ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΚΥΡΙΕ ΛΟΡΕΝΣ (MERRY CHRISTMAS MR. LAWRENCE) του Ναγκίσα Όσιμα (1983)

MERRY CHRISTMAS MR. LAWRENCE

 

του Ναγκίσα Όσιμα
με τους Ντέιβιντ Μπάουι, Τομ Κόντι, Ρουίτσι Σακαμότο, Τακέσι Κιτάνο

Υπόθεση:
Ο Λοχίας Τζων Λώρενς είναι αιχμάλωτος των Ιαπώνων, το 1942. Αποτελεί αίνιγμα ανάμεσα στους συγκρατούμενους του καθώς είναι ο μόνος που μπορεί να έχει ένα είδος επικοινωνίας με τους Ιάπωνες δεσμώτες του και μοιάζει ν’ αντιλαμβάνεται την κουλτούρα τους. Οι Ιάπωνες το γνωρίζουν και τον προκαλούν φέρνοντάς τον αντιμέτωπο με το σύστημα αξιών τους. Οι συνθήκες δυσκολεύουν όταν φέρνουν αιχμάλωτο τον σκληρό, υπερήφανο και θαρραλέο Λοχαγό Ζακ Σελιέ. Ο Λώρενς ξέρει πως οι φύλακες θα προσπαθήσουν να σπάσουν το ηθικό του Σελιέ και θα κάνουν τα πάντα γι’ αυτό. Αυτό που θ’ ακολουθήσει δεν είναι απλά μια μάχη για επιβίωση είναι κάτι πολύ περισσότερο, είναι η μάχη μεταξύ δύο κοσμοθεωριών.

Νέο Σεμινάριο Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου από Φεβρουάριο του 2016

Ντέηβιντ Μπόουϊ , Ο Άνθρωπος που έπεσε στη γη του Νίκολας Ρεγκ

Πέθανε ο Ντέηβιντ Μπόουϊ

Η Σύγκρουση Δύο Πολιτισμών & Μια Δοκιμασία Του Ανθρώπινου Πνεύματος.
Μια υπέροχη ταινία που συστήνεται ανεπιφύλακτα.
Γεμάτη εκπληκτικές ερμηνείες, στιγμές αλήθειας και ομορφιάς και εξαιρετικούς διαλόγους.

Εξαιρετικές ερμηνείες από το σύνολο των πρωταγωνιστών ενισχύουν αυτή την προκλητική ταινία και την καθιστούν αξέχαστη.

Ο David Bowie υποδύεται έναν γεννημένο αρχηγό στην ταινία του Oshima και τον υποδύεται σαν γεννημένο αστέρι του κινηματογράφου.

Η ταινία ενώνει δύο από τα αγαπημένα θέματα του Oshima. Τον έρωτα και τη βία. Είναι διακριτά σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, αντικρούοντας, συμπληρώνοντας και καθορίζοντας το ένα το άλλο. Όπως σε πολλές προηγούμενες δουλειές του σκηνοθέτη είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις το ένα από το άλλο. Η βία δεν αποκλείει απαραίτητα την ύπαρξη του έρωτα..

1 Βραβείο BAFTA για καλύτερο soundtrack
Υποψήφια για Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ Καννών 1983

Ο σκηνοθέτης αντιπαραθέτει τη στρατιωτική ακαμψία της παράδοσης με την ανθρωπιά, την απόλυτη χιμαιρική αντίληψη του ανδρισμού και της τιμής με τις συναισθηματικές και σεξουαλικές αδυναμίες, την ιαπωνική κουλτούρα με τη δυτική..

Η ΤΑΙΝΙΑ

Ο Ναγκίσα Όσιμα («Η Αυτοκρατορία Των Αισθήσεων») καταπιάνεται με γνώριμα γι’ αυτόν θέματα – αν αναλογιστούμε τη φιλμογραφία του – μεταφέροντας το βιβλίο του Sir Laurens Van Der Post «The Seed And The Sower». Υλικό του είναι η ιαπωνική κουλτούρα, η εξουσία και οι συνακόλουθες της σχέσεις καταπιεστή και θύματος και οι πολιτισμικές διαφορές Δύσης και Ανατολής. «Κράχτης» του όλου εγχειρήματος είναι ο Ντέιβιντ Μπάουι ο οποίος έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στη διανομή του έργου εκτός Ιαπωνίας και του οποίο το υποκριτικό ταλέντο αφήνει τους die hard φαν του αδιάφορους καθώς αρκούνται με την εικόνα του αγαπημένου τους δανδή να τραβάει τα πάνδεινα από τους «άκαρδους» Ιάπωνες. Η σύγκρουση των δύο πολιτισμών ξεπερνά το σενάριο και γίνεται εμφανής με τη σύγκρουση των δύο «σχολών» υποκριτικής. Από τη μία έχεις το Μπάουι με τη βρετανική στωικότητα που δεν απομακρύνεται από μια ρεαλιστική αντιμετώπιση του ρόλου και από την άλλη τις ερμηνείες του Κιτάνο και του Σακαμότο που χαρακτηρίζονται από μια επιτήδευση και υπερβολή, σα να είναι βγαλμένες από κάποια παράσταση θεάτρου kabuki. Ενδιαφέρουσα η συνεύρεση των δύο αυτών στιλ.
Ο Όσιμα παίζει με τα ταμπού του μέσου θεατή, χωρίς από την άλλη να είναι φειδωλός με τις αυθεντικά συγκινησιακές στιγμές που προσφέρει απλόχερα προς κατανάλωση χαρτομάντιλων. Το οικουμενικό μήνυμα που περνά ο σκηνοθέτης (και το οποίο καταλήγει στο ότι σε ακραίες καταστάσεις οι άνθρωποι φτιάχνουν κανόνες τους οποίους ξεχνάνε, παραβαίνουν και εφαρμόζουν κατά βούληση) βρίσκει εύκολα τους αποδέκτες του, με το λιτό και απέριττο ιαπωνικό τρόπο. Είναι σαφείς οι ενδείξεις μιας ομοφυλοφιλικής έλξης μεταξύ του Βρετανού στρατιώτη και του Ιάπωνα Γιονόι αλλά αυτό δεν έρχεται να μονοπωλήσει το ενδιαφέρον του θεατή σε βάρος του συνόλου της ταινίας. Αυτό που σίγουρα είναι αξιομνημόνευτο είναι η μουσική που έχει γράψει ο Ριγουίτσι Σακαμότο για το φιλμ και έχει αναδειχθεί ως ένα από τα πιο διαχρονικά music scores ever! Όποιος δεν έχει ακούσει τον David Sylvian να λέει συγκλονιστικά το «Forbidden Colours» αγνοεί ένα από τα ωραιότερα ερωτικά τραγούδια που γράφτηκαν ποτέ.

