Mullholland Drive (ΟΔΟΣ ΜΑΛΧΟΛΑΝΤ, 2001) του Ντέηβιντ Λιντς, ΚΡΙΤΙΚΗ | η καλύτερη που γράφτηκε ποτέ για την ταινία από τον Δημήτρη Χάλκο

 

Κινηματογραφικοί Διάλογοι(Ο Βασίλης και η Ραφαέλα βγαίνουν από το σινεμά. Συζητούν.) 

                                          

Ρ: Πως σου φάνηκε η ταινία; Καταρχήν, κατάλαβες τι είδες;

Β:………

Ρ: Άσε! Για να μην απαντάς…Καλά, είσαι εντελώς τούβλο, το ξέρεις:

Β: Σταμάτα να με πειράζεις! Νομίζω πως κατάλαβα. Απλώς η ταινία είναι ακόμη φρέσκια στο μυαλό μου και θέλω να σκεφτώ λιγάκι για να ξεκαθαρίσω τα πράγματα.

Ρ: Τι είναι αυτό που σε μπερδεύει δηλαδή;

Β: Δεν μπορώ να πω ακριβώς τι με μπερδεύει. Καταλήγω πως η πραγματική ιστορία είναι εκείνη που μας δίνει ο Λιντς προς το τέλος με μια σειρά από σκηνές. – Η ξανθιά, μετά το θάνατο της θείας της, πηγαίνει στο Χόλιγουντ. Κάνει μια μικρή ασήμαντη καριέρα ως ηθο­ποιός, το ρίχνει στο λεσβιακό με τη μελαχρινή, έπειτα η μελαχρινή την παρατάει για να παντρευτεί το γοητευτικό σκηνοθέτη, και τότε η ξανθιά πληρώνει κάποιον εκτελεστή για να τη σκοτώσει.

Ρ: Ναι, και εκείνος φέρνει σε πέρας την αποστολή του και αυτό το καταλαβαίνουμε από το μπλε κλειδί που φτάνει στα χέρια της ξανθιάς όπως ακριβώς είχε συμφωνηθεί.

Β: Ναι, την ώρα της συναλλαγής, εκείνος της είχε πει πως, όταν όλα τελειώσουν, θα έβρισκε το κλειδί στο γνωστό μέρος.

mulholland-drive

Ο Βασίλης και    η Ραφαέλα προσπαθούν να λύσουν τον γρίφο που θέτει ο Ντέηβιντ Λιντς με το Mulholland Drive

 

Ρ: Κι ο Λιντς στο τέλος μας υπογραμμίζει την παρουσία του πάνω στο τραπέζι.

Β:  Κι έπειτα η ξανθιά κατά τη διάρκεια μιας κρίσης, βρισκόμενη σε παράκρουση, αυτοκτονεί.

Ρ: Έτσι ακριβώς.

Β:   Άρα,   όλα   τα   προηγούμενα   που   βλέπαμε   και προσπαθούσαμε να τα βάλουμε σε μια τάξη, δεν ήταν παρά κάποιο όνειρο που έβλεπε η ξανθιά, η Νταϊάν, ή η Μπέτυ, όπως μας συστήνεται στην αρχή της ταινίας.

Ρ: Δηλαδή, στο όνειρο.

– Στο οποίο τα πρόσωπα, τα ονόματα τους, οι ιδιότητες τους, είναι ανακατεμένα με τέτοιο τρόπο που να αποπροσανατολιζόμαστε. Να απομακρυνόμαστε από την πραγματικότητα.

Β: Αλλά, μέχρι να έρθουν οι τελευταίες διαφωτιστικές σκηνές, εμείς σα μαλάκες παίρνουμε το όνειρο στα σοβα­ρά, προσπαθώντας να βρούμε κάποιο νόημα, κάποιο νήμα που να συνδέει τις εικόνες του, ενώ τελικά κάθε τι σ’ αυτό δεν είναι παρά χαώδες και τυχαίο.

Ρ: Ε, όχι χαώδες και τυχαίο! Σε καμιά περίπτωση. Και η πλοκή του είναι μια χαρά καταληπτή, αλλά και όλες του οι σκηνές έχουν το νόημα τους.

