Η Ωραία Καβγατζού (La Belle Noiseuse, 1991) του Ζακ Ριβέτ| αναλυτική παρουσίαση-κριτικές

La Belle Noiseuse
Σινεφίλ 1991 | Έγχρ. | Διάρκεια: 125′
Γαλλική ταινία, σκηνοθεσία Ζακ Ριβέτ με τους: Μισέλ Πικολί, Εμανουέλ Μπεάρ, Τζέιν Μπίρκιν
Ένας διάσημος ζωγράφος προσπαθεί να κάμψει την αντίσταση του γυμνού του μοντέλου και να ολοκληρώσει έναν πίνακα, που θα είναι το αριστούργημά του.

Συνοπτική κριτική ( 3 / 5 Αθηνόραμα)
Αυτό ακριβώς είναι το θέμα της ταινίας του Ριβέτ: πώς μέσα από μια επίπονη διεργασία, η «αλήθεια» που αναδύει το γυμνό κορμί ενός μοντέλου μετου-σιώνεται, μέσα από τη δημιουργική πράξη του καλλιτέχνη, σε αντικείμενο τέχνης.

Σεμινάριο Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου 2016 και Δημιουργίας Ταινίας Μικρού Μήκους | έναρξη: Μέσα Φεβρουαρίου

Σεμινάριο Δημιουργίας Ντοκιμαντέρ 2016 | Έναρξη: Τρίτη εβδομάδα του Φεβρουαρίου

«120 Χρόνια Ιστορίας Κινηματογράφου» σε 10 Μαθήματα: 1960-1970 | Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2016 στις 17.00 | Αφιέρωμα Ζακ Ριβέτ -Νουβέλ Βαγκ

La Belle Noiseuse (Η Ωραία Καβγατζού)

Σκηνοθέτης: Jacques Rivette
Σενάριο: Pascal Bonitzer, Christine Laurent, Jacques Rivette βασισμένο στο διήγημα Le Chef-d’œuvre inconnu (The Unknown Masterpiece) του Honoré de Balzac
Φωτογραφία: William Lubtchansky
Μουσική: Igor Stravinsky
Ηθοποιοί: Michel Piccoli, Jane Birkin, Emmanuelle Béart, Marianne Denicourt, David Bursztein
Βραβεία: Μεγάλο βραβείο επιτροπής και υποψηφιότητα για Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών
Διάρκεια: 240′
Τοποθεσία: Γαλλία-Ελβετία, 1991

“Ένας ζωγράφος δεν πρέπει να ζωγραφίζει αυτό που βλέπει, αλλά αυτό που θα φανεί”

Paul Valéry

Η «Ωραία Καβγατζού» αποτελεί πραγματική δοκιμασία για τους φίλους του κινηματογράφου. Η μεγάλη της διάρκεια, ο ρυθμός κινηματογράφησης που στο μεγαλύτερο μέρος της ταινίας δεν επιταχύνεται από το μοντάζ αλλά και η ελάχιστη εξέλιξη της πλοκής συντελούν στην δημιουργία ενός αργόσυρτου μα και τρομερά γοητευτικού φιλμ.

Το σενάριο είναι βασισμένο στο έργο του Honoré de Balzac, “The Unknown Masterpiece”. Σε ένα χωριό της γαλλικής υπαίθρου ο Frenhofer, ένας πρώην ζωγράφος απολαμβάνει την γαλήνη της συνταξιοδότησής του μαζί με την γυναίκα του Liz. Την ηρεμία τους έρχεται να “ταράξει” o Nicolas μαζί με τη φίλη του Marianne. Ο Nicolas, θαυμαστής του Frenhofer θα φέρει ξανά στην επιφάνεια το ξεχασμένο και παρατημένο έργο “ La Belle Noiseuse”, προτείνοντας μάλιστα την Marianne ως μοντέλο. Η τελευταία, αν και αντίθετη με την απόφαση των δύο ανδρών, αποφασίζει να το κάνει. Στην πορεία, ξεπερνώντας την αρχική ακαμψία, θα καταλάβει πως το να είναι μοντέλο για έναν πίνακα δεν είναι όσο απλό φαίνεται. Μέσα από τριβές, διαφωνίες, βλέμματα και ατελείωτες ώρες απομόνωσης στο στούντιο, μοντέλο και καλλιτέχνης δεν θα είναι πια οι ίδιοι.

