Καρλ Θήοντορ Ντράγιερ – Carl Theodor Dreyer (1889- 1968) : Ο υπερβατικός δάσκαλος του κινηματογράφου

Carl Dreyer (1)

Ο Κάρλ Θήοντορ Ντράγιερ γεννήθηκε στις 3 Φεβρουαρίου στην Κοπεγχάγη με το όνομα Καρλ Νίλσεν, νόθος γιος της οικονόμου Ζόζεφιν Νίλσεν. Σε ηλικία δυο ετών υιοθετήθηκε από το ζεύγος Ντράγιερ, αποκτώντας το όνομα του πατριού του, τυπογράφου στο επάγγελμα. Η υιοθεσία ποτέ δεν ολοκληρώθηκε τυπικά, εξ αιτίας του αιφνίδιου θανάτου της πραγματικής του μητέρας ενώ ήταν έγκυος στο δεύτερο παιδί της. Δεν είναι βέβαιο αν ο Καρλ Θήοντορ πληροφορήθηκε ποτέ τις λεπτομέρειες της υιοθεσίας του και κατά πόσο αυτά τα περιστατικά τον επηρέασαν στο έργο και τη ζωή του.

120 Χρόνια Ιστορίας Κινηματογράφου σε 8 Μαθήματα | Μάρτιος 2016

Χαρισματικός μαθητής, τέλειωσε τις βασικές σπουδές του το 1906 και έφυγε από το σπίτι του απασχολούμενος σε διάφορες δουλειές γραφείου μέχρι να ανακαλύψει πως διέθετε δημοσιογραφικό ταλέντο. Εργάστηκε στις 2 παλαιότερες Δανέζικες εφημερίδες ως ρεπόρτερ, μέχρι που στα 21 του, μαζί με άλλους ιδεαλιστές δημοσιογράφους, εξέδωσε την βραχύβια εφημερίδα Riget το 1910.

Όντας φιλομαθής και ανήσυχο πνεύμα, ασχολείται με θέματα αεροπλοΐας, τα εμπνευσμένα και τεχνικά τεκμηριωμένα άρθρα του, θα τον φέρουν στα στούντιο της Σουηδικής εταιρείας παραγωγής Nordisk Film, ως σύμβουλο κατασκευής αεροστάτων. Εν τω μεταξύ, ο Ντράγιερ συνεργάζεται με την Ekstra Badet, μια έκδοση ταμπλόιντ, η όλο και αυξανόμενη ενασχόλησή του με την ακμάζουσα Σουηδική βιομηχανία κινηματογράφου, του δίνει την ευκαιρία να γράψει μερικά σενάρια κατά παραγγελία για διάφορα στούντιο, πριν υπογράψει αποκλειστικό συμβόλαιο συνεργασίας με τη Nordisk το 1913. Δυο χρόνια αργότερα θα προσληφθεί από την ίδια εταιρεία ως μόνιμος υπάλληλος. Με τις αρμοδιότητές του πλέον να έχουν επεκταθεί και στο μοντάζ, με την καθοδήγηση και την ενθάρρυνση του Τεχνικού Διευθυντή της Nordisk Wilhelm Stoer, στρέφεται στη σκηνοθεσία.

Η πρώτη του ταινία το 1918, «Ο Πρόεδρος» είναι ένα μπανάλ μελόδραμα. Παρ’ όλα αυτά, τόσο η επιλογή του καστ (επαγγελματίες και ερασιτέχνες) όσο και η φροντίδα σε κοστούμια και σκηνικά, δίνουν το στίγμα των μελλοντικών δουλειών του. Ο πρόωρος θάνατος της πραγματικής του μητέρας και η απόσταση που πάντα ένιωθε από την μητριά του, τον οδηγούν στη συχνή επιλογή ως ηρωίδων γυναικών ηθικών, καταπιεσμένων, με ισχυρή την αίσθηση της αυτοθυσίας. Ακόμα και πριν το «Πάθος της Ζαν Ντ’ Αρκ» (1927) που θα τον κατατάξει ως ένα δημιουργό εγκεφαλικών – θρησκευτικών ταινιών τέχνης, στα έργα του αντανακλάται το ενδιαφέρον του Ντράγιερ για την κοινωνική θέση της γυναίκας. Μέχρι το τέλος, ο Ντράγιερ παντα ασχολείται με την κοινωνική προκατάληψη και την αδικία εις βάρος των γυναικών, από την Ζαν Ντ’ Αρκ, ως τις “Μέρες Οργής» (1943) και τη «Γερτρούδη» (1964). Στον «Λόγο» (1954) ο Ντράγιερ συνθέτει το απόλυτο πορτρέτο της γυναικείας ηρωίδας.

Επηρεασμένος από τα επικά έργα του Γκρίφιθ, ο Ντράγιερ ανοίγεται σε μεγαλύτερες παραγωγές με το «Σελίδες από το ημερολόγιο του Σατανά» μια μεγάλη παραγωγή στα χνάρια της «Μισσαλοδοξίας». Δυσαρεστημένος από το «συμβατικό» τέλος του επεισοδίου της σταύρωσης, όντας μανιακός τελειομανής, αναζητά μια ευκαιρία για να γυρίσει ένα φιλμ πάνω στη ζωή του Χριστού. Η επιθυμία αυτή για το απραγματοποίητο «Χριστιανικό Φιλμ» θα εξελιχθεί σε πραγματική εμμονή.

