Όλα Είναι Δρόμος (1998) του Παντελή Βούλγαρη | από τις καλύτερες και πιο αγαπημένες ταινίες όλων των εποχών του ελληνικού κινηματογράφου

ola einai dromos poster

Σκηνοθεσία: Παντελής Βούλγαρης
Σενάριο: Παντελής Βούλγαρης, Γιώργος Σκαμπαρδόνης
Μουσική: 
Σταμάτης Σπανουδάκης
Διάρκεια: 118 λεπτά

Ραντεβού στο CINEMA με τους μεγάλους δημιουργούς στο Δήμο Ζωγράφου με ελεύθερη είσοδο | 8 Μαρτίου-23 Απριλίου 2016

Βιριδιάνα, Ρώμη Ανοχύρωτη Πόλη και Όλα Είναι Δρόμος (παρόντος του δημιουργού) 12 και 13 Μαρτίου 2016 στο Δήμο Ζωγράφου με ελεύθερη είσοδο

Υπόθεση

Η ταινία είναι ένα τρίπτυχο γυρισμένο στη Βόρεια Ελλάδα, με κοινό θέμα στις τρεις ιστορίες τον μοναχικό άνθρωπο σε μια κρίσιμη στιγμή του βίου του.

Οι ιστορίες της σπονδυλωτής αυτής ταινίας, είναι οι εξής:

1. «Χαρώνειο νόμισμα»: Ένας αρχαιολόγος ανακαλύπτει τον ασύλλητο τάφο ενός αξιωματικού των ελληνιστικών χρόνων. Στη συνέχεια φεύγει προς τα σύνορα για να δει τους τελευταίους χώρους όπου έζησε ο γιος του φαντάρος, πριν αυτοκτονήσει στη σκοπιά.

2. «Η τελευταία νανόχηνα»: Στο δεύτερο επεισόδιο παρακολουθούμε μια ομάδα νέων ορνιθολόγων να αναζητά τις διαδρομές της τελευταίας νανόχηνας που έχει καταφύγει στο Δέλτα του Έβρου. Το ταξίδι τους με βάρκα, παρέα με τον ηλικιωμένο θηροφύλακα που μιλάει τη γλώσσα των πουλιών, συντρόφων της ζωής του, είναι ένα εγκώμιο στην ομορφιά του Έβρου και στη σχέση με τη Φύση. Κάποτε εντοπίζουν τη νανόχηνα, ένας ασυνείδητος λαθροκυνηγός τη σκοτώνει και τότε ο ειρηνικός και γλυκομίλητος θηροφύλακας τον πληρώνει με το ίδιο νόμισμα.

3. «Βιετνάμ»: Ένας μεσήλικας εργοστασιάρχης της επαρχίας, σκασμένος γιατί η γυναίκα του πήρε τα δυο τους παιδιά και τον εγκατέλειψε, καταλήγει να πίνει σ’ ένα άγριο αγροτικό σκυλάδικο στη μέση του πουθενά, το «Βιετνάμ». Χωρίς πολλές κουβέντες, με τα λεφτά του, αρχίζει να σπάζει τα πάντα, πιάτα, ποτήρια, σκεύη. Για να ελαφρύνει την ψυχή του βάζει να ξηλώσουν τα πλακάκια, τις λεκάνες, τα κουφώματα, και στο τέλος όταν κορυφώνεται η βακχική του τρέλα, ενώ οι μπουζουξήδες παίζουν πλέον έξω στους αγρούς, ο κ. Τσετσένογλου πληρώνει να γκρεμίσουν ολόκληρο το σκυλάδικο.

Χρονιά Παραγωγής:
1998
Σκηνοθέτης:
ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ ΠΑΝΤΕΛΗΣ
Είδος:
ΜΕΓΑΛΟΥ ΜΗΚΟΥΣ, ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ, ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ
Διάρκεια:
118΄

Σενάριο:
ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ, ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ ΠΑΝΤΕΛΗΣ

Δ/ντής Φωτογραφίας:
ΦΡΕΝΤΖΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ
Μοντάζ:
ΚΑΤΣΟΥΡΙΔΗΣ ΝΤΙΝΟΣ
Ηχολήπτης:
ΣΑΜΑΡΑΣ ΑΝΤΩΝΗΣ
Σκηνογράφος:
ΣΤΑΥΡΙΔΟΥ ΙΟΥΛΙΑ
Ενδυματολόγος:
ΣΤΑΥΡΙΔΟΥ ΙΟΥΛΙΑ
Μουσική Σύνθεση:
ΣΠΑΝΟΥΔΑΚΗΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ

ΓΙΑΠΡΑΚΑΣ ΜΑΚΗΣ «ΛΑΪΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ»

Βοηθ. Σκηνοθέτη:
ΛΑΔΑΣ ΝΕΣΤΩΡ
Βοηθ. Δ/ντή Φωτογραφίας:
ΚΟΥΡΤΕΡΙΔΗΣ ΑΝΤΩΝΗΣ
Μακιγιάζ:
ΤΑΜΠΟΣΗ ΦΑΝΗ
Μουσική Εκτέλεση:
ΡΕΛΛΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ (ΣΑΞΟΦΩΝΟ)
ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ ΣΩΚΡΑΤΗΣ (ΛΥΡΑ)
ΘΕΟΔΩΡΙΝΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ (ΠΛΗΚΤΡΑ)
ΜΑΤΣΙΓΚΟΣ ΚΩΣΤΑΣ (ΚΙΘΑΡΑ)
ΚΥΡΜΟΣ ΓΙΑΝΝΗΣ (ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ)
ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ ΓΙΑΝΝΗΣ (ΜΠΟΥΖΟΥΚΙ)
ΜΠΑΡΜΠΑΣ ΤΑΚΗΣ (ΤΟΥΜΠΕΛΕΚΙ)
ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΑΛΕΚΟΣ (ΚΡΟΥΣΤΑ)
ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ ΒΑΗΣ (ΓΚΑΪΝΤΑ)
Στίχοι Τραγουδιών:
ΚΛΕΦΤΟΓΙΩΡΓΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ «ΔΕΝ ΣΤΑΜΑΤΑΕΙ»
ΚΛΕΦΤΟΓΙΩΡΓΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ «ΕΝΟΧΟΣ ΧΩΡΙΣ ΑΙΤΙΑ»
ΦΑΛΑΡΑΣ ΠΑΝΟΣ «ΘΑ ΤΑ ΓΚΡΕΜΙΣΩ»
ΚΛΕΦΤΟΓΙΩΡΓΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ «ΙΣΟΒΙΑ»
ΦΑΛΑΡΑΣ ΠΑΝΟΣ «ΚΑΠΝΙΖΩ ΤΑ ΤΣΙΓΑΡΑ ΜΟΥ»
ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ ΑΝΤΩΝΗΣ «ΠΟΙΟΣ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΛΑΒΕΙ»
ΛΕΚΑΚΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ «Σ’ ΑΓΑΠΩ ΜΕΧΡΙ ΘΑΝΑΤΟΥ»
ΒΡΕΤΟΣ ΝΙΚΟΣ «ΣΑΝ ΤΣΙΓΑΡΟ ΑΝΑΜΜΕΝΟ»
Τραγουδιστής:
ΣΥΜΕΩΝΙΔΗΣ ΣΠΥΡΟΣ, ΒΙΟΛΑΝΤΗ ΡΕΝΑ, ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΣΠΥΡΟΣ, ΚΑΛΕΣΗΣ ΠΕΤΡΟΣ, ΜΑΡΑΝΤΗ ΜΑΙΡΗ, ΠΑΠΠΑ ΝΑΝΣΥ
Μηχανικός Ήχου:
ΑΡΒΑΝΙΤΗΣ ΘΑΝΑΣΗΣ
Φωτογράφος-Πλατώ:
ΟΡΔΟΛΗΣ ΚΩΣΤΑΣ, ΖΑΒΟΣ ΒΑΓΓΕΛΗΣ, ΝΙΚΟΓΛΟΥ ΣΩΚΡΑΤΗΣ
Δ/ντής Παραγωγής:
ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ, ΚΟΜΝΗΝΟΥ ΑΝΝΑ

Παραγωγή:
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ. ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ 1997, ALCO FILMS , Ε.Ρ.Τ. , ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΚΙΝHΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ (ΕΚΚ)

Ηθοποιοί:
ΒΕΓΓΟΣ ΘΑΝΑΣΗΣ
ΑΡΜΕΝΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ
ΚΑΤΑΛΕΙΦΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ
ΚΑΖΑΝΑΣ ΚΩΣΤΑΣ
ΣΤΑΜΟΥΛΗ ΕΦΗ
ΛΕΜΟΝΗ ΑΓΓΕΛΙΚΗ
ΚΑΖΑΖΗ ΣΤΕΛΛΑ
ΡΕΜΕΝΣΙΟΥΣ ΡΕΓΓΙΝΑ
ΤΖΑΦΕΡΗΣ ΣΤΕΡΓΙΟΣ
ΤΕΚΝΕΣΧΙΔΗΣ ΘΑΝΑΣΗΣ
ΚΕΔΙΚΟΣ ΧΑΡΗΣ
ΔΗΝΑΛΗΣ ΓΙΩΡΓΟΣ
ΣΑΓΙΑ ΚΑΤΕΡΙΝΑ
ΣΤΑΜΟΥΛΗ ΕΦΗ
ΚΑΠΕΛΙΑΣ ΝΙΚΟΣ
ΚΟΤΡΩΤΣΙΑΣ ΓΙΩΡΓΟΣ
ΜΟΧΛΑΣ ΓΙΑΝΝΗΣ
ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
ΝΑΣΙΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ
ΚΟΥΡΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ
ΑΓΑΠΙΟΥ ΑΓΑΠΙΟΣ
ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΕΛΗΣ
ΚΟΥΤΣΑΦΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ
ΙΓΝΑΤΙΑΔΗΣ ΘΑΝΑΣΗΣ
ΠΑΠΠΑΣ ΕΥΘΥΜΙΟΣ
ΜΠΡΕΤΣΟΥ ΑΦΡΟΔΙΤΗ
ΠΑΣΧΑΛΗΣ ΝΙΚΟΣ
ΦΡΑΓΚΟΥ ΜΑΡΙΑ
ΣΩΦΡΟΝΙΑΔΟΥ ΕΥΡΙΔΙΚΗ
ΚΛΗΜΗ ΟΛΓΑ
ΤΣΑΚΙΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
ΚΟΛΟΒΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ
ΜΟΥΚΑΝΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
ΜΑΝΩΛΟΠΟΥΛΟΣ ΓΡΗΓΟΡΗΣ
ΧΑΡΑΜΗ ΧΡΥΣΑ
ΠΑΣΧΑΛΗ ΒΑΝΑ
ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΥ ΣΟΦΙΑ
ΛΟΥΡΗ ΚΑΤΕΡΙΝΑ
ΜΑΘΕ ΚΥΡΙΑΚΗ
ΣΕΡΑΪΔΟΥ ΒΟΥΛΑ
ΦΩΤΙΑΔΟΥ ΠΕΝΥ
ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ
ΚΑΤΕΧΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΣ
ΧΑΖΑΡΑΚΗΣ ΜΕΝΕΛΑΟΣ
ΑΛΑΪΛΑΜΑΛΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ
ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ ΚΩΣΤΑΣ

