Τα 400 Χτυπήματα (1959) του Φρανσουά Τριφώ | η ταινία ορόσημο της Nouvelle Vague

Les-quatre-cents-coups_poster_gr

Τα 400 Χτυπήματα
Les Quatre Cents Coups
4,5 / 5 Τα 400 Χτυπήματα
Σινεφίλ 1959 | Ασπρόμ. | Διάρκεια: 93′
Γαλλική ταινία, σκηνοθεσία Φρανσουά Τριφώ με τους: Ζαν-Πιέρ Λεό, Αλμπέρ Ρεμί, Κλερ Μοριέ
Η αδιαφορία των γονιών του και η αυταρχική συμπεριφορά του σχολείου σπρώχνουν τον 13χρονο Αντουάν, ο οποίος ονειρεύεται τη θάλασσα, σε ένα ταξίδι φυγής στους δρόμους του Παρισιού.  

Μπορείτε να δείτε τα 400 Χτυπήματα το Σάββατο 19.3.2016 στον Κινηματογράφο Αλέκα με ελεύθερη είσοδο. θα προλογίσει και θα συντονίσει την συζήτηση που θα ακολουθήσει μετά την προβολή της ταινίας ο σκηνοθέτης, μοντέρ και κριτικός κινηματογράφου Γιάννης Καραμπίτσος

Συνοπτική κριτική (Αθηνόραμα)
Ερασιτέχνες ηθοποιοί, φυσικά ντεκόρ, σκηνοθετική αμεσότητα και αυτοσχεδιαστική διάθεση αφήνουν πίσω τους μια ακαδημαϊκή αφηγηματική αγκύλωση δεκαετιών και με μια αφοπλιστική κινηματογραφική χειρονομία ενώνουν το σελιλόιντ με την καθαρή ποίηση και την πικρή «αλήθεια εκεί έξω» με την κινηματογραφική απόλαυση. Βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Κανών για μία από τις ταινίες που γέννησε τη νουβέλ βαγκ και επηρέασε ολόκληρο το μοντέρνο σινεμά.

Les Quatre Cents Coups

ΤΑ 400 ΧΤΥΠΗΜΑΤΑ (LES QUATRE CENTS COUPS / THE 400 BLOWS) του Φρανσουά Τριφό (1959)

Η ταινία ορόσημο της Nouvelle Vague

Από τον FRANCOIS TRUFFAUT

ΤΑ 400 ΧΤΥΠΗΜΑΤΑ

LES QUATRE CENTS COUPS

ΒΡΑΒΕΙΟ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑΣ

Φεστιβάλ Καννών 1959

Πικρή, ευαίσθητη, με λυρική διάθεση, σχόλιο πάνω στην παιδική ηλικία και την εφηβεία.

Τα 400 χτυπήματα είναι μια ταινία του Τρυφώ με θέμα την παιδική ηλικία, έντονα βιωματική, που προσφέρεται για πολλαπλές αναγνώσεις, με την παιδαγωγική σχέση που διατρέχει ολόκληρη την ιστορία να είναι το ζητούμενο.

Τα 400 χτυπήματα είναι ένα θαυμάσιο ποίημα που μας κάνει να αναγνωρίσουμε την παιδικότητα, το ζωντανό πυρήνα της ανθρώπινης ψυχής που είναι η κινητήριος δύναμη της επιθυμίας και της δημιουργίας

«Είναι πολύ εύκολο να ερωτευτείς τις ταινίες του Τρυφώ γιατί μοιάζουν να αγαπούν το κοινό…»

ΤΑ 400 ΧΤΥΠΗΜΑΤΑ

Les quatre cents coups

Δράμα/Γαλλία/1959/99’/Α/Μ

Σκηνοθεσία : Φρανσουά Τρυφώ

Σενάριο :Φρανσουά Τρυφώ

Πρωταγωνιστούν : Ζαν-Πιερ Λεό, Αλμπέρ Ρεμί, Κλερ Μοριέ, Γκάι Ντεκομπλέ, Πατρίκ Οφέι, Ντανιέλ Κοτιέ, Ζορζέτ Φλαμάτ, Φρανσουά Νοσέρ

Η ΥΠΟΘΕΣΗ

Ο Αντουάν Ντουανέλ είναι δεκατριών χρονών και ζει στο Παρίσι, με τους γονείς του. Η αδιαφορία των γονιών και η αυταρχική συμπεριφορά των καθηγητών του στο σχολείο, προκαλεί στον Αντουάν, ο οποίος ονειρεύεται την ελευθερία της θάλασσας, μια τάση φυγής από το καταπιεστικό, σχολικό και οικογενειακό περιβάλλον. Έτσι, μετά από πολλές περιπέτειες, ανάμεσα στις οποίες και ο εγκλεισμός του στο αναμορφωτήριο, κατορθώνει να φθάσει επιτέλους στην θάλασσα…

Η ΤΑΙΝΙΑ

Στην πραγματικότητα τα 400 χτυπήματα δεν είναι παρά ένα οικογενειακό χρονικό, μια ρομαντική αυτοβιογραφία, και ο ήρωας Αντουάν Ντουανέλ μια μυθοποιημένη εκδοχή του ίδιου του σκηνοθέτη. Αλλά και οι λήψεις της ταινίας είναι εξ ίσου πραγματικές: το σκηνικό της δεν είναι άλλο από τις λαϊκές γειτονιές του βόρειου Παρισιού. Στη σκηνή του τέλους με ένα πλάνο μεγάλης διάρκειας, ο πρωταγωνιστής μας τρέχει με κανονικό διασκελισμό. Η κάμερα τον ακολουθεί με  ένα τράβελιγκ διαρκείας. Ο αρχικά κλειστός χώρος από φράκτες σιγά σιγά ανοίγει. Ακούγεται μόνο ο ήχος των βημάτων και που και που ένα κελάιδισμα πουλιών. Ο χρόνος εξαφανίζεται. Και κάποτε φτάνει στη θάλασσα.

Η ταινία απρόσμενα βρήκε τεράστια απήχηση όχι μόνο στη Δύση αλλά σ’ όλο τον κόσμο. Κι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι υπάρχει σ’  αυτή ένα μυστικό που έχουν και οι ταινίες του Τσάρλι Τσάπλιν. Είναι αυτό που ο G. Bachelard ονομάζει ποιητική της ονειροπόλησης.  Πράγματι, τα 400 χτυπήματα είναι ένα θαυμάσιο ποίημα που μας κάνει να αναγνωρίσουμε την παιδικότητα, το ζωντανό πυρήνα της ανθρώπινης ψυχής που είναι η κινητήριος δύναμη της επιθυμίας και της δημιουργίας.
Η αθέατη αυτή ιδιότητα είναι η γέφυρα που συνδέει τον άνθρωπο με την ελπίδα και το όνειρο. Τα 400 χτυπήματα ήταν η πρώτη ταινία μεγάλου μήκους του Τρυφώ και απέσπασε στις Κάννες τη χρονιά που εμφανίστηκε το βραβείο καλύτερης σκηνοθεσίας.

«Είναι πολύ εύκολο να ερωτευτείς τις ταινίες του Τρυφώ γιατί μοιάζουν να αγαπούν το κοινό…» Με αυτή τη φράση ο σκηνοθέτης Ολιβιέ Ασάιας κατάφερε να προσδιορίσει με τον πληρέστερο τρόπο τη δύναμη των ταινιών του διάσημου σκηνοθέτη. Ταινίες που έχουν επηρεάσει την ιστορία του σινεμά και έχουν ενταχθεί στο αλφάβητο κάθε κινηματογραφόφιλου….
Φανατικός σινεφίλ ο ίδιος, από τα επτά του μόλις χρόνια, ο Φρανσουά Τρυφώ αγαπούσε τη λογοτεχνία αλλά όχι και το σχολείο, το οποίο παράτησε μόλις έγινε δέκα πέντε ετών. Η πρώτη του επαφή με την κινηματογραφική βιομηχανία γίνεται μέσω του Αντρέ Μπαζέν και των «Cahiers Du Cinema». Γίνεται κριτικός σε αυτή την «Βίβλο του σινεμά» και γράφοντας εκεί είναι που θέτει τις βάσεις για τη «θεωρία του auteur» (1954) σύμφωνα με την οποία ο σκηνοθέτης είναι ο πρωτεύων δημιουργός μιας ταινίας, πράγμα που ενέπνευσε και έγινε το «μανιφέστο» μιας ολόκληρης νέας γενιάς Ευρωπαίων σκηνοθετών. Την ίδια εποχή αρχίζει να γυρίζει ταινίες μικρού μήκους και εργάζεται ως βοηθός σκηνοθέτη δίπλα στον Ρομπέρτο Ροσελίνι, λίγο πριν ολοκληρώσει την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, την κακώς μεταφρασμένη σε όλες τις γλώσσες «Τα 400 Χτυπήματα» («Les 400 Coups”, 1959). Ο τίτλος προέρχεται από μια γαλλική έκφραση «faire les quatre cents coups», η οποία σημαίνει «ζω ατίθασα» και αντιπροσωπεύει απόλυτα αυτή την – σχεδόν αυτοβιογραφική…- ιστορία που επικεντρώνεται στην εφηβεία της κινηματογραφικής περσόνας του Τρυφώ, του Αντουάν Ντουανέλ.