Το «Βαμπίρ» (1931) επιβεβαιώνει τη διάθεση του Ντάγιερ για πειραματισμό, αλλά και την επιθυμία του να αποτάξει την φήμη του «σκηνοθέτη των αγίων». Η καταστροφική εμπορική πορεία της ταινίας οδήγησε στην χρεωκοπία και την εταιρεία παραγωγής που ο ίδιος ίδρυσε στο Παρίσι. Επέστρεψε στα πλατό το 1942 με τις «Μέρες Οργής», όπου επανέρχεται στα θέματα καταπίεσης, θρησκευτικής υποκρισίας και φανατισμού. Στις 23 Οκτωβρίου του 1950, σε μια ραδιοφωνική του συνέντευξη, αποκρούει στους χαρακτηρισμούς του έργου του ως «έργου ψυχολογικού ρεαλισμού», υπογραμμίζοντας πως δεν προσπαθούσε να καταγράψει την πραγματικότητα, αλλά να συλλάβει την εφήμερη ουσία της κρυφής αλήθειας πίσω από τα πράγματα και τα γεγονότα.

Από το 1952 αναλαμβάνει τη διεύθυνση του καταξιωμένου θεάτρου Dagmar στην Κοπεγχάγη. Έχοντας μια σχετική οικονομική ανεξαρτησία σε αντίθεση με τις συμβάσεις των κινηματογραφικών παραγωγών αναπτύσσει ως τη δεκαετία του 60 τις ιδέες του για τον σύνθετο ρόλο και την κοινωνική θέση των γυναικών με έργα όπως το «Καθώς Ψυχορραγώ» του Φώκνερ, «Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα» του Ο’ Νηλ, ενώ γράφει και ένα σενάριο πάνω στην Μήδεια του Ευριπίδη που έγινε τελικά ταινία από τον Τρίερ το 1987. Η ασυμβίβαστη καλλιτεχνική στάση του Ντράγιερ του επέτρεψε το γύρισμα μόνο 2 ακόμα ταινιών σε αυτή την περίοδο, ήταν ο «Λόγος» και η «Γερτρούδη”. Στις αρχές του 1968 κι ενώ αναρρώνει από ένα κάταγμα στο πόδι παθαίνει πνευμονία. Το πρωί της 20ης Μαρτίου 1968 ο Καρλ Ντράγιερ πεθαίνει στην Κοπεγχάγη και αναπαύεται στο νεκροταφείο του Φρέντρικσμπεργκ.

http://www.cinemainfo.gr/

ΚΑΡΛ ΘΗΟΝΤΟΡ ΝΤΡΑΓΙΕΡ

Ο Καρλ Ντράγιερ (1889-1968) υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες μορφές του κινηματογράφου, ένας από τους πιο αυθεντικούς δημιουργούς της έβδομης Τέχνης. Σκηνοθέτης αυστηρός, απαιτητικός και ασυμβίβαστος, μ’ ένα μοναδικό κινηματογραφικό ύφος. Γύρισε δέκα ταινίες την εποχή του βωβού, από το 1918 έως το 1931, και μόνο τέσσερις μέχρι το τέλος της ζωής του, καθώς υπήρξε ανυποχώρητος σε ό,τι αφορά στο καλλιτεχνικό του όραμα, γι’ αυτό και συγκρούστηκε με τους παραγωγούς, πληρώνοντας το τίμημα. Ο στόχος του ήταν ξεκάθαρος απ’ την αρχή: «να αναπαράγω, με όση περισσότερη ειλικρίνεια μπορώ, συναισθήματα όσο γίνεται πιο ειλικρινά».

Η πλειονότητα των ηρωίδων του είναι κυρίως θύματα είτε της τυραννίας των αντρών είτε της μισαλλοδοξίας της κοινωνίας και αντιπροσωπεύουν το πάθος της ζωής, την αναρχία της παρέκκλισης, την εσωτερική ανάγκη της διαφορετικότητας ενάντια στην ισοπεδωτική λογική του νόμου και των οργανωμένων κοινωνικών θεσμών. Με ένα μοναδικό κινηματογραφικό στυλ, το οποίο ο ίδιος όρισε ως «αυτό που χαρίζει στο έργο ψυχή», ο Ντράγιερ ήταν ένας από τους πρώτους που αντιμετώπισε τη νέα εφεύρεση των κινούμενων εικόνων ως τέχνη. Tο γεγονός αυτό θα τον οδηγήσει σε ρήξη με τη βιομηχανία του θεάματος, κυρίως με την έλευση του ομιλούντος κινηματογράφου.

Στις ταινίες του, μέσω της αφαίρεσης και της αποκάθαρσης των δραματουργικών στοιχείων από καθετί περιττό, ανέδειξε το απολύτως απαραίτητο, το ουσιώδες, κινηματογραφώντας την εσωτερική και όχι την εξωτερική ζωή των ηρώων. Tο «φωτοστέφανο» πνευματικότητας που εμφανίζεται στις ταινίες του, δεν είναι, όπως ερμηνεύτηκε εσφαλμένα από πολλούς, η διάχυση του θεϊκού στην εικόνα, αλλά το απόσταγμα από το στράγγισμα της πραγματικότητας. To ρηξικέλευθο έργο του Ντράγιερ, πάντα πιο μπροστά από την εποχή του, ήταν φυσικό να γίνει αντικείμενο παρανόησης και να παγιδευτεί σε μονομερείς θεολογικές ερμηνείες, βασισμένες κυρίως στις ταινίες Tο πάθος της Zαν Nτ’Aρκ, Mέρες Oργής και O λόγος, που θα εγκλωβίσουν το έργο ενός κατ’ εξοχήν ρεαλιστή δημιουργού, είτε σε μια μεταφυσική διάσταση είτε σ’ έναν στείρο θρησκευτικό μυστικισμό. Mε άλλα λόγια, ο υπερβατικός Ντράγιερ, εγκλωβισμένος σε μια χριστιανική προβληματική. Tίποτα το λιγότερο αληθές.