Voulgaris Pantelis

Παντελής Βούλγαρης

Ο Παντελής Βούλγαρης γεννήθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου του 1940. Το 1960 γράφτηκε στη Σχολή Σταυράκου για να σπουδάσει κινηματογράφο, ενώ από το 1961 μέχρι το 1965 εργάστηκε ως βοηθός σκηνοθέτη σε 35 ταινίες της Φίνος Φιλμ. Το 1965 παρουσίασε την πρώτη του ταινία μικρού μήκους, τον «Κλέφτη», και την επόμενη χρονιά την επίσης μικρού μήκους «Τζίμης ο Τίγρης». Το 1971 γύρισε το ντοκιμαντέρ «Ο χορός των τράγων» και την ίδια χρονιά μοντάρισε στο Παρίσι την αντιδικτατορική ταινία «Ce n’est qu’ un debut…» Το 1972 ολοκλήρωσε την ταινία μεγάλου μήκους «Το προξενιό της Άννας», που σημείωσε μεγάλη καλλιτεχνική επιτυχία τόσο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης όσο και στο εξωτερικό. Την επόμενη χρονιά, μετά από πρόταση του Μάνου Χατζιδάκι, γύρισε τον «Μεγάλο Ερωτικό», μια ποιητική μεταφορά στη μεγάλη οθόνη του ομώνυμου δίσκου. Το 1974 εξορίστηκε από τη χούντα στη Γυάρο. Το 1975 σκηνοθέτησε το πρώτο τηλεοπτικό του ντοκιμαντέρ με τίτλο «Οι ψάλτες», ενώ το 1976 συμμετείχε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με την ταινία «Χάππυ Νταίη». Την ίδια χρονιά γύρισε για την τηλεόραση το ντοκιμαντέρ «Κάρολος Κουν» και την επόμενη μια σειρά έξι επεισοδίων με τίτλο «Κείμενα της Μεγάλης Εβδομάδας», με την Έλλη Λαμπέτη. Το 1978 γύρισε επτά ντοκιμαντέρ για τη σειρά «Εικόνες από τη Βόρεια Ελλάδα». Την ίδια χρονιά ξεκίνησε την προετοιμασία της ταινίας «Ελευθέριος Βενιζέλος 1910-1927» και σκηνοθέτησε για πρώτη φορά στο θέατρο. Το 1980 ολοκληρώθηκε ο «Ελευθέριος Βενιζέλος», που όμως δίχασε κριτικούς και κοινό, με αποτέλεσμα ο Π. Βούλγαρης να αποσυρθεί προσωρινά από τον κινηματογράφο και ν’ ασχοληθεί αποκλειστικά με την τηλεόραση: πέντε ντοκιμαντέρ για τη σειρά «Εδώ γεννήθηκε η Ευρώπη» και τα σίριαλ «Ο κήπος με τα αγάλματα» και «Οι απόμαχοι». Παράλληλα, συνέχισε να σκηνοθετεί για το θέατρο, ενώ ασχολήθηκε ευκαιριακά και με τη διαφήμιση. Το 1985 επανήλθε στον κινηματογράφο με τα «Πέτρινα χρόνια», που αποτέλεσε μεγάλη καλλιτεχνική και εισπρακτική επιτυχία. Το 1987 γύρισε ένα ντοκιμαντέρ για τον Γιάννη Ρίτσο και το 1988 την ταινία «Η φανέλα με το εννιά». Το 1991 παρουσίασε τις «Ήσυχες μέρες του Αυγούστου», το 1995 την ταινία «Ακροπόλ» και το 1998 το «Όλα είναι δρόμος». Το 2004, μετά από πολλές περιπέτειες, ολοκλήρωσε το φιλόδοξο διεθνές εγχείρημα των «Νυφών», το οποίο προετοίμαζε από το 1999, το 2009 την ταινία του, για τον ελληνικό εμφύλιο πόλεμο, «Ψυχή βαθιά» και το 2013 την τελευταία του ταινία έως σήμερα «Μικρά Αγγλία».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗΣ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης γεννήθηκε το 1953 στην Θεσσαλονίκη όπου και ζει. Σπούδασε Γαλλική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Έγραψε τις συλλογές διηγημάτων «Μάτι φώσφορο, κουμάντο γερό», «Η ψίχα της μεταλαβιάς», «Η Στενωπός των Υφασμάτων», «Ακριανή Λωρίδα», «Πάλι κεντάει ο στρατηγός» «Επί ψύλλου κρεμάμενος», «Μεταξύ σφύρας και Αλιάκμονος» και Περιπολών περί πολλών τυρβάζω», το λεύκωμα «Σαββάτο απόγευμα» και τα
μυθιστορήματα «Γερνάω επιτυχώς», «Ουζερί Τσιτσάνης», «Πολύ βούτυρο στο τομάρι του σκύλου», και το «Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας».Το βιβλίο του «Η Στενωπός των Υφασμάτων» τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος 1993 και το «Επί ψύλλου κρεμάμενος» με το Βραβείο «Διαβάζω» 2004. Τα μυθιστορήματά του «Γερνάω επιτυχώς» και «Ουζερί Τσιτσάνης», ανέβηκαν θεατροποιημένα στο Κρατικό Θέατρο Βόρειας Ελλάδας σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη, όπως και το «Με τα παιδιά της πιάτσας» (ένα παίγνιο με τον Νίκο Τσιφόρο), σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη. Έγραψε το σενάριο της ταινίας του Παντελή Βούλγαρη «Όλα είναι δρόμος» σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη και τα κείμενα της μουσικοθεατρικής παράστασης «Σαν τραγούδι μαγεμένο», που ανέβηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών σε σκηνοθεσία Σωτήρη Χατζάκη. Διηγήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ιταλικά, Ολλανδικά, Ουγγρικά, Τσέχικα, Εβραϊκά. Είναι μέλος της ΕΣΗΕΜΘ και διετέλεσε μέλος του Δ.Σ του Μορφωτικού της Ιδρύματος. Είναι μέλος της Εταιρίας Συγγραφέων Αθηνών. Συνεργάστηκε με όλα σχεδόν τα ελληνικά λογοτεχνικά περιοδικά. Εργάζεται ως δημοσιογράφος από το 1981. Διετέλεσε πρόεδρος του Δ.Σ. της ΕΡΤ-3,διήυθηνε την εφημερίδα «Θεσσαλονίκη» και τα περιοδικά «Θ-97» (τιμήθηκε με τοβραβείο «Ιπεκτσί»), «Τάμαριξ», «Χίλια Δέντρα», «Πανσέληνος» (έλαβε τοευρωπαϊκό βραβείο «European Awοrds Newspapersdesign, 2000») και «Επιλογές»της Κυριακάτικης «Μακεδονίας». Διήυθυνε επί δύο χρόνια την πολιτιστική ζώνη του 102 Fm της ΕΡΤ- 3 κι έγραψε σενάρια για τηλεοπτικά ντοκιμαντέρ, όπως «Το θέατροστη Θεσσαλονίκη 1912-1985», «Ο Τσιτσάνης της Θεσσαλονίκης» κ.α. Συνεργάστηκε επί δύο χρόνια με την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία». Το 2010 τιμήθηκε με το βραβείο του «Ιδρύματος Μπότση».

ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΠΑΝΤΕΛΗ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

Παντελής Βούλγαρης σκηνοθέτης-σεναριογράφος (1940-)

Ο Παντελής Βούλγαρης γεννήθηκε στα Πατήσια της Αθήνας στις 23 Οκτωβρίου του 1940, ενώ έχει νησιώτικη καταγωγή από τη Σάμο και τη Νάξο. Εκείνα τα χρόνια του πολέμου ήταν μια εποχή δύσκολη, με την Κατοχής και Εμφυλίου να κάνουν το σκηνικό ακόμη πιο εφιαλτικό. Οι εικόνες αυτές και ιδιαίτερα αυτές του Εμφυλίου είναι που θα το σημαδέψουν και θα το ακολουθήσουν μέχρι και σήμερα τον σκηνοθέτη γεννώντας του την συνεχή ανάγκη να εκφράζει το σήμερα από το χθες. Τις πρώτες του επαφές με τον κινηματογράφο τις είχε ήδη από τα παιδικά του χρόνια τότε που μαζί με τους φίλους του τρέχανε να δούνε τις μεγάλες χολιγουντιανές επιτυχίες της εποχής στο Ηλέκτρα, την Καμέλια, το Λίντο κ.α. Κάθε νέα προβολή αποτελούσε σημαντικό κοινωνικό γεγονός. Ο ίδιος, σε αντίθεση με τους φίλους του που μαγεύονταν από τους λαμπερούς ηθοποιούς, έλκονταν από τη σκηνοθεσία. Η καταλυτική στιγμή που αποφάσισε ότι αυτό θα ήθελε να κάνει στη ζωή του,δηλαδή να σκηνοθετεί, ήταν όταν μια μέρα συνάντησε από κοντά έναν σκηνοθέτη τον Σωκράτη Καψάσκη ο οποίος γύριζε μια σκηνή κάτω από το σπίτι του. Πριν σπουδάσει κινηματογράφο είχε κάνει δύο αποτυχημένες προσπάθειες να μπει στην Νομική και τη Φιλοσοφική Σχολή. Αυτή η αποτυχία του να κάνει οργανωμένες σπουδές τον σημάδεψε για όλη του την ζωή, του δημιουργούσε την ζήλια προς τους συνομήλικους του που μπορούσαν να βγαίνουν ραντεβού με όλα εκείνα τα ωραία κορίτσια που έβλεπε να μπαίνοβγαίνουν στο Πανεπιστήμιο. Το 1960 γράφτηκε στη Σχολή Σταυράκου για να σπουδάσει τελικά κινηματογράφο, δάσκαλοι του ήταν ο Γρηγόρης Γρηγορίου, ο Ντίνος Δημόπουλος, ο θεωρητικός Γιάννης Μπακογιαννόπουλος, συμμαθητές του οι Θεόδωρος Αγγελόπουλος, ο Κώστας Φέρρης, η Τώνια Μαρκετάκη, ο Δήμος Θέο, όλοι αυτοί αργότερα αποτέλεσαν το «νέο αίμα» του ελληνικού κινηματογράφου.