Β: Δηλαδή;

Ρ: θέλω να πω πως κάθε σκηνή του ονείρου έχει μια εσωτερική αναγκαιότητα, και πως διαμορφώνει τον κόσμο σύμφωνα με τις ψυχικές ανάγκες της καημένης της ξανθιάς.

 malholland27.jpg

Β: Για κάντο πιο λιανά αυτό.

Ρ: Ας πούμε, στην πραγματικότητα η μελαχρινή είναι μια σταρ, μια μοιραία γυναίκα που αρνείται τον έρωτα της ασήμαντης ξανθιάς

– στο όνειρο όμως η ξανθιά είναι εκείνη που τους θαμπώνει όλους με το ταλέντο της, έχοντας τις προϋποθέσεις για μια λαμπρή καριέρα. Όσο για τη μελαχρινή, δεν είναι παρά ένα πλάσμα παραδομένο στη δικαιοδοσία της, χωρίς καν παρελθόν, χωρίς επιπλέον ζωή, πολύ ερωτευμένη, προ­σκολλημένη σ’ εκείνη. Στο όνειρο η μελαχρινή είναι σχεδόν ένα δημιούργημα της ξανθιάς. Και η σκηνή που εκείνη της προσαρμόζει μια περούκα με τρόπο ώστε να μοιάζουν οι δυο τους, το τονίζει αυτό.

malholland.jpg

Β: Μμμμ σαν να μην έχεις άδικο. Κι αν δούμε κι’ άλλες σκηνές του ονείρου κάτω απ’ το ίδιο πρίσμα.

Ρ: Τότε όλες τους αποκτούν συγκεκριμένο νόημα κ’ έχουν συγκεκριμένο λόγο ύπαρξης. -Η σκηνή όπου ο σκηνοθέτης γυρίζει σπίτι του ντυμέ­νος στην τρίχα, οδηγώντας το ακριβό του αμάξι, για να διαπιστώσει πως η γυναίκα του τον απατάει, να ξυλο­κοπηθεί, και να φύγει αξιοθρήνητος, ματωμένος, με λερωμένα πλέον ρούχα από τη ροζ μπογιά, δεν είναι παρά μια σκηνή όπου η ξανθιά ευφραίνεται, γελοιο­ποιώντας τον ερωτικό της αντίζηλο. – Αντίστοιχα, η σκηνή όπου ο εκτελεστής σκοτώνει τρία άτομα, με ανώδυνο κωμικό τρόπο, λες και θα μπο­ρούσε ο θάνατος να είναι κάτι το αστείο, είναι μια εικόνα που υποσυνείδητα έχει κατασκευάσει η ξανθιά, για να κατευνάσει τις τύψεις που νιώθει για το ότι οργάνωσε το θάνατο της μελαχρινής.

Β: Ναι, προσπαθεί να αφαιρέσει από το θάνατο το τραγικό του στοιχείο.

Ρ: Τον ντύνει με κωμικά στοιχεία ώστε να αθωώσει τον εαυτό της.

Β:   Κι  ακόμα, τώρα που  με έβαλες σ’  αυτή τη μαλακισμένη  διαδικασία σκέψης,  στο όνειρο,  μια ολόκληρη ομάδα πως το λένε… μεγαλοαφεντικών

Ρ: Υψηλά ιστάμενων προσώπων.

Β: Τέτοιων! Πιέζει το σκηνοθέτη να προωθήσει μια άλλη ξανθιά ηθοποιό ονόματι Καμίλα Ρόουντς, πράγμα που τελικά ο σκηνοθέτης  κάνει.  Καμίλα  Ρόουντς όμως…

 malholland13.jpg

Ρ: Είναι το πραγματικό όνομα της μελαχρινής! Σωστά. Η ξανθιά, η Νταϊάν, μέσα από τ’ όνειρο της λέει στον εαυτό της πως η μελαχρινή έγινε σταρ, ανέβηκε, γιατί -την επέβαλαν κάποια πρόσωπα που στέκονταν άνωθεν, για λόγους άσχετους με το ταλέντο της. Και πως η ίδια αδικήθηκε, βρισκόμενη εξ αρχής σε μειονεκτική θέση.