Η ταινία αυτή θεωρείται το πρώτο δείγμα του κινήματος της nouvelle vague (το «νέο κύμα» του γαλλικού κινηματογράφου) αν και υπάρχουν πολλές ενστάσεις, μιας και ταινίες όπως το “La Point Courte” της Ανιές Βαρντά και το “Le Beau Serge” του Κλωντ Σαμπρόλ είναι προγενέστερες της. Σήμερα επίσης είναι αρκετά της μόδας ο ισχυρισμός ότι ο Τρυφώ ήταν ο πιο συντηρητικός του κινήματος, όμως ξεχνάμε ότι στόχος της nouvelle vague ήταν να αντιταχθεί στην παράδοση. Ο Τρυφώ, ο Γκοντάρ, ο Ρενέ, ο Ρομέρ, ο Ριβέτ κ. ά. ήθελαν να συλλάβουν με μια «ποιητική» ματιά την πραγματική ζωή, θέλοντας να αναβιώσουν την παράδοση των γαλλικών φιλμ της δεκαετίας του ’30 που είχε διακοπεί από τον πόλεμο. Ήταν ένας τρόπος να αντιδράσουν στην αποσύνθεση και τη στασιμότητα των επιτηδευμένων ταινιών «ποιότητας» που κυριαρχούσαν στη Γαλλία στη δεκαετία του ’50 (ως κριτικός μάλιστα ο Τρυφώ είχε γράψει «…Ξεσηκωθείτε ενάντια στο γαλλικό σινεμά, σπάστε τα καθίσματα όταν έρχεστε αντιμέτωποι με τόσο προσβλητικά φιλμ…»), αναζητώντας την απλότητα και την αμεσότητα των φιλμ των Ζαν Ρενουάρ, Ζαν Βιγκό και Ρενέ Κλερ.

Βλέποντας το «Τα 400 Χτυπήματα» συνειδητοποιείς ότι, πέρα από την καθαρά κλασική δομή, υπάρχει ένας έντονος αυθορμητισμός που σπάνια συναντάς στον κινηματογράφο. Χωρίς άμεσα υποκειμενικά πλάνα από την οπτική γωνία του Αντουάν όλη η ταινία είναι ιδωμένη μέσα από τα μάτια του, εκφράζοντας την ευαισθησία του εφήβου που αναζητά τον εαυτό του και την κατανόηση των γύρω του. Σπάνια βλέπουμε πράγματα έξω από το μυαλό του Αντουάν γι’ αυτό και οι μεγάλοι παρουσιάζονται σαν τρομακτικές καρικατούρες, μακριά από τη ρεαλιστική ματιά ενός ενήλικα, μέσα όμως στην πραγματικότητα όπως την αντιλαμβάνεται ένας έφηβος. Ο Αντουάν κινείται συνεχώς, γιατί η κίνηση ισοδυναμεί με τη ζωή, μπορεί να κάνει «κύκλους» επιστρέφοντας ξανά και ξανά στο «ίδιο σημείο», όμως η κίνηση του προσφέρει τη χαρά και την ένταση που αναζητά. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι σε κάθε μείωση της κινητικότητας τα κωμικά στοιχεία υποχωρούν ενώ το τελευταίο παγωμένο πλάνο σχεδόν τρομάζει, αφήνοντας μας με τη μελαγχολική εικόνα μιας «παραστρατημένης» εφηβείας. Ο χαρακτήρας του Αντουάν μάλιστα θα παραμείνει αληθινός και ζωντανός, και ο Τρυφώ θα επανέρθει σε αυτόν σε άλλες τέσσερις ταινίες του, τα “LAmour A Vingt Ans(1962), “Baisers Voles” (1968), «Domicile Conjugal” (1970)», «LAmour En Fuite(1979).

Φοίβος Καλλίτσης

«Τα 400 χτυπήματα είναι το πιο περήφανο, το πιο πεισματάρικο, το πιο ξεροκέφαλο, με άλλα λόγια το πιο ελεύθερο φιλμ του κόσμου»

Ζαν-Λυκ Γκοντάρ

«Στον κινηματογράφο του Τρυφώ υπάρχει μια γεύση της ευτυχίας και της δυστυχίας την ίδια στιγμή. Η τέχνη του να γίνονται τα πρόσωπα συμπαθητικά… Ο Τρυφώ περιγράφει το πρόσκαιρο, το εύθραυστο, το τρυφερό και το αψηλάφητο των ανθρώπινων σχέσεων, κλείνοντας το μάτι στο θεατή μέσα από τις οικείες συγκινήσεις, τη φρεσκάδα, τη μελαγχολία, τις μικρές ομολογίες και τις ψιθυριστές περιπέτειες που φτιάχνουν απ’ τα μικρά τίποτα της ζωής μια υπέροχη μουσική…»

Ζιλ Ζακόμπ

«Ο Αντουάν είναι ένα παιδί που θα βρει το δρόμο του: ακόμα κι ανάμεσα στους τοίχους του αναμορφωτηρίου δε γίνεται ούτε μια στιγμή ο ηττημένος, ο ευνουχισμένος αντι-ήρωας του αγγλοσαξονικού κονφορμισμού –ο Αντουάν υπάρχει γιατί ονειρεύεται, αναρωτιέται, εξεγείρεται, παρατηρεί τον κόσμο. Ο Αντουάν ξύνει οδυνηρά το μικροαστισμό μας –κλέβει με αφέλεια ένα μπουκάλι γάλα και αντέχει το παρόν όπως θα αντέξει και το μέλλον. Ο Αντουάν είναι ο survivor, το πιο αυθόρμητο τρομερό παιδί από τα τρομερά παιδιά του γαλλικού σινεμά – ένας ταραχοποιός που ταράζει τα λιμνάζοντα νερά της νυσταλέας ηθικής μας.»

Σώτη Τριανταφύλλου

Fransois Truffaut

Φρανσουά Τρυφώ

(François Roland Truffaut, 6 Φεβρουαρίου 1932 – 21 Οκτωβρίου 1984) ήταν Γάλλος κριτικός και σκηνοθέτης του κινηματογράφου, από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους του γαλλικού νέου κύματος.

Με τη βοήθεια του θεωρητικού του κινηματογράφου Αντρέ Μπαζέν, άρχισε να γράφει κριτικές στο περιοδικό Cahiers du cinema, που μαζί άλλους συναδέλφους του άνοιξαν το δρόμο για το νέο κύμα και το μη εμπορικό κινηματογράφο. Με την μικρού μήκους ταινία του Les Mistons (1958), και θέμα την σεξουαλική αφύπνιση μιας ομάδας νεαρών, έθεσε στην πράξη τις θεωρίες του, τις οποίες συνέχισε στην ημιαυτοβιογραφική, μεγάλου μήκους ταινία του, Τα 400 χτυπήματα (Les Quatres Cents Coups, 1959), μία γεμάτη ειλικρίνεια αλλά και ποίηση ταινία, που κέρδισε το βραβείο Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ των Καννών, κάτι που τον καθιέρωσε ως τον κατ’ εξοχήν ηγέτη του πρωτοεμφανιζόμενου νέου κύματος (nouvelle vague).

Ακολούθησαν οι ταινίες Πυροβολείτε τον Πιανίστα (Tirez sur le pianiste, 1960), αναφορά αλλά και ανατροπή των γκανγκστερικών ταινιών, Απολαύστε το κορμί μου (Jules et Jim, 1961) γύρω από τις ιδιόμορφες σχέσεις ενός ερωτικού τριγώνου, Φαρενάιτ 451 (Fahrenheit 451, 1966), εξαιρετική μεταφορά στην οθόνη του βιβλίου επιστημονικής φαντασίας του Ρέι Μπράντμπερι, που ο Τρυφώ γύρισε στην Αγγλία, Η νύφη φορούσε μαύρα (La mariée etait en noir, 1967), μία παραλλαγή του αμερικανικού φιλμ νουάρ, ταινίες που επέβαλαν τον Τρυφώ ως έναν ξεχωριστό και εντελώς πρωτότυπο δημιουργό.

Ένας από τους υπεύθυνους για τον τρόπο που βλέπουμε (αλλά κυρίως για τον τρόπο που γράφουμε για) το σινεμά, ο Francois Truffaut είναι ένας σκηνοθέτης που βιώνει διαρκώς και με έντονο τρόπο την κατάληξη της κινηματογραφικής πράξης, δηλαδή τις τελετουργίες της σκοτεινής αίθουσας. H θητεία του στο περιοδικό στο Cahiers Du Cinema, του προσέφερε το πιο σημαντικό στοιχείο: την κινηματογραφοφιλία -όχι ως ένας εκλεκτικός θεατής ή ένας ψυχρός κριτής, αλλά ως ένας εραστής ενός κινηματογράφου χωρίς όρια και σύνορα. Για τον Τρυφώ η κινηματογραφική αίθουσα είναι ο τόπος όπου τα προσωπικά φαντάσματα ενσαρκώνονται, όπου ασκείται μια παραμυθία για τις οδύνες και λύπες του βίου.