O Ντράγιερ υπήρξε, πρώτα απ’ όλα, ένας εφευρέτης του κινηματογράφου, ένας πρωτοπόρος που σφυρηλάτησε το συντακτικό της κινηματογραφικής γλώσσας, βάζοντας τα θεμέλια της νέας τέχνης. Aν υπάρχει πνευματικότητα και ομορφιά ψυχής στο έργο του, αυτή πηγάζει από την όσμωση μορφής-περιεχομένου. Σ\’ όλο του το έργο, ο Ντράγιερ πολέμησε τον φανατισμό, τον θρησκευτικό δογματισμό, τη μισαλλοδοξία, την προκατάληψη και υπερασπίστηκε τη μοναδικότητα του ατόμου και το δικαίωμα της εξέγερσης ενάντια σε κάθε μορφή εξουσίας. H αλήθεια και το εσωτερικό φως των ταινιών του, που δεσπόζουν σαν επιβλητικός καθεδρικός ναός στην ιστορία του κινηματογράφου, προέρχεται από τη σύγκρουση ανάμεσα στην ψυχή και στο σώμα , στην ύλη και το πνεύμα, και αποτελούν μια κορυφαία κατάκτηση της παγκόσμιας καλλιτεχνικής κληρονομιάς.

Οι πιο σημαντικές ταινίες του Καρλ Ντράγιερ

Το πάθος της Ζαν ντ’ Αρκ / La passion de Jeanne D’ Arc
(Γαλλία, 1928)
Ασπρόμαυρη, 98΄
Η δίκη, τα βασανιστήρια, η καταδίκη και ο θάνατος στην πυρά της Ζαν Ντ’ Αρκ, συμπυκνωμένα σε μία μέρα. Η Ζαν εμφανίζεται μπροστά στους δικαστές της και η απλότητα των απαντήσεών της τους φέρνει σε δύσκολη θέση. Ένας απ’ αυτούς, ο Λουαζελέρ, χρησιμοποιεί ένα στρατήγημα για να την ξεγελάσει, και η Ζαν πέφτει στην παγίδα του. Το Δικαστήριο διατάσσει να την οδηγήσουν στο θάλαμο βασανιστηρίων. Η Ζαν αρνείται να αποκηρύξει τις ιδέες της. Την οδηγούν στο νεκροταφείο του Σεντ-Ουέν, κι εκείνη, μπρος στην πίεση του πλήθους, υπογράφει το χαρτί που ζητούν οι δικαστές. Επιστρέφοντας, όμως, στο κελί της, είναι μόνη της με τις τύψεις της. Απαρνείται το χαρτί που υπέγραψε, και προετοιμάζεται για την πυρά. Οι στρατιώτες την οδηγούν στην κεντρική αγορά, όπου καίγεται ζωντανή.
Ο λαός εξεγείρεται, αλλά οι στρατιώτες απομακρύνουν το πλήθος που κραυγάζει ότι κάηκε μια Αγία.

Μέρες οργής / Vredens Dag (Dies Irae)
(Δανία, 1943)
Ασπρόμαυρη, 100΄
Σ’ ένα μικρό χωριό, στη Δανία του 1623, ο πάστορας Άμπσαλον Πέντερσον παντρεύεται την πολύ νεώτερή του Αν, κόρη μιας υποτιθέμενης μάγισσας, έχοντας πάρει προηγουμένως την έγκριση των εκκλησιαστικών αρχών. Αυστηρός και τυπικός στα καθήκοντά του, ο Άμπσαλον δε διστάζει να στείλει στην πυρά τη γριά Χέρλοφς Μάρτε, κατηγορώντας την ως μάγισσα. Ο ερχομός του γιου του, Μάρτιν (από τον πρώτο του γάμο), αναστατώνει το σπιτικό του. Ο νεαρός ερωτεύεται τη σχεδόν συνομήλικη μητριά του, κι εκείνη δεν αργεί να ανταποκριθεί. Ο Άμπσαλον μαθαίνει την αλήθεια από το ίδιο το στόμα της Αν και, σοκαρισμένος, πεθαίνει. Στην κηδεία του, η μητέρα του Μερέτε, που ποτέ της δε συμπάθησε την Αν, την κατηγορεί ότι προκάλεσε ηθελημένα το θάνατο του συζύγου της κι ότι είναι μάγισσα. Η Αν ζητά από τον Μάρτιν να την υπερασπιστεί, αλλά αυτός δειλιάζει και παίρνει το μέρος της γιαγιάς του και των φανατισμένων θεολόγων. Απογοητευμένη, η Αν υιοθετεί μια παθητική και αυτοκαταστροφική στάση, ομολογώντας ότι είναι μάγισσα, κι επισύροντας έτσι τη θανατική της καταδίκη στην πυρά.