Και τι άλλο είναι η τέχνη αν όχι ένας καθρέφτης που αργά ή γρήγορα όλοι γυρνάμε για να αντικρύσουμε; Σε αυτόν τον καθρέφτη κρύβεται ένα κομμάτι του εαυτού μας που αγνοούσαμε την ύπαρξή του. Η γραφή στον μουσαμά δείχνει, φανερώνει και γνωρίζει όλα αυτά που ο άνθρωπος δεν μπορεί να δει με τα μάτια. Δεν είναι απλώς μια αποτύπωση, αυτό άλλωστε το έχει αναλάβει –εν μέρει- η φωτογραφία. Η ζωγραφική όμως δημιουργεί από το μηδέν. Έχοντας έναν λευκό καμβά, ο καλλιτέχνης ξεκινά μια προσπάθεια μετατροπής μιας αόρατης εικόνας σε αποτύπωμα. Η μετουσίωση μιας ιδέας, μιας εντύπωσης ή συναισθημάτων είναι μια επίπονη αλλά συνάμα και λυτρωτική διαδικασία. Καλλιτέχνης και μοντέλο προσπαθούν μέσα από αντιξοότητες, προσωπικά φράγματα και παλιές μνήμες να ξεπεράσουν εαυτούς και να αγγίξουν την λύτρωση. Ένας αυστηρά προσωπικός αγώνας που δεν επιδέχεται τρίτους.

Με μια πρώτη ανάγνωση, φαίνεται πως το γυμνό σώμα της Marianne πρωταγωνιστεί στην ταινία, δίνει τροφή στην πλοκή, εμπνέει τον καλλιτέχνη να δημιουργήσει, προκαλεί την ζήλια της Liz και του Nicolas. Όλα αυτά δεν είναι παρά η κάλυψη για κάτι πιο ουσιαστικό, για κάτι πιο βαθύ. Πρωταγωνιστής της ταινίας δεν είναι το γυμνό κορμί της Marianne, μα η γύμνια της ψυχής της. Ο Frenhofer θα θελήσει να «σπάσει» και να φτιάξει από την αρχή την Marianne, μόνο έτσι θα μπορέσει να φέρει στην επιφάνεια αυτό το ψάχνει. Δεν είναι το σώμα, αυτό άλλωστε είναι εύκολα ορατό, θέλει να δει και να φανερώσει ποια πραγματικά είναι η Marianne. Αυτή η φανέρωση, η ανάδυση του αόρατου και του απρόσιτου, αυτού που οι άνθρωποι ενστικτωδώς επιθυμούν να κρύψουν και να προστατέψουν, αυτή η προσπάθεια έχει καταστρεπτικές συνέπειες τόσο για τον καλλιτέχνη όσο και για το μοντέλο του. Δεν είναι κάτι απλό και καθημερινό κάποιος να προσπαθεί να διεισδύσει στα άδυτα της ψυχής και μόλις κλέψει τις εικόνες που είδε να τις καταγράφει σε ένα λευκό χαρτί. Δεν είναι κάτι απλό και καθημερινό να βλέπει κανείς με τα μάτια του μια εικόνα του εαυτού του, μια εικόνα του εαυτού του που πολύ πιθανόν να μην είχε ποτέ πριν καταλάβει πως του ανήκει ή ακόμη και μια εικόνα του εαυτού του που να μην θέλει να αναγνωρίσει την ύπαρξή της. Και όχι, αυτή η εικόνα δεν μπορεί να είναι προσιτή σε όλους, δεν μπορεί ο καθένας να μπορεί να δει τόσο άμεσα στην ψυχή ενός ανθρώπου.

Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που ο Frenhofer θα ζητήσει την βοήθεια της κόρης του για να κρύψει τον πίνακα. Ο πίνακας που παρουσιάζεται σε όλους δεν είναι παρά μια εικόνα, τίποτα παραπάνω. Ο πραγματικός πίνακας, αυτός θα μείνει κρυφός. Δεν έχει εξάλλου νόημα να τον δει κανένας άλλος πλην του μοντέλου και του καλλιτέχνη. Αυτοί είναι οι άμεσα εμπλεκόμενοι, αυτοί είναι οι μόνοι που έχουν δει τι κρύβει η Marianne και να κρίνουν εάν αυτό έχει βγει στον καμβά. Αυτοί είναι οι μόνοι που γνωρίζουν πως η Marianne, η πραγματική Marianne κρύβεται πίσω από μια μάσκα. Και είναι πραγματικά βίαια αυτή η αποκάλυψη, η αναζήτηση της μη φανερής αλήθειας.

Αυτή είναι και η γοητεία της τέχνης, μια ατελείωτη αναζήτηση. Ο σκηνοθέτης κατορθώνει με έναν αριστουργηματικό τρόπο να διατηρήσει το μυστήριο του πίνακα, στοιχείο που στηρίζει δομικά ολόκληρο το φιλμ. Δεν δίνεται η δυνατότητα στον θεατή να δει τον πίνακα, αφήνεται μόνο η υποψία της δημιουργίας ενός έργου τόσο ισχυρού, τόσο προσωπικού που ακριβώς για αυτούς τους λόγους θα πρέπει να παραμείνει κρυμμένο, μακριά από το ανθρώπινο βλέμμα και κριτική. Έχοντας ολοκληρώσει τον σκοπό του, που δεν είναι άλλος από το να “μεταβάλλει” καλλιτέχνη και μοντέλο, ο πίνακας θάβεται με την υπόσχεση να μείνει κρυφός, ακριβώς όπως επιθυμεί ο δημιουργός του.

http://users.uoi.gr/kopi/?p=1336

 Jacques Rivette

Ποιος να ξέρει άραγε τον Jacques Rivette;

Παρότι ο Φρανσουά Τρυφώ φέρεται δηλώσας πως το γαλλικό νέο κύμα ξεκίνησε ‘χάρη στον Ριβέτ’, οι ταινίες του τελευταίου δεν είναι ιδιαίτερα γνωστές. Μπορεί να έθεσε σωστά τις θεωρητικές του βάσεις, μαζί με την υπόλοιπη παλιοπαρέα των Cahiers du Cinema, Τρυφώ, Γκοντάρ, Σαμπρόλ και Ρομέρ, αλλά σκόνταψε πολλές φορές ως σκηνοθέτης. Ξεκίνησε δειλά με δυο μικρού μήκους (Aux quatre coins του 1949 και Le quadrille το 1950, με πρωταγωνιστή τον Ζαν Λυκ Γκοντάρ). Στα μέσα του ’50 μαθήτευσε ως βοηθός σκηνοθέτη στο πλευρό των Ζαν Ρενουάρ και Ζακ Μπεκέρ. Αυτός κι ο Σαμπρόλ ήταν οι δυο πρώτοι της πεντάδας των Καγιέ, που άρχισαν εκ του απολύτου μηδενός την παραγωγή μιας μεγάλου μήκους ταινίας. Χωρίς καμιά υποστήριξη από κάποιον παραγωγό και έχοντας άφθονη ορμή, ο Ριβέτ πήρε τους δρόμους μαζί με τους φίλους του, μια δεκαεξάρα μηχανή και φιλμ αγορασμένο με δανεικά.
Το αποτέλεσμα ήταν ένα περιρρέον και διανοουμενίστικο φιλμ, διάρκειας 135 λεπτών, με τον προφητικό τίτλο «Paris nous appartient» (Το Παρίσι μας ανήκει). Συμμετέχουν σ’ αυτό πάνω από τριάντα ηθοποιοί (μεταξύ των οποίων και οι σκηνοθέτες Σαμπρόλ, Ντεμύ και Γκοντάρ) και διαθέτει λαβυρινθώδη αφηγηματική δομή. Σήμερα θεωρείται ως η μνημειώδης απαρχή του νέου κύματος, αλλά τότε δεν βρήκε αμέσως την πρέπουσα ανταπόκριση. Στο δρόμο τον έφτασαν και τον πέρασαν σχεδόν όλοι οι υπόλοιποι. Η ταινία του προβλήθηκε και βρήκε διανομή μόλις το 1960, αφότου είχαν γίνει επιτυχίες τα «400 χτυπήματα» του Τρυφώ, η «Χιροσίμα, αγάπη μου» του Αλαίν Ρεναί και το «Χωρίς ανάσα» του Γκοντάρ (όλα μέσα στο 1959).
Βέβαια με την πρώτη του αυτή δουλειά, ο Ριβέτ χάραξε αδρά την πορεία που θα ακολουθούσε εφεξής. Φάνηκε πόσο λατρεύει τις χαλαρές μακροσκελείς ιστορίες και την αφήγηση σε πραγματικό χρόνο. Η δεύτερη ταινία του «La religieuse» ήταν αρκετά εμπορικότερη και προβλήθηκε πέντε χρόνια αργότερα (1965). Ήταν μια διασκευή της νουβέλας «Η θρησκευόμενη» του Ντιντερό, την οποία ο Ριβέτ είχε ανεβάσει ως θεατρική παράσταση το 1963. Αν και θεωρείται η λιγότερο αντιπροσωπευτική του δουλειά, εντούτοις ήταν η μεγάλη εμπορική του επιτυχία. Μια σκανδαλώδης επιτυχία, που οφείλεται κυρίως στο ετήσιο αποκλεισμό της από τις αίθουσες, που της επέβαλε η κυβερνητική λογοκρισία.