ΝΑΓΚΙΣΑ ΟΣΙΜΑ

Ο Ναγκίσα Όσιμα είναι σίγουρα µια από τις µεγάλες µορφές του σύγχρονου κινηματογράφου. Δημιουργός ανοιχτός, πολυµερής και πολύσηµος, δεν έπαψε να ερευνά και ν’ αµφισβητεί την κοινωνική πραγματικότητα της χώρας του, την πίεση των σχημάτων του παρελθόντος και της εξουσίας. Κι όµως, παράλληλα, άνοιξε λαβωματιές και στο ίδιο το σώµα του ανθρώπου, για να ξεπηδήσουν οι δυνάµεις της ζωής και οι αντίστροφες, σκοτεινές δυνάµεις της καταστροφής, ο ψυχωµός και τα πάθη, η σάρκα και το πνεύµα.
Γεννήθηκε το 1932 στο Κιότο. Γόνος αριστοκρατικής οικογένειας, έχασε τον πατέρα του στα επτά χρόνια του, σπούδασε Νοµικά και Ιστορία στο Κιότο, κι αναµείχθηκε στο έντονα πολιτικοποιημένο φοιτητικό κίνηµα των Ιενγκακουρέν. Το 1954 προσλαμβάνεται ως βοηθός σκηνοθέτη στην εταιρία «Σότσικου» (ενώ παράλληλα γράφει κριτικές κινηματογράφου) και το 1959 γυρίζει την πρώτη του ταινία: Η Γειτονιά του έρωτα και της ελπίδας.
Το 1960, η ταινία Σκληρή ιστορία της νιότης κάνει τον Όσιμα ευρύτερα γνωστό ως έναν από τους εκπροσώπους του Νέου Κύµατος στον ιαπωνικό κινηματογράφο. Η ταινία είναι μια ρεαλιστική και ωµή εικόνα της παραστρατημένης νεολαίας, χωρίς αισθηµατισµό και πέρα από τον παραδοσιακό ουµανισµό. Επωφελούμενος της φήµης του, ο Όσιμα γύρισε γρήγορα και χωρίς σχεδόν να γίνει αντιληπτός από τους συντηρητικούς ιθύνοντες της «Σότσικου»,-την ταινία Νύχτα και καταχνιά στην Ιαπωνία (1960), επαναστατική τόσο στο περιεχόμενο, όσο και στη µορφή. Η εταιρεία, όµως, την απέσυρε σχεδόν αµέσως μετά από την κυκλοφορία, την ηµέρα ακριβώς που δολοφονήθηκε ο πρόεδρος του σοσιαλδημοκρατικού κόµµατος Ινετζιρό Ασανούµα.
Την εποχή εκείνη, η Ιαπωνία γνώρισε τις µμεγαλύτερες πολιτικές κινητοποιήσεις, ιδίως εναντίον της ανανέωσης του Συµφώνου Ασφαλείας με τις ΗΠΑ. Στην ταινία, ο σκηνοθέτης επικρίνει βίαια την «Αριστερά», για την τότε, και την προηγούµενη, στάση της, µέσα από ένα παραλληλισµό παρόντος και παρελθόντος, κατά τη διάρκεια µιας γαµήλιας τελετής, σαν θεατρικό και ιεροτελεστικό πλαίσιο, σε αντικατάσταση της αφήγησης.
Η ριζοσπαστική μεταμόρφωση της φιλµικής γραφής είναι η απαραίτητη συνάρτηση για την έκφραση µιας ιδεολογικής μεταβολής. Κάθε σκηνή (σχεδόν µε τη θεατρική έννοια του όρου) τείνει ν’ αντιστοιχεί σε ενιαία κινηματογραφική λήψη (η ταινία περιέχει µόνο 43 πλάνα), και η εξαιρετικά σύνθετη δόµηση παρόντος-παρελθόντος στηρίζεται σε µια σειρά µμονολόγους, αυτοκριτικούς ή σχολαστικούς.
Ο Όσιμα εγκατέλειψε τη «Σότσικου» κι άρχισε να γυρίζει δύσκολα τις ταινίες του ως ανεξάρτητος παραγωγός. Συγχρόνως, απομακρύνθηκε απ’ την ενεργό πολιτική, δυσπιστώντας για την επιρροή της πάνω στην τέχνη, και κινήθηκε προς την ατοµική συνείδηση, μελετώντας τα βασικά θέµατα του εγκλήματος και του σεξουαλισµού, µέσα απ’ την υποκειμενική φαντασία, τη θεατρικότητα, την αναπαράσταση και το συµβολισµό. Βασικός στόχος του είναι η αρχαϊκή-φεουδαρχική δοµή της ιαπωνικής κοινωνίας, που συνθλίβει αφόρητα τους νέους και εξωθεί στην ηττοπάθεια και την πίκρα όποιον δεν υποτάσσεται.
Οι περισσότερες ταινίες του Όσιμα παραµένουν σχεδόν άγνωστες στη Δύση. Οι σημαντικότερες είναι: Η παγίδα (1961), Ο δαίµονας του µεσηµεριού (1966), Γιαπωνέζικο καλοκαίρι: Διπλή αυτοκτονία (1967), Η επιστροφή των τριών µπεκρήδων (1968), Πέθανε µετά τον πόλεµο (1970).
Ο Όσιμα κατέκτησε τη διεθνή διασηµότητα µε πέντε μεγάλα έργα της περιόδου 1968-75. Ο απαγχονισµός (1968) ξεκινάει µε το εύρηµα ότι ένας νεαρός Κορεάτης, καταδικασμένος σε φόνο και βιασµό, δεν πεθαίνει κατά την εκτέλεση. Η αµνησία του και η συνείδηση της αθωότητάς του αποδίδουν πίσω στο κοινωνικό σύστηµα την ενοχή της δικής του εκτέλεσης και την πολιτική, κοινωνική, ψυχολογική και σεξουαλική καταπίεση. Θέση επαναστατική και αναρχική, που εκφράζει το σχίσµα ανάµεσα στο άτοµο και στην κοινωνία. Οι εκπρόσωποι του νόµου θα επιχειρήσουν ν’ αποκαταστήσουν την ισορροπία των αξιών µε μια συµβολική θεατρική αναπαράσταση των εγκληµάτων του νέου. Θα φτάσουν ως το ψυχόδραμα και θ’ αποτύχουν, ενώ ο κατάδικος θα υλοποιήσει το φάντασµα του πόθου του και θα συμφιλιωθεί µε το ανθρώπινο σύνολο, αναλαμβάνοντας τα βάρη της ενοχής και της θυσίας.
Η µορφή εκφράζει δυναµικά την αναπήδηση του φανταστικού µέσα στην παγιωμένη κοινωνική συμβατικότητα. Το ηµερολόγιο ενός κλέφτη της Σιντζούκου (1968) συνδυάζει την ανοιχτή, χασµατική, ανατρεπόµενη φόρµα του Godard, τους τρόπους του Brecht, µε το τραγουδιστό σχόλιο, και την ψυχανάλυση του Reich, µε τη θεατροποίηση και την παράβαση της ιαπωνικής παράδοσης.
Όλα είναι μια συνεχής μετάβαση από την ερµηνεία ενός ρόλου στην πραγματικότητα και αντίστροφα. Κι όταν ο ρόλος και η φαντασία γίνουν αλήθεια, όταν η προσωπική ζωτική έκφραση και ο σεξουαλισμός φτάσουν στην εκπλήρωση, τότε και η γύρω πραγματικότητα αρχίζει να µεταβάλλεται,τότε και οι δεσμευτικοί κοινωνικοί και ηθικοί κώδικες αρχίζουν να γκρεμίζονται.
