Zητήματα διαλεκτικής στον Γαλιλαίο του Μπρεχτ || ΑΝΝΑΣ ΦΙΛΙΝΗ

Galilaios

  • 15.02.2016

 

Πόση αξία έχει η ανθρώπινη ζωή και πως γίνεται δεκτή η ανοχή απέναντι στη βία; Μπορεί να λοιδορεί κανείς τον κυνηγημένο που επινοεί πλάγιες οδούς και προσωρινές υποχωρήσεις για να ξεφύγει από τον σωματικό πόνο, τη βία ή και από τον ίδιο το θάνατο; Ποια είναι η ευθύνη της εξουσίας ώστε να φτιάχνονται άνθρωποι στην κοινωνία που παράγουν γνώση και αμφισβητούν τη βία; Να μερικά ερωτηματικά που συνεχίζει να θέτει το έργο Η Ζωή του Γαλιλαίου του Μπρεχτ.

Όταν το περσινό καλοκαίρι παρακολούθησα το μάθημα του Κώστα Γεωργουσόπουλου στο υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης για τον Γαλιλαίο, ο εισηγητής επικεντρώθηκε αρχικά στην αυτοβιογραφική σημασία του έργου αυτού του Μπρεχτ. Τότε θυμήθηκα ένα περιστατικό όταν πήγαινα στη Γερμανική Σχολή. Στην τελευταία τάξη του σχολείου μετά την μελέτη του Φάουστ του Γκαίτε και ποιημάτων του Σίλλερ στο μάθημα των Γερμανικών, ξεκινήσαμε την ανάγνωση του Γαλιλαίου που ήταν για όλα τα παιδιά μια έκπληξη γεμάτη περιέργεια και ενδιαφέρον. Το κείμενο διαβαζόταν από κοινού μέσα στην τάξη όπου μαζί με τις άγνωστες λέξεις συζητιόταν και ορισμένα σχόλια που έκανε πάνω σε αυτό ο Γερμανός καθηγητής. Τα σχόλια αυτά γίνονταν προφορικά και ομολογώ ότι δεν τα θυμάμαι με πολλές λεπτομέρειες. Μου έμεινε όμως αρκετά καθαρά στη μνήμη διατυπωμένη η άποψη που εξέφρασε ο καθηγητής στο τέλος της ανάγνωσης του έργου, αφού μας ρώτησε ποιο ήταν κατά τη γνώμη μας το δίδαγμα του συγγραφέα. Η απάντηση που εκείνος έδωσε στο ερώτημά του ήταν περίπου η εξής: Ο Μπρεχτ που ως μαρξιστής πιστεύει στον υλισμό, ιεραρχεί την ικανοποίηση των υλικών και όχι των πνευματικών αναγκών του ανθρώπου, για αυτό μέσα στο έργο του αναδεικνύει και ταυτίζεται με τον Γαλιλαίο, που επιλέγει τα υλικά αγαθά και την επιβίωση παρά να θυσιαστεί υπέρ των ιδεών του. Σε τελική ανάλυση ο Γερμανός καθηγητής λοιδορούσε τον άνθρωπο Γαλιλαίο, που διέφυγε με πονηριά τα βασανιστήρια της Ιεράς Εξέτασης, αλλά κυρίως επέκρινε τον μαρξιστή συγγραφέα Μπρεχτ, που έκανε και αυτός αντίστοιχες επιλογές στη ζωή του. Στην ουσία το κοινό στον Μπρεχτ με τον Γαλιλαίο είναι ότι και αυτός επέλεξε ως Εβραίος και μαρξιστής διανοούμενος να διαφύγει στην εξορία για να γλυτώσει τις ναζιστικές διώξεις. Θεώρησα πως έχει σημασία να αναφέρω μετά από πολλά χρόνια αυτό το γεγονός και να διατυπώσω και ορισμένες σκέψεις που αφορούν την εποχή μας.

