μια σκηνή από το «Οι Λένινγκραντ καουμπόις πάνε Αμέρικα» που τελικά κόπηκε στο μοντάζ. Ο Μάτι ­ ως Μωυσής ­ έχει φθάσει πλέον στη Ρωσία. Του ζητάω να βάλει τα χέρια του στην τσέπη. Αφήστε όμως να σας δείξω τι έκανε». (Σηκώνεται όρθιος, κοιτάζει βλοσυρός στο κενό, το πρόσωπό του παγώνει για λίγο. Υστερα βάζει τα χέρια στην τσέπη και του ξεφεύγει ένα αβίαστο, παιδιάστικο χαμόγελο).

Αυτός ήταν λοιπόν ο φίλος σας;

«Αυτή η σκηνή ήταν μισή εκείνος, μισή εγώ».

Μα, η φιλία δεν είναι πια παρωχημένη έννοια;

«Φυσικά, γιατί ο περισσότερος κόσμος δεν έχει χρόνο. Εγώ όμως παραμένω αργόσχολος».

http://www.tovima.gr/

6. Συνέντευξη του Φιλανδού σκηνοθέτη Άκι Καουρισμάκι
NOVEMBER 12TH, 2012 ΕΛΛΑΔΑ, ΗΠΑ

«Επιλέγω αποτυχημένους ήρωες, για να κρύψω το ότι είμαι κι εγώ ένας από αυτούς», δηλώνει στο ΑΜΠΕ .

Αθήνα.- Του Ν. Φ. Μικελίδη

Από την πρώτη ταινία μυθοπλασίας “Εγκλημα και τιμωρία” (1983), όπου τοποθέτησε τους ήρωες του κλασικού μυθιστορήματος του Ντοστογιέφσκι στο σύγχρονο Ελσίνκι, μετατρέποντας τον ήρωα, σε εργάτη σε σφαγείο, ο Φινλανδός σκηνοθέτης Άκι Καουρισμάκι έδειξε το ενδιαφέρον του για τους απλούς ανθρώπους, συχνά μιας εργατικής τάξης, και τα προβλήματά τους.

Προβλήματα που σε όλες τις ταινίες του, από τις «Σκιές στον Παράδεισο» και «Το κοριτσάκι με τα σπίρτα» μέχρι τη «Μποέμικη ζωή», «Ο άνθρωπος χωρίς παρελθόν» και την πιο πρόσφατη «Το λιμάνι της Χάβρης» (με τις περισσότερες βραβευμένες σε διάφορα διεθνή φεστιβάλ), ο Καουρισμάκι διανθίζει με ένα ιδιόμορφο, απολαυστικό χιούμορ. Είναι η πολλοστή φορά που το ΑΜΠΕ συναντά τον 55χρονο σήμερα Φινλανδό δημιουργό. Τη φορά αυτή η συνάντηση με τον Φινλανδό δημιουργό έγινε στον διάδρομο έξω από τις αποθήκες του λιμανιού της Θεσσαλονίκης, με αφορμή το αφιέρωμα στο έργο του, που διοργάνωσε το φετινό 53ο φεστιβάλ κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης. Με τον Καουρισμάκι να κάθεται μπροστά από ένα τραπεζάκι απέναντι από το λιμάνι που θύμιζε εικόνα από την πρόσφατη ταινία του «Το λιμάνι της Χάβρης».

Ερ: Έχουν περάσει 22 χρόνια από τότε που το «Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου» διοργάνωσε το πρώτο αφιέρωμα στο έργο σας, με τις πρώτες έξι ταινίες σας. Τώρα, στο δεύτερο αυτό, μεγάλο αφιέρωμα και την παρουσία σας στην Ελλάδα ύστερα από τόσα χρόνια πώς βρίσκετε την Ελλάδα και τους Ελληνες;

Απ: Δεν έχει αλλάξει τίποτα. Και δεν πρέπει. Οι άνθρωποι έχουν το ίδιο κέφι… (γελάει). Εδώ βέβαια, κοντά στη θάλασσα είναι πολύ ωραία. Δεν μου αρέσει όμως το disco centre.

Ερ: Εδώ, όμως, μοιάζει σαν να είσαι στη Χάβρη, την ελληνική Χάβρη.

Aπ: Ναι, πράγματι.