Σίγουρα ο λιγότερο διανοούμενος από την παρέα της Νουβέλ Βάγκ, ο Τρυφώ ως σκηνοθέτης επέλεξε ένα δρόμο που περισσότερο δοξάζει αυτές τις τελετουργίες της κινηματογραφικής αίθουσας και λιγότερο την στοχαστική φύση του κινηματογράφου (όπως π.χ. συμβαίνει με τον Ζαν Λυκ Γκοντάρ). Το ιδιαίτερο ύφος του δεν δυναστεύει την αφήγηση, δεν της επιβάλλεται, αλλά αντίθετα αφήνει χώρο για να κινηθούν και να αναπνεύσουν τα φιλμικά πρόσωπα. Καθώς η αφήγηση παραμένει ένας ακρογωνιαίος λίθος της μυθοπλασίας, ο κινηματογραφικός φακός παρακολουθεί τα πρόσωπα με καθαρό βλέμμα, απαλλαγμένο από τις όποιες πολιτικές ή ψυχαναλυτικές παρεμβολές που ταλανίζουν το έργο άλλων σκηνοθετών της εποχής. Μαγεμένος από την τελετουργία της σκοτεινής αίθουσας ο Τρυφώ εμμένει πεισματικά προσκολλημένος, σ’ όλες τις ταινίες του, στην απόλαυση της αφήγησης -αναζητά την γοητεία των προσώπων (δηλαδή των ηθοποιών), επικεντρώνεται στις εντάσεις του διαλόγου, προσαρμόζει το κινηματογραφικό κάδρο στις διαστάσεις του ανθρώπινου προσώπου: Αυτά είναι και κάποια από τα στοιχεία που προσδιορίζουν την μαγεία των κινηματογραφικών του εικόνων.
Αν όμως τα προηγούμενα είναι κάποια στοιχεία που φέρνουν τον Τρυφώ κοντά σε μια Χολιγουντιανή εκδοχή του κινηματογράφου, είναι ο πυρήνας του έργου του που συγγενεύει με την ευρωπαϊκή αντίληψη για τον κινηματογράφο, δηλαδή τον κινηματογράφο ως έκθεση των έμμονων ιδεών, ως έκφραση ενός προσωπικού σύμπαντος. Σ’ αυτό το προσωπικό σύμπαν οι οδύνες και οι ηδονές, τα πάθη και τα τραύματα της ψυχής εκτίθενται σε δημόσια θέα: η τραυματική παιδική ηλικία (400 Χτυπήματα), η αδυναμία του Αρσενικού απέναντι στην δυναστική γυναικεία παρουσία (Ζυλ Και Ζιμ, Πυροβολείστε τον Πιανίστα), η φετιχιστική λατρεία του γυναικείου σώματος (Τρυφερό Δέρμα), η κινηματογραφοφιλία ως καταφύγιο παραμυθίας. Καθώς ήταν «ένας άνδρας που αγαπούσε τις γυναίκες» ο Τρυφώ τοποθετεί την γυναικεία παρουσία στο κέντρο του κινηματογραφικού του κόσμου: τα γυναικεία πρόσωπα συνήθως παρουσιάζονται συναισθηματικά αυτάρκη, δυνατά και ικανά να αντιμετωπίσουν τις δυσκολίες του βίου. Οι γυναίκες στις ταινίες του Τρυφώ καθορίζουν με την παρουσία τους την αφήγηση (Οπωσδήποτε την Κυριακή, Δυο Αγγλίδες στην Ευρώπη), προσδιορίζουν το πλαίσιο στο οποίο θα κινηθεί, επιβάλλουν τους όρους του παιχνιδιού, προκαλούν την λύση της μυθοπλασίας.
Σε αντίθεση με αυτές τις γυναικείες παρουσίες οι άνδρες παρουσιάζονται ως συναισθηματικά ανώριμοι, αμφίθυμοι, αδύναμοι να σηκώσουν τα βάρη και τις ευθύνες μιας σχέσης (Παράνομο Κρεβάτι), πρόσωπα που αναζητούν απεγνωσμένα την αγάπη, την στοργή, την κατανόηση (Η Αγάπη το Βάζει στα Πόδια). Η ηθική υπεροχή των γυναικών απέναντι στα ανδρικά πρόσωπα των ταινιών προκαλεί τις συγκρούσεις στην δραματική πλοκή, οδηγεί σε κορύφωση την αφήγηση. Παραπαίοντας ανάμεσα σε δυνατές γυναικείες παρουσίες, διχασμένοι και μετέωροι, ένοχοι επειδή αδυνατούν να ελέγξουν το πόθο και το πάθος τους για την γυναίκα, οι άνδρες συνιστούν το ουσιαστικό πρόβλημα της αφήγησης (Η Γυναίκα της Διπλανής Πόρτας). Έτσι η δραματική πλοκή καλείται να επιλύσει το «ανδρικό πρόβλημα», δηλαδή να δώσει μια λύση και μια διέξοδο στον ανδρικό πόθο. Είναι γι’ αυτούς τους λόγους που η παρουσία του Ζαν-Πιερ Λεώ (alter ego του σκηνοθέτη;) καθίσταται κεντρική στο έργο του: ενσαρκώνει και συμπυκνώνει το «ανδρικό πρόβλήμα» με τον πιο έντονο τρόπο. Όμως υπάρχουν κάποιοι άνδρες στις ταινίες που βρίσκονται μακριά από τα προηγούμενα. Οι ταινίες Αμερικάνική Νύχτα και Τελευταίο Μετρό – ταινίες σχόλια για το θέαμα (για τον κινηματογράφο και το θέατρο)- έχουν ως περιφερειακούς χαρακτήρες δύο ανδρικά πρόσωπα που παρακολουθούν τις συναισθηματικές περιπλοκές και τα τεκταινόμενα στην αφήγηση από μακριά: είναι οι σκηνοθέτες (στην πρώτη ταινία ο ίδιος ο Τρυφώ). Απορροφημένοι από το πάθος και την ένταση της δημιουργίας, αυτά τα δύο ανδρικά πρόσωπα αποτελούν εξαιρέσεις μέσα στην πινακοθήκη των ανδρικών χαρακτήρων του σκηνοθέτη. Μοιάζει σαν να δηλώνουν με την παρουσία τους αυτά τα πρόσωπα την λύση στο «ανδρικό πρόβλημα» : είναι η πράξη της δημιουργίας, η σκηνοθεσία της ζωής η μόνη λύση.

ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΗ ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ

1959 – ΤΑ 400 ΧΤΥΠΗΜΑΤΑ (LES QUATRE CENTS COUPS)
1960 – ΠΥΡΟΒΟΛΗΣΤΕ ΤΟΝ ΠΙΑΝΙΣΤΑ (TIREZ SUR LE PIANISTE)
1962 – ΑΝΤΟΥΑΝ ΚΑΙ ΚΟΛΕΤ (ANTOINE ET COLETTE)
1962 –ΖΙΛ ΚΑΙ ΖΙΜ ( JULES ET JIM)
1964 – ΤΟ ΜΑΛΑΚΟ ΔΕΡΜΑ (LA PEAU DOUCE)
1966 – ΦΑΡΕΝΑΪΤ 451 (FAHRENHEIT 451)
1967 – Η ΝΥΦΗ ΦΟΡΟΥΣΕ ΜΑΥΡΑ (LA MARIEE ETAIT EN NOIR)
1968 – ΚΛΕΜΜΕΝΑ ΦΙΛΙΑ (BAISERS VOLES)
1968 – Η ΣΕΙΡΗΝΑ ΤΟΥ ΜΙΣΙΣΙΠΗ (LA SIRENE DU MISSISSIPI)
1969 – ΕΝΑ ΑΓΡΙΜΙ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ (L’ENFANT SAUVAGE)
1970 – ΠΑΡΑΝΟΜΟ ΚΡΕΒΑΤΙ (DOMICILE CONJUGAL)
1971 – ΟΙ ΔΥΟ ΑΓΓΛΙΔΕΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ (LES DEUX ANGLAISES ET LE CONTINENT)
1973 – Η ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΝΥΧΤΑ (LA NUIT AMERICAINE)
1975 –Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΕΛ ΟΥΓΚΟ ( L’HISTOIRE D’ADELE H.)
1976 – ΤΟ ΧΑΡΤΖΙΛΙΚΙ (L’ARGENT DE POCHE)
1977 – Ο ΑΝΔΡΑΣ ΠΟΥ ΑΓΑΠΟΥΣΕ ΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ (L’HOMME QUI AIMAIT LES FEMMES)
1978 – ΤΟ ΠΡΑΣΙΝΟ ΔΩΜΑΤΙΟ (LA CHAMBRE VERTE)
1979 – Η ΑΓΑΠΗ ΤΟ ΒΑΖΕΙ ΣΤΑ ΠΟΔΙΑ (L’AMOUR EN FUITE)
1980 – ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΕΤΡΟ (LE DERNIER METRO)
1981 – Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΔΙΠΛΑΝΗΣ ΠΟΡΤΑΣ (LA FEMME D’Α-COTE)
1983 – ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ (VIVEMENT DIMANCHE!)