Μέχρι σήμερα δεν έχει συζητηθεί ότι εκείνη την περίοδο πριν την Χούντα γινόταν μέσα σε αυτό το σχολείο, από μερικούς Γερμανούς καθηγητές μια υπόγεια ακροδεξιά προπαγάνδα. Το σχολείο ακολουθούσε μια αυστηρή γραμμή εκπαίδευσης, αλλά διέθετε εξαιρετικούς, ως δασκάλους και ανθρώπους, Έλληνες καθηγητές – οι περισσότεροι αριστεροί -και αρκετούς πολύ καλούς Γερμανούς μαθηματικούς, που έμαθαν στα παιδιά γράμματα. Η διεύθυνση όμως απέπνεε ένα κλίμα φόβου στους μαθητές (χαρακτηριστική περίπτωση οι απειλές μετά την σύσσωμη σχεδόν συμμετοχή των τελειόφοιτων στην πανσπουδαστική απεργία του 15% για την Παιδεία) με όπλο επανειλημμένα την απειλή αποπομπής από το σχολείο. Εξ άλλου περιπτώσεις σαν αυτήν που ανέφερα με την διδασκαλία του Γαλιλαίου δεν ήταν τυχαίες την εποχή εκείνη, όπου η τότε Δυτική Γερμανία είχε μέχρι το 1969 τον Κίζινγκερ, πρώην στέλεχος της προπαγάνδας του ναζιστικού κόμματος, στη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας, μέχρι που ανατράπηκε από τον Βίλλυ Μπραντ.

 

Ο ναζισμός με την εξόντωση έξι εκατομμυρίων Εβραίων, με τις θηριωδίες εναντίον των λαών που αντιστάθηκαν στην επιβολή της κυριαρχίας του και με τον απολογισμό των εκατοντάδων εκατομμυρίων νεκρών συνολικά στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έδειξε το στυγνό πρόσωπο της βίας που αδιαφορεί για την ανθρώπινη ζωή. Η υποτίμηση της ανθρώπινης ζωής τίθεται και τώρα υπό συζήτηση από φασιστικούς κύκλους, από ακραίες θρησκευτικές δυνάμεις αλλά και από απελπισμένα κοινωνικά τμήματα νέων ανθρώπων. Το ζήτημα της αξίας της ζωής τίθεται εμφαντικά στο θεατρικό για τη ζωή του Γαλιλαίου και με αφορμή το πρόσφατο ανέβασμά του από το Εθνικό Θέατρο στο REX, είναι ξανά ενδιαφέρουσα η συζήτηση γύρω από τη διαλεκτική στο έργο αυτό του Μπρεχτ.

Στον διάλογο του Γαλιλαίου με τον μαθητή του Αντρέα Σάρτι προς το τέλος του έργου, αφού ο δάσκαλος εκμυστηρεύεται πως μέσα στη φυλακή κατάφερε να ολοκληρώσει το επιστημονικό του πόνημα τα Discorsi, του δίνει εξηγήσεις για τη στάση του μπροστά στους ιεροεξεταστές. Του λέει ότι αναγκάστηκε να αποκηρύξει την επιστημονική αλήθεια πως η γη γυρίζει γύρω από τον ήλιο, όχι γιατί με αυτό τον τρόπο θα μπορούσε να σώσει τη ζωή του με στόχο να συνεχίσει τις επιστημονικές του έρευνες – όπως ο Αντρέα επιθυμούσε να ακούσει από το στόμα του – αλλά επειδή φοβήθηκε τα βασανιστήρια. Οικτίρει τον εαυτό του και χαρακτηριστικά λέει «Αυτό που βρωμάει δεν είναι το ψάρι μου, αλλά εγώ ο ίδιος». Δεν στέκεται όμως κυρίως σε αυτό το ζήτημα. Προχωράει τη σκέψη του πάνω στο κεντρικό συμπέρασμα όπου έχει καταλήξει στο τέλος πια της ζωής του. Λέει ότι «ο μοναδικός σκοπός της επιστήμης συνίσταται στο να διευκολύνει τους κόπους της ανθρώπινης ύπαρξης» και διατυπώνει την σκληρή κριτική απέναντι στην δική του πορεία και πράξη: «…δεν βρέθηκα ποτέ μπρος σε πραγματικό κίνδυνο. Για αρκετά χρόνια υπήρξα τόσο ισχυρός όσο η εξουσία. Τότε όμως παρέδιδα τη γνώση μου στους κυρίαρχους αφήνοντάς τους να τη χρησιμοποιήσουν, είτε να μην τη χρησιμοποιήσουν, είτε να την κακομεταχειριστούν όπως εξυπηρετούσε τους σκοπούς τους».

Εκείνο που κυρίως απασχολεί τον Μπρεχτ, είναι όχι τόσο να απαντήσει στο αν έπρεπε ο Γαλιλαίος να θυσιαστεί ή όχι για τις ιδέες του, αλλά να πει ότι η επιστήμη -εδώ μπορούμε να εννοήσουμε και την τέχνη, την πολιτική, τον σοσιαλισμό ως σύστημα- έχει σημασία για το πώς τελικά χρησιμοποιείται, για το πώς εφαρμόζεται. Τον ενδιαφέρει περισσότερο η συνέχιση της ζωής από ό,τι ο μαρτυρικός θάνατος. Τον ενδιαφέρει ότι ο Γαλιλαίος, παρά τον εξευτελισμό και την εγκατάλειψη, καταφέρνει μέσα στη φυλακή να γράψει τα Discorsi, το έργο που έφερε τη μεγάλη επανάσταση στη φυσική.