Ερ: Γενικότερες αλλαγές δεν έχετε προσέξει;

Aπ: Σίγουρα τα πράγματα έχουν αλλάξει και όχι μόνο στην Ελλάδα. Αλλά εσείς εδώ υποφέρετε περισσότερο από όλους εμάς. Και οικονομικά και από πλευράς μεταναστών, δεν μπορείτε να τους στείλετε στην υπόλοιπη Ευρώπη. Αν δεν αλλάξει αυτή η συμφωνία του Δουβλίνου… Είναι μεγάλη ντροπή αυτή η συμφωνία. Έβαλαν το πρόβλημα στην Ελλάδα, την Ισπανία και την Ιταλία.

Ερ: Δεν έρχονται σε σας στη Φινλανδία…

Απ: Δεν ξέρω αν θέλει να έρθει κανείς στη Φινλανδία, δεν είναι κανείς τόσο απελπισμένος. Υπάρχουν πιο ζεστές χώρες και πιο πλούσιες… Κι όταν έρθουν σε μας, ακολουθούμε τη συμφωνία του Δουβλίνου και τους στέλνουμε σε σας και στην Ιταλία… Είναι έγκλημα. Γιατί δεν αναλαμβάνει τις ευθύνες της η υπόλοιπη Ευρώπη; Δεν καταλαβαίνω τι Ευρωπαϊκή Ένωση είναι αυτή.

Ερ: Είναι Ένωση των τραπεζών…

Απ: Ναι, των αμερικανικών τραπεζών, της Goldman Sachs… Και τα πράγματα θα χειροτερέψουν. Η Φινλανδία φαίνεται να είναι εντάξει αυτή τη στιγμή, αλλά σύντομα θα οδηγηθεί κι αυτή σε μεγάλη ύφεση. Ολόκληρο το σύστημα θα καταρρεύσει. Δεν μπορεί να αντέξει άλλο. Η υγιής οικονομία δεν μπορεί να βασιστεί στο κέρδος των τραπεζών. Πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η ανθρώπινη εργασία.

Ερ: Και οι κυβερνήσεις δεν κάνουν τίποτα. Όσο για τον πολιτισμό, κανένας δεν ενδιαφέρεται, οι υπουργοί Πολιτισμού δεν κάνουν τίποτα…

Απ: Οι υπουργοί Πολιτισμού δεν ξέρουν τι θα πει κουλτούρα. Και ο κινηματογράφος είναι γι αυτούς απλή διασκέδαση. Θα θυμάσαι ίσως, όταν είμασταν μικροί και πηγαίναμε να δούμε μια ταινία με τον Ταρζάν, με τον Τζόνι Βάισμιλερ στη ζούγκλα. Ε, αυτός είναι ο υπουργός πολιτισμού… (γελάει) Και ίσως να μη ξέρουν και το όνομα του Τζόνι Βάισμιλερ. Εμένα μου άρεσε ο Βάισμιλερ. Σύντομα, αυτοί δεν θα θυμούνται ούτε «Τα σαγόνια του καρχαρία». Ούτε τον Τζέιμς Κάμερον θα θυμούνται και πολύ καλά θα κάνουν.

Ερ: Στην τελευταία σας ταινία καταπιαστήκατε με τους μετανάστες…

Απ: Ναι, μετανάστες, φτωχούς ανθρώπους, όπως όλοι μας.

Ερ: Σε όλες σας τις ταινίες καταπιάνεστε με απλούς ανθρώπους, συνήθως ανθρώπους της εργατικής τάξης, μετανάστες, άνεργους, περιθωριακούς… Τι σας τραβάει σ’ αυτούς;

Απ: Μα κι εγώ είμαι από εργατική τάξη. Κοίταξε τα ροζιασμένα μου χέρια. Αυτοί είναι άνθρωποι που τους ξέρω. Δεν ξέρω καθόλου τους πλούσιους ανθρώπους. Ίσως, αν έκανα φαρσοκωμωδίες…

Ερ: Η μόνη εξαίρεση, όπου καταπιαστήκατε με μιαν άλλη τάξη, εκείνη των επιχειρηματιών, είναι στο “Ο Αμλετ κάνει μπίζνες”…

Απ: Ναι, γιατί ήθελα να τους προσβάλω. Είναι μεγάλοι μπάσταρδοι.