Β: Αλήθεια. Σε μια σκηνή η ξανθιά εξομολογείται πως ήθελε πολύ κάποιον ρόλο, τελικά όμως η μελαχρινή, η Καμίλα, ήταν αυτή που τον πήρε. Στο όνειρο, διατυ­πώνει συγκαλυμμένα τη γνώμη της για το πώς η Καμί­λα πήρε το ρόλο αυτό.

Ρ: Κάποιος είπε «αυτό είναι το κορίτσι!» ε; πράγμα που δεν φαίνεται να απέχει και πολύ από την πραγμα­τικότητα, αν αναλογιστούμε την άνεση με την οποία ξαπλώνει στα κρεβάτια αυτή η Καμίλα. Μπορούμε να φανταστούμε πως της ανταποδίδεται αυτή της η ιδιότητα.

Β: Είναι και μια νύξη εναντίον του Χόλιγουντ αυτή, για τον τρόπο με τον οποίο κατασκευάζει τους σταρ. Ή όχι;

Ρ: Άντε, πάλι θα σε διαφωτίσω. Και βέβαια. Σ’ όλη την ταινία άλλωστε ο Λιντς κοιτάζει με ειρωνεία τη βιομηχανία του θεάματος.

-Δύστροποι παραγωγοί που προωθούν τις ερωμένες τους, γελαδάρηδες που κόβουν και ράβουν, μάνατζερ υποχείρια, σκηνοθέτες ανδρείκελα – σαν τον καημένο τον Γουάλι που η δόξα του έχει περάσει εδώ και είκοσι χρόνια – δημιουργοί αδύναμοι ν’ αντισταθούν στις διάφορες πιέσεις, αδύναμοι ν’ ακολουθήσουν το δικό τους όραμα. Η ολοένα αυξα­νόμενη ανάγκη τους για μεγάλη και πολυτελή ζωή τελικά το

αντικαθιστά. Αυτό είναι το Χόλιγουντ, μας λέει ο Λιντς, ή τουλάχιστον, αυτό είναι ένα μέρος του Χόλιγουντ. Β: Για περίμενε. Όλες αυτές οι νύξεις που λες είναι μέσα στο όνειρο.

Ρ: Και τι έγινε; Είπα προηγουμένως πως το όνειρο της ξανθιάς μας απομακρύνει από την πραγματικότητα, της συγκεκριμένης όμως ιστορίας. Από μια άλλη άποψη, και πιο γενικά, είτε πλαγίως είτε ευθέως, προσεγγίζει τελικά το πραγματικό.

malholland9.jpg

Β: Κουλουβάχατα τα έχεις κάνει!

Ρ: Και  μάλιστα υπάρχουν και  σκηνές που  βγαίνουν απευθείας από την πραγματικότητα της συγκεκριμένης ιστορίας. Όπως εκείνη που η ξανθιά, γεμάτη όνειρα, φτάνει στο Λος Άντζελες, στο Χόλιγουντ.

Β: Ναι, και χαμογελάει σαν καθυστερημένο.

Ρ: Αυτή η σκηνή Βασίλη είναι πολύ σημαντική για την ταινία, γιατί αργότερα αντεστραμμένη, ασκεί δριμεία απομυθοποιητική κριτική στο σχήμα του Αμερικάνικου ονείρου και στο Χόλιγουντ που το εκπροσωπεί. -Η ξανθιά εκεί, θαμπωμένη με όσα βλέπει, με μια τεράστια ικανοποίηση να ζωγραφίζεται στο πρόσωπο της, αποχαιρετάει ένα μονίμως χαμογελαστό ζευγάρι, καλοσυνά­των ηλικιωμένων που τη συντρόφευαν στο ταξίδι της, κάνο­ντας την να αισθανθεί ασφάλεια, και ευοίωνα συναισθή­ματα.

-Στο τέλος όμως, όταν όλα έχουνε καταρρεύσει, η ξανθιά ταυτίζει τα ίδια αυτά γελαστά πρόσωπα με τον χειρότερο εφιάλτη.