Ο λόγος / Ordet
(Δανία, 1955)
Ασπρόμαυρη, 126΄
Στη Γιουτλάνδη του 1930, ο γερο-κτηματίας Μπόργκεν, αν και οπαδός των απόψεων του θεολόγου Γκρούντβιγκ που κήρυξε έναν ζωντανό και δυναμικό χριστιανισμό, έχει μια ολότελα δογματική αντίληψη της πίστης, εναρμονισμένη με το αυταρχικό, πατριαρχικό ταμπεραμέντο του. Ο μεσαίος γιος του, Γιοχάνες, από τότε που σπούδασε θεολογία, έχει τρελαθεί, ταυτίζοντας τον εαυτό του με τον Ιησού. Ο μεγαλύτερος γιος του, Μίκελ, κρατώντας αποστάσεις από τον πατέρα του, έγινε άθεος, κάτι όμως που δεν πειράζει τη γυναίκα του, Ίνγκερ, έγκυο στο δεύτερο παιδί τους. Όσο για τον μικρότερο γιο του, Άντερς, αυτός είναι ερωτευμένος με την Αν, την κόρη του ράφτη Πέντερ, ο οποίος είναι οπαδός της Εσωτερικής Αποστολής, μιας θρησκευτικής αίρεσης που τηρεί με δογματική ευλάβεια την αυστηρότητα του λουθηρανικού λόγου. Οι δύο γονείς αρνιούνται το γάμο των παιδιών τους, εξαιτίας των θρησκευτικών διαφορών τους. Ωστόσο, ο Μπόργκεν επισκέπτεται τον Πέντερ για να τον πείσει να δώσει την κόρη του στο γιο του, αλλά η συνάντησή τους καταλήγει σε βίαιη φιλονικία. Στο μεταξύ, η Ίνγκερ έχει προβλήματα με τη γέννα της. Το παιδί της γεννιέται νεκρό, κι ύστερα από λίγο πεθαίνει και η ίδια. Ο Γιοχάνες, που προφήτεψε το θάνατό της, εξαφανίζεται.

Ο Πέντερ έρχεται να εκφράσει τα συλλυπητήριά του, συμφιλιώνεται με τον Μπόργκεν και συγκατατίθεται στο γάμο των παιδιών τους. Ο Γιοχάνες επιστρέφει, κι όλα δείχνουν ότι έχει ξαναβρεί τα λογικά του. Η κόρη της Ίνγκερ τού ζητά να «ξυπνήσει» τη μητέρα της. Εκείνος προφέρει τον Θείο Λόγο και η νεκρή ανοίγει τα μάτια της. Ο Μίκελ ξαναβρίσκει την πίστη του, ενώ ο Άντερς ξαναβάζει σε λειτουργία το εκκρεμές, σημάδι ότι η ζωή ξαναρχίζει στο σπιτικό των Μπόργκεν.

• Χρυσό Λιοντάρι στο Φεστιβάλ Βενετίας, 1955
Γερτρούδη / Gertrud
(Δανία, 1964)
Ασπρόμαυρη, 115΄
Κοπεγχάγη, αρχές του 20ού αιώνα. Η Γερτρούδη, σύζυγος του μεγαλοδικηγόρου Γκούσταβ Κάνινγκ, ανακοινώνει στον άντρα της την πρόθεση της να χωρίσουν, επειδή αισθάνεται ότι δεν την αγαπά. Στη συνέχεια, συναντά τον εραστή της, Έρλαντ Γιάνσον, νεαρό καλλιτέχνη της όπερας, και του ζητά να ζήσουν μαζί. Εκείνος, όμως, της λέει ότι γι\’ αυτόν η σχέση τους ήταν μια εφήμερη περιπέτεια. Η Γερτρούδη συναντά επίσης τον παλιό εραστή της, Γκάμπριελ Λίντμαν, διάσημο ποιητή, τον οποίο παράτησε πριν μερικά χρόνια για να παντρευτεί τον Κάνινγκ. Ο Γκάμπριελ της ζητά να ξανασυνδεθούν, όμως εκείνη αρνείται να αναβιώσει κάτι που το θεωρεί νεκρό εδώ και πολύ καιρό. Ο Κάνινγκ ζητά από τη Γερτρούδη να μείνει τυπικά σύζυγός του, αλλά και πάλι εκείνη αρνείται. Ξανασυναντάμε τη Γερτρούδη πολλά χρόνια αργότερα. Είναι πια μια ηλικιωμένη γυναίκα που ζει μόνη της στην επαρχία. Ο Άξελ Νίγκρεν, συγγραφέας και πιστός της φίλος από παλιά, την επισκέπτεται στο γραφείο της. Η Γερτρούδη τού διαβάζει το μοναδικό ποίημα που έγραψε, όπου, μεταξύ άλλων, λέει: «Κοίταξέ με. Είμαι ωραία; Όχι, αλλά αγάπησα. Κοίταξέ με. Είμαι νέα; Όχι, αλλά αγάπησα. Κοίταξέ με. Έζησα; Όχι, αλλά αγάπησα».

ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ 13.04.2008
Ο υπερβατικός δάσκαλος Καρλ Ντράγιερ
Της Μαρiας Κατσουνάκη

Εάν πιστέψουμε τον Λαρς φον Τρίερ, ο Ντράγιερ σκόπευε να γυρίσει τη «Μήδεια» στην Ελλάδα με πρωταγωνίστρια τη Μαρία Κάλλας. Σαράντα χρόνια μετά το θάνατο του Δανού σκηνοθέτη (1889 – 1968), η «είδηση» δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αφού, εν τω μεταξύ, η μεν Μαρία Κάλλας πρωταγωνίστησε στην ομώνυμη ταινία του Πιερ Πάολο Παζολίνι ο δε Λαρς φον Τρίερ ανέλαβε να ολοκληρώσει την τελευταία επιθυμία του Ντράγιερ σκηνοθετώντας την αρχαία ελληνική τραγωδία για την τηλεόραση της Δανίας (το 1988), σε σενάριο του «μεγάλου δασκάλου». Ελάχιστοι δημιουργοί στην ιστορία της 7ης Τέχνης μπορούν να φέρουν επαξίως και με τόσο καθολική αποδοχή τον χαρακτηρισμό του «δασκάλου». Και ο Καρλ Θίοντορ Ντράγιερ, νόθο παιδί μιας Σουηδέζας καμαριέρας και ενός Δανού κτηματία, που υιοθετήθηκε από τον τυπογράφο Καρλ Ντράγιερ και τη γυναίκα του, ανήκει σε αυτούς τους ελάχιστους.

Επιρροή

Από τον Σκορσέζε ως τον Μπέργκμαν, τον Ταρκόφσκι, τον Κισλόφσκι, τον Αγγελόπουλο, έχουν παραδεχθεί, είτε με δηλώσεις είτε με το έργο τους, την επιρροή που άσκησαν οι 14 μεγάλου μήκους ταινίες του (και ειδικότερα «Το πάθος της Ζαν Ντ’ Αρκ», το «Βαμπίρ», οι «Μέρες οργής», «Ο Λόγος» και η «Γερτρούδη») στο βλέμμα και στην οπτική τους. Ο Ντράγιερ υπήρξε συνδιαμορφωτής μαζί με τον Όζου και τον Μπρεσσόν της σύζευξης του Ιερού και Υπερβατικού στην κινηματογραφική εικόνα (άποψη που έχει διατυπώσει ο σκηνοθέτης Πολ Σρέιντερ):

«Το υπερβατικό ύφος μπορεί να μας φέρει κοντύτερα στην σιωπή, εκεί όπου οι παράλληλες γραμμές της τέχνης και της θρησκείας συναντώνται διαπλέκονται». Και ο Ντράγιερ, ένας από τους κορυφαίους στυλίστες του παγκόσμιου κινηματογράφου, εισήγαγε τα μεγάλης διάρκειας πλάνα με τους «κενούς χρόνους» επιδιώκοντας να εμποδίσει τον θεατή να ταυτιστεί με τα δρώμενα, συνδυάζοντας στη σκηνοθεσία του λιτότητα, αυστηρότητα, λεπτότητα και υποβλητικότητα. Αυτός, ο εμπνευστής του «ψυχολογικού κινηματογράφου» υποστήριζε ότι «η τέχνη πρέπει να περιγράφει τον εσωτερικό κόσμο και όχι τον εξωτερικό». «Γι’ αυτό και χρειάζεται να εγκαταλείψουμε το νατουραλισμό και να βρούμε τον τρόπο να εισαγάγουμε νέες εικόνες. Η αφηρημένη τέχνη επιτρέπει στο σκηνοθέτη να βγάλει τον κινηματογράφο απ’ τη φυλακή του νατουραλισμού…».

Καλό και κακό

Η «έξοδος» συντελείται με φως και σκιές. Για τον σκηνοθέτη, ο τρόμος ή η απειλή είναι μια εσωτερική κατάσταση. Δεν δημιουργείται με τεχνικά μέσα. Όλα εξαρτώνται από τις προσεκτικά σχεδιασμένες κινήσεις της κάμερας και τη σύνθεση του κινηματογραφικού κάδρου. Ο κόσμος του Ντράγιερ είναι γεμάτος μάρτυρες. Όμως ο πόνος και το μαρτύριο δεν είναι θεμελιώδη. Είναι συμπτώματα που προέρχονται από άλλες αιτίες. Ήδη από τα «Φύλλα από το βιβλίο του Σατανά», δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του (1919) ασχολείται με τη δύναμη που ασκεί το κακό στο ανθρώπινο μυαλό. Θέμα, το οποίο δεν αποχωρίζεται. Όπως και τη σύγκρουση του καλού με το κακό, το νόημα της αγάπης, τον πόλεμο του φωτός με το σκοτάδι, τα διαρκή κοντράστ μέσα από εξπρεσιονιστικούς φωτισμούς. Τα πρόσωπα αυστηρά ή μελαγχολικά αλλά πάντως γαλήνια, χωρίς όμως τη χαρά της ζωής. Ατμόσφαιρα απόκοσμη που παραπέμπει άλλοτε σε όνειρο άλλοτε σε εφιάλτη. Μια βαριά προτεσταντική ηθική περιβάλλει τις ταινίες που εξισορροπείται από τον μεταφυσικό χαρακτήρα, την εκκεντρικότητα της ψυχοσύνθεσης των ηρώων. Στο «Λόγο» (επιτομή του υπερβατικού σινεμά) η βοήθεια του Θεϊκού λόγου μπορεί ακόμη και νεκρούς να αναστήσει.