Το ταλέντο του φανερώθηκε πλήρως στην πρώτη γόνιμη περίοδο, από το 1968 ως το 1974. Αρχικά με τον «Τρελό έρωτα» (L’amour fou, 1968), που διαρκεί τέσσερις ώρες κι ένα τέταρτο. Έπειτα με την θρυλική τηλεοπτική παραγωγή «Out 1: Noli me tangere» (1971), διάρκειας δεκατριών ωρών, που δεν προβλήθηκε ποτέ. Την οποία όμως ξαναμοντάρισε στην τετράωρη εκδοχή «Out 1: spectre» (1972). Και τέλος με την τρίωρη «Celine and Julie vont en bateau» (Η Σελίν και η Ζυλί πάνε βαρκάδα, 1973), την πιο διασκεδαστική και πολυιδωμένη ταινία του. Με αυτές τις τρεις παραγωγές έθεσε τα θεμέλια ενός προσωπικού στιλ κινηματογράφησης που ονομάστηκε «House of Fiction», ένα στιλ αρκετά αινιγματικό, επηρεασμένο από τον Louis Feuillade, που περιλαμβάνει αυτοσχεδιασμούς, ελλειπτικές εικόνες και μπόλικους αφηγηματικούς πειραματισμούς.
Δυστυχώς, δουλεύοντας κατ’ αυτόν τον ιδιόρρυθμο τρόπο, βρέθηκε μετέωρος στο σύγχρονο κινηματογραφικό στερέωμα. Αφενός, το έργο του θεωρήθηκε απρόσιτο και ακατάλληλο να βρει μαζική διανομή και έθεσε εαυτόν εκτός του εμπορικού κυκλώματος. Κι αφετέρου, παρά το ότι οι ριζοσπαστικές του θεωρίες επηρέασαν έναν Jean-Marie Straub κι έναν Danielle Huillet ή μια Chantal Akerman, θεωρήθηκε υπερβολικά ‘εμπορικός’ για να γίνει δεκτός στο αντεργκράουντ σινεμά. Είναι αφηγηματικός και χρησιμοποιεί γνωστούς ηθοποιούς σαν τον Ζαν-Πιέρ Λεό, την Ζυλιέτ Μπερτό, την Άννα Καρίνα και την Μαρία Σνάιντερ.
Έκτοτε η καριέρα του ήταν τόσο μυστήρια όσο τουλάχιστον και τα σενάριά του. Το 1976 αποδέχθηκε μια πρόταση για μια σειρά τεσσάρων ταινιών, με τον γενικό θεματικό τίτλο «Les Filles du Feu». Πρώτος καρπός η «Duelle» που έλαθε αρνητικής υποδοχής, τόσης ώστε η δεύτερη της σειράς «Noroit» να καθυστερήσει υπερβολικά να βγει στις αίθουσες, αν και θεωρείται από κάποιους κριτικούς η καλύτερή του ταινία. Όσο για τις δύο επόμενες ταινίες της τετραλογίας (στη μια εκ των οποίων θα πρωταγωνιστούσαν η Λεσλί Καρόν και ο Άλμπερτ Φίνεϊ), απλά δεν έγιναν ποτέ. Στην δεκαετία του ’80 έκανε πέντε ταινίες, αλλά δεν έφτασε ποτέ την διεθνή αναγνώριση των άλλων νεοκυματικών. Ακόμη χειρότερα, το «L’ amour par terre» (1984), η μόνη ταινία που είχε παγκόσμια διανομή, έλαβε καταστροφικές κριτικές.