Τα 400 χτυπήματα
Σκηνοθέτης: François Truffaut
Σενάριο: François Truffaut και Marcel Moussy
Φωτογραφία: Henri Decaë
Μουσική: Jean Constantin
Ηθοποιοί: Jean-Pierre Léaud, Claire Maurier, Albert Rémy, Guy Decomble
Βραβεία: Σκηνοθεσίας στο φεστιβάλ Καννών, Καλύτερης ταινίας από την ένωση Γάλλων κριτικών καθώς και υποψηφιότητες για όσκαρ σεναρίου και BAFTA καλύτερης ταινίας.
Τοποθεσία: Γαλλία 1959
Διάρκεια: 99′

Ο Αντουάν Ντουανέλ είναι δεκατριών χρόνων και ζει στο Παρίσι με τους γονείς του. Ο πατέρας, ένας προφανώς αποτυχημένος μικροαστός, είναι υποχρεωμένος να ανέχεται τις απιστίες της γυναίκας του. Η αδιαφορία των γονέων απέναντι στο γιο τους αντικατοπτρίζεται στην αυταρχική συμπεριφορά των δασκάλων του Αντουάν. Μαζί με ένα συμμαθητή του ο Αντουάν θέλει να ξεφύγει από τη σχολική και οικογενειακή καταπίεση στη θάλασσα. Στην προσπάθειά του να επιστρέψει μια γραφομηχανή που έχει κλέψει από το γραφείο του πατέρα του, συλλαμβάνεται. Ο Αντουάν μπαίνει στο αναμορφωτήριο από όπου το σκάει με προορισμό τη θάλασσα.

Η ταινία μας εισάγει στο στενό κόσμο του Αντουάν, τη σχολική τάξη. Στη τάξη αυτή οι περιθωριακοί καταπιέζονται από την αυταρχική φιγούρα του δασκάλου. Εδώ το διάλειμμα είναι ανταμοιβή για καλές επιδόσεις και όχι δικαίωμα. Ο Αντουάν όμως διαμαρτύρεται στο καθεστώς αυτό. Η διαμαρτυρία του δεν απευθύνεται αποκλειστικά ενάντια σε ένα πρότυπο σχολικής παράδοσης, αλλά και ενάντια στο σωβινισμό των Γάλλων παιδαγωγών.

Η ζωή του Αντουάν όμως παραμένει μια φυλακή ακόμη και στην ίδια του την οικογένεια. Οι μεγάλοι χαρακτηρίζονται, όπως και στο σχολείο, από επιθετικότητα και αυταρχικότητα: μετά από ένα ξερό χαιρετισμό ακολουθούν οι βρισιές και απαιτήσεις μιας εχθρικής μητέρας. Την κατάσταση της οικογενείας του δε βοηθά ο πατέρας, ο οποίος εμφανίζεται ως άτομο επιφανειακό και χωρίς σθένος.

Ο κόσμος στον οποίο ζει ο Αντουάν είναι εχθρικός και λίγος. Οι παιδαγωγοί και γονείς του δεν έχουν να του προσφέρουν κάτι συγκεκριμένο. Για τον ίδιο το περιβάλλον του είναι γεμάτο αντιφάσεις, που ο Τρυφώ διαγράφει ανάγλυφα με τον επιδέξιο χειρισμό της κάμερας: τη λανθασμένη συμπεριφορά με την οποία βρίσκεται αντιμέτωπος ο πρωταγωνιστής, ακολουθούν σε γκρο-πλαν το αμήχανο πρόσωπο του αγοριού, το ερωτηματικό του βλέμμα, η αδέξια κίνηση του χεριού του πάνω στα μαλλιά ή στο αυτί και το ακούσιο ανασήκωμα των ώμων.

Η εναλλακτική λύση του Τρυφώ σε αυτόν τον καταπιεστικό κόσμο είναι το όνειρο, η φυγή στο ψεύτικο κόσμο της φαντασίας. Βόλτες στις παριζιάνικες λεωφόρους, λούνα-παρκ, παιχνίδια και φυσικά ο κινηματογράφος αποτελούν τη διέξοδο του περιθωριακού μας νέου. Εδώ ο κινηματογράφος αποτελεί πρότυπο ελευθερίας και ίσως ένα παράθυρο προς την ίδια την ενηλικίωση. Χαρακτηριστική είναι η σκηνή στην οποία ο Αντουάν και ένας φίλος του κλέβουν μια φωτογραφία από την ταινία Καλοκαίρι με τη Μόνικα, όπου η Χάριετ Άντερσον βρίσκεται σε μια προκλητική πόζα.

Εξαναγκασμός και φυγή, αυτά δεν είναι προβλήματα του Αντουάν μόνο, αλλά προβλήματα όλων των νεαρών αυτής της ηλικίας. Ένα παράδειγμα αποτελεί και η εικόνα των μαθητών που το σκάνε από το μάθημα της γυμναστικής, βρίσκοντας ελάχιστο χρόνο για να ζήσουν για λίγο ελεύθερα.

Τα 400 χτυπήματα είναι μια ταινία για την ενηλικίωση αλλά και για το ατέρμονο κυνήγι της νεανικής ελευθερίας. Εδώ έχουμε τη θάλασσα ως ένα σύμβολο της καθεαυτού ανεξαρτησίας. Μετά την απόδραση η θάλασσα ανοίγεται μπροστά μας μαγευτική και άπειρη, και σε αντίθεση με το μουντό κόσμο στο οποίο ζούμε ελεύθερη από κανόνες και καταπίεση.

Βιβλιογραφία: François Truffault, εκδόσεις Πλέθρον σε μετάφραση Μαρίας Αγγελίδου

Τα 400 Χτυπήματα
Les Quatre Cents Coups
Φρανσουά Τριφό
ΚΡΙΤΙΚΗ 13 ΙΟΥΛ 2011 Γιώργος Κρασσακόπουλος
To ντεμπούτο του Φρανσουά Τριφό, η αυλαία για τη «Νouvelle Vague», μια από τις πιο συγκλονιστικές ιστορίες ενηλικίωσης στην ιστορία του σινεμά.

Ο Αντουάν Ντουανέλ είναι δεκατριών χρονών και ζει στο Παρίσι, με τους γονείς του. Η αδιαφορία των γονιών και η αυταρχική συμπεριφορά των καθηγητών του στο σχολείο, του προκαλεί μια τάση φυγής από το καταπιεστικό, σχολικό και οικογενειακό περιβάλλον. Ετσι, μετά από πολλές περιπέτειες, ανάμεσα στις οποίες και ο εγκλεισμός του στο αναμορφωτήριο, κατορθώνει να φθάσει επιτέλους στην θάλασσα

Κοιτάζοντας από απόσταση, την απόσταση που δίνει ο χρόνος, μια ταινία σαν «400 Χτυπήματα», ίσως δεν μπορείς να νιώσεις την ορμή με την οποία άλλαξε το σινεμά, αλλά καταλαβαίνεις απόλυτα το γιατί μια ταινία σαν αυτή μπορεί να ορίζει ένα πριν κι ένα μετά.

Δεν είναι μόνο η αυτοβιογραφική αλήθεια της, η αφοπλιστική λιτότητα της, η επώδυνα σαφής συνειδητοποίηση ότι δεν είναι o νεαρός ήρωας της που δεν μπορεί να ενταχθεί στον κόσμο, προβληματικός, είναι τα πάντα γύρω του που παραπαίουν προς το λάθος.

Ομως η ταινία του Τριφό, ένα ντεμπούτο που ήρθε να δικαιώσει τα συχνά εμπρηστικά κείμενα, που είχε στο παρελθόν υπογράψει εναντίον ενός ατσαλάκωτα αδιάφορου γαλλικού σινεμά, δεν είναι αυτό που θα περίμενες από ένα φιλμ που έχει σαν ήρωα έναν μικρό επαναστάτη.

Γιατί ο Αντουάν Ντουανέλ, δεν ζητά να αλλάξει τον κόσμο, αλλά συνεχίζει να κολυμπά ενάντια σε ένα ρεύμα που τον σπρώχνει προς τον χαμό των ονείρων, της ατομικότητας, του αυθορμητισμού του.

Κι αν το φιλμ μιλά για το σχολείο, την οικογένεια, το σωφρονιστικό σύστημα, την ελευθερία, δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από μια «ταινία καταγγελίας». Δεν ενδιαφέρεται να καταδείξει όλα όσα είναι στραβά, νοιάζεται μόνο να δώσει στον μικρό Αντουάν το χάδι που ο κόσμος του έχει στερήσει, να του προσφέρει μια οικογένεια μέσα στα βλέμματα των θεατών που επιτέλους τον καταλαβαίνουν.