Στο Αγόρι (1969), ο σκηνοθέτης επιστρέφει σ’ ένα πιο κλασικό αφηγηµατικό ύφος, για να εκθέσει ένα πραγματικό γεγονός: την εκπαίδευση ενός παιδιού απ’ τους γονείς του να πέφτει µπροστά στ’ αυτοκίνητα, για να εκβιάζουν κατόπιν τους οδηγούς. Πέρα από την τραγική αλλοτρίωση των γονιών, η ταινία αναπλάθει τον σχιζοθυµικό αναδιπλασιασµό του παιδιού, που φτιάχνει έναν φανταστικό κόσµο δικό του, µε ήρωα έναν άνθρωπο απ’ το διάστηµα.
Το οιδιπόδειο της υποταγής στον πατέρα και της ενοχής για τα πολεµικά τραύµατά του επεκτείνεται στην απόλυτη εξουσία της ιαπωνικής οικογένειας και στην ηθική αυθεντία του κλειστού νησιωτικού έθνους, αλλά ξεπερνιέται µε την ωρίμανση από τα δικά του τραύµατα κι απ’ την οικονοµική και ουσιαστική αυτοδυναµία του.
Η ευρύτερη και πιο φιλόδοξη σύνθεση του Όσιμα είναι Η τελετή (1971), όπου συγκλίνουν σε µια υψηλή φόρµα τα περισσότερα θέµατα και οι τρόποι του. Μέσα απ’ την πορεία και τη µοίρα µιας πλούσιας οικογένειας, όπου δεσπόζει ο παππούς-αφέντης, και µε τη συµβολική των αέναων κύκλων που συνιστούν οι επίσηµες τελετές (γάµοι, γεννήσεις, θάνατοι), ο δημιουργός διαλογίζεται πάνω στην Ιαπωνία και την πρόσφατη Ιστορία της (1945-70), στην εξουσία και το κύρος του κράτους, του πατριάρχη και της παράδοσης, στην υπόσταση και τον ψυχισµό του σημερινού Ιάπωνα, αλλά και του καλλιτέχνη.
Η διάταξη της εικόνας είναι αυστηρά συµµετρική και τελετουργική, αλλά διασπάται συνεχώς απ’ τις περίπλοκες αναδροµές στο παρελθόν κι απ’ τις εκρήξεις στο παρόν που αποκαλύπτουν τις βαθιές συγκρούσεις και αντιφάσεις. Υπάρχουν ακόµα στοιχεία ποιητικά, σκηνές µε υπερρεαλιστική χροιά, που ανοίγονται προς το φανταστικό. Μετά το 1972, ο Όσιμα δεν µπόρεσε να βρει παραγωγό στην Ιαπωνία, και µόνο το 1975 χρηματοδοτήθηκε από Γάλλους για να γυρίσει την Αυτοκρατορία των αισθήσεων.
Η ακραία αυτή έκφραση του ερωτισµού στην οθόνη αποτελεί ένα θριαμβικό τραγούδι της «επιδοκιμασίας της ζωής µέχρι θανάτου». Ρεαλιστική και κατά µέτωπον κινηματογράφηση της σεξουαλικής σχέσης, εικονογραφεί µε απόλυτη συνέπεια το συνταρακτικό µακρινό ταξίδι ενός ζευγαριού στον απέραντο κόσµο του ερωτισμού, πέρα από κάθε παράβαση και υπερβολή, ως την αποδοχή της τελικής ανάλωσης, ως την ανυπαρξία.
Η αυτοκρατορία του πάθους (1978) ντύνει µε το µανδύα του φανταστικού παραμυθιού το πάθος ενός παράνοµου ζευγαριού, που φτάνει ως το έγκληµα. Στη συνέχεια, η καριέρα του Όσιμα έγινε ολοκληρωτικά διεθνής, µε το γύρισµα δύο ταινιών σε ευρωπαϊκές γλώσσες: Καλά Χριστούγεννα, κύριε Λώρενς (1982) και Μαξ Αγάπη µου (1986).
Μαζί µε τη µελέτη της Ιαπωνίας, της Ιστορίας της και των περιπετειών του ατόµου µέσα της, ο Όσιμα πάντα µελέτησε την τεράστια ορµή του έρωτα. Από τις πρώτες του ταινίες Η Γειτονιά του έρωτα και της ελπίδας και Σκληρή ιστορία της νιότης, ο έρωτας των νέων αποτελεί έναν ουσιαστικό άξονα. Η θεµατική του σεξουαλισµου θα του φανεί κατάλληλη για να φωτίσει ορισµένες σχέσεις εξουσίας και υποταγής ανάµεσα στους ανθρώπους.
Στη δεύτερη ταινία, οι ήρωες αναζητούν µια αισθησιακή αρµονία, πέρα απ’ τα συνήθη όρια. Η εγκληµατική δραστηριότητα λειτούργησε σπασµικά, σαν προνοµιακή έκφραση, ευνοώντας την πραγµατοποίηση του πόθου ως την τελική καταστροφή. Το ίδιο σχήµα επαναλαµβάνεται σ’ ένα έλασσον έργο του µε τον χαρακτηριστικό τίτλο Οι ηδονές της σάρκας. Ο Όσιμα συνδέει άµεσα την επιθυµία ελευθερίας µε τη σεξουαλική επιθυµία, και την αναγκαιότητα του εγκλήµατος µε την αναγκαιότητα της αποτυχίας.
Στο Γιαπωνέζικο καλοκαίρι: Διπλή αυτοκτονία, ο ερωτικά
µπλοκαρωµένος ήρωας αφήνεται στο σεξουαλικό κύµα µε την κοπέλα κάτω απ’ τον λαµπρό ήλιο, την ώρα που η αστυνοµία τούς κάνει κόσκινο από σφαίρες. Στο Ηµερολόγιο ενός κλέφτη της Σιντζούκου, το νεαρό
ζευγάρι δεν µπορεί να φτάσει στον ολοκληρωµένο έρωτα, ούτε µε τη βοήθεια της ψυχανάλυσης. Απελευθερώνονται µόνον όταν καταρρίπτουν τα ταµπού, κι η σεξουαλική πλήρωση επιτρέψει την έκρηξη της επανάστασης. Στην Τελετή, ο ερωτικός παλµός εγκαταλείπεται σ’ ένα λαβύρινθο συγγενικών σχέσεων αίµατος και µετατρέπεται σε επιθυµία θανάτου.
Στην Αυτοκρατορία του πάθους, το θέµα είναι ένα αληθινό περιστατικό, που συνέβη τον περασµένο αιώνα και διογκώθηκε από την προφορική λαϊκή αφήγηση, µέχρι που έγινε κάτι σαν φανταστικό αφήγηµα: Μια παντρεµένη, νέα ακόµα, δεν αντέχει πια να ζει δίπλα στον κουρασµένο, ηλικιωµένο σύζυγό της. Αποκτάει εραστή, πολύ νεότερό της, και το παράφορο πάθος τούς οδηγεί στο έγκληµα. Όµως, το φάντασµα του νεκρού ξαναγυρίζει και προκαλεί την αποκάλυψη της δολοφονίας και την τιµωρία των ενόχων. Η επιστροφή του νεκρού συζύγου αρχίζει µ’ ένα όνειρο κάποιου άλλου χωριάτη· κατόπιν, περνάει στη γυναίκα και στην κόρη· τέλος, στον εραστή. Το φάντασµα υλοποιείται, θαρρείς, απ’ το συλλογικό ασυνείδητο, που πολιορκεί τη γυναίκα, κρατώντας την µακριά απ’ τον εραστή της, µη επητρέποντας την απόλαυση της κατακτηµένης µε το έγκληµα «ελευθερίας».
Το ζευγάρι ενώνεται, πραγµατικά, σ’ ένα σύµπλεγµα αρµονικό, που φωτίζεται θριαμβευτικά από μια δέσμη ακτίνων, µόνον όταν αποδέχεται τη µοίρα, την αποκάλυψη και την τιµωρία, µέσα σε µια εκτυφλωτική µαρτυρική-ιερατική άνοδο, ενώ η φύση γύρω πανηγυρίζει …
Στο Καλά Χριστούγεννα, κύριε Λώρενς, το ασφυκτικό αδιέξοδο της στρατιωτικής ζωής και του στρατοπέδου συγκεντρώσεως αποδεσµεύει τον οµοφυλοφιλικό έρωτα ανάµεσα σε άντρες διαφορετικής φυλής και τιμωρείται µε αµφίπλευρο θάνατο.
Τέλος, στο Μαξ, αγάπη µου, η φαινοµενική σχέση ερωτικής διαστροφής του πιθήκου µε τη γυναίκα αντιµετωπίζεται µε τέτοια ελλειπτική αινιγματικότητα και απλότητα, ώστε µετατρέπεται σε φανταστική συνάντηση, που ισορροπεί και τη ζωή των άλλων, σαν τη συνάντηση µε κάποιον αληθινό εξωγήινο.
Άφησα τελευταία την Αυτοκρατορία των αισθήσεων, γιατί σ’ αυτήν όχι µόνο υλοποιείται η έκφραση του απόλυτου σεξουαλισµού, αλλά και -µε ήρεµη τόλµη- παραβαίνεται το ταµπού της αναπαράστασής του, χωρίς ηθικολογία και αιδημοσύνη. Η ταινία δείχνει τα πάντα, κονιορτοποιώντας την έννοια της πορνογραφίας δηλαδή, της ένοχης ηδονοβλεπτικής ταινίας.
«Ο ερωτισµός είναι η επιδοκιµασία της ζωής µέχρι θανάτου» γράφει ο γάλλος συγγραφέας Georges Bataille, που θα τον ακολουθήσουµε πρόχειρα στις σκέψεις του, σε αναφορά µε την ταινία. Στον έρωτα, τα χωρισµένα γένη, το αρσενικό και το θηλυκό, τείνουν να ξαναπλάσουν το αρχικό ένα. Οι δύο ατοµικότητες (που ισχυροποιούνται από την κοινωνική ζωή) τείνουν να διαλυθούν σε ένα κράµα, να πεθάνουν, για να γεννήσουν αυτό το ενιαίο, πλήρες πλάσµα. Άλλωστε, αυτό δεν είναι παρά η προβολή στο ενστικτώδες-συναισθηματικό επίπεδο της λειτουργίας της αναπαραγωγής,όπου το σπερματοζωάριο και το ωάριο ενώνονται για να σχηματίσουν µε το θάνατό τους το νέο ον.
Ο οργασµός είναι ένας µικρός θάνατος – και µε την έννοια της απώλειας ενέργειας, ζωής, και (µεταφορικά) µε την έννοια της ένωσης· θάνατος, συνδεδεμένος µε την καταστροφή, το βιασµό, τη βία, την επιθετικότητα.
Δεν έχουµε παρά να θυµηθούµε τη συμπεριφορά µας στις στιγµές της
μεγαλύτερης ερωτικής πληρότητας που έχουµε ζήσει. Με τα λόγια και τις πράξεις µας αναφερόμαστε στη βία και στο θάνατο – τον δικό µας ή του ερωτικού µας συντρόφου.
Την ίδια ώρα, µια άλλη δύναµη γεννάει µέσα µας τη φρίκη και το φόβο µπροστά στην εκτόξευσή µας προς το θάνατο. Και τότε βάζουµε όρια, απαγορεύσεις. Τα όρια όµως αυτά του φόβου και της λογικής, µια άλλη ορµή µέσα µας λυσσάει να τα ξεπεράσει. Και παλεύουµε εκεί, θέλοντας να ξεπεράσουµε το σκαλοπάτι του θανάτου, χωρίς να σβήσουµε τη συνείδηση και τη ζωή µας στην ανυπαρξία. Μένουµε στην επιθυµία του αντικειµένου, δεχόµενοι τον βαθµιαίο θάνατο της επιθυµίας, παρά τον τελικό θάνατό µας.
Και αν κάποιος δεχόταν να κάνει το τελικό βήμα; Αυτός είναι ο Κίτσι, ο ήρωας της Αυτοκρατορίας των αισθήσεων. Ξεκινάει µαζί µε τη Σάντα το µακρινό, υποδειγµατικό ταξίδι του στον αχανή κόσµο του ερωτισµού και των αισθήσεων, αποκλείοντας κάθε περιττό σύνδεσµο µε τον υπόλοιπο κόσµο, ζώντας κάθε παράβαση και υπερβολή, κι έχει το κουράγιο ν’ αποδεχθεί µε ηρεµία τη λογική του θανάτου που τον ενώνει ολοκληρωτικά µαζί της. Θ’ αποδεχθεί το στραγγαλισµό του -συνέχεια του «στραγγαλισµού» από το αιδοίον στη γενετήσια πράξη-, κι εκείνη θα διαιωνίσει τον τελικό οργασµό-ένωση, µε την αποκοπή και κατοχή των γεννητικών οργάνων του Κίτσι.
Απέναντι στην παλιά ανδροκρατική αντίληψη της επιβολής του άντρα πάνω στη γυναίκα µε τη «διαπέρασή» της, ο Όσιµα µας δείχνει τη βαθµιαία ανάπτυξη του φυσικού µηχανισµού της θηλυκότητας, που µε τεράστια δύναµη κατέχει τον άντρα και, στα ακρότατα όρια, τον εξουθενώνει. Ο δηµιουργός είναι πιστός και στη διαλεκτική σχέση των ακραίων όρων – οµορφιάς -εξιδανίκευσης απ’ τη µια, ζωικότητας-χυδαιότητας απ’ την άλλη, καθαρότητας και πορνείας- µε τις διάφορες σκηνές της ταινίας που µας «σοκάρουν» ή µας τροµάζουν.
Όπως και οι ήρωες της ταινίας, έτσι κι εµείς αισθανόµαστε συνεχώς την τροµακτική δυσκολία αυτού του ταξιδιού· δεν γινόµαστε ποτέ απλοί «καταναλωτές» του. Μόλις αφεθούµε να ταυτιστούµε µαζί τους, µας απωθεί µια νέα παράβαση των κανόνων. Μόλις πάµε να την ξεπεράσουµε, µας κάνει να ντρεπόµαστε το αδιάκοπο κοίταγµα των άλλων προσώπων της ταινίας, που παρακολουθούν το ζευγάρι στην τροµερή και πανέµορφη ερωτική του οδύσσεια. Και, στο τέλος, η αίσθηση του πνιγµού και του ευνουχισµού µάς τροµοκρατεί. Είναι σαν µια φοβερή σάουνα: διαδοχικά καυτή και παγωµένη. Και η απεικόνιση είναι στο ύψος αυτής της καθαρότητας. Ρεαλιστική, κατά μέτωπο σχεδόν σαν ντοκιμαντέρ. Κανένας διανοητισμός ή συμβολισμός, πέρα από δύο υπέροχες στιγμές ονείρου, που ανοίγουν προοπτικές σ’ ένα χώρο εσωτερικό. Μόνο ακρίβεια, επαναληπτικότητα του χρόνου και του κλειστού χώρου, και, πότε πότε, κάποια καίρια πλάνα λεπτομερειών: το μαχαίρι, το στόμα της Σάντα …
Η ηρεμία της γραφής αφήνει να πολλαπλασιαστεί η ζωική ενέργεια, η βία, η χαρά της ελευθερίας όποιου περνάει εκούσια το κατώφλι του θανάτου μέσα απ’ την υπέρτατη λειτουργία της ζωής.
Γιάννης Μπακογιαννόπουλος
(Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης)