Από το 1961 μέχρι το 1965 εργάστηκε ως βοηθός σκηνοθέτη σε 35 ταινίες της Φίνος Φιλμ. Το 1965 παρουσίασε την πρώτη του ταινία μικρού μήκους, τον «Κλέφτη», και την επόμενη χρονιά της επίσης μικρού μήκους «Τζίμης ο Τίγρης». Το 1971 γύρισε το ντοκιμαντέρ «Ο χορός των τράγων» και την ίδια χρονιά μοντάρισε στο Παρίσι την αντιδικτατορική ταινία «Ce n’est qu’ un debut…”». Το 1972 ολοκλήρωσε την ταινία μεγάλου μήκους «Το προξενιό της Άννας», που σημείωσε μεγάλη καλλιτεχνική επιτυχία τόσο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης όσο και στο εξωτερικό. Το σκηνικό της ταινίας παίρνει χώρα την εποχή λίγο πριν από την πτώση της χούντας. Ο Βούλγαρης οσφραίνεται την κοινωνική αναδιάρθρωση που συντελείτε στην ελληνική κοινωνία. Ο μικροαστισμός αντικαθιστά την παραδοσιακή συντήρηση και ο κομφορμισμός θεριεύει μέσα στα επιπλωμένα διαμερίσματα. Ο Βούλγαρης χρησιμοποιεί ως αφορμή ένα προξενιό για να μελετήσει εξουσιαστικές σχέσεις, νεοταξικές διαφορές και τη κατάφωρη αδικία. Την επόμενη χρονιά, μετά από πρόταση του Μάνου Χατζιδάκι, γύρισε τον «Μεγάλο Ερωτικό», μια ποιητική μεταφορά στην μεγάλη οθόνη του ομώνυμου δίσκου. Το 1974 εξορίστηκε από την χούντα στη Γυάρο. Το 1975 σκηνοθέτησε το πρώτο τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ με τίτλο «Οι ψάλτες», ενώ το 1976 συμμετείχε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με την ταινία «Χάππυ Νταίη». Σ’ αυτό το έργο βλέπουμε την εποχή μετά το τέλος του Εμφυλίου με τα ίχνη του να είναι ακόμη φανερά στη μεταπολεμική Ελλάδα. Σε ένα ξερονήσι θύτες και θύματα παίρνουν άθελα τους μέρος σε ένα μελαγχολικό παιχνίδι εξουσίας. Την ίδια χρονιά γύρισε για την τηλεόραση το ντοκιμαντέρ «Κάρολος Κουν» και την επόμενη χρονιά μια σειρά έξι επεισοδίων με τίτλο «Κείμενα της Μεγάλης Εβδομάδας», με την Έλλη Λαμπέτη. Το 1978 γύρισε επτά ντοκιμαντέρ για τη σειρά «Εικόνες από τη Βόρεια Ελλάδα». Την ίδια χρονιά ξεκίνησε την προετοιμασία της ταινίας «Ελευθέριος Βενιζέλος», όπου παρουσιάζει μια ψύχραιμη και κατατοπιστική προσωπογραφία ενός από τους σημαντικότερους ηγέτες στην ιστορία της Ελλάδας, αφηγείται τα έργα και τις ημέρες του από το 1910 έως το 1927, απαλλαγμένα από συναισθηματικές και μικροπολιτικές εντάσεις, Όμως, αυτή η ταινία δίχασε κριτικούς και κοινό, με αποτέλεσμα ο Π. Βούλγαρης να αποσυρθεί προσωρινά από τον κινηματογράφο και ν’ ασχοληθεί αποκλειστικά με την τηλεόραση: πέντε ντοκιμαντέρ για τη σειρά «Εδώ γεννήθηκε η Ευρώπη» και τα σίριαλ «Ο κήπος με τα αγάλματα» και «Οι απόμαχοι» είναι τα τηλεοπτικά παράγωγα του σκηνοθέτη αυτή την περίοδο. Παράλληλα, συνέχισε να σκηνοθετεί για το θέατρο, ενώ ασχολήθηκε ευκαιριακά με τη διαφήμιση. Το 1985 επανήλθε στον κινηματογράφο με τα « Πέτρινα χρόνια», που αποτέλεσε μεγάλη καλλιτεχνική και εισπρακτική επιτυχία. Εδώ ένα ζευγάρι ο Μπάμπης και η Ελένη ζούνε κυνηγημένοι και φυλακίζονται εξαιτίας των πολιτικών τους πεποιθήσεων από τη δεκαετία του ’50 μέχρι τη Μεταπολίτευση. Το δράμα ενός ολόκληρου λαού θα συμπυκνωθεί στην ιστορία δύο ανθρώπων που δεν λύγισαν από τις δυσκολίες. Η αγάπη και η μητρότητα θα ανθίσουν πίσω από τα κάγκελα σε πείσμα των δυσχερειών. Τα πέτρινα χρόνια ενός λαού εικονογραφούνται στην οθόνη. Το 1987 γύρισε ένα ντοκιμαντέρ για τον Γιάννη Ρίτσο και το 1988 την ταινία «Η φανέλα με το εννιά». Το 1991 παρουσίασε τις «Ήσυχες μέρες του Αυγούστου», το 1995 την ταινία «Ακροπόλ», όπου παρουσιάζει το αθηναϊκό θέατρο όταν οι επιθεωρήσεις παίρνουν διαστάσεις φαντασμαγορικού θεάματος τη δεκαετία του ’50 και του ’60. Εντυπωσιακές παραστάσεις ξετυλίγουν πάνω στο παλκοσένιο, καλύπτοντας με χρώμα και μελωδίες την πολιτικο-κοινωνική αβεβαιότητα της καθημερινότητας. Ο σκηνοθέτης φέρνει σε πρώτο πλάνοι τον άνθρωπο για να αποκαλύψει το κλίμα μιας ολόκληρης εποχής. Το 1998 σκηνοθετεί το «Όλα είναι δρόμος» ενώ το 2004, μετά από πολλές περιπέτειες, ολοκλήρωσε το φιλόδοξο διεθνές εγχείρημα των «Νυμφών», το οποίο προετοίμαζε από το 1999. Η εικόνα των 700 νυφών που σαλπάρουν ασυνόδευτες στις ΗΠΑ για να συναντηθούν με τους μέλλοντες συζύγους τους είναι συγκλονιστική. Η κυνική λογική του προξενιού έρχεται σε κόντρα με το συναίσθημα καταμεσής του Ατλαντικού Ωκεανού, με την μοδίστρα Νίκη να ερωτεύεται έναν Αμερικανό φωτογράφο. Η προπολεμική Ελλάδα κουρελού και ταυτόχρονα όμορφη. Το 2009 είναι η σειρά της ταινίας για τον ελληνικό εμφύλιο «Ψυχή βαθιά». Εδώ η ιδέα της εθνικής συμφιλίωσης πρωταγωνιστεί σε μια ακόμη ταινία του σκηνοθέτη. Η τελευταία του ταινία που έκανε πρεμιέρα τον Δεκέμβριο του 2013 είναι η «Μικρή Αγγλία» είναι η δωδέκατη ταινία του σκηνοθέτη, αποτελεί τη κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος της συζύγου του Ιωάννας Καρυστιάνη.

Σε πρόσφατη συνέντευξη του σχολίασε την επιμονή του να τοποθετεί τις ταινίες του στο παρελθόν, ο ίδιος δήλωσε ότι για να λύσει τα δικά του προβλήματα, αλλά και για να απαντήσει σε πράγματα που πιστεύει ότι απασχολούν τον θεατή ανατρέχει στον παρελθόντα χρόνο. Για τον ίδιο ο θεατής είναι πάντα παρών. Δεν μπορεί να διανοηθεί τον κινηματογράφο αποκομμένο από το κοινό του. Μπορεί η τέχνη να μην δίνει λύσεις, αλλά έχει τη δυνατότητα να προβληματίσει. Θεωρεί πολιτική χειρονομία το να γυρίσει κάποιος μια ταινία που έχει σημασία – χωρίς να μιλάει για το πρόβλημα καθαυτό – προσφέροντας μια συγκίνηση. Έστω και πέντε λεπτά να μιλήσουν οι θεατές για την ταινία του μετά την προβολή της είναι ένα κέρδος, λέει ο Παντελής Βούλγαρης.

ΤΟΜΕΑΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΩΝ ΕΟΕ

ΣΟΦΙΑ ΜΑΓΟΥΛΙΩΤΗ

http://www.eoellas.org/2014/01/26/viografiapentelivoulgari/

ola einai dromos

Απ’ το «Ηλία ρίχτο» στην εξωφρενική ζωή του Γιώργου Αρμένη

Ηλίας Αναστασιάδης

Θέλω απ’ την αρχή να ρωτήσω αν ο Μάκης Τσετσένογλου με τα βαριά λαϊκά, με το τσιγάρο, με το ψυχεδελικό ζεϊμπέκικο, είναι κάτι σαν alter ego σας, αλλά προτιμώ να μου πείτε αν είναι απλά ό,τι καλύτερο παίξατε ποτέ.

“Θυμάμαι ακόμη τη μέρα που ο Παντελής Βούλγαρης με πήρε τηλέφωνο για να πιούμε έναν καφέ εδώ από κάτω, στην πλατεία (σ.σ. Εξαρχείων) και μου πρότεινε το ρόλο. Δεν είχα την πολυτέλεια να βρεθώ σε σκυλάδικα και μπουζούκια στη ζωή μου, αν και το σκυλάδικο θα μου πήγαινε περισσότερο. Του είπα αμέσως το ναι. Λατρεύω τον Βούλγαρη, τον Αγγελόπουλο, τον Σμαραγδή, τον Τάσο Ψαρρά γιατί μου έμαθαν πώς να στέκομαι μπροστά από μια κάμερα”.


“Όταν πήγαμε στη Θεσσαλονίκη, ο Παντελής με πήγε σε διάφορα σκυλάδικα. Άρχισε λοιπόν να με γοητεύει το φάλτσο, η αγριάδα, τα πιάτα, η νύχτα, οι γυναίκες με τα βαριά αρώματα. Άρχισα να μπαίνω σε αυτό».
«Όταν μπήκα για τα καλά, φώναξα τον Παντελή και του ζήτησα να μην με ενοχλήσει κανείς την ώρα που παίζω, εκτός από αυτόν. Καθόμουν σε μια καρέκλα και δεν σηκωνόμουν καθόλου».

«Δεν κάπνιζα και δεν καπνίζω και είχα τα μάρλμπορο κοντά μου για να μαστουρώνω κι έτσι μπόρεσα να φέρω τον σκυλά στον εαυτό μου. Μπήκα στο ρόλο και έβγαλα αυτό το πράγμα. Δεν ήταν εύκολο, δεν ήταν κάτι δικό μου. Πήρα το βραβείο στη Θεσσαλονίκη και με πήραν τα κλάματα. Δεν είχα σχέση με τον Μάκη, αλλά την απέκτησα”.


Πόσες φορές γυρίστηκε η σκηνή του ‘Ηλία Ρίχτο’;

“Μία φορά. Δεν θα μπορούσε περισσότερες, αφού γκρεμιζόταν το Βιετνάμ”.

Και πώς έγινε όλο αυτό με τη μία;

“Είμαστε ξενύχτηδες δύο μέρες. Έχουμε κάτσει δύο βράδια για να δούμε ακριβώς πότε ξημερώνει, τι ώρα βγαίνει ο ήλιος. Όταν στήθηκαν οι μηχανές, είχαμε κάνει πέντε πρόβες, αλλά ήξερα ό,τι πρέπει να γυριστεί με τη μία, είχα αυτή την ευθύνη πάνω μου. Είχα μάθει τα πάντα, απλά έτρεμε λίγο το χέρι μου από την κούραση. Ηθελημένα και έξυπνα ο Παντελής με κράτησε δυο μέρες ξύπνιο. Ήθελε να βγει η κούραση στα μάτια, το πρόσωπο να κρέμεται.
Υπέγραψα την επιταγή, έριξα πάνω μου ουίσκι -αν και είχαμε ήδη ρίξει οινόπνευμα γιατί το ουίσκι δεν έπιανε- και προχωρώντας στο βάθος άρχισα να καίγομαι κανονικά».
«Είχε καεί το παντελόνι, τα μαλλιά μου, και στο τέλος, μόλις είπε cut ο Παντελής, σταμάτησα, έπεσα κάτω, με σηκώσανε και με πήραν τα κλάματα».

«Ήταν μια υπέροχη στιγμή για όλο το συνεργείο. Για μένα που τη ζούσα πιο δυνατά, ήταν… Δεν μπορώ να τα περιγράψω, μπορεί να με πάρουν τα κλάματα”.
(παύση)

http://www.oneman.gr/keimena/diabasma/malebox/ap-to-hlia-rixto-sthn-ekswfrenikh-zwh-toy-giwrgoy-armenh.2480432.html

armenis

Γιώργος Αρμένης

Ο Γιώργος Αρμένης γεννήθηκε στην Κληματιά Ιωαννίνων. Ήρθε στην Αθήνα την εποχή του ’60. Το ’67 μπήκε στη σχολή του Θεάτρου Τέχνης Κάρολου Κουν απ’ όπου και αποφοίτησε το ’70. Ερμήνευσε πολλά κλασικά και σύγχρονα έργα στα εικοσιδύο χρόνια συνεργασίας με το Θέατρο Τέχνης.
Δίδαξε για σειρά ετών αυτοσχεδιασμό και υποκριτική στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης.
Έγραψε για το Θέατρο τα έργα: «Πρόβα», «Μαντζουράνα στο κατώφλι-γάιδαρος στα κεραμιδιά», «Το σόι», «Λήσταρχος Νταβέλης», «Βασικά με λεν Θανάση», «Ο θείος Σάκης και το Κόμμα», «Τέσσερα πρόσωπα και ο Θεός απ’ έξω». Τα μονόπρακτα: «Αύριο πάλι», «Ακάλυπτοι χώροι», «Νυχτερινό μελό», «Το σαξόφωνο». Δύο παιδικά: «Ο Τζιτζιρής» και «Ο Λάκης ο αρχηγός».
Για την τηλεόραση έγραψε: «Μέσα από το πλήθος», «Ο θείος μας ο Μίμης», «Χαίρε Τάσο Καρατάσο», «Το σόι μας», «Ζητώ γνωριμία», «Μικρές διαδρομές», και ένα μέρος από το «Σιγά η πατρίδα κοιμάται».
Σκηνοθέτησε: «Χίμαιρα και φούμαρα» της Δ. Λιτηνάκη, «Εσωτερικές φωνές» Ε. Ντε Φίλιππο, «Νταν» του Δ. Κορδάτου, «Κορίτσι της γειτονιάς» του Ν. Χατζηαποστόλου, «κύκλωπας» του Ευριπίδη, «Πλούτος» του Αριστοφάνη, «Έρωτας και αναρχία» της Λίνας Βερτμίλερ, «Ταυτότητα» του Α. Γιαλαμά, «Εσωτερικές φωνές» του Ε. Ντε Φίλιππο στο ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Λάρισας, «Τριαντάφυλλο στο στήθος» του Τένεση Ουίλιαμς για το Δημοτικό Θέατρο Βόλου, «Κομμάτια και θρύψαλα» του Γ. Σκούρτη, «Νηρέας ο Βάρας» του Δ. Παπαχρήστου, «Αχ, αυτά τα φαντάσματα» του Ε. Ντε Φίλιππο, «Μαντζουράνα στο κατώφλι-γάιδαρος στα κεραμιδιά» του ιδίου για τα ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Βέροιας και Σερρών, «Αγγέλα» του Γ. Σεβαστίκογλου για το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Αγρινίου και πολλά άλλα.
Είναι και παραμένει ένας από τους κληρονόμους του Θεάτρου Τέχνης, που όρισε ο δάσκαλός του, Κάρολος Κουν. Τιμήθηκε με το Α’ βραβείο ανδρικού ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για την ταινία του Π. Βούλγαρη «Όλα είναι δρόμος» και με το Α’ βραβείο ανδρικού ρόλου στο Φεστιβάλ Δράμας για την ταινία του Σάββα Καλύβα «Αμέρικα». Συμμετείχε στην ταινία του Θ. Αγγελόπουλου «Το Λιβάδι που δακρύζει» και στην ταινία «Σκόνη» του Τάσου Ψαρρά.
Στην τηλεόραση έχει παίξει σε πολλές σειρές: «Το σόι μας», «Σιγά η πατρίδα κοιμάται», «Ξενοδοχείο Αμόρε», «Ο Πρίγκιπας», «Τρίτο στεφάνι» και πολλά άλλα.
Το καλοκαίρι του 2001 συμμετείχε στην παράσταση του Εθνικού Θεάτρου, έχοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο, στο έργο «Νεφέλες» του Αριστοφάνη, σε σκηνοθεσία Γ. Ιορδανίδη. Το καλοκαίρι του 2002 σκηνοθέτησε και πρωταγωνίστησε στην παράσταση «Αχαρνής», δίνοντας μια νέα διάσταση στο κλασικό και συνάμα τόσο επίκαιρο έργο του Αριστοφάνη.
Στα πλαίσια της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας, το φθινόπωρο του 2003, σκηνοθέτησε τη «Μπράχενα» του Δ. Παπαχρήστου και την «Κασέτα» της Λούλας Αναγνωστάκη.
Από το 2003, έχει σκηνοθετήσει και πρωταγωνιστήσει στο έργο του Αντόν Τσέχωφ «Ο Θείος Βάνιας», στην «Πρόβα» και στο «Βασικά με λεν… Θανάση».