Πέρα από τον τρόπο με τον οποίο άναψε τη σπίθα της nouvelle vague, την φρεσκάδα, την νεοτερικότητα, την πνοή ενός διαφορετικού αέρα που έφερε στο σινεμά το φιλμ του Τριφό, η αληθινή του σημασία, δεν έχει στην πραγματικότητα να κάνει με την ιστορία του σινεμά. Αντίθετα έχει απόλυτα να κάνει με την βαθιά ανθρωπιστική του ματιά, με την καθαρότητα των προθέσεων, με τον τρόπο που άγγιξε τον ήρωα και τους θεατές του.

Και τους άλλαξε για πάντα.

http://flix.gr/

Ελευθεροτυπία, Πέμπτη 21 Ιουλίου 2011

Τα 400 χτυπήματα
ΚΡΙΤΙΚΗ: ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ
Les quatres cents coups.
Γαλλία, 1959. Σκηνοθεσία: Φρανσουά Τριφό. Σενάριο: Τριφό, Μαρσέλ Μουσί. Ηθοποιοί: Ζαν-Πιερ Λεό, Κλοντ Μοριέ, Αλμπέρ Ρεμί. 99′


Ορόσημο στην εξέλιξη του γαλλικού κινηματογράφου, η πρώτη αυτή σημαντική ταινία της νουβέλ βαγκ είναι ένα έξοχο, ημι-αυτοβιογραφικό φιλμ, γύρω από ένα 12χρονο εξεγερμένο αγόρι που προσπαθεί να μεγαλώσει σε μια καταπιεστική κοινωνία.

Ο Τριφό κατόρθωσε να επιδείξει όλες τις ικανότητές του με την πρώτη του αυτή μεγάλου μήκους ταινία, που του χάρισε το βραβείο σκηνοθεσίας στις Κάνες το 1959. Στην ταινία, στο μεγαλύτερο μέρος της αυτοβιογραφική, ο Τριφό παρουσιάζει με τρόπο ποιητικό την απάτη που υπάρχει στη θεωρία ότι τα παιδικά χρόνια είναι τα καλύτερα της ζωής μας. Σε ηλικία μόλις 14 χρόνων, ο ίδιος Τριφό κλείστηκε για ασήμαντο λόγο σε σωφρονιστήριο και μονάχα χάρη στις προσπάθειες του Αντρέ Μπαζέν, κριτικού και θεωρητικού του περιοδικού Cahiers du cinema, αφέθηκε ελεύθερος.

Η ταινία είναι ένα είδος αναπαράστασης αυτής της εμπειρίας του σκηνοθέτη. Μεγαλωμένος σε μια φτωχή, αδιάφορη, καταπιεστική οικογένεια (τη μητέρα και τον πατριό του), ο 12χρονος Αντουάν Ντουανέλ (εξαιρετικός στο ρόλο ο νεαρός Ζαν-Πιερ Λεό) εξεγείρεται ενάντια σ’ ένα παρόμοια καταπιεστικό σχολείο και κλείνεται σε σωφρονιστήριο, απ’ όπου δραπετεύει και τελικά φτάνει τρέχοντας στην παραλία, σε μια από τις πιο όμορφες και καταπληκτικές σκηνές που έχει να παρουσιάσει ο κινηματογράφος.

Πρόκειται για μια ποιητική ταινία -πότε κωμική, ποτέ πικρόχολη, σχεδόν τραγική- δοσμένη με φαντασία και δύναμη. Στα χέρια του Τριφό, η ταινία μετατρέπεται σ’ ένα κατηγορώ ενάντια στην απανθρωπιά που συναντά κανείς στη μεσαία τάξη και τις προκαταλήψεις της για ορισμένες πλευρές της ζωής. Η τρυφερή, ποιητική ματιά της ταινίας θυμίζει τις ταινίες του Βιγκό και του Κοκτό, αν και ο ίδιος ο Τριφό παραδέχεται επιδράσεις από τον Μπαλζάκ και τον Ρενουάρ, ιδιαίτερα από τη «Μασσαλιώτιδα». Ενα πάντως είναι βέβαιο: παρ’ όλες τις επιδράσεις, ο Τριφό δημιούργησε ένα προσωπικό ύφος στον κινηματογράφο, ένα ύφος σημαντικό, που θα επηρεάσει με τη σειρά του άλλους κινηματογραφιστές.

  • Κριτική από το Cine.gr:

Δευτέρα 18 Ιουλίου 2011

Ο μικρός Αντουάν (Ζαν Πιερ Λεο) με γονείς που διαρκώς λείπουν στις δουλειές και τις ασχολίες τους, χωρίς να είναι επιθετικός χαρακτήρας, δεν πειθαρχεί στο σχολείο, λέει εύκολα ψέματα, κάνει κοπάνες (αυτό σημαίνει ιδιωματικά ο τίτλος της ταινίας) ή επιχειρεί μικροκλοπές. Ο -θετός- πατέρας δεν του χαλάει χατίρι, η μητέρα αντιμετωπίζει με κάποια ελαφρότητα και μάλλον ψυχρά τις σκανταλιές ενώ θεωρεί τον εγκλεισμό του σε ίδρυμα κάτι σαν κατασκήνωση που θα του κάνει καλό. Ο Αντουάν, ανάμεσα από σκασιαρχεία του και σουλάτσα ή κρυφή διαμονή σε φίλους, στο τέλος θα βρεθεί σε ένα είδος αναμορφωτήριου.

Όταν μιλάμε για Νουβέλ Βαγκ, συνήθως σκεφτόμαστε αισθητικά πειράματα μιας νέας κινηματογραφικής γλώσσας. Αυτό το αριστούργημα και ντεμπούτο του Τριφό που ουσιαστικά εισάγει στο κίνημα, δεν είναι κάτι τέτοιο. Έχει μεν μια νέα ελευθερία στη αφήγηση απ την οποία λείπουν τα περιττά και αυτονόητα της παλιάς γλώσσας, αλλά οφείλει τις αρετές του σε ένα διαχρονικά καλλιτεχνικό οίστρο, πηγάζει αυθόρμητα από την ψυχή του Τριφό και του Ζαν Πιερ Λεο με τον οποίο η χημεία θα αποβεί μοιραία, ενώνοντάς τους εφ όρου ζωής μέσα στην τέχνη. Άφθαστος ποιητικός ρεαλισμός που αποδίδει την ομορφιά της ελεύθερης ποιητικής ψυχής του μικρού ήρωα όπως και του δραματικού στοιχείου της ζωής, με έναν τρόπο που θα χαρακτήριζα αβάσταχτα απλό. Ούτε μελοδράματα, ούτε καταγγελίες, ούτε μηνύματα πέρα από την διάσταση μεταξύ της κοινωνικής νόρμας–νέκρας και της ελευθερίας. Ο Αντουάν είναι ταυτόχρονα ένα αθώο παιδί και ένας ώριμος (μα όχι διεφθαρμένος από τα κουτάκια της «λογικής») ενήλικας. Η αδούλωτη ψυχή του σχεδόν αρνείται να απελπιστεί, πόσο μάλλον να κλάψει, και ο τρόπος (στην τελική σκηνή) που τρέχει με μια σπαραχτική απλότητα και σχεδόν ταπεινότητα προς την θάλασσα μοιάζει με αποδοχή της ζωής ως τόπου ανερμήνευτου, γοητευτικού και αδιέξοδου συνάμα, που τον κοιτάζει εκστατικά αλλά και με μια αξιοπρέπεια. Αξεπέραστη στιγμή του κινηματογράφου.

Βαθμολογία: 5/5

Χάρης Καλογερόπουλος

Tuesday, June 19, 2012

Les-quatre-cents-coups_poster 01

Les quatre cents coups (Τα 400 χτυπήματα) (1959)- François Truffaut

Η υπόθεση
Ο Antoine Doinel είναι ένας έφηβος που μεγαλώνει στη Γαλλία στις αρχές του 1950. Ζει με τη μητέρα και τον θετό πατέρα του. Οι σχέσεις ανάμεσα στο ζευγάρι είναι τεταμένες καθώς η μητέρα φαίνεται ότι διατηρεί παράνομη ερωτική σχέση. Ο μικρός Antoine είχε μεγαλώσει με τη γιαγιά του μέχρι που η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε και η γιαγιά του δεν μπορούσε να τον μεγαλώσει πια λόγω των γερατειών της. Οι δύο γονείς απασχολημένοι με τα δικά τους προβλήματα δεν φαίνεται να μπορούν να κατανοήσουν και να βοηθήσουν το παιδί τους. Τα μικρά παραπτώματα του Antoine, η τιμωρία του στο σχολείο και η κοπάνα του διαρκώς κλιμακώνονται με αποκορύφωση την προσπάθεια του να κλέψει μια γραφομηχανή από τη δουλειά του πατέρα του. Όταν μετανιώσει για την προσπάθεια του αυτή και επιχειρήσει να την επιστρέψει ο φρουρός τον συλλαμβάνει και καλεί τον πατέρα του. Ο πατέρας του για τιμωρία τον στέλνει σε ένα σχολείο ανήλικων εγκληματιών από όπου τελικά ο Antoine το σκάει για να δει τον ωκεανό που πάντοτε ονειρευόταν.