Φιλοσοφία

Στη «Γερτρούδη» (1964, τελευταία ταινία της φιλμογραφίας του), το πορτρέτο μιας ανεξάρτητης γυναίκας, η φράση που γράφει η ηρωίδα στο σταυρό του τάφου της, πριν πεθάνει, συνοψίζει τη φιλοσοφία αυτού του βαθύτατα ουμανιστή και ασυμβίβαστου δημιουργού: «Η αγάπη είναι το παν» (amor omnia).

Ζητήσαμε από δύο σκηνοθέτες της νεότερης γενιάς, τον Έκτορα Λυγίζο (γεν. 1976) και τον Σύλλα Τζουμέρκα (γεν. 1978) να μας μεταφέρουν σε λίγες γραμμές μια αίσθηση από τον Ντράγιερ. Τον τρόπο που «επικοινώνησαν» μαζί του, που συναντήθηκαν με την τέχνη του. Και οι δυο είναι σκηνοθέτες βραβευμένων μικρού μήκους ταινιών αλλά και θεατρικών παραστάσεων. Τα «Αγνά νιάτα» του Ε. Λυγίζου συμμετείχαν στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ Βενετίας, ενώ ο Σ. Τζουμέρκας με «Τα μάτια που τρώνε» επελέγη από το Φεστιβάλ Καννών (επίσημη συμμετοχή 2001).

Έκτορας Λυγίζος

Δεν αγαπάμε πια αρκετά

Ένα κοριτσάκι ζητάει από το θείο του -που πιστεύει πως είναι ο Ιησούς Χριστός- να φέρει πίσω στη ζωή τη νεκρή μητέρα του. Και το ζητάει σαν να ήταν το πιο απλό πράγμα στον κόσμο. «Για να την κρατήσουμε εδώ». Κι όταν τελικά ο θείος τού το υπόσχεται, εκείνο δηλώνει «ενθουσιασμένο»! Λίγο αργότερα, το θαύμα συντελείται. Ο θείος ανασταίνει τη νεκρή, και το κοριτσάκι σκάει ένα χαμόγελο (ούτε κλαίει από τη χαρά του ούτε τίποτ’ άλλο ακραίο) και πηγαίνει ήσυχο για ύπνο. Στον κόσμο του μικρού κοριτσιού, η πίστη ταυτίζεται με την αγάπη. Και επειδή η αγάπη είναι τόσο καθαρή (και άρα απέραντη) που με τίποτα δεν μπορεί να συμφιλιωθεί με την απώλεια, έχει τη δύναμη να τα ξαναφτιάξει όλα. Αυτό ένα μου λέει εμένα: όταν δεν μπορούμε πια να ξαναφέρουμε πίσω έναν άνθρωπο που έχει φύγει απ’ τη ζωή μας (δεν εννοώ νεκρό) ή ένα κομμάτι του εαυτού μας που έχει γίνει παρελθόν, είναι γιατί δεν αγαπάμε πια αρκετά (και άρα αγνά).

Σύλλας Τζουμέρκας

Παραβιάζει τρία ταμπού

Παραβιάζω σημαίνει παραβαίνω, δεν τηρώ, ανοίγω χρησιμοποιώντας βίαια μέσα, εισέρχομαι παράνομα, σε χώρο που απαγορεύεται η είσοδός μου. Αυτό κάνει ο Ντράγιερ. Σε τρεις ταινίες, με τον πιο άμεσο τρόπο, παραβιάζει με το έτσι θέλω τρία θεμελιώδη ταμπού: στο Λόγο την Ανάσταση (όλοι την εύχονται, κανείς δεν την πιστεύει, και ποιος θα ήθελε να τη δει μέσα στο σπίτι του;), στη Ζαν Ντ’ Αρκ το πρόσωπο (όπου το εύρος τής ταύτισης οπερατέρ, δικαστή και θεατή είναι τέτοιο που η έκφραση της Οφηλίας «such perusal of my face», δεν φτάνει για να περιγράψει αυτό που συμβαίνει στα απανωτά κοντινά της Φαλκονέτι), και στη Γερτρούδη τη στυφή άβυσσο που ανοίγει ανάμεσα σε έναν άντρα, μια γυναίκα και έναν καθρέφτη. Ο Ντράγιερ απασφαλίζει τη βόμβα στην κόψη του απολύτως συνειδητού με το ασυνείδητο, στο ίδιο δηλαδή το θεμέλιο του σπιτιού μας. Και όχι μόνο την απασφαλίζει, αλλά έχει και το θάρρος να μας κάνει δώρο και την έκρηξη.

http://www.kathimerini.gr/

ΚΑΡΛ ΘΗΟΝΤΟΡ ΝΤΡΑΓΙΕΡ – ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ

Μεγάλου Μήκους

Ο πρόεδρος / Praesidenten / The President (Δανία, 1918) Σελίδες από το ημερολόγιο του Σατανά / Blade af Satans bog / Leaves from Satan’s Book (Δανία, 1919) Η χήρα του πάστορα / Prastankan / The Parson’s Widow (Σουηδία, 1921) Οι στιγματισμένοι / Die Gezeichneten / Love One Another (Γερμανία, 1921) Μια φορά κι έναν καιρό… / Der var engang / Once Upon a Time (Δανία, 1922) Μίκαελ / Mikael (Γερμανία, 1924) Ο αφέντης του σπιτιού / Du skal aere din hustru / Master of the House (Δανία, 1925) Η νύφη του Γκλόμνταλ / Glomdalsbruden / The Bride of Glomdal (Νορβηγία, 1925) Το πάθος της Ζαν Ντ’ Αρκ / La passion de Jeanne D’Arc / The Passion of Joan of Arc (Γαλλία, 1927) Βαμπίρ / Vampyr (Γαλλία-Γερμανία, 1931) Μέρες οργής / Vredens dag / Dies Irae / Day of Wrath (Δανία, 1943) Δύο ανθρώπινες υπάρξεις / Tvaa Manniskor / Two People (Σουηδία, 1944) Ο Λόγος / Ordet / The Word (Δανία, 1954) Γερτρούδη / Gertrud (Δανία, 1964)