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2007) Αμερικάνος στο κεφάλι, Αιγόκερως
(1997) Μυρωδιά από χώμα, Εκδόσεις Καστανιώτη

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2010) Κάρολος Κουν, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης
(2002) Η πόλις άδουσα, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ιωαννίνων

Όλα είναι Βούλγαρης (απόσπασμα συνέντευξης του Παντελή Βούλγαρη για το τρίτο μέρος της ταινίας «Όλα είναι δρόμος»)

“Ηλία ρίχτο”, μέρος 1: Η Θεσσαλονίκη και ο δρόμος

Μετά την οικονομική καταστροφή του “Ακροπόλ” πήγα στη Θεσσαλονίκη όταν ήταν πολιτιστική πρωτεύουσα το ‘97, είχα πιάσει σπίτι εκεί και έκανα πολιτιστικές εκδηλώσεις έξω από την πόλη. Στη Θράκη και στη Μακεδονία. Από εκεί βγήκε το “Όλα Είναι Δρόμος”, από ιστορίες που είχα ζήσει, που είχα βιώσει, που είχα ακούσει, από σημειώσεις.
Μου λείπει μια μικρή ταινία. Ήμουν ευτυχισμένος στο “Όλα Είναι Δρόμος”. Μικρή ομάδα, οι τρεις ιστορίες ήταν σε διαφορετικά μέρη, ήταν σαν ένα ταξίδι η ίδια η ταινία. Ήταν σε μέρη που μου αρέσουν, σε κόσμο που μου αρέσει. Μακεδονία και Θράκη είναι οι περισσότεροί μου φίλοι είναι.

“Ηλία ρίχτο”, Μέρος 2: Ο Αρμένης και η καπαρντίνα

Τον Αρμένη τον ήξερα από το θέατρο. Δεν είναι απλώς ηθοποιός ο Αρμένης, είναι ζογκλέρ. Μπορεί κάνει τα πάντα, μπορεί να χορεύει χωρίς να ξέρει να χορέψει. Πολυσύνθετο ταλέντο ερμηνείας. Δώσαμε ραντεβού όταν είχα γράψει τη δική του ιστορία, στο Φλοράλ στα Εξάρχεια. Το διάβασε και μου λέει, “Παντελή, δεν τον καταλαβαίνω αυτόν, σαν ανέκδοτο μου φαίνεται η ιστορία, αλλά θα την κάνω γιατί σε αγαπάω.”
Ξεκίνησα τα γυρίσματα με την ιστορία του Καταλειφού στη Θεσσαλονίκη κι έρχεται ο Αρμένης Σάββατο για να δουλέψουμε τη Δευτέρα. Δεν είχαμε κάνει πρόβες, τίποτα. Την Κυριακή κάνουμε μια κουβέντα κι έτσι βγήκε η σκηνή με τον τηλεφωνικό θάλαμο στα χωράφια μου λέει, αυτό δεν υπήρχε.
Στο τέλος, στην τελευταία σκηνή που γκρεμίζεται το μαγαζί, εγώ διαπίστωσα ότι το ζεϊμπέκικο το τελευταίο κρατούσε 3 λεπτά. Είναι ένα μονοπλάνο η σκηνή αυτή, που όμως εξαντλούσε τη δράση μου πριν τα 3 λεπτά. Το γεγονός ότι βγάζει τη γραβάτα και την καίει και ρίχνει οινόπνευμα στην καπαρντίνα για να πάρει φωτιά, αυτά βγήκανε για να καλυφτεί το τρίτο λεπτό του ζεϊμπέκικου. Δεν υπήρχαν στο σενάριο. Βγήκαν στις άπειρες πρόβες, είχαμε πάει από το απόγευμα στο ντεκόρ και σταματήσαμε για να κάνουμε γύρισμα χάραμα, γιατί έπρεπε να ξημερώνει. Όλα αυτά βγήκαν από μια δημιουργική σχέση με τον Αρμένη κι από μια κινηματογραφική ανάγκη να καλύψω τα 3 λεπτά του τραγουδιού.

“Ηλία ρίχτο”, μέρος 3: Το Βιετνάμ και οι φανς

Πριν ξεκινήσω τη “Μικρά Αγγλία” χτυπάει το τηλέφωνο ένα μεσημέρι κι είναι κάποιος από τη Λαμία. Μου λέει, “κύριε Βούλγαρη θέλω τη διευθυνσή σας να σας στείλω κάτι.” Κι ύστερα από μια βδομάδα φτάνει ένας φάκελος που έχει μέσα ένα DVD. Το βάζω και είναι η τελευταία ιστορία του Αρμένη, ξαναγυρισμένη από ντόπιους. Μια παρέα 30 καβλωμένων με το Βιετνάμ, το ξαναγυρίσανε, σχεδόν με το ντεκουπάζ που είχα κάνει. Είχαν προσθέσει μόνο το τέλος που γκρεμίζανε το μαγαζί. Είχαν υποδυθεί όλους τους ρόλους. Τρελάθηκα. Πήγα και τους γνώρισα: Αυτοί μεταξύ τους κουβεντιάζανε με τους ίδιους διαλόγους της ταινίας, στην καθημερινότητά τους!
Ήρθε πριν κανά δίμηνο ένας νεαρός να μου φτιάξει το ίντερνετ στο σπίτι. Είχε δει το όνομά μου απ’έξω. Και πώς πιάσαμε την κουβέντα, δεν θυμάμαι, του λέω “έχω κάνει κι εγώ σε ένα μπουζουξίδικο μια ταινία”. Με κοιτάει, [σσ. φωνάζοντας υποδυόμενος έκπληξη] “ΤΟ ΗΛΙΑ ΡΙΧΤΟ;;”, μου λέει. Ναι, είναι από τα πράγματα που δεν ξέρεις πώς ξαφνικά γίνονται τόσο δημοφιλή και αγαπημένα.

http://www.oneman.gr/keimena/diabasma/malebox/ola-einai-voulgarhs.2535532.html

Ο Δημήτρης Μανιάτης για το “Όλα Είναι Δρόμος” του Παντελη Βουλγαρη

O δημοσιογράφος Δημήτρης Ν. Μανιάτης εξηγεί γιατί το «Ολα Είναι Δρόμος» του Παντελή Βούλγαρη και ειδικά το τρίτο μέρος της ταινίας μπορεί να σε κάνει πιστό για μια ζωή.

Είναι ταινίες που βλέπεις τρώγοντας ποπ κορν και σχεδόν τις ξεχνάς μετά από λίγο. Είναι και ταινίες που σου αλλάζουν τη ζωή. Η ταινία «Όλα είναι Δρόμος» του Παντελή Βούλγαρη είναι σπονδυλωτή. Και μπορεί να είναι υπέροχη στις δύο πρώτες ιστορίες της – όπου έτσι κι αλλιώς παίζουν ο έξοχος Καταλειφός και ο αξέχαστος Βέγγος – η τρίτη όμως ιστορία έμελλε να αλλάξει τη δική μου ζωή. Ένας λόγος παραπάνω να χαίρομαι που θα προβληθεί φέτος στο ηρωικό Φεστιβάλ Καλτ Ελληνικού Κινηματογράφου του συντρόφου Νίκου Τριανταφυλλίδη, αφού ανήκω στη χορεία των φανατικών πιστών της εν λόγω ταινίας.

Ξεκινώ ανάποδα: Για εμάς, τους ανθρώπους των σφαιριστηρίων και των λαϊκών πάλκων- η συγκίνηση ήταν μεγάλη με την παρουσία στην ταινία της αρχοντογυναίκας και για χρόνια παρτενέρ του αξέχαστου συνθέτη Γιάννη Καραμπεσίνη, κυρίας Μαίρης Μαράντη στην τελευταία σκηνή. Γενικά νομίζω πως σήμερα που διάφοροι απίθανοι τύποι επιλέγουν να κάνουν διδακτορικά για πράγματα που δεν αφορούν κανέναν όπως «Η ύστερη Νεωτερικότητα και το επερχόμενο διακύβευμα των νέων συλλογικών μεταμοντέρνων υποκειμένων» η τελευταία σκηνή με την κυρία Μαίρη να τραγουδά, τον Αρμένη να χορεύει ζεϊμπέκικο, τον Ηλία να γκρεμίζει, θα έπρεπε να μελετηθεί επισταμένα όχι στο πεδίο της αναπαράστασης της ζωής μέσω της Τέχνης. Αλλά της αναπαράστασης της τέχνης μέσω της ζωής.

Θυμάμαι ακόμη την πρώτη φορά και πώς με δόνησε για την παρουσία, τη φωνή και τη γούνα της κυρίας Μαίρης. Και με συντάραξε για τον όρθιο μπουζουξή δίπλα της και το συφοριασμένο χάραμα που το δράμα κορυφωνόταν. Σκέφτομαι πάντα επίσης μια λεπτομέρεια: Ο Μάκης (Γιώργος Αρμένης) στο μακρύ ταξίδι του μέσα στη νύχτα, φοράει την καμπαρτίνα του από την πρώτη στιγμή μέχρι την τελευταία που το κέντρο «Βιετνάμ» – μετά από διαταγή του – γκρεμίζεται. Τότε κι αυτός καίει την καμπαρντίνα του, όπως απαλλασσόμαστε μετά από μια μεγάλη ήττα, από τα αντικείμενα που τη θυμίζουν.

Κάτι ακόμη: Οι πιο παρατηρητικοί και μυημένοι συγκινήθηκαν ακόμη περισσότερο βλέποντας και τον μεγάλο τραγουδιστή Σπύρο Δημητρίου να ερμηνεύει στην ίδια ταινία μερικά κορυφαία τραγούδια. Σήμερα μάλιστα που ο Σπύρος («μικρός τσιγγάνος» ήταν το παρατσούκλι του στα χρόνια του ‘60) δεν είναι ανάμεσά μας, η συγκίνηση γίνεται ακόμη βαθύτερη.