Είναι προφανές ότι σε αυτό το θεατρικό έργο του ο Μπρεχτ θέτει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία που τον ταυτίζουν με τον Γαλιλαίο. Έγραψε την πρώτη μορφή του στην εξορία αφού διέφυγε στη Δανία το 1938. Εκεί διατυπώνονται και οι απόψεις του για τη βία, όπως τις περιέγραψε στις Ιστορίες του κ. Κόυνερ: «Δεν έχω κεφάλι για σπάσιμο. Εξάλλου εγώ πρέπει να ζήσω περισσότερο από τη βία» (βλ. πρόγραμμα της τωρινής παράστασης σε σκηνοθεσία Θεοδωρόπουλου στο Εθνικό, απόσπασμα από την μετάφραση Π. Μάρκαρη, Θεμέλιο). Η δεύτερη εκδοχή του Γαλιλαίου, που γράφτηκε το 1947 στην Αμερική και παρουσιάστηκε στο θέατρο από τον Τσαρλς Λώτον στο ρόλο του Γαλιλαίου, συμπίπτει με την εποχή όπου μετά την ρήψη της ατομικής βόμβας στην Ιαπωνία, ο πατέρας της Οπενχάιμερ κάνει κριτική (και αυτοκριτική) για τη χρήση της βόμβας κατά του πληθυσμού και μπαίνει στην ημερήσια διάταξη το ζήτημα κατά πόσο είναι δυνατόν να χρησιμοποιούνται τα επιτεύγματα της επιστήμης κατά της ζωής των ανθρώπων. Ακολούθησε η ανάκριση του Μπρεχτ από τις αμερικανικές αρχές στην διάρκεια της έρευνας για «Αντιαμερικανική Δράση», από όπου εκείνος διέφυγε λέγοντας εκτός των άλλων ότι δεν υπήρξε ποτέ μέλος του κομμουνιστικού κόμματος, πράγμα που σε τελική ανάλυση ήταν και η αλήθεια.

Η τελευταία εκδοχή του Γαλιλαίου γράφτηκε λίγο πριν πεθάνει ο Μπρεχτ στο Ανατολικό Βερολίνο το 1956, όπου είχε επιστρέψει από το 1947, και ενώ το καθεστώς βρισκόταν σε μια καθοριστική καμπή. Ο ίδιος το 1955 είχε δεχτεί το βραβείο Στάλιν για την Ειρήνη, στον οποίο δεν άσκησε ποτέ δημόσια κριτική. Η αλήθεια όμως είναι ότι σε τελική ανάλυση δεν επέλεξε να ζήσει στην ΕΣΣΔ στην περίοδο της εξορίας του ήδη πριν από το ξέσπασμα του Πολέμου, όπου πλέον η γραμμή του σοσιαλιστικού ρεαλισμού είχε επιβληθεί ως η επίσημη κρατική πολιτική για την τέχνη. Όταν ξέσπασε στις 17 Ιουνίου 1953 η εξέγερση στο Βερολίνο, ο Μπρεχτ δεν έκανε πάλι καμία δημόσια δήλωση, έστειλε όμως επιστολή στον Ούλμπριχ και μετά τηλεγράφημα (δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Neues Deutschland στις 23 Ιουνίου του 1953). Εκεί μιλούσε για μια «αναγκαία εποικοδομητική κριτική που θα μας βοηθήσει να διακρίνουμε τα λάθη μας και να τα διορθώσουμε» και ότι «οι εργάτες που όμως λόγω δικαιολογημένης δυσαρέσκειας πήραν μέρος στις διαδηλώσεις δεν πρέπει να τοποθετηθούν στο ίδιο επίπεδο με τους προβοκάτορες» (από το βιβλίο «Μπρεχτ» της Marianne Kersting, Πλέθρον 1985 ). Στην τελευταία αυτή εκδοχή του Γαλιλαίου, υπάρχουν πολλές αιχμές σχετικά με την εφαρμογή της επιστήμης αλλά σαφώς και αιχμές για το καθεστώς στην Ανατολική Γερμανία: «Προμηθεύοντας (η επιστήμη) γνώση για όλα σε όλους επιδιώκει να φτιάξει ανθρώπους που αμφιβάλλουν για όλα».

http://www.avgi.gr/

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: