Η μαμά κλείνει τα 100 (1979) του Κάρλος Σάουρα

mama-turns-100-mam-cumple-cien-aos

Η Άνα, σύζυγος του Αντόνιο, ταξιδεύει σε έπαυλη στην επαρχία για να παραβρεθεί στα εκατοστά γενέθλια της μητριαρχικής φιγούρας μιας οικογένειας στην οποία η Άνα εργάζονταν κάποτε ως γκουβερνάντα. Μόλις φτάνει, μαθαίνει το τι απέγιναν τα παιδιά που φρόντιζε κι ανακαλύπτει πως η οικογένεια είναι διαλυμένη.

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Κάρλος Σάουρα
ΣΕΝΑΡΙΟ: Κάρλος Σάουρα
ΠΑΙΖΟΥΝ: Φερνάντο Φερνάν Γκόμεζ, Τζέραλντιν Τσάπλιν, Νόρμαν Μπρίσκι, Αμπάρο Μούνοζ, Ραφαέλα Απαρίτσιο, Χοσέ Βίβο, Τσάρο Σοριάνο, Άντζελες Τόρες, Ελίσα Νάντι, Ρίτα Μέιντεν, Μονίκ Σιρόν

το Σάββατο 2.4.2016 στις 18.00 στον κινηματογράφο Αλέκα θα προβληθεί με ελεύθερη είσοδο , με εισήγηση πριν και συζήτηση μετά την προβολή η ταινία του Κάρλος Σάουρα Η Μαμά κλείνει τα 100 (1979)

mama-turns-100-mam-cumple-cien-aos 01

Παπαδημητρίου Λένα

Carlos Saura

αφιέρωμα
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 28/11/2004 00:00

Ο αναρχικός σκηνοθέτης εικόνων

«Δεν θα μπορούσα να διαχωρίσω τον κινηματογράφο από τη ζωή μου. Κάθε ταινία μου ανταποκρίνεται στις δικές μου ανάγκες». Και ο Κάρλος Σάουρα πρόλαβε να τα κάνει σχεδόν όλα: να βιώσει πιτσιρικάς τον ισπανικό εμφύλιο, να σπουδάσει την πρώτη του αγάπη, τη φωτογραφία, να πολεμήσει με τον κινηματογραφικό φακό το φρανκικό καθεστώς, να συμφάγει με τον Λουίς Μπουνιουέλ, να κάνει πρωταγωνίστριά του (και σύντροφό του) τη θυγατέρα του Τσάπλιν, να συμπράξει με τον αδελφό του αφηρημένο εξπρεσιονιστή ζωγράφο Αντόνιο Σάουρα, να στήσει επικά «μιούζικαλ» με ικανές δόσεις φλαμένκο και τανγκό.

Επαγγελματίας φωτογράφος σε ηλικία 18 ετών, ξεκινάει με ταινίες μικρού μήκους και μια θέση καθηγητή στο Instituto de Investigaciones y Experiencias Cinematografistas της Μαδρίτης. Σε ηλικία 27 ετών (1959) αποπειράται να γυρίσει ένα μεσαίου μήκους ντοκυμαντέρ (με μηδέν μπάτζετ και ερασιτέχνες ηθοποιούς), το οποίο θα εξελιχθεί στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του «Los Golfos» (1959). Θέμα της μια συμμορία νεαρών μικροαπατεώνων που καταλήγουν να γίνουν ταυρομάχοι. Στην προβολή τού «Los Golfos» στις Κάννες (όπου θα τύχει εξαιρετικά «χλιαρής» υποδοχής) είναι που θα συναντήσει τον ισόβιο καλλιτεχνικό μέντορά του Λουίς Μπουνιουέλ. «Αν έχω επηρεαστεί από κάποιον σε ιδεολογικό επίπεδο αλλά και στον τρόπο που αντιλαμβάνομαι τον κόσμο, αυτός είναι πιθανότατα ο Μπουνιουέλ. Αυτό που πάντα με συνάρπαζε στο σινεμά του είναι αυτή η διττή ματιά του, τα παιχνίδια με τον χρόνο και τα υπαρξιακά του πλάνα, κάτι που καθόρισε σημαντικά τη δική μου κινηματογραφική γραφή».

H επόμενη ταινία του «La caza» («Το κυνήγι»), το πρώτο δηλητηριώδες βέλος του κατά του φρανκικού καθεστώτος, είναι που θα προσελκύσει το διεθνές ενδιαφέρον. Μια αλληγορία για την Ισπανία του caudillo (ιδιαίτερα αιχμηρή καθώς το κυνήγι αποτελούσε στην πραγματικότητα προσφιλές σπορ του ίδιου του Φράνκο και της αυλής του), από αυτές που θα χρησιμοποιήσει κατά κόρον η νέα αντιστασιακή γενιά ισπανών σκηνοθετών για να γλιτώσει από τα αδηφάγα ψαλιδίσματα της λογοκρισίας. Την περίοδο της dictablanda των αρχών της δεκαετίας του ’70 (όταν η δικτατορία του Φράνκο «μαλακώνει» καθώς οδεύει ασθμαίνοντας προς το τέλος της) ο Σάουρα συνεχίζει να γρονθοκοπά με τα «El jardin des las delicias» (1970), «Prima Angelica» (1974) και «Cria Cuervos» (1976).