Στις αρχές του ’90 μας φιλοδώρησε με μια σπάνια δημιουργία, την «Ωραία καβγατζού» (La belle noiseuse, 1991). Η τετράωρη διάρκειά της θεωρήθηκε άκρως αντιεμπορική και περικόπηκε σε μια δίωρη παραλλαγή (divertimento), πιο ‘εύπεπτη’ και πιο βατή στον μέσο θεατή. Παρόλα αυτά η αρχική εκδοχή, διατηρεί μια αξεπέραστη αρχοντιά και δίνει σε πραγματικό χρόνο, την ατέρμονη προσπάθεια του καλλιτέχνη να επιτύχει την τελείωση του έργου του. Το σχόλιο αυτό αφορά σε πρώτο επίπεδο τον ζωγράφο (Μισέλ Πικολί) και το μοντέλο του (την αποκαλυπτική και αινιγματική Εμανουέλ Μπεάρ), και σε ένα δεύτερο επίπεδο τον σκηνοθέτη και την ταινία του, που προχωράει το ίδιο βασανιστικά και αγωνιωδώς προς την περάτωσή της. Δίκαια θεωρήθηκε μια άμεση ανταπάντηση στις πεσιμιστικές προβλέψεις που μιλούσαν για το ‘τέλος του κινηματογράφου ως τέχνη’.
Ακολούθησε η διλογία «Jeanne la Pucelle» (1994), που ήρθε να προστεθεί στον μακρύ κατάλογο των βιογραφικών ταινιών για το φαινόμενο Ζαν Ντ’Αρκ. Η Σαντρίν Μπονέρ είναι έξοχη στο ρόλο της μεγάλης ηρωίδας αλλά μάλλον λίγο σιτεμένη για δεκαεννιάχρονη παρθένα. Οι παρεξηγήσεις έφεραν κατακλυσμό σε κοινό και κριτικούς. Οι μεγάλες αναμονές ανάμεσα στις σκηνές δράσης εκφράζουν τις πραγματικές συνθήκες στα πεδία των μαχών, αλλά οι θεατές κουράζονται πιο πολύ απ’ τους πολεμιστές περιμένοντας τις λιγοστές αψιμαχίες. Η δεκαετία θα κλείσει με το «Secret defense» (1998), άλλο ένα αριστούργημα, σύμφωνα με αρκετούς ριβετολόγους. Εδώ ο ‘σκηνοθέτης της αναμονής’ φλερτάρει με τον Χίτσκοκ, το αρχαίο δράμα και στο τελικό πλάνο θυμάται πάλι τις θεατρικές του εμμονές. Η Sandrine Bonnaire θριαμβεύει εκ νέου.