Β: Και υπάρχει και η τελική σκηνή, επανάληψη προη­γούμενης, που ξανθιά και μελαχρινή χαζεύουν, μέσα από το αυτοκίνητο τους πάμφωτους δρόμους, παραδομένες στο γκλάμουρ. Ξέροντας όμως πως κατέληξαν οι δυο τους, αυτή η εικόνα μας φαίνεται πλέον ειρωνική.

Ρ: Ναι, κάπως έτσι. Β:….

Ρ: Ή καλύτερα, έτσι ακριβώς. Όλα είναι κρυστάλλινα σ’ αυτήν την ταινία και μετά μου λες ότι μπερδεύτηκες.

Β: Εντάξει, παραδέχομαι, όλα μοιάζουν καθαρά. Αλλά… υπάρχουν ακόμη κάποια σκοτεινά σημεία. Ας πούμε, η σκηνή στο κλαμπ Σιλέντσιο, που είναι λίγο περίεργη και δε δείχνει ξεκάθαρα τι ρόλο παίζει.

malholland24.jpg

Ρ: Καημένε μου Βασίλη. Φως φανάρι. Καταρχήν είναι μια σκηνή που λειτουργεί ως εφαλτήριο για να ξεκουρδιστεί το όνειρο και να περάσουμε στο πραγματικό. Αλλά είναι και κάτι ακόμα.

– Συμφωνήσαμε πριν, πως το Μαλχόλαντ Ντράιβ είναι μια ταινία που κατά βάση μιλάει για το Χόλιγουντ. Νομίζω πως τελικά δεν μιλάει μονάχα γι’ αυτό, αλλά και για κάτι πλατύ­τερο. Μιλάει για τη φύση του ίδιου του κινηματογράφου.

Β: Και τι μας λέει;

Ρ: Η σκηνή στο κλαμπ δεν είναι παρά μια μπροσούρα, με την οποία ο Λιντς απομονώνει από τη μία αυτό που θεωρεί ουσία της τέχνης του σινεμά, και από την άλλη υπερασπίζει μάλλον το είδος των ταινιών που έχει επιλέξει να κάνει

– Αυτή η σκηνή μας αποκαλύπτει ολόκληρο το μηχανισμό πάνω στον οποίο στηρίζεται μια ταινία σαν το Μαλχόλαντ Ντράιβ.

Β: Ωχ! Άρχισες τις μαλακισμένες θεωρητικολογίες σου και μάλλον ήρθε η ώρα να την κάνω. Ρ: Όχι, άκου. Είναι απλό.

–   Ο  «μάγος»  πάνω  στην σκηνή του  κλαμπ Σιλέντσιο επαναλαμβάνει  μονότονα.  «Δεν  υπάρχει  μπάντα,  δεν υπάρχει ορχήστρα. Όλα είναι μαγνητοταινία.» Και όμως! Με μια κίνηση του χεριού του, με μια διαταγή του, μπο­ρούμε ν’ ακούσουμε τον ήχο μιας τρομπέτας, ενός τρομπονιού, ότι αυτός θέλει.

–  «Όλα είναι παραίσθηση», λέει ο μάγος, κ’ όμως αυτή η παραίσθηση είναι τόσο δυνατή που μοιάζει πιο αληθινή κ’ από την πραγματικότητα. Η τραγουδίστρια με το τραγούδι της, κάνει τις δυο κοπέλες να κλάψουν. Κ’ όμως και το τραγούδι αυτό είναι μαγνητοφωνημένο. Οι κοπέλες το αντιλαμβάνονται όταν εκείνη πέφτει κάτω, όμως συνεχίζουν να κλαίνε.

–  Η – κατά τον Λιντς – παραίσθηση είναι πανίσχυρη.

Β:  Λες λοιπόν πως  και ο  κινηματογράφος είναι  μια παραίσθηση.

Ρ:  Μα τι άλλο είναι,  εκτός από παραίσθηση!  Πάρε παράδειγμα το Μαλχόλαντ Ντράιβ.