Ο τίτλος
Αν και ο τίτλος του έργου έχει μεταφραστεί με ακρίβεια από τα Γαλλικά στα Αγγλικά δεν μεταφέρει με σωστά το νόημα του. Στα γαλλικά η φράση faire les quatre cents coups σημαίνει να δημιουργεί κανείς τόσο αναστάτωση ώστε να ξεσηκώνει την κόλαση. Η κατά λέξη μετάφραση του τίτλου στη φράση «Τα 400 χτυπήματα» δημιούργησε την παρερμηνεία ότι ο τίτλος αυτός αναφερόταν στη σωματική τιμωρία και στην καταδίκη της.

Το σενάριο, Η δομή και Ο κεντρικός χαρακτήρας

Το σενάριο

Αν και η ιστορία ενός παιδιού που αντιμετωπίζεται με σχετική αδιαφορία από την οικογένειά του και καταλήγει σε αναμορφωτήριο ανήλικων ύστερα από μια σειρά παραπτωμάτων θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί σαν το υλικό για ένα μελόδραμα ο σκηνοθέτης επιλέγει να κρατήσει χαμηλούς τόνους και να τονίσει τα ρεαλιστικά στοιχεία ώστε να δημιουργήσει μια ταινία μελαγχολική ίσως αλλά και νοσταλγική για τη χαμένη παιδική ηλικία και αθωότητα. Είναι χαρακτηριστικό πως στο σενάριο αποφεύγονται οι εξάρσεις. Ο νεαρός δεν είναι περισσότερο άτακτος από τους συμμαθητές του, απλά έχει την ατυχία να συλληφθεί. Στη συνέχεια γράφει ένα κοροϊδευτικό στιχάκι στον τοίχο της τάξης του και τιμωρείται με αποβολή. Τα παιδικά αυτά παραπτώματα οδηγούν σε ολοένα μεγαλύτερα λάθη και με τον τρόπο αυτό σιγά-σιγά η μοίρα του παιδιού σφραγίζεται. Είναι ενδιαφέρον ότι εάν τα λάθη αυτά εξεταστούν το καθένα χωριστά δεν φαίνονται ιδιαίτερα σημαντικά. Εάν επίσης κάποιος από τους χαρακτήρες που εκφράζουν την εξουσία στην ταινία, οι γονείς τους ή ο δάσκαλος του, αντιμετώπιζαν τις πράξεις του Antoine διαφορετικά και πάλι ο χαρακτήρας δεν είχε την ίδια πορεία και κατάληξη.
Όσο όμως και εάν ο θεατής νοιώθει μια συμπάθεια και αγωνία για τον κεντρικό ήρωα δεν μπορεί να θεωρήσει τους υπόλοιπους χαρακτήρες σαν αρνητικούς ή κακούς. Η ταινία φροντίζει να φωτίσει αρκετά καλά τις διάφορες πτυχές των γονιών κυρίως αλλά και του καθηγητή ώστε η συμπεριφορά τους είναι όχι μόνο κατανοητή αλλά και ως ένα βαθμό δικαιολογημένη. Έτσι η νεαρή μητέρα παρουσιάζεται φιλάρεσκη και άπιστη. Συγχωρείται ως ένα βαθμό όμως καθώς είναι προφανές ότι έκανε ένα παιδί πολύ νέα και χωρίς στην ουσία να το θέλει. Η νεότητά της και το γεγονός ότι και εκείνη έχει παγιδευτεί σε μια κατάσταση που δεν επιθυμεί (όπως και ο γιος της ο Antoine) δικαιολογούν τα λάθη στη συμπεριφορά της. Προσπαθεί για κάτι καλύτερο αλλά δεν το επιτυχαίνει. Ο δε πατέρας αν και υποψιάζεται την απιστία της γυναίας του κάνει τα στραβά μάτια μην θέλοντας να γκρεμίσει την οικογένεια του. Επιχειρεί να προσεγγίσει τον Antoine και αποτυγχάνει. Τον τιμωρεί και όταν αυτό κλέβει απελπίζεται και τον εγκαταλείπει. Ακόμα και ο δάσκαλος φαίνεται να έχει δίκιο στις τιμωρίες του και στην ανάγκη του να επιβάλλει την πειθαρχία. Το γεγονός ότι όλοι οι χαρακτήρες μοιάζουν δικαιολογημένοι στη συμπεριφορά τους μετατρέπει το έργο σε πιο ρεαλιστικό και λιγότερο μελοδραματικό

Η δομή

Ο Truffaut παρακολουθεί την πορεία αυτή από μια σχετική απόσταση χωρίς εντάσεις και κορυφώσεις. Χαρακτηριστική είναι η στιγμή που ο πατέρας του Antoine τον παραδίδει στην αστυνομία. Τίποτα στο έργο δεν μας προετοιμάζει για την απόφαση αυτή η οποία έρχεται εντελώς ξαφνικά και παρουσιάζεται σαν ένα απλό γεγονός και όχι σαν κάποιο ιδιαίτερο δραματικό συμβάν. Με τον ίδιο τρόπο παρουσιάζεται και η μεταφορά του στον Κέντρο Παρατήρησης ανηλίκων. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι και το τέλος της ταινίας. Ένα μακρόχρονο πλάνο δείχνει τον ήρωα που τρέχει μέσα στο δάσος. Οι θεατές μέσα στο πλάνο αυτό έχουν την ευκαιρία να συμμεριστούν τα συναισθήματα του παιδιού αλλά και να αισθανθούν κάποια αγωνία περιμένοντας διαρκώς να συμβεί κάτι που θα ανακόψει την πορεία του. Όταν ο Antoine φτάνει στην παραλία γυρνάει προς την κάμερα και ξαφνικά εικόνα παγώνει και ζουμάρει στο πρόσωπό του. Το τέλος της ταινίας είναι αυτό. Το παιδί το σκάει για να δει αυτό που πάντοτε ονειρευόταν, τον ωκεανό. Στην εικόνα αυτή ο θεατής αναγνωρίζει την αναζήτηση της ελευθερίας και την αμφισβήτηση της εξουσίας που χαρακτηρίζει τον ήρωα σε όλο το έργο. Ταυτόχρονα όμως η ταινία κλείνει με τέλος ανοικτό και με ένα μεγάλο ερωτηματικό για το τι θα γίνει μετά, πώς θα εξελιχθεί η ζωή αυτού του παιδιού; Το τέλος αυτό είναι ένα μη τέλος καθώς κανένα από τα προβλήματα δεν έχει λυθεί, τίποτα δεν έχει τακτοποιηθεί. Ο θεατής μένει να αναρωτιέται εάν ο Antoine θα εξακολουθήσει να επαναστατεί και να κάνει λάθη ή εάν θα μπορέσει να προσαρμοστεί και να επιτύχει κάποιου είδους εξέλιξη στην ζωή του.

Ο Χαρακτήρας

Ο χαρακτήρας του Antoine Doinel εμφανίζεται σε ένα μεγάλο αριθμό έργων του σκηνοθέτη. Ο ίδιος ηθοποιός αναλαμβάνει τον ίδιο ρόλο στο Antoine and Colette, όπου ο ήρωας ερωτεύεται για πρώτη φορά. Ο δεύτερός του έρωτας περιγράφεται στο Stolen Kisses, παντρεύεται στο Bed and Board, και τελικά χωρίζει στο Love on the Run. Ο χαρακτήρας αυτός είναι σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικός. Συνδυάζει τις εμπειρίες του ίδιου του Truffaut αλλά και πολλών φίλων του.