ΤΑΚΕΣΙ ΚΙΤΑΝΟ

Γεννήθηκε το 1947 και μεγάλωσε στο Τόκιο, μαζί με τα τέσσερα αδέρφια του. Εκείνη την εποχή ο κινηματογράφος δεν τύχαινε ιδιαίτερης υπόληψης στη χώρα του και η πρώτη επαφή του με τη μεγάλη οθόνη θα γίνει στο κολέγιο, όπου σπούδαζε μηχανικός. Η δεκαετία του ‘60 όμως θα μεταφέρει το επαναστατικό της πνεύμα και στην Ιαπωνία, έτσι σταδιακά εγκαταλείπει τις σπουδές του. Το 1972 θα εργαστεί σε ένα στριπτιζάδικο και θα δημιουργήσει με τον Κιγιόσι Κανέκο ένα manzai (ντουέτο stand-up comedy) με το όνομα The Two Beats. Από αυτή την εποχή προέρχεται και το όνομα Beat Takeshi, το οποίο χρησιμοποιεί συνήθως ως ηθοποιός. Αρκετά καυστικός και επιθετικός δεν φοβάται να παίρνει ρίσκα ως κωμικός, κάτι που τον κάνει να ξεχωρίζει και γρήγορα θα κάνει τη μετάβαση στη μικρή οθόνη.
Μετά από παρακίνηση του Ναγκίσα Όσιμα, θα δοκιμάσει τις δυνάμεις του πέρα από την κωμωδία. Στις αρχές του ’80 οι δύο Beat θα χωρίσουν και θα κάνει τα πρώτα βήματα στον κινηματογράφο ως ηθοποιός, συνεχίζοντας την καριέρα του στην τηλεόραση. Δυστυχώς μόλις το 1983, όταν εμφανίζεται στο «Καλά Χριστούγεννα, Κύριε Λόρενς» («Merry Christmas, Mr.Lawrence») του Όσιμα, οι συμπατριώτες του θα τον δεχτούν και ως δραματικό ηθοποιό.
Το 1989 και χωρίς να έχει ιδιαίτερες γνώσεις σκηνοθεσίας θα βρεθεί πίσω από την κάμερα, εξ’ αιτίας της αποχώρησης του σκηνοθέτη Κίντζι Φουκασάκου, στην ταινία «Violent Cop» όπου αρχικά απλώς θα πρωταγωνιστούσε. Ο ίδιος δηλώνει για αυτή του την εμπειρία: «Όταν γυρίζεις στην Ιαπωνία μπορούν να εισχωρήσουν μέσα στο πλάνο σου πολλά στοιχεία που δε θες, οπότε έδωσα μάχη με το συνεργείο μου προκειμένου να μην υπάρχουν έντονες κινήσεις της κάμερας».
Είναι εμφανή ήδη λοιπόν τα στοιχεία που τον χαρακτηρίζουν: τα μεγάλα πλάνα χωρίς ιδιαίτερες κινήσεις της κάμερας. οι εικόνες της ανατριχιαστικής ηρεμίας πριν από τα έντονα ξεσπάσματα της βίας, οι ιστορίες ανθρώπων που βρίσκουν τη λύτρωση μέσω του θανάτου και τα θέματα σχετικά με τη yakuza (η ιαπωνική Μαφία).. Το «Sonatine» του 1993 θα αποτελέσει μία από την καλύτερες ταινίες του αυτής της περιόδου στην οποία βρίσκει έκφραση η πεποίθηση του Κιτάνο ότι «ο τρόπος που προσεγγίζουμε το θάνατο μπορεί να αλλάξει την οπτική που έχουμε για τη ζωή.»
Με το «Getting Any» του 1994 θα δοκιμάσει τις δυνάμεις του στην κωμωδία χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με ένα σοβαρό τροχαίο από το οποίο θα κάνει δύο μήνες για να αναρρώσει, θα φέρει αρκετές αλλαγές στη ζωή του. Επιστρέφει το 1996 με το «Kids Return», το οποίο διαφοροποιείται από τη μέχρι τότε φιλμογραφία του: δεν υπάρχει μόνον ένας κεντρικός ήρωας, ο θάνατος δεν αποτελεί λύση, υπάρχουν αρκετοί περιφερειακοί χαρακτήρες, δεν παίζει ο ίδιος ενώ είχε εμπορική επιτυχία στην Ιαπωνία.
Η χρονιά ορόσημο θα είναι το 1997 όταν με τα «Πυροτεχνήματα» («Hana-Bi») θα κερδίσει το Χρυσό Λιοντάρι στη Βενετία. Ο Τακέσι σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί, κερδίζοντας την αγάπη κοινού και κριτικών διεθνώς. Η συνέχεια θα είναι στις Κάννες με το «Ταξίδι Του Κικουτζίρο» («Kikujiro Νo Νatsu», 1998) που λαμβάνει μέρος στο διαγωνιστικό τμήμα. Το «…Κικουτζίρο» αποστασιοποιείται από τα βίαια θέματα των ταινιών του Τακέσι και αποτελεί την πιο φωτεινή του ταινία.
Το 1999 θα εμφανιστεί στο «Taboo» («Gohato») του Όσιμα και θα κάνει τις προετοιμασίες για την πρώτη του ταινία γυρισμένη εκτός Ιαπωνίας, τον «Αδερφό Εξ’ Αίματος» («Brother», 2000). Ριψοκίνδυνο βήμα που θα δώσει αφορμή για διάφορα σχόλια περί «αμερικανοποίησης»…Η απάντησή του; «Ποτέ ένας Κιτάνο δε θα είναι Αμερικανός, δεν το πιστεύω. Το μόνο αμερικανικό στην ταινία είναι ότι γυρίστηκε στο Λος
Άντζελες”.