Κάτι τελευταίο επίσης, για την τελευταία πάλι σκηνή. Τη χαίρομαι πάντα με την ίδια θέρμη και μου προκαλεί την ίδια συγκίνηση γιατί ξέρω πως αυτή είναι πάντα η κατάληξη ενός αληθινά ρομαντικού ανθρώπου – που θεωρεί βαρίδια τα λεφτά και τα αντιμετωπίζει με βαθιά απαξία – όπως ο Μάκης. Πάντα πριν το Βιετνάμ υπάρχει ένας ρεφορμιστής Ηλίας. Πάντα όμως τον τελευταίο λόγο τον έχει ένας Μάκης και το γκρέμισμα του Βιετνάμ του. Έστω και με εγχρήματους όρους.

Δημήτρης Ν. Μανιάτης (Δημοσιογράφος, Εφημερίδα «Τα Νέα»)

Όλα είναι δρόμος

Ηλία… ρίχτο: Τσετσένογλου για πάντα!

Η μοναξιά είναι θανάσιμη όταν κρατήσει πολύ, ωστόσο αναγκαία, θα μπορούσε να είναι το συμπέρασμα της συγκεκριμένης ταινίας. Μια ωδή στη μοναξιά, στον πόνο, στην απώλεια, στον άνθρωπο ως μοναχικό ον, στην αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι, στα βάθη της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, με φόντο το επαρχιώτικο τοπίο της Βορείου Ελλάδας, που μας σερβίρει αριστοτεχνικά ο Παντελής Βούλγαρης, παρουσιάζοντας σπονδυλωτά τις ιστορίες του με πρωταγωνιστές ορισμένους από τους καλύτερους ηθοποιούς της χώρας μας (Δημήτρης Καταλειφός, Θανάσης Βέγγος Γιώργος Αρμένης).

Ο τίτλος είναι δανεισμένος από στίχο του ποιητή Γιάννη Τζανετάκη. Και φυσικά η επιλογή των πρωταγωνιστών δεν είναι διόλου τυχαία, αφού κάθε ένας αναλαμβάνει να σηκώσει επάνω του ολόκληρη την ιστορία. Ξεκινώντας από το δράμα ενός αρχαιολόγου που έχασε το γιο του φαντάρο και προσπαθεί να διώξει τη μοναξιά αναζητώντας αρχαίους τάφους στο ‘Χαιρώνειο Νόμισμα’, συνεχίζοντας με το ντοκυμενταρίστικο ‘Η τελευταία νανοχήνα’ στον Έβρο, για να φτάσει στο αποκορύφωμά της με το ‘Βιετνάμ’, όπου ο παρατημένος Γιώργος Αρμένης ως Μάκης Τσετσένογλου πραγματικά ‘τα σπάει’ από κάθε άποψη, σε ένα ρεσιτάλ ερμηνείας, αφήνοντας για πάντα το στίγμα του με το νταλκαδιάρικο ‘Ηλία… ρίχτο’, σε μια από τις καλύτερες σκηνές του ελληνικού σινεμά. Και φυσικά με ένα soundtrack ανάλογης επικότητας… Όλα είναι δρόμος ή αλλιώς η τριλογία της μοναξιάς. Γιατί όπως υποστήριζε και ο Τζον Στάιμπεκ, όλα τα σπουδαία και πολύτιμα πράγματα είναι μοναχικά….

ΥΓ: Κανείς δε μπορεί να ξεπεράσει την εικόνα του ΧάμφρεΙ Μπόγκαρτ με την καπαρντίνα στην Casablanca, ωστόσο μετά από την ταινία του Βούλγαρη, η ‘καπαρντίνα’ ως σύμβολο και ως αντικείμενο, αποκτά άλλη διάσταση για πάντα.

Ειρήνη Κατσαρά

http://www.moveitmag.gr/

THIS IS CLASSIC: ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΔΡΟΜΟΣ (1998)
Μια μεγάλη στιγμή του Ελληνικού κινηματογράφου

ΓΡΑΦΕΙ Αχιλλέας Βασιλείου 26 Ιουνίου 2015

1998: Ο Παντελής Βούλγαρης, ο σημαντικότερος Έλληνας σκηνοθέτης εν ζωή μέχρι και σήμερα και υπεύθυνος για μια πλειάδα ταινιών που τιμά το σινεμά της Ελλάδας αποφασίζει να κάνει μια σπονδυλωτή ταινία, με τρεις ιστορίες διαφορετικού ύφους μεταξύ τους αλλά με έναν κοινό παρανομαστή. Τον φόβο και τον πόνο της απώλειας, τον άνθρωπο που τσακίζεται σωματικά και ψυχολογικά μέσα απο τα βάσανα και τις δυστυχίες που του φέρνει ο δρόμος της ζωής, την μοναξιά και το απροσδόκητο. Μια μεγάλη στιγμή του Ελληνικού κινηματογράφου,που ο χρόνος που περνάει την τοποθετεί στο Πάνθεον του cult αλλά και του κλασσικού.»Όλα Είναι Δρόμος» του Παντελή Βούλγαρη.

Τρεις ιστορίες, τρεις μεγάλοι ηθοποιοί. Στην πρώτη ιστορία ο Δημήτρης Καταλειφός ο αρχαιολόγος που θρηνεί εσωτερικά για τον χαμό του παιδιού του. »Χαρώνειο Νόμισμα» ο τίτλος και μια συναισθηματική ιστορία,που παίρνει δύναμη απο την κινούμενη κάμερα του Βούλγαρη που δεν μένει ούτε λεπτό στάσιμη,μένοντας πιστή ακόμα και αυτή στον τίτλο της ταινίας. Η ιστορία αποκαλύπτεται σιγά συνδυάζοντας μυστήριο και κινηματογραφική ομορφιά απο πλάνα μακρινά αλλά και γκρο πλάν του πρωταγωνιστή.

Στην δεύτερη ιστορία ο Θανάσης Βέγγος. »Η Τελευταία Νανοχήνα’‘ και η φύση αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης υπόστασης και της τραγωδίας της. Η βία και η αυτοδικία στα υγρά μονοπάτια του ποταμού Έβρου με τον άνθρωπο ως φυσιολάτρη και την ευαίσθητη ψυχή να τσακίζει την τελευταία στιγμή και να δημιουργεί το απρόβλεπτο. Αριστοτεχνικά πλάνα και το μεγάλο εκτόπισμα του μεγάλου ηθοποιού ξαφνιάζει και τον πιο υποψιασμένο θεατή στην μεγάλη του »ευαίσθητη» στιγμή. Όλα όμως είναι δρόμος, και όπως κάθε δρόμος οδηγεί κάπου, η κινηματογραφική διαδρομή του Βούλγαρη οδηγεί στο μεγάλο ατού της ταινίας που είναι η τρίτη και πιο δυνατή ιστορία της ταινίας.

»Βιετνάμ» με τον Γιώργο Αρμένη. Η τρίτη ιστορία που απογειώνει στην κυριολεξία την ταινία. Τα παστέλ χρώματα των δύο προηγούμενων ιστοριών δίνουν την θέση τους στα φαντασμαγορικά έντονα κόκκινα και μπλε της νύχτας των σκυλάδικων και του επαρχιακού πρόχειρου μπουζουξίδικου,που δεν μπορεί να χωρέσει τον »νταλκά» και τον πόνο του παρατημένου συζύγου απο την προδοσία της γυναίκας του. Η εσωτερική αγανάκτηση που χαρακτήριζε τον Καταλειφό και τον Βέγγο, θα εξωτερικευτεί με τον πλέον αναπάντεχο τρόπο απο τον ήρωα του »Βιετνάμ», σταδιακά όλα γίνονται ηχηρά, και η επιθυμία για καταστροφή θα νικήσει κάθε δισταγμό και σκέψη. Η αυθεντική συγκίνηση στο φινάλε και η απαξίωση των πάντων και κυρίως των χρημάτων μπροστά στην δίψα για ικανοποίηση και καταστροφή,αποτελεί απλά μια μεγάλη στιγμή του σύγχρονου ελληνικού cult σινεμά. Σουρεαλισμός και λούμπεν συνδυάζονται αριστοτεχνικά μέσα απο την ματιά του Βούλγαρη και την ερμηνεία του Γιώργου Αρμένη που τιμήθηκε με το βραβείο Ανδρικής ερμηνείας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Ο Παντελής Βούλγαρης ο σκηνοθέτης που ασχολείται με τον πιο όμορφο τρόπο με κάθε πτυχή της ελληνικής πραγματικότητας αλλά και του Έλληνα ως μέρος ενός προβληματικού συνήθως περιβάλλοντος –Το Προξενιό της Αννας, Τα Πέτρινα Χρόνια, Η φανέλα με το 9, Ακροπόλ, Οι ήσυχες Μέρες του Αυγούστου, Οι Νύφες, Ψυχή Βαθιά και η πρόσφατη Μικρά Αγγλία-αποδεικνύεται μεγάλος γνώστης της ελληνικής πραγματικότητας στο πέρασμα του χρόνου και μάλιστα αυτή μπορεί να τον εμπνεύσει και να την μετουσιώσει σε κινηματογραφικό έργο.

Κυρίως όμως στο »Όλα Είναι Δρόμος» , στην πιο αυθεντική και αντιπροσωπευτική του στιγμή απέδειξε την δύναμη του ως κινηματογραφικός ψυχαναλυτής για τις ανθρώπινες ενοχές και το αδιέξοδο στον δρόμο που ακολουθεί ο άνθρωπος.
Από την πρώτη σειρά εμείς υποστηρικτές…και από τον μαλάκα στο πρώτο τραπέζι.

http://reel.gr/this-is-classic-ola-einai-dromos/

OΛΑ ΕΙΝΑΙ ΔΡΟΜΟΣ
19/02/16

Στις 19 Φεβρουαρίου του 1998 κυκλοφόρησε η ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Όλα είναι δρόμος». Η ταινία είναι σπονδυλωτή με τρεις διαφορετικές ιστορίες με διαφορετικό πρωταγωνιστή στην κάθε μια. Κοινό χαρακτηριστικό των ιστοριών είναι η συντριβή και ο πόνος των μοναχικών πρωταγωνιστών και η τοποθέτησή τους σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι της ζωής τους όπου θα κληθούν να διαχειριστούν τις καταστάσεις γύρω τους. Οι προσωπικές τους τραγωδίες (ερχόμενες είτε από την ζωή είτε από τις ίδιες τους τις επιλογές) τους έχουν οδηγήσει σε «οριακά» σημεία όπου θα υπάρξουν «ακραίες πράξεις» οι οποίες θα φανερώσουν τον χαρακτήρα τους.

Στην πρώτη ιστορία με τον Δημήτρη Καταλειφό, το «Χαρώπειο Νόμισμα» ένας επιτυχημένος καθηγητής αρχαιολογίας ανακαλύπτει ένα λείψανο αξιωματικού από τα ελληνιστικά χρόνια. Θα τον ωθήσει σε ένα προσωπικό του χρέος, να επισκεφθεί για πρώτη φορά το στρατόπεδο και το μέρος όπου αυτοκτόνησε ο γιος του, σχεδόν έναν χρόνο πριν. Στην αναζήτηση για τα αίτια της αυτοκτονίας του γιου του («Βασιλειάδης Αλέξης, 20 χρονών»), θα συναντήσει φίλους του, τον διοικητή του στρατοπέδου του, συνάδερφούς του στον στρατό, τον καφετζή της περιοχής. Ο ήρωας του Δημήτρη Καταλειφού επιλέγει τον δρόμο της μοναξιάς, της εσωτερίκευσης. Ενώ υπάρχει ένα σχετικό τέλος στην ιστορία (υπονοείται ότι πατέρας και γιος δεν είχαν και τις καλύτερες σχέσεις – «ήθελα να’μαι φίλος σου»), δεν υπάρχει η κορύφωσή της. Για την ακρίβεια ο τόνος παραμένει ίδιος από την αρχή μέχρι το τέλος, παρά τις δραματικές στιγμές της ιστορίας. Οι σχετικά πρόχειροι διάλογοι είναι ακόμη ένα μείον της ιστορίας. Παρ’όλα αυτά, ο σκηνοθέτης, μαζί με την λιτή μα εξαιρετική ερμηνεία του Καταλειφού, μεταδίδει τον πόνο της οικογενειακής απώλειας και καταφέρνει με τα πλάνα του στους εξωτερικούς χώρους να δώσει μια αύρα μυστηρίου στην ιστορία και να την κάνει ενδιαφέρουσα.