Στιλιστικές επιλογές και σκηνοθεσία

Το έργο έχει γυριστεί με ένα τρόπο που εντείνει την αίσθηση της ρεαλιστικής αφήγησης. Αν και, όπως ειπώθηκε παραπάνω η ιστορία αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση ενός μελοδράματος, ο σκηνοθέτης αποφεύγει να υποκύψει σε ένα τέτοιο ύφος επιλέγοντας μια αισθητική τόσο ρεαλιστική που μεταμορφώνει την ταινία σχεδόν σε ένα ντοκιμαντέρ.
Η ασπρόμαυρη εικόνα με το χαμηλό φωτισμό θυμίζει τον ιταλικό νεορεαλισμό και προσδίδει την αίσθηση της ωμής πραγματικότητας. Το πρώτο πλάνο της ταινίας που διατρέχει την πόλη του Παρισιού τοποθετεί τον θεατή από την αρχή σε ένα συγκεκριμένο χώρο εντείνοντας τη ρεαλιστική της διάσταση. Στην ίδια αισθητική συντείνουν τα μακρόχρονα πλάνα με τα λιγοστά cut και τα ακόμα λιγότερα dissolve και fade in\out. Τα μακρόχρονα αυτά πλάνα συνήθως μεσαία που είναι σε ύψος χαμηλότερο από ότι στον κλασσικό κινηματογράφο ακολουθούν και παρουσιάζουν σχεδόν πάντοτε τον κεντρικό ήρωα, Antoine. Σε αντίθεση με το κλασσικό στυλ του Hollywood όπου το μεγαλύτερο ποσοστό της κάμερας μας παρουσιάζει την οπτική γωνία του ήρωα, εδώ στις περισσότερες φορές παίρνει τη θέση ενός εξωτερικού παρατηρητή που ακολουθεί τον Antoine σε όλη σχεδόν ταινία. Η οπτική αυτή γωνία της κάμερας δημιουργεί μια απόσταση, καθώς δεν ευνοεί την ταύτιση του θεατή με τον ήρωα. Ταυτόχρονα, όμως η στενή παρατήρηση του επιτρέπει στους θεατές να νιώσουν μια συμπάθεια για τον χαρακτήρα αυτό.
Στη σκηνή που ο ήρωας μιλάει στην ψυχολόγο το έργο μετατρέπεται σχεδόν σε μία σύνεντευξη . Στη σκηνή αυτή η ψυχολόγος δεν εμφανίζεται ποτέ και ο ήρωας μοιάζει να μιλάει κατευθείαν στην κάμερα. Εδώ, ο θεατής παίρνει όλες τις πληροφορίες που του έλειπαν για να κατανοήσει καλύτερα την προϊστορία, τις αποφάσεις αλλά και τον χαρακτήρα του κεντρικού ήρωα, Antoine.

Σημείωση:
Ο François Truffaut ήταν αρχικά κριτικός και θεωρητικός του κινηματογράφου. Αρθρογραφούσε στο περιβόητο περιοδικό Cahiers du Cinéma, το οποίο έμεινε στην ιστορία του κινηματογράφου για τις έξοχες κριτικές του και για την ανάπτυξη της κινηματογραφικής θεωρίας. Αργότερα ο Truffaut πέρασε στη σκηνοθεσία υπηρετώντας το Νέο Κύμα.

Αναρτήθηκε από Helen Tragea \ Ελένη Τραγέα στις 10:59 AM

http://helencomments.blogspot.gr/

Πέμπτη 21 Ιούλη 2011 ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ

ΦΡΑΝΣΟΥΑ ΤΡΙΦO
Τα 400 χτυπήματα

Σε επανέκδοση με καινούριες κόπιες 35mm. Το 1959 αποτελεί το annus mirabilis του γαλλικού «νέου κύματος» γιατί αυτήν τη χρονιά, τρεις από τις σημαντικότερες φιγούρες του κινήματος, κυκλοφόρησαν τις παρθενικές τους ταινίες. Ο Φρανσουά Τριφό ήταν 27 χρονών όταν γύρισε «Τα 400 Χτυπήματα» με δάνειο 75.000 δολαρίων από τον πεθερό του. Μια ταινία λυρική με παντελή όμως απουσία συναισθηματισμού, με έναν έφηβο Παριζιάνο από τις γκρίζες γειτονιές στο επίκεντρο. Στο ρόλο του 15χρονου Αντουάν Ντουανέλ ο ηθοποιός Ζαν – Πιερ Λεό, alter ego του Τριφό και το πρόσωπο της νουβέλ βαγκ προς τα έξω. Ο σκηνοθέτης αφιέρωσε το φιλμ του στον κριτικό και θεωρητικό του κινηματογράφου Αντρέ Μπαζέν, ο οποίος πέθανε μόλις τη δεύτερη μέρα των γυρισμάτων. Η ταινία «Τα 400 Χτυπήματα» παραπέμπει ενσυνείδητα στην ταινία του Ζαν Βιγκό «Zerode conduite» από το 1933 και εντάσσεται στην παράδοση του γαλλικού κινηματογράφου για παιδιά και εφήβους.
Οι άλλοι δυο σημαντικοί εκπρόσωποι του «νέου κύματος» που εμφανίζονται στο προσκήνιο το 1959 με τις πρώτες τους ταινίες είναι ο Ζαν – Λικ Γκοντάρ με την «Με κομμένη την ανάσα» και ο μέγας Αλέν Ρενέ με την καταπληκτική «Χιροσίμα, αγάπη μου», ταινίες που όπως και «Τα 400 Χτυπήματα» σημείωσαν και μεγάλη διεθνή εμπορική επιτυχία.

Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’50 άρχισαν να συσπειρώνονται γύρω από τον θεωρητικό Αντρέ Μπαζέν και το περιοδικό «Cahiers du cinema» νεαροί κινηματογραφιστές, κριτικοί και οργανωτές κινηματογραφικών λεσχών, με σημαντική θεωρητική κατάρτιση και αγάπη για τον κινηματογράφο. Το 1954, ο νεαρός κριτικός Φρανσουά Τριφό, που αποτελεί μέρος της ομάδας, στο άρθρο του «Μια κάποια τάση του γαλλικού σινεμά» καταφέρεται βίαια κατά των ισχυουσών δομών του συμβατικού εμπορικού κινηματογράφου. Το 1958 πετά μια πέτρα στα λιμνάζοντα ύδατα του γαλλικού σινεμά από τις σελίδες του περιοδικού «Arts». Αρθρογραφεί πάλι εναντίον της κινηματογραφικής βιομηχανίας του εμπορικού σινεμά και της άκαμπτης δομής της παραγωγής στη Γαλλία που εμποδίζει απαγορευτικά την είσοδο σε όποιον δεν προσαρμόζεται στους κανόνες της αγοράς. Ο Τριφό τον επόμενο χρόνο περνά από τη θεωρία στην πράξη με την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους «Τα 400 Χτυπήματα».
Η ταινία, που σε πρώτη ανάγνωση μοιάζει συγγενής του νεορεαλισμού, αφηγείται την ιστορία του Αντουάν Ντουανέλ, ενός δεκαπεντάχρονου ευαίσθητου κι ευάλωτου εφήβου, γόνου μικροαστικής οικογένειας που συμπεριφέρεται σαν παλιόπαιδο γιατί αισθάνεται θύμα ενός αδιάφορου οικογενειακού περιβάλλοντος κι ενός εχθρικού κόσμου. Η κοινωνική καταγγελία του Τριφό αρθρώνεται ψιθυριστά και σε επίπεδο εικόνας, αλλά και λόγου. Ο λόγος συνιστά κυρίαρχο στοιχείο στο σινεμά του σκηνοθέτη, που σχολιάζει τη ζωή μέσα από το μέσο του σινεμά, χωρίς διάθεση ανατροπής των κανόνων του κινηματογραφικού παιχνιδιού. Ο Τριφό αντιμετωπίζει τον Αντουάν μέσα από ένα βλέμμα συνενοχής (στο φιλμ υπάρχει πληθώρα αυτοβιογραφικών στοιχείων και αναφορών) και δικαιολογεί τη συμπεριφορά του εφήβου γιατί πάσχει από έλλειψη αγάπης. Στο φόντο το Παρίσι, η γειτονιά Clichy, ορθώνεται μέσα στην ασπρόμαυρη φωτογραφία με κάμερα ιδιαίτερα κινητική και ελαφριά, κάτι που συνιστά κανόνα ύφους για τη νουβέλ βαγκ. Για τις στιλιστικές συμβάσεις της νουβέλ βαγκ υπάρχουν θεωρητικές αιτίες, αλλά και οικονομικές που σε μεγάλο βαθμό καθορίζουν και το αισθητικό αποτέλεσμα. Οι αιτίες αυτές καθόρισαν το χαρακτήρα του νέου κύματος ως κινηματογράφο αυτο-στοχαστικό ή metacinema, κινηματογράφο για τη διαδικασία, αλλά και τη φύση του ίδιου του κινηματογράφου. «Τα 400 Χτυπήματα» βραβεύθηκαν σαν καλύτερη ταινία, το 1959, στις Κάννες!

Παίζουν: Ζαν – Πιερ Λεό, Αλμπέρ Ρεμί, Κλερ Μοριέ, Πατίκ Οφέι, Ντανιέλ Κοτιέ, Ζορζέτ Φλαμάτ κ.ά.
Παραγωγή: Γαλλία (1959).