Ερ: Ξέρω ότι δεν σας αρέσει ο σύγχρονος αμερικανικός κινηματογράφος…

Απ: Μου αρέσει πολύ ο κινηματογράφος του παλιού Χόλιγουντ. Αλλά οι σκηνοθέτες εκείνοι έχουν δυστυχώς πεθάνει. Ο σύγχρονος αμερικανικός κινηματογράφος δεν είναι καν για παιδιά. Είναι δικαιολογία για να πουλήσουν ποπ-κορν. Σήμερα δεν έχουν ιστορίες για να αφηγηθούν. Φτάσανε να αντιγράφουν τα αντίγραφα των αντίγραφων. Σε κακέκτυπα. Δεν αντιγράφουν καν τα πρωτότυπα. Μετά από ταινίες όπως η “Καζαμπλάνκα” τι έχει να δείξει το Χόλιγουντ; Δεν υπάρχουν πια σκηνοθέτες όπως ο Ερνστ Λούμπιτς ή ο Πρέστον Στέρτζες…

Ερ: Προτιμάτε, βέβαια, τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο. Ήδη στις ταινίες σας κάνετε αναφορές σε σκηνοθέτες, όπως ο Ρομπέρ Μπρεσόν, ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ…

Απ: Ναι, αλλά αυτός είναι ο κινηματογράφος του ’60. Σήμερα, δεν υπάρχει ούτε αυτός.

Ερ: Έμειναν λιγοστοί από τους παλιούς σκηνοθέτες, ο Αλέν Ρενέ…

Απ: Ναι, αλλά κι αυτός είναι της δεκαετίας του ’60. Δυστυχώς, σήμερα δεν υπάρχει κανένας. Ο γαλλικός κινηματογράφος είναι σχεδόν νεκρός. Ο γαλλικός κινηματογράφος φτιάχνεται μόνον από τους αδερφούς Νταρντέν. Και είναι Βέλγοι.

Ερ: Σας αρέσει και ο βωβός κινηματογράφος. Κάποτε φτιάξατε και μια βωβή ταινία, το Juha…

Απ: Ναι, πολύ σιωπηλή.

Ερ: Αλλά και οι υπόλοιπες ταινίες σας δεν έχουν πολύ διάλογο. Είναι, θα έλεγα, σιωπηλές. Ακόμη και στη χρήση της μουσικής είστε πολύ …οικονομικός.

Απ: Για μένα ο διάλογος αποτελεί μια μόνο σελίδα. Για την τελευταία ταινία μου είχα γράψει έξι σελίδες διαλόγους, αλλά τελικά οι πέντε κατέληξαν στο έδαφος. Γράφω διάλογο που μπορώ να χρησιμοποιήσω, που να λέει κάτι. Γι αυτό και είναι λιγοστός.

Ερ: Και η μουσική;

Απ: Η μουσική πρέπει να έχει να κάνει κάτι με τη συγκεκριμένη σκηνή. Για παράδειγμα, να συγκινήσει το κοινό. Ή να είναι σε αντίστιξη. Αν θέλω το κοινό να αισθανθεί λύπη, θα χρησιμοποιήσω Τσαϊκόφσκι ή Μπαχ, αν θέλω χαρά θα χρησιμοποιήσω Τσακ Μπέρι. Δεν ξέρω αν το πετυχαίνω, αλλά το προτιμώ. Στο Χόλιγουντ δεν τους αρέσει η αντίστιξη. Αν έχει μια σκηνή που το κορίτσι λέει “σ’ αγαπώ πατέρα” κι εκείνος απαντήσει “κι εγώ σ’ αγαπώ”, τότε μπαίνει μια δυνατή συγκινητική μουσική και όλοι κλαίνε και τρώνε το ποπ-κορν τους.

Ερ: Κάποτε σας ρώτησαν αν πιστεύετε στη μοίρα κι εσείς απαντήσατε πως πιστεύετε στις συμπτώσεις. Είναι από σύμπτωση που καταπιαστήκατε με το σινεμά;

Απ: Όλα είναι συμπτώσεις. Αν τώρα φύγεις από δω και προχωρήσεις στον δρόμο, αν πας δεξιά ή αριστερά, ό,τι συμβεί θα είναι σύμπτωση… Ό,τι είναι να συμβεί, θα συμβεί. Δεν μπορείς να αποφασίσεις τι θα σου συμβεί.