Η νέα χιλιετία τον βρίσκει ιδιαίτερα κεφάτο, παρά τα 73 του χρόνια. Η ταινία του «Ποιός να ξέρει;» (Va Savoir, 2001) είναι μια ευρηματική κωμωδία χαρακτήρων, θεατροκεντρική, όπου το ερωτικό Παρίσι παίζει ένα υπόγειο ρόλο σε όλα τα πρόσωπα και υποβάλλει συνωμοτικά τις διαθέσεις τους. Η πρωταγωνίστρια Ζαν Μπαλιμπάρ κινείται με χάρη σε ένα παριζιάνικο θεατρικό τοπίο, ανάμεσα στον σκηνοθέτη εραστή της (πόσες γλώσσες μιλάει πια ο Σέρτζιο Καστελίτο), το «Όπως με επιθυμείς» του Λουίτζι Πιραντέλο, τον εκκεντρικό πρώην σύζυγό της, την ερωμένη του, το χαμένο θεατρικό έργο (Festino Veneziano) του ανατροπέα Γκολντόνι και διάφορες τραγελαφικές περιπλοκές των σχέσεών της/των με όλα τα παραπάνω. Το φινάλε είναι ‘ανυψωτικό’ και λόγω ‘μονομαχίας’ αλλά και λόγω του άσματος «Senza Fine» που ερμηνεύει η Peggy Lee. Φυσικά στο σενάριο και στους διαλόγους έχει βάλει το χεράκι του ο δαιμόνιος Πασκάλ Μπονιτσέρ. Αν σας γοητεύει πάντα το καλό γαλλικό σινεμά, τα 154 λεπτά της διαδρομής μην σας πτοήσουν διόλου, αξίζει τον κόπο.

Ριβετ-ογραφία
Aux quatre coins (1949) μικρού μήκους, σκηνοθεσία
Le chateau de verre (1950) μικρού μήκους, ερμηνεία
Le quadrille (1950) μικρού μήκους, σκηνοθεσία
Le divertissement (1952) σκηνοθεσία
Berenice (1954) διεύθυνση φωτογραφίας
Une visite (1955) διεύθυνση φωτογραφίας
Le coup du berger (1956) μικρού μήκους, σκηνοθεσία, σενάριο, ερμηνεία
Paris nous appartient (1960) σκηνοθεσία, σενάριο, ερμηνεία
La religieuse (Suzanne Simonin, la religieuse de Denis Diderot, 1966) σκηνοθεσία, σενάριο, διασκευή
Jean Renoir, le patron (1966) σκηνοθεσία, εμφάνιση
L’ amour fou (1968) σκηνοθεσία, σενάριο
Out 1: Noli me tangere (1970) σκηνοθεσία, σενάριο
Out 1: Spectre (1972) σκηνοθεσία, σενάριο
Essai sur l’agression (1974) σκηνοθεσία
Naissance et mont de Promethee (1974) σκηνοθεσία
Celine et Julie vont en bateau (1974) σκηνοθεσία, σενάριο
Les filles de feu/Duelle/La vengeresse (1976) σκηνοθεσία, σενάριο
Les filles de feu/Noroit (1976) σκηνοθεσία, σενάριο, διάλογοι
La memoire courte (1979) ερμηνεία
Le Pont du Nord (1981) σκηνοθεσία, σενάριο