Θα εμφανιστεί στο «Battle Royale» που θα αποτελέσει μία από τις πιο αμφιλεγόμενες ταινίες διεθνώς, αλλά θα κατακτήσει το ιαπωνικό box office πριν μας μαγέψει με τις «Κούκλες» (Dolls, 2002). Ένας ακόμα καλλιτεχνικός θρίαμβος με μια εκπληκτική φωτογραφία και μια χρωματική παλέτα που δημιουργεί πίνακες ζωγραφικής, αποδεικνύοντας πως η ομορφιά και ο θάνατος αποτελούν αδιάσπαστα στοιχεία.
Το «Zatoichi» που ακολούθησε απέσπασε το βραβείο κοινού στη Βενετία και αποτέλεσε την πρώτη ταινία του, μετά το «Violent Cop», που δεν έχει γραφτεί από τον ίδιο και την πρώτη του απόπειρα στο σινεμά «εποχής». Ο Zatoichi αποτελεί έναν ήρωα – θρύλο του ιαπωνικού σινεμά που τον είχε ενσαρκώσει ο Shiantaro Katsu σε 20 ταινίες και μία τηλεοπτική σειρά. Ο σκηνοθέτης αρχικά δίσταζε να αναλάβει το ρόλο, λόγω της σύνδεσης του ήρωα με το πρόσωπο του Katsu. Τελικά όμως πείστηκε αλλά υπό τον όρο ότι θα του δινόταν η δυνατότητα να «αναπλάσει» τον χαρακτήρα. Ο Zatoichi, ο τυφλός αήττητος σαμουράι (ρονίν θα έπρεπε να πούμε καλύτερα), έγινε από μελαχρινός ξανθός, έβγαλε το χρωματιστό παραδοσιακό κιμονό και φόρεσε μαύρα, ενώ η γενική αναπαράσταση της εποχής δεν έμεινε πιστή στα ιστορικά στοιχεία.