Η δεύτερη ιστορία, «Η τελευταία νανόχηνα», θα λέγαμε ότι λειτουργεί σαν συνδετικός κρίκος μεταξύ της πρώτης και της τρίτης ιστορίας. Η αρχή της είναι ήρεμη και στον ίδιο ρυθμό της πρώτης. Σταδιακά χτίζεται μια ατμόσφαιρα όπου τα πιο ακραία συναισθήματα θα κυριαρχήσουν και η εκκωφαντική σιωπή στο τέλος της είναι πολύ πιο ηχηρή από τα σκυλοτράγουδα που ακούγονται στο «Βιετνάμ». Η ιστορία ακολουθεί τέσσερις ορνιθολόγους (ένα πρώην ζευγάρι που έχει να ανταμώσει πέντε χρόνια, ενώ ο άντρας επιστρέφει όντας ζευγάρι με μια Νορβηγίδα) που με την βοήθεια ενός ηλικιωμένου θηροφύλακα (Θανάσης Βέγγος) προσπαθούν να εντοπίσουν τα ίχνη της τελευταίας νανόχηνας («Μαιρούλα») στο Δέλτα του Έβρου. Ο κυρ Αντώνης είναι ένας άνθρωπος που έχει βυθιστεί στην μοναξιά, είναι εναρμονισμένος με την φύση και η μοναδική του παρέα είναι το «θεμέλιο» (τσίπουρο). Τα πλάνα του Έβρου και η συχνή προβολή των πουλιών στον αέρα προσδίδουν αυθεντικότητα, φτιάχνουν την ατμόσφαιρα μαζί με τις καθηλωτικές ιστορίες για τα πουλιά του Έβρου και το (λαθραίο) κυνήγι από το στόμα του Βέγγου. Μιλάει με γεγονότα αλλά και με προσωπικές εμπειρίες ώστε σταδιακά ανακαλύπτονται πτυχές ενός ανθρώπου που κουβαλάει πόνο και οργή θεού μέσα του. Ο ήρωας διαλέγει τον δρόμο του αίματος, της εκδίκησης και θα αποδώσει δικαιοσύνη με τον δικό του τρόπο. Η καταπληκτική ερμηνεία του Βέγγου είναι απλώς ένα δείγμα του τεράστιου ταλέντου του, ότι μπορούσε να αποδώσει έξοχα και τους δραματικούς ρόλους. Το σενάριο είναι καλύτερο και ο Βέγγος το παίρνει σχεδόν όλο πάνω του. Οι υπόλοιποι της ιστορίας συμμετέχουν αλλά δεν επηρεάζουν την εξέλιξη της ιστορίας (παρ’ότι υπάρχει συνδετικός κρίκος ανάμεσα στου δύο Έλληνες ορνιθολόγους), καθώς ο σκηνοθέτης επιλέγει να εστιάσει στην προσωπική ζωή του κυρ Αντώνη. Στο τέλος μένει μια δυνατή ιστορία σχετικά με την καταχραστική παρέμβαση του ανθρώπου στην φύση.

Η ταινία κλιμακώνεται και θα φτάσει στην απόλυτη κορύφωση με το «Βιετνάμ», με τον Γιώργο Αρμένη. Είναι η ιστορία ενός εργοστασιάρχη, άτακτου στην εξωγαμική του ζωή, όπου εγκαταλείπεται από την γυναίκα του και τα παιδιά του. Αυτό θα τον οδηγήσει σε ένα trash αυθεντικό σκυλάδικο στο Κιλκίς, όπου τα πάντα θα γκρεμιστούν κυριολεκτικά και μεταφορικά. Η ιστορία αυτή είναι η πιο γνωστή και έχει ξεπεράσει προ πολλού τα cult όρια. Η απίστευτη ερμηνεία του Αρμένη (τιμήθηκε με Α’ ανδρικού στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης), τα τραγελαφικά σκηνικά που λαμβάνουν χώρα στο μαγαζί, το εθνικό σπορ της μπουζουκοκατάστασης είναι μόνο μερικοί από τους λόγους που ενώ πολλοί δεν έχουν δει την ταινία, ξέρουν το «Βιετνάμ». Ξεχωριστή κατηγορία οι μυθικές ατάκες της ταινίας («μύριζες Βουλγάρα»,»δεν θα πεθάνουμε, ποτέ εμείς Μάκη», «να’χουμε να γκρεμίζουμε, «Ρίχτο Ηλία, Ηλία ρίχτο» ).

Ο ήρωας με σάουντρακ το ψυχεδελικό σκυλάδικο θα οδηγήσει το γλέντι εκτός μαγαζιού, θα αγοράσει το μαγαζί 30 εκατομμύρια δραχμές (τι σημαίνει ότι δεν υπήρχαν δικηγόροι και συμβολαιογράφοι και έμειναν άνεργοι τόσοι εργαζόμενοι;) θα το γκρεμίσει και θα χαθεί στα χωράφια χορεύοντας και φορώντας την φλεγόμενη καμπαρντίνα του. Η ιστορία δεν θα μπορούσε να μην εστιάσει, έστω και λίγο, και προς την νεοελληνική νοοτροπία στα παντοδύναμα χρόνια της Πασοκοκρατίας («είναι ματσό ο καμπαρντινάτος; ή πούλησε χωράφι και ήρθε να κάνει τον έτσι») αλλά δεν έχει πρόθεση ούτε να σατιρίσει ούτε να καυτηριάσει την νεοελληνική σαπίλα. Η ουσία είναι πάντως ότι ο Μάκης Τσετσένογλου είναι πιο καθημερινός από τους άλλους. Θα μπορούσε να είναι συγγενής μας ή γειτονάς μας.

Ειδική αναφορά πρέπει να γίνει στην επιλογή των τραγουδιών. Το «Θα πάρω φόρα» της Μαραντή έγραψε ιστορία και ήταν και το αγαπημένο τραγούδι του Αρμένη στην ταινία.

Ο Αρμένης μαζί με τον Βούλγαρη επισκέφτηκαν πολλά σκυλάδικα για να αποδώσουν την κατάλληλη ατμόσφαιρα στην ταινία και μάλιστα ο πρώτος έμεινε ξύπνιος σχεδόν δύο ημέρες ώστε να φανεί όλη η σωματική και πνευματική κούραση του ήρωα.

Το «Όλα είναι δρόμος» είναι από τις πιο καλές Ελληνικές ταινίες. Αποτελείται από τρεις διαφορετικές ιστορίες, τρεις μοναχικούς ήρωες που βρίσκονται σε οριακό σημείο όπου θα πράξουν ανάλογα με τον χαρακτήρα τους. Η ταινία είναι ένας ύμνος στα ανθρώπινα λάθη και τις αδυναμίες, ένας φόρος τιμής στην ευάλωτη φύση της ανθρώπινη ψυχής και τον πόνο της μοναξιάς και της απώλειας.

Οι άμεσες και εξαιρετικές ερμηνείες των πρωταγωνιστών μεταφέρουν έντονα συναισθήματα στον θεατή και υπενθυμίζουν την πικρή αλήθεια, ότι η ζωή έχει ανηφόρες και (μεγάλες) κατηφόρες. Ότι όλα είναι δρόμος.

http://www.cult24.gr/

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2011
Γιατί ο Αρμένης τα καίει όλα στο Όλα είναι δρόμος του Βούλγαρη

Η ποδηλάτισσα στο δρόμο κινούνταν στη μέση της οδού, έχοντας φτιάξει πίσω της μια μεγάλη ουρά που κινούνταν στο ρυθμό των 15 χιλιομέτρων της. Της κόρναρα ελαφρά και φάνηκε να δυσανασχετεί αλλά κατάφερε να κινηθεί στην άκρη του δρόμου. Όσο κι αν δεν ακούγεται πολιτικά ορθό, οι δρόμοι δεν ανήκουν στα ποδήλατα. Ανήκουν και στα ποδήλατα, και στα αυτοκίνητα και στους πεζούς. Ανήκουν ακόμα και στα αδέσποτα και να το θυμούνται αυτό όσοι τα βάζουν σημάδια με τους προφυλακτήρες. Κι ακόμα κι ένας οικολογικός τρόπος ζωής όπως η πεζοπορία ή το ποδήλατο δεν μπορούν να δρουν κατά των άλλων τρόπων ζωής.
Και οι νέοι οδηγοί το παθαίνουν αυτό. Κινούνται πάντα στο μέσο του δρόμου, κοντά στη διαχωριστική γραμμή με τον κίνδυνο να πέσουν πάνω στους απέναντι, έχοντας όμως φόβο μήπως βρεθούν εκτός αν κινηθούν στην άκρη του δρόμου
Η μέση οδός θεωρείται έτσι κι αλλιώς ασφαλής. Από μικροί μαθαίνουμε να μην ξεχωρίζουμε, να κινούμαστε με τη μάζα, να μην διαφοροποιούμαστε. Μας ζητάνε βέβαια να υπερκεράσουμε τους αντιπάλους, να υπερνικήσουμε τις αντιξοότητες και να πετύχουμε, αλλά χωρίς να φαίνεται η αλαζονεία μας, χωρίς να συγκεντρώνουμε τα βλέμματα πάνω μας.
Γι’ αυτό και τελικά σπάνια ευχαριστιόμαστε την επιτυχία μας ακόμα κι αν έρχεται με τίμιο τρόπο. Αντίθετα, οι περισσότεροι, δεν αισθάνονται ποτέ ικανοποίηση, αφού η επιτυχία τους συνδέεται πάντα με την κατίσχυση επί του άλλου. Νικάω, επειδή χάνει και ο άλλος.
Η αντίφαση όμως είναι εντυπωσιακή. Αν το μήνυμα που λαμβάνει η κοινωνία είναι ότι πρέπει να είσαι και πετυχημένος και συντηρητικός, αν το πρότυπο της επιτυχίας είναι να είσαι ταυτόχρονα κυρίαρχος αλλά και «καλό παιδί», τότε δεν θα πετύχεις το στόχο. Γιατί στον άνθρωπο δεν μπορεί να μπει το χαλινάρι του μέσου όρου. Αντίθετα, η κοινωνία είναι σύνολο και όχι άθροισμα, είναι συμπύκνωση, σύνθεση της διαφορετικότητας και όχι πρόσθεση.
Από ένστικτο βέβαια οι Έλληνες την κατάλαβαν την αντίφαση και αντιστάθηκαν. Κυριολεκτικά τα έκαψαν όλα, όπως κάνει στο τέλος ο Αρμένης στο Όλα είναι δρόμος του Παντελή Βούλγαρη. Αφού σπάσει ακόμα και τους νιπτήρες στα πόδια της τραγουδίστριας στο σκυλάδικο, στο τέλος θα το κάψει κι αυτό και θα καεί και ο ίδιος στο αιώνιο πυρ των εσωτερικών απωθημένων μας. Ο δρόμος του συντηρητισμού που μας δίδαξαν τόσα χρόνια και της ισοπέδωσης κατέληξε στο να τα καίμε όλα στο βωμό της ατομικής επιτυχίας. Τι περίεργο…

Αποχρώσεις 10.11.11

http://metaxifilon.blogspot.gr/

Ηλία, ρίχτο!
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 24/11/2014 16:03 |
Ηλία, ρίχτο!

Το σκυλάδικο ήταν στον Λαγκαδά και λεγόταν Ζυγός. Ο Παντελής Βούλγαρης έψαξε συστηματικά για τους χώρους και τους τραγουδιστές. Τελικά κατέληξε εκεί. Η τρίτη ενότητα της σπονδυλωτής ταινίας «Όλα είναι Δρόμος» ήθελε τον Μάκη Τσετσένογλου, περσόνα της αεριτζίδικης ευμάρειας των 90s να γκρεμίζει το σκυλάδικο Βιετνάμ μετά από τρομερή ζημιά.

Ο Παντελής Βούλγαρης επέβαλε σε όλους τους συντελεστές να προσφωνούν «κυρία», την τραγουδίστρια που είχε επιλέξει για την κορυφαία σκηνή. Την κυρία Μαίρη Μαράντη, θρύλο του ’70 και παρτενέρ για χρόνια του Γιάννη Καραμπεσίνη. Δεκαέξι χρόνια μετά την ταινία που χάρισε στον Αρμένη το βραβείο ‘α ανδρικού ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, το τρίτο μέρος είναι πια viral και θρύλος.