–  Εδώ το ρόλο του μάγου τον παίζει στην ουσία ο ίδιος ο Λιντς. Η ταινία αρχίζει, μας βομβαρδίζει με μια σειρά από σκηνές, που εμείς προσπαθούμε να τις συνδέσουμε, σιγά σιγά μας βάζει στην ψυχολογία των ηρώων, η πλοκή μας απορροφά.

– Με μια σειρά από «κινήσεις των χεριών του», ο Λιντς κινεί το φανταστικό του κόσμο κατά πως θέλει, και ‘μεις σαν υπνωτισμένοι τον ακολουθούμε.  Τρομάζουμε, γελάμε, κλαίμε, σα κουρδισμένοι, ακριβώς τη στιγμή που εκείνος θέλει να τρομάξουμε, να γελάσουμε, να κλάψουμε.

Β: Και στο τέλος ανακαλύπτουμε πως όλ’ αυτά που μας έβαλαν σε τέτοιες διαδικασίες δεν ήταν παρά το όνειρο της ξανθιάς ηρωίδας, δηλαδή παραίσθηση.

Ρ: Κι έτσι με το που το συνειδητοποιούμε αυτό, εκλαμβά­νουμε ως πραγματική ιστορία τις τελικές στιγμές, στις οποίες η Μπέτι γίνεται Νταϊάν, και η μελαχρινή η Ρίτα, ΚαμίλαΚι όμως..

–  Κι αυτό που τώρα αντιμετωπίζουμε σαν πραγματικό, δεν είναι παρά παραίσθηση, το ίδιο ψεύτικο με το όνειρο της ξανθιάς, γιατί ανήκει κ’ εκείνο στην ίδια ταινία

–  μια ταινία που όπως όλες οι ταινίες μας παρουσιάζει φανταστικούς χαρακτήρες, και φανταστικά γεγονότα.

Β:………

 malholland31.jpg

Ρ: Κι αναρωτιέμαι, και πιστεύω πως το ίδιο αναρωτιέται και ο Λιντς. Αφού μια ταινία δεν είναι παρά μια παραίσθηση, κάτι το μη πραγματικό, είναι άραγε αναγκαίο να υπακούει σεναριακά σε μια λογική ρασιοναλιστική; Είναι αναγκαίο να έχει νόημα;

-Αν μία παραίσθηση  μοιάζει εξ ορισμού να στερείται εκλογικευμένου νοήματος γιατί πρέπει άραγε μια ταινία να μας παρουσιάζεται νοηματικά εκλογικευμένη;

–  Οι θεατές περιμένουν από μια ταινία να εικονοποιεί μια καταληπτή ιστορία όμως γιατί η παραίσθηση οφείλει να είναι καταληπτή;

Β: Γιατί; Γιατί; Γιατί σκοτώσανε γιατί το γελαστό τον ποιητή; Ρ: Είσαι πολύ μαλάκας Βασίλη, θέλω να πω. Τα σκετσάκια που παρουσιάζονται στο κλαμπ Σιλέντσιο αποσκοπούν στην κινητοποίηση των αισθήσεων προς κάποιες κατευθύνσεις συγγενικές με το ασυνείδητο. Και όχι στην παράθεση νοημάτων.

–  Πιστεύω πως ο Λιντς μας λέει πως θα μπορούσε να συμβαίνει το ίδιο και στον κινηματογράφο. Θυμήσου το Lost Highway (Χαμένη λεωφόρο) που είχε γυρίσει πριν πέντε χρόνια και που  δεν είχε καμιά σχέση  με τον ορθολογισμό. Νομίζω πως τέτοιες ταινίες θα ήθελε να κάνει πάντοτε ο Λιντς.

Β: Ναι, την θυμάμαι. Ότι του κατέβαινε έκανε ο Λιντς σ’ αυτό το φιλμ.

Ρ: Και στο Μαλχόλαντ Ντράιβ ακόμη, μέχρι να μας τα εξηγήσει όλα και να τα βάλει στη θέση τους, αναρωτιό­μαστε τι στο διάολο γίνεται, και όμως σκέφτομαι πως η ταινία θα μπορούσε να εξελιχθεί, να αναπτυχθεί, να τελειώ­σει, μέσα σ’ αυτό το χάος, χωρίς να είναι υποχρεωμένη να δώσει την παραμικρή εξήγηση.