ΝΤΕΙΒΙΝΤ ΜΠΑΟΥΙ

Ο David Robert Jones γεννήθηκε στο Brixton, στις 8 Ιανουαρίου 1947. Σε ηλικία 13 χρόνων, εμπνευσμένος από την μουσική jazz, ξεκινά μαθήματα σαξόφωνου. Τα πρώτα συγκροτήματα (The Kon Rads, The King Bees, The Mannish Boys, The Lower Third) στα οποία συμμετείχε, τον εισήγαγαν στον κόσμο της μουσικής ποπ και το 1966 αποφασίζει να ξεκινήσει την δική του καριέρα, σαν David Bowie.
• Το 1969 ήταν η χρονιά ορόσημο στην πορεία του, όταν και κυκλοφόρησε το θρυλικό πλέον τραγούδι του «Space oddity», που «σκαρφάλωσε» μέχρι το Νο 5 του βρετανικού chart. Ήταν εξάλλου εκείνη την εποχή που ο Bowie πειραματιζόταν με τα media, τον κινηματογράφο, την μιμητική τέχνη, τον βουδισμό, την ηθοποιία και την αγάπη. Ακολούθησε, μετά από το τραγούδι «Space oddity», το album, με τίτλο τ’ όνομά του ( τ’ οποίο στην συνέχεια μετονομάστηκε «Man of words, Man of music»), που αντλούσε την έμπνευσή του από τις λονδρέζικες καλλιτεχνικές επιρροές του Bowie και αναδείκνυε έκδηλα την μεγάλη συνθετική του φλέβα που, λίγο αργότερα, θα έγραφε μερικές από τις ωραιότερες σελίδες του rock’n’roll.
• Το album «The man who sold the world» ηχογραφήθηκε με την συμμετοχή του κιθαρίστα Mick Ronson, η τεχνική του οποίου αποτέλεσε την απαρχή του heavy metal ύφους. Κυκλοφόρησε το 1971, με τον Bowie να ταξιδεύει για πρώτη φορά στην Αμερική.
• Ακολούθησαν τα album «Hunky dory» (στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν και οι επιτυχίες «Changes» και «Life on Mars») και «The rise and fall of Ziggy Stardust & The Spiders from Mars», που αμέσως έγιναν κλασσικά. 1972 και ο Bowie αρχίζει να κατακτά, σταθερά πια, την ποπ, ανεβάζοντας τον «Ziggy Stardust» στο Λονδίνο, σε μία συναρπαστική και εντυπωσιακή παράσταση, που άφησε εποχή, «χτίζοντας» άμεσα τον μύθο του superstar. Τον ίδιο χρόνο επιμελήθηκε και την παραγωγή στο album «Transformer» του Lou Reed και «All the young dudes» των Mott the Hoople.
• Ακολούθησε η περιοδεία του «Ziggy» στην Αμερική, με προπωλημένα τα εισιτήρια και με συγκλονιστικές εμφανίσεις του πάνω στην σκηνή που γοήτευσαν τους πάντες. Και ξαφνικά, μέσα στην «τρέλα» του «Ziggy», κυκλοφορεί το album «Aladdin sane», το 1973, έχοντας σαν βασικό του θέμα τις εμπειρίες του από την περιοδεία του στην Αμερική.
• Το album «Pin ups» κυκλοφόρησε το 1973 και ήταν η τελευταία φορά που ο Bowie συνεργαζόταν με τον Mick Ronson και τον παραγωγό Ken Scott. Το album αυτό ήταν μία αναφορά στους βρετανούς καλλιτέχνες που τον επηρέασαν στην καριέρα του, ανάμεσα στο διάστημα 1964 – 1967 και τον ίδιο χρόνο κυκλοφορεί το album «Diamond dogs», που αποτέλεσε τον αντίποδα στην εξάπλωση της μουσικής disco, που εκείνη την εποχή είχε αρχίσει να κυριαρχεί. Το 1974 περιόδευσε και πάλι στην Αμερική, ηχογραφώντας ζωντανά το διπλό album «David Live».
• Το 1975 κυκλοφορεί το album «Young Americans», στο οποίο συνεργαζόταν με τον John Lennon, στο τραγούδι «Fame», που ήταν και το πρώτο του Νο 1 στην Αμερική. Λίγο αργότερα εγκαθίσταται στο Los Angeles, πρωταγωνιστώντας και στην ταινία επιστημονικής φαντασίας The man who fell to earth, μετά την ολοκλήρωση της οποίας επιστρέφει αμέσως στο studio, κυκλοφορώντας το album «Station to station». Ακολούθησε η White Light περιοδεία του και το 1976 κυκλοφορεί το album «Changes one Bowie», με επιλογή του υλικού του από την συνεργασία του με την εταιρεία RCA. Ο Bowie και πάλι αλλάζει τόπο διαμονής, επιλέγοντας αυτή την φορά το Βερολίνο. Τα album «Low» και «Heroes» ηχογραφήθηκαν κατά την διάρκεια της παραμονής του στην Γερμανία, με την συνεργασία των Brian Eno και Tony Visconti.
• Το «Low» κυκλοφόρησε το 1977, με το single «Sound and vision» να «χτυπά» το Νο 2 του βρετανικού chart. Την ίδια εποχή, στο Βερολίνο, βρισκόταν και ο φίλος του Iggy Pop, μαζί με τον οποίον συνεργάστηκαν στην παραγωγή, κυκλοφορώντας το άλμπουμ του Iggy Pop «The idiot» και λίγο αργότερα το άλμπουμ «Lust for life». Το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, κατόρθωσε ν’ αποβάλει τον φόβο της πτήσης με τ’ αεροπλάνα, συνοδεύοντας τον Iggy, σαν πιανίστας, στην περιοδεία του.
• Στο «Heroes» συνεργάζεται με τον κιθαρίστα Robert Fripp (King Crimson), σ’ ένα album που περιελάμβανε και τ’ ομότιτλο τραγούδι επιτυχία, που αφορούσε, στιχουργικά, την αγάπη ενός ζευγαριού κοντά στο τείχος του Βερολίνου.
• Η επόμενη «επίθεσή» του, στον χώρο της 7ης τέχνης, έρχεται με την ταινία Just a gigolo και το 1978 αρχίζει και πάλι να περιοδεύει, σ’ ένα διάλειμμα δε της περιοδείας του, βρίσκει τον χρόνο ν’ αναλάβει τον ρόλο του αφηγητή στο album «Peter and the wolf», μαζί με την Philadelphia Orchestra, αποτέλεσμα των πολλών πρωτοβουλιών του που αφορούν τα παιδιά.
• Το album «Stage» κυκλοφόρησε το 1978, με υλικό από τις περιοδείες του στην Αμερική και των χρόνων που βρισκόταν στην Γερμανία. Τοπογραφικά, επανατοποθετείται στην Ελβετία που αργότερα εγκαταλείπει για να εγκατασταθεί στην εξωτική Ινδονησία.
• Το 1979 ηχογραφεί το album «Lodger» και το 1980 ανεβάζει, στο Broadway, μέσα σε διθυραμβικές κριτικές, το Elephant man. To 1980 κυκλοφορεί το album «Scary monsters». Δύο χρόνια αργότερα εμφανίζεται στις ταινίες The hunger, Merry Christmas Mr. Lawrence, ενώ συνέθεσε και το βασικό θέμα της ταινίας Cat People. Το 1982 κυκλοφορεί η συλλογή «Changes two bowie» και το 1983 υπογράφει συμβόλαιο με την εταιρεία EMI, στην οποία κυκλοφόρησε το album «Let’s dance», σε παραγωγή Nile Rodgers (Chic). Ακολούθησε (1984) το άλμπουμ «Tonight», η συμμετοχή του στο Live Aid, η Glass Spider περιοδεία του (με επικεφαλής κιθαρίστα τον Peter Frampton), ένα ντουέτο του με τον Mick Jagger ενέργειες που διατηρούσαν ζωντανή την εικόνα του στο κοινό του, σ’ όλη την διάρκεια των 80’s.
• Το 1988 σχηματίζει το συγκρότημα Tin Machine, με την συμμετοχή των Sales Brothers, κυκλοφορώντας δύο πολυπλατινένια άλμπουμ, στα οποία δοκίμασαν κάθε τι εναλλακτικό, μέχρι και διασκευή σε τραγούδι των Pixies! Οι Tin Machine διαλύθηκαν το 1992. 1993 και επιστροφή στα προσωπικά του άλμπουμ, με το Νο 1 στο βρετανικό chart, «Black tie white noise» (σε παραγωγή και πάλι του Nile Rodgers) και την κυκλοφορία ενός από τα πρώτα cd roms, στον χώρο της μουσικής rock, με τίτλο Jump.
• Το 1994 συνεργάζεται και πάλι με τον Brian Eno, στο concept άλμπουμ «Outside» και το 1996 ξεκινά μία περιοδεία στην Αμερική, μαζί με τους Nine Inch Nails, Neil Young και Pearl Jam. Ακολουθεί το νέο του τραγούδι «Little wonder» και το album «Earthling». Το 1997 κυκλοφορεί, μαζί με τον Brian Eno, το τραγούδι «I’ m afraid of Americans», που πρωταγωνίστησε στα Αμερικάνικα charts για περισσότερους από τρείς μήνες, με το video clip να εμφανίζει τον Trent Renzor να κυνηγά τον Bowie στους δρόμους του Greenwich village. Τόσο οι ίδιοι οι Nine Inch Nails, όσο και οι Smashing Pumpkins και Marilyn Manson τον τοποθετούν στην κορυφή των επιρροών τους, ενώ ο Bowie κατόρθωσε να διεισδύσει και στο κινηματογραφόφιλο κοινό της Αμερικής, εμφανιζόμενος στην ταινία Basquiat, δίπλα στους Gary Oldman, Christopher Walken, Dennis Hopper, υποδυόμενος τον Andy Warhol.
• Τον Ιανουάριο του 1997, γιόρτασε τα 50 του γενέθλια, με μία φανταστική εμφάνισή του στο Madison Square Garden της Νέας Υόρκης, με την συμμετοχή των φανατικών φίλων και οπαδών του Lou Reed, Sonic Youth, Robert Smith, Billy Corgan, Foo Fighters, Frank Black. Πάντα πρωτοπόρος, κυκλοφόρησε, μέσω του internet, το τραγούδι «Telling lies».
• Το 1998 δημιουργεί το bowieNet (www.davidbowie.com), που είναι και το πρώτο στο κόσμο που δημιουργήθηκε από καλλιτέχνη, με σκοπό την παροχή υπηρεσιών, χρησιμοποιώντας την τελευταία λέξη της τεχνολογίας, απρόσκοπτη επαφή με το internet, μουσικά και οικονομικά νέα, σπορτς και πολύ καλή μουσική, ειδικά για τους οπαδούς του, που μπορούν να έχουν πρόσβαση σε ακυκλοφόρητο υλικό, φωτογραφίες, video clips και κριτικές από κάθε μουσικό είδος.
• Επίσης, ο ίδιος αφιερώνει σημαντικό χρόνο, τόσο στα real – time chats, όσο και στα cyberchats. Το 1999 έπαιξε τον πρώτο ρόλο στην ταινία Exhuming Mr. Rice, ίδρυσε το David Bowie Radio Network, μέσα στο Rolling Stone Radio website, με μουσική 24 ώρες την ημέρα, 7 φορές την εβδομάδα. Ανάμεσα στα τραγούδια του playlist υπάρχουν και 54 κομμάτια, όλα προσωπικές επιλογές του.
• Τον ίδιο χρόνο του απονεμήθηκε το τιμητικό doctorate στην μουσική, από το φημισμένο Berklee College of Music, της Βοστώνης. Ανάλογη τιμητική διάκριση είχαν δεχθεί στο παρελθόν ονόματα όπως B.B. King, Sting, James Taylor, Dizzy Gillespie, Quincy Jones. Τον Οκτώβριο κυκλοφόρησε το άλμπουμ «Hours», 23ο στην δισκογραφική του καριέρα, επιστρέφοντας στους ήχους της εποχής του «Hunky dory».
• Τον Μάρτιο του 2002, η εταιρεία Columbia, ανακοίνωσε την υπογραφή του David Bowie, καταλήγοντας σε μία συμφωνία που περιλαμβάνει την κυκλοφορία των άλμπουμ του Bowie, που ηχογραφούνται στην προσωπική του εταιρεία ISO Records.
• Το «Heathen» (απολίτιστος, ειδωλολάτρης) είναι το τελευταίο του άλμπουμ, και βρίσκει τον σημαντικό καλλιτέχνη να συνεργάζεται και πάλι (μετά από διάστημα δύο δεκαετιών) με τον παραγωγό Tony Visconti, με τον οποίον είχαν συνεργαστεί στο παρελθόν σε κλασσικά άλμπουμ, όπως τα Young Americans, Low, Heroes, Scary monsters.
• Ο Bowie, εδώ και τόσα χρόνια, κυριαρχεί στο μουσικό προσκήνιο, παρουσιάζοντας πάντα εφευρετικά τραγούδια, αδιαφορώντας και αγνοώντας κάθε μουσικό ύφος και τάση, συνδυάζοντας συχνά ασύμβατες μεταξύ τους φόρμες. Με την ίδια ευκολία που «δημιουργεί» έναν χαρακτήρα, με την ίδια ακριβώς ευκολία τον αποβάλλει, τον επαναπροσδιορίζει και επανατοποθετείται. Από το ταπεινό folk ξεκίνημά του, μέχρι τον δόξα που του προσέφερε η εικόνα του Ziggy Stardust, μέχρι στην γοητεία που του αποδόθηκε σαν Thin White Duke, συνέχεια συνεχίζει να μας εντυπωσιάζει και να μας συναρπάζει με κάθε του κίνηση.
• To 2003 κυκλοφορεί το «Reality» και παράλληλα πραγματοποιεί μία μίνι περιοδεία στην Ευρώπη που φτάνει ως την Αμερική.
• Η κακή κυκλοφορία στις αρτηρίες της καρδιάς τον οδήγησαν σε εγχείρηση το 2004 που τον κάνουν να αναστείλει λίγο τα μουσικά του σχέδια.
• Τον Φεβρουάριο του 2006 στην απονομή των βραβείων Grammy του δίδεται βραβείο για τη συνολική του προσφορά στη μουσική.