Ομάδες, γκρουπ, αναπαραγωγές της σκηνής του γκρεμίσματος, ατάκες, θεματικά πάρτι με σπασίματα νιπτήρων ανά την Ελλάδα, ραδιοφωνικές εκπομπές. Λίγες ταινίες το έχουν καταφέρει αυτό- μόνον το «Ας Περιμένουν οι Γυναίκες» του Τσιώλη ίσως στα νεότερα χρόνια. Και αυτό δεν είναι λίγο, σήμερα που η Τέχνη ψάχνει να βρει την απεύθυνσή της. Αυτά σκέφτηκα το βράδυ του Σαββάτου όταν με τον ηθοποιό Γιώργο Αρμένη βρεθήκαμε στο «Χίλιες και Δυο Νύχτες» στου Ψυρρή όπου ο φίλος μπουζουξής και συνθέτης Γιώργος Αλτής υποδέχθηκε την κυρία Μαίρη Μαράντη σε ένα κατάμεστο μαγαζί. Όταν εκείνη τραγούδησε το «Θα πάρω Φόρα», η ιαχή «Ηλία, ρίχτο» ακούστηκε σε όλο τον χώρο. «Πρέπει να είμαστε μετρημένοι», μου ψιθύρισε ο Αρμένης στο αυτί και ήπιε μια γουλιά απ’ το ποτό του.

http://www.tanea.gr/

ilia rixto

«Ηλία…Ρίχτο, Βιετνάμ» – Το party που κατεδαφίζει τα πάντα στο πέρασμα του!
25 Μάρ 2014

Στην Ελλάδα μιας άλλης εποχής ένα party σαν το «Ηλία… Ρίχτο, Βιετνάμ» θα αποτελούσε ξεπερασμένο και μια «από τα ίδια».
Στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 ήμασταν αρκετά πίσω σε πολλά, είχαμε όμως νυχτερινά κέντρα που «δίδαξαν» σε πολλούς πως πρέπει είναι η ελληνική διασκέδαση!

«Τριάνα», «Φαντασία», «Δειλινά», «Χάραμα» και πολλά άλλα κέντρα που μεσουρανούσαν και έγιναν γνωστά σε Ελλάδα και εξωτερικό άφησαν ανεξίτηλο το στίγμα τους στην διασκέδαση.

«Ηλία…Ρίχτο, Βιετνάμ» – Το party που κατεδαφίζει τα πάντα στο πέρασμα του!
«Η νυχτερινή ζωή μιας άλλης εποχής» μπορεί να έλαβε τέλος, όμως το μέλλον μας έμμελε να διασκεδάζουμε με «Ηλία… Ρίχτο, Βιετνάμ» και με «άρωμα» από εκείνες τις δεκαετίες και τους πρωταγωνιστές τους.

Τι είναι το Βιετνάμ; To Βιετνάμ λοιπόν ήταν μαγαζί που διέλυσε ο κ. Τσετσένογλου στην ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Όλα είναι δρόμος».

Ο σκηνοθέτης της επικής ταινίας κατάφερε να κάνει τον «Μάκη» σύμβολο και το ξεπούλημα της ψυχής του, αφορμή για διασκέδαση.

Περιληπτικά χρειάζεται να ξέρετε μόνο εκείνη την σκηνή που ο «μεσήλικας εργοστασιάρχης της επαρχίας είναι σκασμένος γιατί η γυναίκα του πήρε τα δυο μικρά παιδιά τους και εγκατέλειψε αυτόν και τη μικρή κωμόπολη.

Από τα πολλά καταλήγει να πίνει σ’ ένα άγριο αγροτικό σκυλάδικο, στη μέση του πουθενά, το Βιετνάμ. Χωρίς πολλές κουβέντες αρχίζει να σπάζει τα πάντα: πιάτα, ποτήρια, σκεύη. Ζητάει να ξηλώσουν τα πλακάκια και τις λεκάνες της τουαλέτας, τα κουφώματα, τη τζαμένια εξώπορτα. Φωνάζει επί τόπου συμβολαιογράφο, αγοράζει όλο το κατάστημα, ειδοποιεί γκρέιντερ και στο φως της αυγής, ενώ οι μπουζουξήδες παίζουν πλέον έξω στους αγρούς, ο κ. Τσετσένογλου γκρεμίζει ολάκερο το σκυλάδικο.

«Ηλία…Ρίχτο, Βιετνάμ» – Το party που κατεδαφίζει τα πάντα στο πέρασμα του!
Ιστορία…

Το πρώτο party «Ηλία… Ρίχτο, Βιετνάμ έγινε στο Bijoux club στην Πάτρα!

Το απόλυτα ελληνικό πάρτυ και πρώτο “Ηλια ρίχτο… Βιετνάμ» στέφτηκε με επιτυχία και χωρίς ολοκληρωτική ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ αφού μέχρι και μπουλντόζα κινητοποιήθηκε στην είσοδο του μαγαζιού ενώ ο κόσμος «βούλιαξε» το μαγαζί!

ilia rixto 03

Ακολούθησε το Ρίο, η Ακράτα, η Ναύπακτος και η Λευκάδα!
Γιατί το σημερινό party «Ηλία… Ρίχτο» θεωρείται Top;

Θεωρείται τοπ λοιπόν το «Ηλία… Ρίχτο» γιατί είναι αυθεντικό! Την ιδέα την συνέλαβε μια παρέα «τρελοπατρινών» και έγινε επιτυχία χάριν στην ανταπόκριση του κόσμου.

Το Βιετνάμ ζωντανεύει κάθε φορά σε διαφορετικό μαγαζί και όλοι διασκεδάζουν μέχρι το πρωί! Σπάνε πιάτα, μπιντέδες και ότι βρεθεί μπροστά τους, πετούν λουλούδια ενώ ακούνε ελληνική μουσική.

Ηλία Ρίχτο Βιετνάμ – Hlia Rixto Vietnam Official Videoclip HD

Ηλία Ρίχτο Βιετνάμ – Hlia Rixto Vietnam Official Videoclip HD
Βγαλμένο από την γνωστή και βραβευμένη ταινία «Όλα είναι δρόμος» και με πολλές εκπλήξεις η ομάδα του «Ηλία Ρίχτο ΒΙΕΤΝΑΜ» καταστρέφει επιχειρήσεις. Μέσα σε όλα τα παραπάνω βάλτε και την καλύτερη μουσική από τους Γιάννη Κόκκαλη (resident Dj Ola ελληνικά Πάτρας) και Ανδρέα Καστάνη αλλά και τα live που πραγματοποιούνται.

Συμβουλή: Όταν θα ακούτε «Ηλία… Ρίχτο» πάρτε σφυριά, «κράνη» και την παρέα σας και ακολουθήστε τους ήχους από το τραγούδι της Μαίρης Μαράντη «Θα πάρω φόρα».

http://www.patrasevents.gr/

o voulgaris sti lamia 01

Γιατί ήρθε ο Παντελής Βούλγαρης στη Λαμία;
Δημοσιεύτηκε στις 24 Ιανουαρίου 2013

Ο Παντελής Βούλγαρης βρέθηκε στη Λαμία για να γνωρίσει τους ανθρώπους που έκαναν remake την ταινία του και το οποίο μάλιστα θα προλογίσει ο ίδιος στο 11ο Φεστιβάλ Cult Ταινιών !!!

Όταν μια έξυπνη ιδέα, καταλήγει να σε φέρνει στην ευχάριστη θέση να γνωρίζεις τόσους σπουδαίους ανθρώπους, όπως ο Παντελής Βούλγαρης, τα πολλά λόγια είναι περιττά.

Την περασμένη Κυριακή ο μεγάλος σκηνοθέτης ήρθε στη Λαμία να συναντήσει μια παρέα φίλων, που θέλησε να δείξει με το δικό της ξεχωριστό τρόπο, την αγάπη της για την ταινία του, <<ΒΙΕΤΝΑΜ – Όλα είναι Δρόμος>>.

Χωρίς κανείς τους να είναι ηθοποιός, χωρίς τον απαραίτητο εξοπλισμό, με τη χρήση μια απλής κάμερας κι ενός υπολογιστή, αλλά με περίσσιο χιούμορ, κέφι και αρκετή δόση τρέλας, κατάφερε να βιώσει τη χαρά των γυρισμάτων, μιας καθαρά ερασιτεχνικής ταινίας…

Η επίσημη προβολή της ταινίας θα γίνει το Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2013 και ώρα 21.45 στο 11ο Φεστιβάλ Cult Ταινιών, που διοργανώνεται κάθε χρόνο από το Gagarin 205 Live Music Space στην Αθήνα.

Άξιο αναφοράς είναι πως ο Παντελής Βούλγαρης θα είναι και εκεί για να προλογίσει την προβολή του remake της ταινίας του.

Τέλος αναφέρουμε πως η ταινία είναι παραγωγή της Krikello Productions, σε σκηνοθεσία – μοντάζ – κάμερα Αντώνη Μπεσλεμέ και τους πρωταγωνιστικούς ρόλους παίζουν οι Μπαμπης Μπεσλεμές, Σωτήρης Αγγελακόπουλος, Χρύσα Ρέντα, Χρήστος Κοντοβάς.

Οι φωτογραφίες είναι του Άρη Αντωνίου και είναι από το «Εν Αριστοτέλους» στη Λαμία, όπου έγινε η συνάντηση την Κυριακή το βράδυ.

Στο «Εν Αριστοτέλους» έγιναν και πολλά από τα γυρίσματα του remake της ταινίας το οποίο μπορείτε να δείτε αμέσως μετά τις φώτο στο τέλος του άρθρου.

http://www.lamiareport.gr/

ilia rixto 05

το «Ρίχτο Ηλία» Σπάσαμε Μπιντέδες
Φιλίππα Δημητριάδη, Φωτογραφίες: Παναγιώτης Μαϊδης

Η ταινία του Παντελή Βούλγαρη, «Όλα είναι δρόμος», έμελε, σχεδόν 14 χρόνια μετά την επίσημη προβολή της, να γίνει το viral μιας γενιάς που ανακαλύπτει απ’ την αρχή τον ελληνικό κινηματογράφο της δεκαετίας του ’90, μιας γενιάς που έρχεται αντιμέτωπη με αυτό που σήμερα θα βάφτιζε cult πραγματικότητα.

Τρία διαφορετικά επεισόδια αφηγούνται τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούν τρεις άντρες, στο πλέον κρίσιμο σημείο της ζωής τους. Στην πρώτη ιστορία, «Χαρώνειο Νόμισμα», ένας αρχαιολόγος (Δημήτρης Καταλειφός) ξεκινά να συναντήσει τους φίλους του φαντάρου – αυτόχειρα γιου του (Κώστας Καζανάς), όταν ένα χρόνο μετά το τραγικό περιστατικό ανακαλύπτει σε ανασκαφή έναν ελληνιστικό τάφο, στην περιοχή των Φιλίππων.

Στη δεύτερη ιστορία, «Η Τελευταία Νανοχήνα», ο γερο-φύλακας (Θανάσης Βέγγος) του βιότοπου στο Δέλτα του Έβρου ξεναγεί δύο ορνιθολόγους στην περιοχή, και εκτελεί χωρίς δεύτερη σκέψη έναν λαθροκυνηγό που ευθύνεται για το φόνο της τελευταίας νανοχήνας.

Στην τρίτη ιστορία, με τίτλο Βιετνάμ, ένας ιδιοκτήτης μεγάλης επιχείρησης (Γιώργος Αρμένης) προσπαθεί μάταια να ξεχάσει τον χωρισμού του με τη γυναίκα του, διασκεδάζοντας σε ένα σκυλάδικο της επαρχίας. Αφού μεθύσει και σπάσει τα πάντα μέσα στο μαγαζί, θα το αγοράσει για να το γκρεμίσει.

Το ξαφνικό revival της ταινίας -που μάλλον προήλθε από φεστιβάλ που την ξανασύστησαν στο κοινό- ορμώμενο από το τρίτο και τελευταίο κεφάλαιο της σπονδυλωτής ταινίας του Βούλγαρη, έγινε σύνθημα σε τοίχους, ατάκα της παρέας και τελικά πάρτι. Ο κύριος Μάκης, που σπάει ό,τι υπάρχει στο μαγαζί -συμπεριλαμβανομένων και των ειδών υγιεινής- μέχρις ότου να το γκρεμίσει εντελώς, έγινε σύμβολο των απανταχού πονεμένων που θέλουν «να πάρουν φόρα και να τα γκρεμίσουν». Η βραδιά «Ρίχτο Ηλία» περιοδεύει ανά την Αττική, αλλά και την επαρχία και αναστατώνει τη νύχτα, επαναφέροντας στο προσκήνιο μια ξεχασμένη ελληνική συνήθεια · αυτή του σπασίματος των πιάτων αλλά και όχι μόνο.