Ερ: Σε όλες τις ταινίες σας οι άνθρωποι είναι αποτυχημένοι, αλλά αφήνετε πάντα μια ελπίδα. Γιατί όμως επιλέγετε τους αποτυχημένους για ήρωές σας;

Απ: Για να κρύψω το ότι είμαι κι εγώ ένας από αυτούς.

Ερ: Αλλά επιμένετε πάντα σ’ ένα είδος ελπίδας. Μέσα από τον έρωτα, μέσα από μια γυναίκα…

Απ: Δεν μπορούμε να επιβιώσουμε χωρίς τις γυναίκες. Η ζωή χωρίς αυτές θα ήταν ανυπόφορη.

Ερ: Ο έρωτας στις ταινίες σας είναι ένα είδος κάθαρσης, σωτηρίας;

Απ:Αυτό αφήνεται σε σένα να το αποφασίσεις.

(ένα τρακτέρ περνάει από πλάι μας κι ο Καουρισμάκι εξηγεί: Κάποτε είδα ένα τέτοιο τρακτέρ και ένας άνθρωπος στεκόταν δίπλα του και αυτό ήταν η αφορμή που γύρισα το “Σκιές στον Παράδεισο”. Αυτό ακριβώς ήταν μια σύμπτωση).

Ερ: Ενώ γυρίζετε μια ταινία προσθέτετε συμπτώσεις, που τυχόν συμβαίνουν εκείνη τη στιγμή;

Απ: Όταν δεν έχω πλήρες σενάριο, που συμβαίνει τακτικά, ναι. Αν έχω όμως πλήρες σενάριο, τότε το ακολουθώ.

Ερ: Όταν δεν έχετε σενάριο, τι γίνεται με τους διαλόγους;

Απ: Τους γράφω στο πλατό, ενώ ετοιμάζουμε τη σκηνή. Γράφω πολύ γρήγορα.

Ερ: Πρέπει να έρθετε και στην Αθήνα, τον μήνα που δεν ασχολείστε με την παραγωγή του κρασιού. Όπως μου είπατε έχετε κτήματα στην Πορτογαλία…

Απ: Ναι, πηγαίνω εκεί τον Σεπτέμβρη και τον Οκτώβρη. Μετά, τον Νοέμβρη, μπορώ να έρθω. Θα μου άρεσε.

Ο ΑΚΙ ΚΑΟΥΡΙΣΜΑΚΙ ΜΙΛΑ ΣΤΟ «7» ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΓΙΑ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ. «ΑΝ ΗΜΟΥΝ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ, ΘΑ ΓΥΡΙΖΑ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ» ΛΕΕΙ ΜΕ ΤΟ ΙΔΙΟΤΥΠΟ ΧΙΟΥΜΟΡ ΤΟΥ

7. Χρειαζόμαστε το χιούμορ, αλλά κανείς δεν γελάει

Η ταινία «Το λιμάνι της Χάβρης», από τις δυο-τρεις καλύτερες της πρόσφατης κινηματογραφικής σεζόν, ξανάφερε στο προσκήνιο το όνομα του Φινλανδού σκηνοθέτη της, Άκι Καουρισμάκι. Ενός ιδιόμορφου, δυνατού πότη (αρκετές φορές έχουμε πιει μαζί μπίρα, αλλά και βότκα), εκκεντρικού για πολλούς, δημιουργού, που εδώ και περίπου 35 χρόνια μάς προσφέρει ένα μοναδικό έργο («Το κορίτσι με τα σπίρτα», «Αριέλ», «Σκιές στον παράδεισο», «Προσέλαβα έναν επαγγελματία δολοφόνο», «Ο άνθρωπος χωρίς παρελθόν» κ.ά.).