Va savoir2Paris s’en va (1981) σκηνοθεσία
Merry-Go-Round (1983) σκηνοθεσία, σενάριο
L’ Amour par terre (1984) σκηνοθεσία, σενάριο
Hurlevent (Ανεμοδαρμένα ύψη, 1985) σκηνοθεσία, σενάριο
La bande des quatre (Η συμμορία των τεσσάρων, 1988) σκηνοθεσία, σενάριο
Jacques Rivette, le veilleur (1990) ντοκιμαντέρ για τον ίδιο
La belle noiseuse (Η ωραία καβγατζού, 1991) σκηνοθεσία, σενάριο
La belle noiseuse, divertimento (1991) σκηνοθεσία, σενάριο
Jeanne la Pucelle 1. Les batailles (1994) σκηνοθεσία, σενάριο, ερμηνεία
Jeanne la Pucelle 2. Les prisons (1994) σκηνοθεσία, σενάριο
Lumiere et compagnie (1995) σκηνοθεσία, εμφλανιση
Haut bas fragile (1995) σκηνοθεσία, σενάριο
Secret defense (1998) σκηνοθεσία, σενάριο
Va savoir (Ποιος να ξέρει; 2001) σκηνοθεσία, σενάριο.
Παραπομπές
A riveting filmmaker
Επίσημη σελίδα Va savoir στη Sony Classics
Ο Jacques Rivette από τον James Travers
Va savoir από τον James Travers
Ξέρω κι άλλο Va savoir
Ζακ Ριβέτ, ο αναχωρητής
18/02/2002
Κώστας Γ. Καρδερίνης
Κλέφτης εικόνων

http://www.mic.gr/

La Belle Noiseuse 1991 (Η Ωραία Καβγατζού), σκηνοθεσία Jacques Rivette, με τους Michel Piccoli και Jane Birkin.

Ο Μάνος Χατζιδάκις έλεγε ειρωνικά σε ένα από τα σχόλια του 3ου Προγράμματος ότι ο καλλιτέχνης είναι ύποπτο είδος πολίτη. Με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο όταν βλέπω τον Φρένχοφερ σε δημιουργικό οίστρο να αποσυνθέτει, να τσαλακώνει, να ανασυναρμολογεί, να επιχειρεί να δαμάσει το αντικείμενό του, να το εξαντλήσει για να του αποδώσει όλο αυτό που έχει μέσα του. Ο ζωγράφος βρίσκεται στα όρια της τρέλας σαν ένας ψυχοπαθής δολοφόνος που θέλει να πλησιάσει όσο γίνεται πιο κοντά στην ουσία του λόγου που εξ αρχής τον ώθησε να σκοτώσει. Τη βάζει να σταθεί σε επίπονες πόζες, τα χέρια και τα πόδια της κοντεύουν να εξαρθρωθούν και της ζητά να μένει για αρκετή ώρα για να δει το βλέμμα της. Για να δει αυτό που αναδύεται μέσα από ένα όμορφο κορίτσι στην κατάσταση αυτή. Αυτό θα τον εμπνεύσει. Υπάρχουν στιγμές που το βλέπουμε κι εμείς. Οι σκηνές μέσα στο εργαστήρι του ζωγράφου είναι οδυνηρές και για τους δύο. Ο ζωγράφος, υποκινούμενος από μία ανεξέλεγκτη ορμή, παραδέχεται ότι δεν το κάνει για τον εαυτό του, το κάνει για την ίδια την πινελιά. Η πινελιά τον αναγκάζει να συμπεριφέρεται έτσι. Έχει δίκιο. Η κοπέλα παραδίνεται στα χέρια του. Η ανάγκη της να εμπνεύσει τον ζωγράφο την ωθεί στα όρια του πόνου. Για ποιο λόγο άλλωστε θα άξιζε να ζει αν όχι για να εμπνεύσει; Αλλά αυτή η σχέση έχει πολλές απολήξεις ακόμη. Όταν ο Φρένχοφερ απογοητεύεται έρχεται το είδωλο να τον παρακινήσει, να του δηλώσει την παρουσία του ότι είναι κι αυτό παρόν στη δημιουργική διαδικασία. Ότι δε θα ’πρεπε να σκέφτεται μόνο τον εαυτό του. Όπως σε κάθε δημιουργική ενασχόληση το αντικείμενο προβάλλει ισχυρή αντίσταση σε αυτόν που επιχειρεί να το ορίσει και να του επιβληθεί. Ο καλός καλλιτέχνης θα ενσωματώσει αυτή την αντίσταση και θα την αποδώσει στο έργο του. Η εξαντλητική δημιουργική διαδικασία αποδίδεται με σαφήνεια στην ταινία του Jacques Rivette.
Νίκος Παππάς (nikosmpappas@yahoo.gr)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s