ΡΙΓΟΥΙΤΣΙ ΣΑΚΑΜΟΤΟ

O Ryuichi Sakamoto γεννήθηκε στο Τόκυο της Ιαπωνίας στις 17 Ιανουαρίου 1952. Σπούδασε μουσική στο Τόκυο και το 1977 ήταν ήδη επαγγελματίας μουσικός, συνθέτης, ενορχηστρωτής και αργότερα παραγωγός. Το 1978 ίδρυσε τους Yellow Magic Orchestra, που μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια κυκλοφόρησαν 11 άλμπουμ κι αναγνωρίστηκαν, δίπλα στους Γερμανούς Kraftwerk, σαν βασιλείς της τεχνο-pop, ασκώντας σημαντική επιρροή σε πολλά μεταγενέστερα στιλ (rave, techno, ambient).
Η προσωπική του καριέρα, που χαρακτηρίστηκε από διεύρυνση των οριζόντων του στην κατεύθυνση της ethnic και της σύγχρονης έντεχνης μουσικής, άρχισε τo 1983 με το σάουντρακ τού «Merry Christmas Mr. Lawrence»του Nagisa Oshima. Ακολούθησε μια σειρά από εξαίρετα προσωπικά άλμπουμ και σάουντρακ, όπως οι πολυβραβευμένες δουλειές του για τα φιλμ «The Last Emperor» (1987), «Τhe Sheltering Sky» (1990) και «Little Buddha» (1993), του Bernardo Bertolucci, και το «High Heels» (1992), του Pedro Almodovar.
To σόου του 1995, στο Budokan, μεταδόθηκε μέσω Internet και υπολογίζεται ότι είχαν πρόσβαση σ’ αυτό συνολικά 400.000 άτομα.
Οι νεότερες δουλειές του Sakamoto, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το «Discord» (1998), παρουσίασαν με αξιώσεις ένα πρόσωπο κλασικίζον, με συμφωνικές δομές και έλλειψη ρυθμικών μέτρων, συγγενές με κάποιες πρόσφατες δουλειές των Gorecki και Part.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s