«Ο άνθρωπος χωρίς παρελθόν»«Ο άνθρωπος χωρίς παρελθόν»Έργο με ήρωες «χαμένους», απογοητευμένους από τη ζωή, που όμως δεν το βάζουν κάτω. Ήρωες με ηθικές αξίες, στους οποίους ο Καουρισμάκι πιστεύει, γι’ αυτό και τους παρουσιάζει με συμπάθεια, συχνά με αγάπη, πάντα με χιούμορ, που ενίοτε μετατρέπεται σε ειρωνεία. Ειρωνεία όμως για την τύχη τους, για την κοινωνία στην οποία είναι αναγκασμένοι να ζουν και να επιβιώνουν. Με το σκηνοθέτη έχουμε παραμείνει σε επαφή από την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε, το 1988, στο φεστιβάλ του Μπέργκαμο. Τον συνάντησα για πολλοστή φορά στο πρόσφατο Φεστιβάλ Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου του Λέτσε, όπου ο 56χρονος σήμερα Ακι, στην πλατεία που οδηγεί στην παλιά πόλη, πίνοντας κρασί, μου μίλησε με το συνηθισμένο χιούμορ του για τη ζωή του, την αγάπη του για τον κλασικό κινηματογράφο, για τους νέους σκηνοθέτες, για την οικονομική κατάσταση, αλλά και τις απολαυστικές «ταλαιπωρίες» του σε Μόσχα και Ανατολικό Βερολίνο.

* Θυμάσαι όταν συναντηθήκαμε στο Κρεμλίνο την περίοδο του Γκορμπατσόφ;

– Ναι, τότε ήμουν ο άνθρωπος που μετέφερε λαθραία ολόκληρο μπαρ σε έξι πλαστικές σακούλες, γιατί απαγορευόταν το ποτό. Ο φρουρός με έβαλε να ανοίξω τις σακούλες, έβαλα εκεί πάνω στο τραπέζι το κρασί και τη βότκα μαζί με τα φιστίκια και τα τσιπς και όλοι πέσανε πάνω να τα πιουν… Ημουν ακόμη και ο άνθρωπος που έκλεψε ένα πολυβόλο από φρουρό στο Ανατολικό Βερολίνο, στο αεροδρόμιο Σένεφελντ, στις 6 το πρωί. Ηταν ένα παιδί 20 χρόνων, κάτι δεν του άρεσε στο διαβατήριό μου και με καθυστερούσε. Του λέω, σε 20 λεπτά πετάει το αεροπλάνο μου, δεν μπορώ να χάσω την πτήση. Του άρπαξα το πολυβόλο και προχώρησα στο διάδρομο, ύστερα πέταξα το όπλο στους θάμνους. Φοβήθηκα μήπως πάρει το όπλο και με πυροβολήσει στην πλάτη. Αλλά δεν με πυροβόλησε. Χρειάστηκε να περάσουν 20 χρόνια για να καταλάβω γιατί δεν με πυροβόλησε. Πώς θα εξηγούσε στους ανωτέρους του ότι ένας μεθυσμένος τουρίστας του πήρε το όπλο του; (γελάει)

* Πάντα είχες μια πολύ ωραία αίσθηση του χιούμορ. Βέβαια, μπορούσαν να σε είχαν συλλάβει…

– Ευτυχώς, ο φρουρός ήταν μόνος του. Και ήμουν πιο δυνατός.

* Πιστεύεις πως το χιούμορ που έχεις στις ταινίες σου είναι σήμερα το καλύτερο μέσο για να αντιμετωπίσουμε τα διάφορα οικονομικά προβλήματα;

– Ναι, το χιούμορ είναι απαραίτητο, είναι το μόνο αυτή τη στιγμή. Σήμερα το χρειαζόμαστε πολύ, αλλά κανένας δεν γελάει.

* Ισως οι Γερμανοί γελάνε που μας παίρνουν τα λεφτά…

– Γελάνε πηγαίνοντας στην τράπεζα.

* Πώς βλέπεις το ότι λένε πως οι χώρες του Νότου υποφέρουν…

– Είναι εγκληματικό…

* Και ότι ο Βορράς είναι εντάξει…

– Οχι, δεν είναι εντάξει. Και η Φινλανδία υποφέρει.

* Μόνο η Γερμανία φαίνεται να είναι εντάξει…

– Ναι, γιατί ξέρουν πώς να διαχειρίζονται τις επιχειρήσεις. Αν είναι να μιλήσουμε με ιατρικούς όρους, κρατάνε τον ασθενή αλλά απλά δεν τον στραγγαλίζουν. Τον αφήνουν να αναπνέει και του δίνουν ορούς. Όταν δεν θα μείνει τίποτα, θα τον εγκαταλείψουν…

Από την ταινία «Μποέμικη ζωή»Από την ταινία «Μποέμικη ζωή»

* Ναι. Ούτε καν θα τον θάψουν…

– Ούτε καν ντρέπονται.