Les Quatre Cents Coups (1959)

Αγγλικός Τίτλος: The 400 Blows
Ελληνικός Τίτλος: Τα 400 Χτυπήματα
Κατηγορία: Δράμα
Σκηνοθεσία: Francois Truffaut
Σενάριο: Francois Truffaut, Marcel Moussy
Πρωταγωνιστούν: Jean-Pierre Léaud, Albert Rémy, Claire Maurier, Patrick Auffray
Μουσική: Jean Constantin
Φωτογραφία: Henri Decaë
Μοντάζ: Marie-Josèphe Yoyotte
Χώρα Παραγωγής: Γαλλία
Χρώμα: Ασπρόμαυρη
Διάρκεια: 99min

Ο 13χρονος Αντουάν Ντουανέλ, ζει σε μια συνοικία του Παρισιού με την μητέρα του και τον πατριό του. Κανείς από τους δυο τους δεν του δίνει ιδιαίτερη σημασία αν και ο πατριός του προσπαθεί κατά κάποιο τρόπο, να του κάνει τα χατίρια.
Ο Αντουάν δείχνει να είναι καταπιεσμένος με την κατάσταση που επικρατεί στο ταραγμένο οικογενειακό του περιβάλλον, αλλά και με το σχολείο του όπου οι δάσκαλοι τού φέρονται απολύτως αυταρχικά, τιμωρώντας τον με το παραμικρό.
Μια μέρα, ενώ έχει κάνει σκασιαρχείο από το σχολείο μαζί με έναν συνομήλικο φίλο του, εντελώς συμπτωματικά, βλέπει την μητέρα του να ερωτοτροπεί μ’ έναν ξένο άνδρα σ’ ένα κεντρικό σημείο της πόλης. Έκπληκτος και φανερά δυσαρεστημένος, πηγαίνει σπίτι χωρίς να μιλήσει γι’ αυτό σε κανέναν. Την επομένη στο σχολείο, όταν ένας δάσκαλός του τον ρωτάει για την απουσία της προηγούμενης μέρας, για να δικαιολογηθεί του λέει ψέματα, πως πέθανε η μητέρα του. Την ίδια όμως μέρα, η υποτιθέμενη νεκρή μητέρα του, κάνει την εμφάνισή της στο σχολείο κι έτσι ο νεαρός διαψεύδεται μπροστά σε όλους.
Η κατάσταση για τον Αντουάν θα γίνει ακόμη χειρότερη, όταν κατά την προσπάθειά του να γράψει μια έκθεση θα κατηγορηθεί αδίκως για λογοκλοπή και θ’ αποβληθεί από το σχολείο. Μετά από αυτό το περιστατικό αποφασίζει να εγκαταλείψει και το σπίτι του. Προσπαθώντας να βρει χρήματα, θα επιχειρήσει να κλέψει μια γραφομηχανή αλλά θα συλληφθεί. Έτσι, με την συγκατάθεση των γονέων του, ο μικρός Αντουάν θα βρεθεί έγκλειστος σε ένα ίδρυμα ανηλίκων…

Ένα αριστουργηματικό κοινωνικό δράμα, που αποτελεί το κινηματογραφικό ντεμπούτο ενός εκ των μεγαλύτερων σκηνοθετών του Γαλλικού κινηματογράφου, του Francois Truffaut.
Μια ταινία ποιητική, ρομαντική κι ευαίσθητη, μα και ταυτόχρονα σκληρή και καυστική. Μια ταινία που μπορεί να αναγνωστεί και να αποσαφηνιστεί με πάμπολλους τρόπους: ως μία μελέτη πάνω στην παιδική ηλικία και την εφηβεία, ως μία κριτική για την λάθος συμπεριφορά των γονέων απέναντι στα παιδιά, ως ένα σχόλιο για την σκληρότητα και την αυθαιρεσία των δασκάλων στο σχολείο, ως μια καταγγελία για την αδιάκριτη αντιμετώπιση των πάντων ως εγκληματιών από την αστυνομία, και γενικότερα, ως μία καυστική σάτιρα της Γαλλικής κοινωνίας -και όχι μόνο- της τότε εποχής.
Στο επίκεντρο όλων αυτών ο μικρός Αντουάν, βιώνει την μεταχείριση ως αντικείμενο ιδιοκτησίας από τους γονείς του και ταυτόχρονα γίνεται μάρτυρας των καυγάδων τους και της αδιαφορίας που επικρατεί ανάμεσά τους, δυσανασχετεί έντονα με την καταπίεση που δέχεται από τους δασκάλους του, αναγκάζεται με παιδική αφέλεια να ψεύδεται συνεχώς, μα και δεν σταματάει ούτε για μια στιγμή να ονειρεύεται την ελευθερία και τη φυγή του, από όλα αυτά που τον καταπιέζουν.

«Τα 400 Χτυπήματα» είναι μια από τις πρώτες ταινίες του Γαλλικού “νέου κύματος” (Nouvelle Vague) και χαρακτηρίζεται από έναν έντονο αυθορμητισμό και μια απόλυτη γραμμική αφήγηση, με μια σκηνοθεσία απλή και συγχρόνως άρτια, που ακολουθεί συνεχώς τον μικρό Αντουάν και χωρίς να υπάρχει η χρήση άμεσων υποκειμενικών πλάνων, πολλές σκηνές δίνουν την εντύπωση ότι είναι ιδωμένες μέσα από τα μάτια του.
Το σενάριο που συνυπογράφει ο Truffaut με τον Marcel Moussy, είναι κατά κάποιο μια βιογραφία του ίδιου του σκηνοθέτη καθώς κι αυτός, όπως και ο ήρωας του ο Αντουάν, στα παιδικά του χρόνια υπήρξε πολύ ατίθασος και εγκατέλειψε το σχολείο αρκετά νωρίς.
Οι διάλογοι είναι εξαιρετικοί, ενώ η μουσική επένδυση είναι αρκετά καλή και ταιριάζει απόλυτα με το ύφος της ταινίας.
Οι ερμηνείες όλων των πρωταγωνιστών είναι υπέροχες και ο 15χρονος τότε Jean-Pierre Léaud, ερμηνεύοντας με μοναδικό τρόπο τον Αντουάν, καταφέρνει και κερδίζει τον θεατή, από τα πρώτα κιόλας πλάνα της ταινίας. Η συνεργασία του νεαρού ηθοποιού με τον Truffaut θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια καθώς, ο χαρακτήρας του Αντουάν αγαπήθηκε ιδιαίτερα από το κοινό της εποχής, γεγονός που θα έχει ως αποτέλεσμα την δημιουργία τεσσάρων ακόμη ταινιών με κύριο πρόσωπο τον ίδιο κινηματογραφικό χαρακτήρα, σε μεταγενέστερα στάδια της ζωής του: “L’ Amour A Vingt Ans” (1962), “Baisers Voles” (1968), «Domicile Conjugal” (1970)» και «L’ Amour En Fuite” (1979).

Το «Les Quatre Cents Coups» που είναι ο πρωτότυπος τίτλος της ταινίας, προέρχεται από μια γαλλική έκφραση η οποία σημαίνει «ζω ατίθασα». Η αγγλική μετάφραση του τίτλου «The 400 Blows» είναι λάθος και προσδίδει διαφορετικό νόημα από αυτό που αρχικά ήθελε να αναδείξει ο δημιουργός της με τον πρωτότυπο τίτλο· τελικά όμως καθιερώθηκε και επικράτησε σχεδόν, σε όλες τις χώρες του κόσμου.
Η ταινία απρόσμενα βρήκε τεράστια απήχηση όχι μόνο στη Γαλλία αλλά και σε όλες τις χώρες που προβλήθηκε, αποσπώντας εγκωμιαστικά σχόλια και πολύ καλές κριτικές.
Τιμήθηκε στο Φεστιβάλ Καννών με το Βραβείο Καλύτερης Σκηνοθεσίας, ενώ βρέθηκε προτεινόμενη για Όσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου και για δύο Βραβεία BAFTA (Σκηνοθεσίας και Α’ Ανδρικού Ρόλου για τον νεαρό Jean-Pierre Léaud).
Σήμερα θεωρείται ως μια ταινία-ορόσημο του γαλλικού cinema και βρίσκεται σε πολλές λίστες με τις καλύτερες δημιουργίες όλων των εποχών του παγκόσμιου κινηματογράφου.

http://thegreatestmoviesever.blogspot.com/

 

10 λόγοι για να μην χάσετε τα 400 χτυπήματα είναι:

  1. Για τον σαφέστατο αυτοβιογραφικό χαρακτήρα της ως πρώτης ταινίας του Τρυφό.
  2. Για το αρχόμενο συνεχές χάπενινγκ με τον Ζαν Πιέρ Λεό.
  3. Για τη σαφή συμμετοχή στη νουβέλ βαγκ με διαδικασίες διαφορετικές από του Γκοντάρ και του Σαμπρόλ.
  4. Για τη σαφέστατη συγγένεια με το σινεμά του αβανγκαρντίστα Ζαν Βιγκό.
  5. Γιατί στην ιδεολογία του βγάζει το πνεύμα του επερχόμενου γαλλικού Μάη.
  6. Γιατί ο Τρυφό αποδέχεται την παραβατικότητα του μικρού ήρωα όχι μόνο ως σημείο αναφοράς στον εαυτό του, αλλά γιατί τη θεωρεί δικαιολογημένη.
  7. Για τον εξαιρετικό συνδυασμό ντοκυμαντέρ και μυθοπλασίας.
  8. Για την επίθεση σε όλες τις δομές του αστικού κατεστημένου.
  9. Για τη διαχείριση ενός πληθωρικού λόγου που ανατρέπει τις συμβάσεις της αστικής δραματουργίας.
  10. Γιατί έρχονται να συμπληρώσουν ανάλογες ταινίες από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

http://www.alterthess.gr/content/ta-400-htypimata-apo-tin-kinimatografiki-leshi-ton-ergazomenon-tis-ert-3

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s