Μικρού Μήκους

Βοήθεια στις μητέρες / Modrehjaelpen / Good Mothers (Δανία, 1942) Το νερό στην επαρχία / Vandet pas Iandet / Water from the Land (Δανία, 1946) Η εκκλησία στην εξοχή / Landsbykirken / The Danish Village Church (Δανία, 1947) Η μάχη κατά του καρκίνου / Kampen mod kraeften / The Struggle Against Cancer (Δανία, 1947) Πρόλαβαν το πλοίο / De naaede faergen / They Caught the Ferry (Δανία, 1948) Thorvaldsen (Δανία, 1949) Η γέφυρα του Στόρστρεμ / Storstromsbroen / The Storstrom Bridge (Δανία, 1950) Πύργος μέσα σε πύργο / Et stol i et slot / Krogen og kronborg / The Castle Within the Castle (Δανία, 1954)

Καρλ Ντράγιερ / film aesthetics 32 

Ο Καρλ Θίοντορ Ντράγιερ, (1889-1968) γεννήθηκε στη Δανία. Γύρισε τις ταινίες του στη Σουηδία και στη Γαλλία. Είναι κατ’ εξοχήν μεταφυσικός σκηνοθέτης. Το έργο του χαρακτηρίζεται από απλότητα και καθαρή γραφή. Ο Ντράγιερ στηρίχτηκε στην άριστη εκπαίδευση και κουλτούρα των ηθοποιών της σουηδικής θεατρικής σκηνής. Ασχολήθηκε με το θέμα της αληθινής πίστης. Είχε πλήρη έλεγχο του κάδρου, σχεδίαζε τα σκηνικά των ταινιών του ο ίδιος, και θεωρείται σκηνοθέτης-δημιουργός από τον βωβό ακόμη κινηματογράφο.

Στη διάρκεια του βωβού γύρισε το αριστούργημά του Το πάθος της Ζαν Ντ’ Αρκ (1928), σε σενάριο που βασίστηκε στα πρακτικά της δίκης της γαλλίδας ηρωίδας. Επέλεξε την Ρενέ Φαλκονέτι, μια ερασιτέχνιδα για πρωταγωνίστρια. Δε χρησιμοποίησε μακιγιάζ κι έκοψε τα πραγματικά μαλλιά της ηθοποιού κατά τη διάρκεια της λήψης, στη σκηνή μετά την καταδίκη της. Σ’ αυτή την ταινία προβληματίστηκε πάνω στη δομή, για να υποστηρίξει το θέμα του ουσιαστικά. Επέλεξε να μεταφέρει το πάθος της Ζαν σχεδόν αποκλειστικά με κοντινά πλάνα πλονζέ (θέση μηχανής από πάνω προς τα κάτω) στη Φαλκονέτι, κι άλλοτε κοντρ πλονζέ (από κάτω προς τα πάνω), ρυθμό στην εναλλαγή των πλάνων και κοντρ πλονζέ στους δικαστές, ώστε να παρουσιάζεται η εξουσία και να υποτιμάται η Ζαν. Η δραματική ένταση αποτυπώνεται στα πρόσωπα και μέσα από γκρο παράγωνα καδραρίσματα. Τα κοντινά πλάνα της Ζαν θυμίζουν αγιογραφίες. Ο θεωρητικός Ζιλ Ντελέζ όταν αναφέρθηκε στο Πάθος της Ζαν ντ’ Αρκ, μίλησε για την εικόνα-συναίσθημα. Ο Ντράγιερ απεκάλεσε την τεχνική του «κυλιόμενα γκρο πλάνα».

Ταινία σταθμός του Ντράγιερ είναι Ο Λόγος που βραβεύτηκε το 1955, με το Χρυσό Λιοντάρι στο Φεστιβάλ Βενετίας και είχε μεγάλη εμπορική επιτυχία. Μία αμιγώς μεταφυσική ταινία που πραγματεύεται τα διαφορετικά θρησκευτικά πιστεύω σε αντίθεση με την αληθινή Πίστη. Αυτήν εκπροσωπεί ένας πρώην φοιτητής της θεολογίας που έχει εγκαταλείψει τις σπουδές του, γιατί ανακάλυψε ότι δεν υπήρχε η αλήθεια μέσα τους, και γι’ αυτό θεωρείται τρελός από την οικογένειά του. Μια ταινία με εξαίρετους ηθοποιούς, απλό ντεκουπάζ με μετωπικές λήψεις, έτσι ώστε το κυκλικό travelling του ήρωα να γράψει αντιστικτικά με την υπόλοιπη ντεκουπαζική αντιμετώπιση του θέματος. Η αλήθεια του πρώην φοιτητή αποκαθίσταται στο φινάλε της ταινίας με μια πράξη βαθιάς Πίστης. Επαναφέρει στη ζωή τη νεκρή γυναίκα του αδερφού του, που μόλις έχει πεθάνει καθώς γεννούσε, με τη βοήθεια της αληθινής και αγνής πίστης της κόρης της. Ο Ντράγιερ τολμά να κάνει φινάλε στην ταινία μ’ ένα θαύμα, και το κοινό της δεκαετίας του ’50 ανταποκρίνεται με ενθουσιασμό.