* Και η Πορτογαλία;

– Στην Πορτογαλία η νεολαία την έχει βάψει. Εγκαταλείπει τη χώρα. Οι 25άρηδες δεν μπορούν να κάνουν τίποτα.

Όπως και στην Ελλάδα. Η ανεργία ανεβαίνει συνεχώς.

– Η ανεργία ανάμεσα στους νέους στην Πορτογαλία, στην Ισπανία και στην Ελλάδα έχει φτάσει στο 50% – 60%. Και αυτοί οι οικονομικοί εγκέφαλοι της Ευρώπης είναι έτοιμοι να στραγγαλίσουν τις επόμενες μια-δυο γενιές.

* Στην Ελλάδα έχουμε και την αύξηση των οπαδών της Χρυσής Αυγής, ενός νεοναζιστικού κόμματος που εκμεταλλεύεται την ανεργία, τη φτώχεια και το θέμα των μεταναστών…

– Ακριβώς όπως έκανε και ο Χίτλερ για να ανεβεί στην εξουσία.

* Μήπως χρειάζεται κάποια επανάσταση για να αλλάξουν όλα αυτά;

– Είμαι υπέρ της επανάστασης. Μέχρι αύριο στις 9 το πρωί, το αργότερο…

* Τι σε έκανε να γίνεις σκηνοθέτης και όχι ζωγράφος ή συγγραφέας; Με την αίσθηση αυτή του χιούμορ που έχεις, θα μπορούσες να γράψεις ωραίες, με χιούμορ, ιστορίες.

– Κάποτε κάποιος έγραψε, αν μπορείς να ζήσεις χωρίς να γράφεις, τότε ξέχνα τα όλα. Και μπορώ να ζήσω χωρίς να γράφω.

* Αλλά μπορείς να ζήσεις χωρίς να γυρίζεις ταινίες;

– Μπορεί να μην είμαι καλός σκηνοθέτης, αλλά μου αρέσει να γυρίζω ταινίες. Πιστεύω πως αν ήμουν καλύτερος σκηνοθέτης, θα γύριζα περισσότερες ταινίες.

* Σήμερα όμως, με όλες τις νέες τεχνολογίες, το Ίντερνετ, το DVD, το κοινό της αίθουσας λιγοστεύει ολοένα και περισσότερο…

– Επειδή γυρίζονται κακές ταινίες… Όλοι οι νέοι πάνε στο Χόλιγουντ για να γίνουν σκλάβοι των παραγωγών, για να γίνουν ηλίθιοι.

* Βλέπεις ταινίες;

– Όχι τις νέες. Βλέπω τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ στο «Γεράκι της Μάλτας» ή τις κωμωδίες του Μπάστερ Κίτον. Ή τις ταινίες του Ζαν-Πιερ Μελβίλ. Αν χρειάζεται να βλέπω ταινίες που γυρίστηκαν πριν από 60 χρόνια, αυτό σημαίνει πως κάτι δεν πάει καλά στο σύγχρονο σινεμά. Θα έπρεπε να υπάρχει κάτι το καινούργιο στο σύγχρονο σινεμά εκτός από τους αδερφούς Νταρντέν. Για μένα είναι οι μόνοι στον ευρωπαϊκό κινηματογράφο σήμερα.

* Ο Τζιμ Τζάρμους;

– Αυτός δεν είναι Ευρωπαίος.

* Το στιλ όμως του Τζάρμους είναι περισσότερο ευρωπαϊκό από αυτό του κανονικού αμερικανικού κινηματογράφου.

– «Κανονικού» είναι σχήμα οξύμωρο. Είναι σαν να λες κανονικό σουπερμάρκετ.

* Από το αμερικανικό σινεμά σού αρέσουν και άλλοι, όπως ο Πρέστον Στέρτζες…

– Ναι, ο Στέρτζες. Όταν ήμουν νέος έπρεπε να επιλέξεις ανάμεσα στον Χάουορντ Χοκς και τον Τζον Φορντ. Δεν γινόταν να σου αρέσουν και οι δύο. Έπρεπε ή ό ένας ή ο άλλος. Εμένα μου άρεσε ο Χοκς, εξαιτίας τού «Μόνο οι άγγελοι έχουν φτερά». Για μένα, το καλύτερο φιλμ που γυρίστηκε ποτέ.

* Πώς βλέπεις τη μεταφορά από φιλμ σε ψηφιακή τεχνολογία; Μήπως το φιλμ των 35 χλστ. κινδυνεύει να εξαφανιστεί;

– Όταν εξαφανιστεί το φιλμ των 35 χλστ., θα είναι και το δικό μου τέλος. Δεν θα γυρίζω πια ταινίες. Είναι ευτύχημα που ήδη είμαι κουρασμένος. Είμαι 56 χρόνων, αλλά έχω δουλέψει αρκετά. Εγώ δεν πρόκειται να αγγίξω την ψηφιακή κάμερα.

* Σου αρέσει να γυρίζεις και σε μαυρόασπρο φιλμ. Μήπως σχεδιάζεις να το ξανακάνεις;

– Πολύ καλή ερώτηση. Γιατί την περασμένη βδομάδα μου ζήτησαν να το κάνω. Αλλά είναι δύσκολο να τυπώσεις σε μαυρόασπρο.

* Στοιχίζει περισσότερο;

– Όχι, αλλά οι νέοι σκηνοθέτες είναι ηλίθιοι. Δεν το λέω επειδή είμαι τώρα σε μεγάλη ηλικία. Αλλά είναι ηλίθιοι. Γυρίζουν με ψηφιακή κάμερα, κάθονται και παρακολουθούν το μόνιτορ αντί να βλέπουν μέσα από το φακό. Ο σκηνοθέτης πρέπει να είναι η αντανάκλαση του ηθοποιού. Πρέπει να στέκεται δίπλα στην κάμερα, να τον παρακολουθεί, να είναι ο θεατής του. Όχι να κάνει πικνίκ.

* Λένε πως με την ψηφιακή είναι πολύ πιο φτηνά.

– Δεν είναι, γιατί μ’ αυτήν τα γυρίζουν όλα, ό,τι δουν, και τους παίρνει περισσότερη ώρα. Και δεν το μοντάρουν στο κεφάλι τους. Στην ταινία πρέπει να μοντάρεις το καθετί στο κεφάλι σου.

* Θα έπρεπε να διδάσκεις και σε μια σχολή…

– Ναι, μου ζήτησαν την περασμένη βδομάδα να αναλάβω τη διεύθυνση της FAMU (της διάσημης κινηματογραφικής σχολής της Πράγας). Αλλά δεν δέχτηκα. Τους είπα πως δεν είμαι δάσκαλος. Δεν θέλω να θυσιάσω τον εαυτό μου σε τέτοια. Το σινεμά είναι απλό. Όλα συμβαίνουν ανάμεσα στον ηθοποιό και το φακό. Δεν είναι τόσο περίπλοκα όσο πιστεύουν μερικοί.

* Γιατί όμως φοβούνται;

– Γιατί είναι ανασφαλείς.

* Πώς είσαι όμως με τους ηθοποιούς; Πώς τους κατευθύνεις;

– Περιμένω να αποδώσουν ό,τι καλύτερο μπορούν.

* Κι αν δεν το πετύχουν και χρειάζονται τη βοήθειά σου;

– Αν δεν μπορούν να παίξουν, τότε τους διώχνω… (γελάει)

* Ετοιμάζεις κάτι το καινούργιο τώρα ή ξεκουράζεσαι;

– Κάτι υπάρχει, αλλά δεν μου φαίνεται και πολύ καλό. Δεν είναι ακόμη ξεκάθαρο.

* Τι κάνεις όταν είσαι στην Πορτογαλία;

– Έχω μεγάλο κήπο, φροντίζω τα σταφύλια, τα λουλούδια, και κάπου κάπου… τρώμε. Πρέπει να τρως κιόλας.

* Μαγειρεύεις εσύ;

– Μαγειρεύω, αλλά πρέπει να σου πω -και δεν είναι απλή φιλοφρόνηση- πως η γυναίκα μου μαγειρεύει τόσο καλά που δεν με αφήνει. Δεν είναι ευγενικό από μέρους μου να τη σταματήσω. Γι’ αυτό εκείνη μαγειρεύει και εγώ πλένω τα πιάτα και… τρώω.

http://www.enet.gr/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s