Β: Σ’ αυτήν την περίπτωση θα ήτανε μια βλακεία και μισή. Ρ: Έτσι λες. Όμως, μπορεί το νόημα της ταινίας όπως το αναπτύξαμε πιο πριν να έλειπε, θα μας έμεναν όμως αρ­κούντως σημαντικά πράγματα κ’ επιπλέον, η τεράστια δύναμη που εκπέμπει η αταξινόμητη φαντασία. Β:  Άσε τη  φαντασία.  Σαν ποια αρκούντως σημαντικά πράγματα;

Ρ: Η κάθε σκηνή χωριστά, με την ουσία της να βρίσκεται μέσα στη φόρμα της,

–   η  δράση,  αποσπασματική,  ασύνδετη,  αλλά σε κάθε περίπτωση δράση. (Θα καλύψει ο δολοφόνος τα ίχνη του εγκλήματος; Θα βγει η ηρωίδα ζωντανή από το αυτοκίνητο; Θα πετύχει η άλλη ηρωίδα – η οποιαδήποτε ηρωίδα – στην οντισιόν;)

–  ο τρόπος που διασταυρώνονται τα βλέμματα. Οι χειρο­νομίες. Οι στάσεις των σωμάτων.

–  και σε ρωτάω: Δε θα σου αρκούσε και μόνο η ιδιότυπη στιλιστική του Λιντς που έχει τον τρόπο να κινηματογραφεί νοσηρά τα πάντα, τα σπίτια, τα δέντρα, το γρασίδι, ένα πιάτο με αβγά και χοιρομέρι, τους δρόμους; Κ’ όλα να βρίσκονται σ’ έναν χώρο απειλητικό, αφιλόξενο, έτοιμο να καταπιεί τους ήρωες και τα αντικείμενα;

Β: Όχι, μια και με ρωτάς, δεν θα μου αρκούσε.

Ρ: (σκεφτική) Να σου πω την αλήθεια, μάλλον ούτε εμένα δε θα μου έφτανε. Ίσως όμως και να είναι ζήτημα εξοι­κείωσης.

Β: Άμοιρη Ραφαέλα! Πάντοτε ονειρευόσουνα να ήσουνα περισσότερο κουλτουριάρα απ’ ότι πραγματικά είσαι!

Ρ: Όχι, απλώς, έχοντας συνηθίσει όλοι μας σ’ έναν συμβατικό κινηματογράφο, δυσκολευόμαστε να επικοι­νωνήσουμε με ταινίες που σεναριακά είναι μη εκλογικευ­μένες, αλλά που δεν σημαίνει ότι είναι και αποπνευματοποιημένες.

Β:  Βαριά κουλτούρα πλάκωσε!  Προφανώς μιλάς για κινηματογράφο  πού  θα  αποκαλούνταν πειραματικός. Εντάξει, χρειάζεται κ’ αυτός. Αρκεί βέβαια να μπορούμε να ξεχωρίσουμε το πραγματικά πειραματικό από εκείνο που φτιάχτηκε για να δείχνει τέτοιο. ‘Ε, Ραφαέλα;

Ρ: Ναι, κ’ αυτό δεν είναι και τόσο εύκολο! Β: Δεν είναι όμως και τόσο δύσκολο. Τέλος.

Κείμενο: Δημήτρης Χάλκος || η κριτική γράφτηκε στο έντυπο περιοδικό Camera Stylo το 2001

Σεμινάριο Δημιουργίας Ντοκιμαντέρ 2016 | Έναρξη: Τρίτη εβδομάδα του Φεβρουαρίου

«120 Χρόνια Ιστορίας Κινηματογράφου» σε 10 Μαθήματα: 1960-1970 | Σάββατο 23 Ιανουαρίου 2016 στις 17.00

Σεμινάριο Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου 2016 και Δημιουργίας Ταινίας Μικρού Μήκους χωρίς προϋπολογισμό (NO BUDGET) : Ανοιχτή ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ Κυριακή 24.1.2016, 19.00

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s