Η λιτότητα στη γραφή και στο κάδρο, η χρήση του φωτός και της σκιάς, το λευκό που κυριαρχεί στο δωμάτιο της ανάστασης της νεκρής στο φινάλε του Λόγου, συνθέτουν την αισθητική ενός αρχαϊσμού που συναντάμε στους βόρειους ευρωπαϊκούς λαούς, όπως γράφει ο Αντρέ Τεσινέ. Τα κάδρα του βασίζονται στους ζωγραφικούς πίνακες των φλαμανδών ζωγράφων και θυμίζουν τον πίνακα Staalmeesters του Ρέμπραντ.

Στην Γερτρούδη (1964) κινηματογραφεί και πάλι με κοντινά πλάνα μεγάλης διάρκειας, τα πρόσωπα των ηθοποιών. Η Γερτρούδη, μια νέα γυναίκα στις αρχές του 20ου αιώνα, δεν καταφέρνει να αγαπηθεί από του άντρες όπως θέλει και στο φινάλε ο Ντράγιερ κάνει σαφή την σημασία του να αγαπάς, Λέει η ίδια στο φινάλε της ταινίας: «Όταν θα έχω φτάσει λίγο πριν το θάνατό μου και θα κοιτάζω πίσω τη ζωή μου, θα λέω στον εαυτό μου “Υπέφερα πολλά, συχνά έκανα λάθη, αλλά αγάπησα.»

Επίσης εξαιρετικές ταινίες του είναι το Βαμπίρ (1931) και Μέρες οργής (1943) με θέμα την άδικη καύση γυναικών κατά τον Μεσαίωνα, μόνο με την υπόνοια ότι μπορεί να είναι μάγισσες.

Ο ίδιος ο Ντράγιερ, στην έναρξη του Φεστιβάλ Εδιμβούργου του 1955, παρουσίασε την άποψή του για τον κινηματογράφο, το στιλ και το έργο τέχνης, άποψη που διατηρεί αναλλοίωτη την αξία της. Είπε χαρακτηριστικά: «Η κάμερα, από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκε, κέρδισε μια γρήγορη νίκη, γιατί έδειξε πως μπορεί με μηχανικά μέσα, να καταγράφει αντικειμενικά τις εντυπώσεις του ανθρώπινου ματιού. Μέχρι σήμερα, η ιδιότητα αυτή αποτελούσε και τη δύναμη του κινηματογραφικού έργου, αλλά, εάν θέλουμε μια ταινία να είναι και έργο τέχνης, η ίδια ιδιότητα γίνεται τροχοπέδη, κι απ’ αυτή την τροχοπέδη πρέπει να απαλλαγούμε. Αφήσαμε τη φωτογραφία να μας υπνωτίσει. Και τώρα είναι αναγκαίο να βγούμε από την ύπνωση. Πρέπει να προσπαθήσουμε να μην είμαστε πια σκλάβοι της φωτογραφίας, αλλά κύριοί της… Το στιλ μιας κινηματογραφικής ταινίας, όταν αυτή η ταινία πρόκειται για έργο τέχνης, είναι προϊόν πολλών παραγόντων, όπως ο ρυθμός, το καδράρισμα μιας εικόνας, η ένταση που δημιουργείται απ’ το συσχετισμό των χρωματικών επιφανειών, η αλληλεπίδραση του φωτός και της σκιάς, η ρυθμική κίνηση της κάμερας. Όλα αυτά τα στοιχεία, σε συνδυασμό με τον τρόπο με τον οποίο ο σκηνοθέτης αντιλαμβάνεται το υλικό του, δημιουργούν και το στιλ του. Αν ο σκηνοθέτης αρκείται στο να φωτογραφίζει με απρόσωπο τρόπο και χωρίς ψυχή οτιδήποτε βλέπουν τα μάτια του, τότε δεν έχει στιλ. Αν, όμως, αυτό που βλέπει το μάτι του, το επεξεργάζεται μέσα του, δημιουργώντας έτσι μια νέα εικόνα, αδιαφορώντας για την πραγματικότητα που την ενέπνευσε, τότε το έργο του θα φέρει την ιερή σφραγίδα της έμπνευσης. Η ταινία του, μόνο τότε θα έχει ένα στιλ, γιατί το στιλ είναι η σφραγίδα τής προσωπικότητας πάνω στο έργο… Ακόμα κι αν ο συγγραφέας είναι ο Σαίξπηρ, μια λογοτεχνική ιδέα δεν αρκεί για τη δημιουργία ενός ποιοτικού κινηματογραφικού έργου. Η ταινία γίνεται έργο τέχνης αν ο σκηνοθέτης, εμπνευσμένος από το υλικό του συγγραφέα, δώσει με πειστικό τρόπο ζωή σ’ αυτό το υλικό με τη βοήθεια εικόνων που είναι τέχνη…».

http://vallysdiary.blogspot.gr/  Βάλλυ Κωνσταντοπούλου

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s