Το θεματικό πάρτι «Ρίχτο Ηλία» είναι μια ιδέα τριών νέων ανθρώπων, του Χρήστου, του Γιώργου και του Δημήτρη. Οργανώνουν πολλά χρόνια θεματικά πάρτι και παίρνοντας αφορμή από την αγάπη τους για την ταινία, αλλά και από το thunder του επεισοδίου «Βιετνάμ» στα social media, θέλησαν να φέρουν στο προσκήνιο το σπάσιμο των. Το πάρτι γίνεται σε διάφορα μαγαζιά στην Αθήνα, αλλά και σε άλλες περιοχές ανά την Ελλάδα. Κάθε φορά το μαγαζί υποτίθεται πως είναι το Βιετνάμ, γι’ αυτό και κάπου κοντά στην είσοδο υπάρχει πάντα ένα πανό που σε καλωσορίζει σε αυτό και ένας εκσκαφέας – παιχνίδι ως σύμβολο. Έπειτα ακολουθεί μια πλήρης αναπαράσταση των σεκάνς του επεισοδίου. Οι διοργανωτές φέρνουν τις λεκάνες από τις τουαλέτες, ενώ σε ένα προτζέκτορα προβάλλεται η σκηνή της ταινίας όπου ο κ. Μάκης βάζει φωτιά στην μπεζ καμπαρντίνα του, υπό τη συνοδεία της Μαίρης Μαράντη, λίγο πριν φωνάξει τον Ηλία για να το ρίξει.

Τα πιάτα και οι λεκάνες είναι φτιαγμένα από γύψο έτσι ώστε να αποφεύγονται τραυματισμοί και άλλα ατυχήματα. Γι αυτό το λόγο τα παιδία, ανακάλυψαν ένα εργοστάσιο που μπορούσε να φτιάξει γύψινες ρέπλικες λεκανών και πιάτων. Κάθε εβδομάδα σπάνε περίπου 400 – 500 πιάτα και τέσσερις με πέντε λεκάνες.

Οι περισσότεροι θαμώνες είναι νεαρής ηλικίας και δε γνωρίζουν την ταινία, όπως μου λέει ο Γιώργος, ο ένας εκ των διοργανωτών της βραδιάς, για αυτό και υπάρχει η προβολή, έτσι ώστε να τους βοηθήσει να μπουν στο κλίμα. Ακόμη και αν γνωρίζουν το στόρι όμως, πολλοί διστάζουν και ντρέπονται να σπάσουν πιάτα και λεκάνες.

Ως λάτρης της ταινίας και πολύ περισσότερο του Γιώργου Αρμένη στο ρόλο του Μάκη, ήμουν προετοιμασμένη να πιάσω τη βαριά, χωρίς ντροπές. Το σύνθημα δίνεται πάντα με το βίντεο στον προτζέκτορα και τον Αρμένη να φωνάζει «Ρίχτο Ηλία. Ηλία, ρίχτο!». Όταν μπαίνει λοιπόν το κομμάτι «Θα πάρω φόρα», ξέρεις ότι έχει έρθει η στιγμή να βγεις μπροστά και να σπάσεις χωρίς έλεος λεκάνες, μπιντέδες και πιάτα. Ενώ οι θαμώνες με έραιναν με γαρύφαλλα, σκεφτόμουν ό,τι μπορεί να με είχε κάνει να θυμώσω τον τελευταίο μήνα και με φόρα ξέσπασα σπάζοντας μια λεκάνη και μια ντουζίνα πιάτα. Αυτό θα πει εκτόνωση. Καμία γιόγκα. Κανένας ψυχοθεραπευτής.

Με τόση φόρα, ήθελα να πω στο μαγαζάτορα «Συνολικά, έτσι όπως το βλέπεις το μαγαζί, πόσο κοστίζει;» κι εκείνος να μου πει «Τι να το κάνεις Φιλίππα μου; Να το δουλέψεις;». «Όχι ρε, άκου να το δουλέψω, να το σπάσω θέλω», θα του απαντούσα. Όμως αυτά συμβαίνουν μόνο στις ταινίες.

http://www.vice.com/gr/read/to-vrady-pou-ta-spasame-ola-stin-kyrioleksia

o voulgaris sti lamia 06

Από το Κρίκελλο στο Φεστιβάλ Καλτ Κινηματογράφου!

Σταυριάννα Χαραλαμποπούλου

On 19 Απριλίου 2013
«Δεν είμαστε ηθοποιοί και ούτε θέλουμε να γίνουμε» μου διευκρινίζει ο Μπάμπης Μπεσλεμές. Ποιος είναι ο Μπάμπης; Είναι ένας μαθηματικός – κιθαρίστας από το Κρίκελλο Ευρυτανίας, που μαζί με τον αδερφό του Αντώνη και την παρέα τους παρουσίασαν, πριν λίγο καιρό στο Φεστιβάλ Καλτ Κινηματογράφου, το remake του «Βιετνάμ», μιας ταινίας του Παντελή Βούλγαρη.

«Όλα ξεκίνησαν από μία πλάκα» μου λένε ο Αντώνης και ο Μπάμπης. Ήθελαν απλά να γυρίσουν την αγαπημένη τους ταινία για να την προβάλλουν στη βάφτιση της κορούλας του Μπάμπη. Μάζεψαν, λοιπόν, 45 άτομα και ξεκίνησαν.

«Με μια κάμερα, χωρίς μικρόφωνα, χωρίς τίποτα έγιναν όλα» μου εκμυστηρεύονται. Όσοι την είδαν δυσκολευονται να πιστέψουν οτι κανείς τους δεν είναι ηθοποιός, δεν έχει εμπειρία στο γύρισμα ταινιών ή οτι δεν είχαν άλλα τεχνικά μέσα πέρα από μια κλασική κάμερα χειρός.

«Αν μπορούσαμε να γράψουμε όλα τα making of θα θέλαμε 15 ταινίες. Το πιο καλό κομμάτι ήταν το γέλιο που ρίξαμε στα γυρίσματα» παραδέχονται και οι δυο. Αν τους γνωρίσεις θα καταλάβεις ότι αυτό δεν είναι υπερβολή. Όσο μιλούσαμε, έλεγαν το ένα αστείο μετά το άλλο. «Και την παρέα σου όλη να μαζέψεις, δεν νομίζω να μαζέψεις 45 άτομα ή να τους πεις εσύ θα κάνεις αυτό, εσύ εκείνο. Πρέπει να είναι και λίγο τρελούτσικος ο άλλος για να ακολουθήσει», μου λέει ο Αντώνης.

Η πρώτη επίσημη προβολή της ταινίας έγινε όντως στη βάφτιση της κόρης του Μπάμπη και συνέχισε την «πορεία» της, πέρσι το καλοκαίρι, στο Κρίκελλο. Η καφετέρεια του χωριού είχε γεμίσει κόσμο. Πολλοί ήταν όρθιοι. Ακόμα και κάτω καθόντουσαν μερικοί. Τα γέλια έπεφταν σύννεφο, το ίδιο και οι αγκαλιές και τα συγχαρητηρία όταν τέλειωσε η προβολή.

Ο καιρός πέρασε, η παρέα έκανε το κέφι της και ο καθένας γύρισε στην καθημερινότητά του. Ένα πρωί όμως, ενώ ο Μπάμπης έπαιζε κιθάρα χτύπησε το κινητό του και η φωνή από την άλλη άκρη του είπε «Γεια σου,ο Παντελής ο Βούλγαρης είμαι» Η απάντηση του; «Και εγώ είμαι ο Michael Jordan». Κι όμως, ο Παντελής Βούλγαρης τηλεφωνούσε όντως στον Μπάμπη.

Πώς μάθατε για την ταινία των παιδιών;

Παντελής Βούλγαρης: Μια μέρα έφτασε ένα dvd στο σπίτι μου και είδα με έκπληξή μου ότι μια παρέα από τη Λαμία, επειδή τους άρεσε το «Βιετνάμ», το τελευταίο κομμάτι από το «Όλα είναι δρόμος», το ξαναγυρίσανε.

Πώς ήρθατε σε επαφή μαζί τους;

ΠΒ: «Υπήρχε το τηλέφωνο του Μπάμπη σε ένα μικρό σημείωμα που συνόδευε το dvd. Του είπα ότι μου άρεσε η ταινία τους, με συγκίνησε πολύ και είπαμε κάποια στιγμή να βρεθούμε. Ένα Σαββατοκύριακο πήγα στη Λαμία, γνώρισα τα παιδιά από κοντά, φάγαμε, ήπιαμε και εκεί μου ήρθε μια ιδέα. Επειδή ο γιος μου ο Αλέξανδρος διοργάνωνε στο Gagarin το φεστιβάλ Καλτ Κινηματογράφου και ο ιδιοκτήτης του Gagarin 205 ο Νίκος Τριανταφυλλίδης είναι φίλος, τους εδώσα ένα dvd της ταινίας και αποφασίσαμε να παίξουμε στο φεστιβάλ το “Βιετνάμ” το δικό μου και των παιδιών. Και έτσι έγινε.»

Πείτε μου δύο λόγια για τα παιδιά.

ΠΒ: «Είναι μια ζωντανή παρέα, με πολύ χιούμορ, με πολύ κέφι, είναι επιστήμονες, είναι άξιοι άνθρωποι. Αυτό που με συγκίνησε και που το υποστηρίζω, είναι ότι με την τέχνη δεν πρέπει να ασχολούνται μόνο οι ειδικοί.»

Διατηρείτε ακόμα επαφές μαζί τους;

ΠΒ: «Τώρα που είμαι στην Άνδρο και δουλεύω από το πρωί μέχρι το βράδυ δεν έχουμε μιλήσει καθόλου. Μόλις, όμως, επιστρέψω θα τους τηλεφωνήσω και θα τα πούμε από κοντά.»

(από την επίσκεψη του Παντελή Βούλγαρη στη Λαμία. Από αριστερα: Αντώνης – Παντελής Βούλγαρης – Μπάμπης)
Το Σάββατο 2 Φλεβάρη η ταινία των παιδιών παίχτηκε στο “Φεστιβάλ Καλτ Κινηματογράφου”. Φίλοι και γνωστοί των παιδιών από την Αθήνα, το Κρίκελλο, τη Λαμία, το Αίγιο, την Πάτρα, τη Θεσσαλονίκη, μέχρι και από τη Μυτιλήνη, έτρεξαν να είναι δίπλα τους.

«Μ’ άρεσε που είδα πολλούς ανθρώπους που αγαπάω εκεί και το χάρηκα διπλά», θυμάται ο Μπάμπης. «Εμπειρία ξεχωριστή. Εγώ νόμιζα ή ότι θα πεθάνουμε στο γέλιο ή ότι θα βάλουμε τα κλάμματα» λέει ο Αντώνης.

Ο κύριος Βούλγαρης ανέβηκε στη σκηνή του Gagarin, προλόγισε το remake και μίλησε για την παρέα από το Κρίκελλο που τον ενθουσίασε.

«Πάθαμε πλάκα. Εμείς που δεν είμαστε ηθοποιοί, ήμασταν ανάμεσα σε 500 άτομα να βλέπουμε τις φάτσες μας και να γελάει ο κόσμος, ήταν απίστευτο». ‘Ετσι μου περιέγραψε την εμπειρία του ο Μπάμπης.

Και τώρα που τέλειωσαν όλα; Τώρα που πέρασε το φεστιβάλ; Τώρα που έσβησαν τα μεγάλα φώτα; Τέτοιοι άνθρωποι σαν τον Αντώνη και τον Μπάμπη δεν επηρεάζονται από τα φώτα. Είναι τρελοί όσο δεν πάει. Άνθρωποι της παρέας. Η νέα τους ταινία έχει δρομολογηθεί και αναμένεται να προκαλέσει επιδημία γέλιου στο πανέμορφο Κρίκελλο.

“Το ωραίο της ταινίας είναι ο ερασιτεχνισμός της”

http://www.beautifulminds.gr/

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s