Για πολλούς ο θάνατος του Φράνκο θα σημάνει και το τέλος του «αιχμηρού σινεμά» για τον Σάουρα, ο οποίος αρχίζει τώρα να προσανατολίζεται αλλού, πάντα όμως κοντά στις παραδοσιακές φόρμες της πατρίδας του. Απτή απόδειξη η «τριλογία του φλαμένκο» που θα γυρίσει τη δεκαετία του ’80 με συνοδοιπόρο τον μεγάλο χορογράφο Αντόνιο Γκάντες: «Ματωμένος γάμος» (1981), «Κάρμεν» (1983) και «Μάγος έρωτας» (1986). Ο ίδιος αρνείται πεισματικά να απολογηθεί για τις συνεχείς «μεταπτώσεις» στην κινηματογραφική γραφή του, στη θεματολογία, στη φόρμα που επιλέγει για να αποδώσει αυτό που έχει κάθε φορά μέσα στο μυαλό του. Το άναρχο καλλιτεχνικό σύμπαν του Σάουρα μοιάζει να χωράει τα πάντα: νεορεαλισμό, πορφυρό σπανιόλικο ταμπεραμέντο, ζωγραφική, εκθέσεις φωτογραφίας, πολιτικό μανιφέστο, φλαμένκο, κωμωδία, τανγκό, μια δική του «Σαλώμη» (όπως αυτή που παρουσίασε προ δύο ετών στη σκηνή του Ηρωδείου). «Γνωρίζω ότι όταν ένας μυθιστοριογράφος ή ένας σκηνοθέτης έχει έναν περιχαρακωμένο, μετρημένο και κλειστό κόσμο, απολαμβάνει περισσότερο την εκτίμηση των κριτικών, επειδή επιλέγει να ακολουθήσει έναν συγκεκριμένο δρόμο και να τον φτάσει ως το τέλος» θα πει προ ετών σε συνέντευξή του. «Εμένα ποτέ δεν με απασχόλησε αυτό. Εγώ είμαι πολυπρόσωπος σαν χαμαιλέοντας, μου αρέσουν πολλά διαφορετικά πράγματα. Το όνειρό μου είναι να ήμουν κάτι σαν Πεσόα του κινηματογράφου και να με άφηναν ήσυχο! Να με άφηναν να κάνω πράγματα τόσο διαφορετικά, όπως ένα μιούζικαλ, ένα δοκίμιο για ένα πρόσωπο, μια περιπέτεια, τις αναμνήσεις από τα παιδικά μου χρόνια. Δεν με ενδιαφέρει να αναπαράγω την πραγματικότητα. Δεν μου αρέσει ο ηθογραφικός κινηματογράφος και δεν πρόκειται ποτέ να ασχοληθώ με αυτόν. Μου αρέσει η αναρχία στη σκέψη και στη σύνθεση των εικόνων».
http://www.tovima.gr/

«Θρέψε κοράκια»

Το φιλμ βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Καννών, διανεμήθηκε με επιτυχία στις ΗΠΑ, ενώ αποτέλεσε απροσδόκητη εμπορική επιτυχία στην Ισπανία. Ήταν η πρώτη φορά που ο Ισπανός δημιουργός υπέγραφε πέρα από τη σκηνοθεσία και το σενάριο.
Η ταινία γυρίστηκε χάρη στον θρυλικό παραγωγό Ελίας Κερεχέτα, αλλά και την χρηματοδότηση της ίδιας της Τζέραλντιν Τσάπλιν (συντρόφου άλλωστε του Σάουρα τη δεκαετία του 70). Η θεματολογία και το ύφος της, της επέτρεψαν να προβληθεί μετά τον θάνατο του Φράνκο.
Ένα χαμηλόφωνο αλλά αλάνθαστο «κατηγορώ» στην οικογένεια ως καταπιεστική δύναμη της (Ισπανικής και όχι μόνο) κοινωνίας, το «Cria Cuervos», επικεντρώνεται στη ζωή ενός οχτάχρονου ορφανού κοριτσιού (η μαγική Άνα Τόρεντ από το «Πνεύμα του Μελισσιού») που πιστεύει πως σκότωσε τον ψυχρό, απολυταρχικό πατέρα της, υψηλόβαθμο στρατιωτικό, υπεύθυνο στα μάτια της για τον θάνατο της αγαπημένης της μητέρας (Τζέραλντιν Τσάπλιν), Προπάτορας του «Λαβύρινθου του Πάνα» και μιας σειράς Ισπανικών ταινιών του φανταστικού, το «Cria Cuervos», αποτελεί μια από τις πιο βασανιστικές, έντονες όσο και αξέχαστες κινηματογραφικές καταγραφές της πραγματικότητας των παιδιών, όπως διαθλάται μέσα από την φαντασία τους.
Πρωταγωνιστούν οι: Άννα Τόρεντ,Τζέραλντιν Τσάπλιν.

Παπαγεωργίου, Χάρης

Ο διάσημος ισπανός κινηματογραφιστής δηλώνει ότι του αρέσει η αναρχία στη σκέψη και στη σύνθεση των εικόνων. Τόλμησε να εκδώσει τη λογοτεχνική εκδοχή της τελευταίας ταινίας του «Μοναχικό πουλάκι», μοντάρει τη νέα δημιουργία του «Τάνγκο», και έχει ολοκληρώσει το σενάριο της επομένης «Αυτό το φως». «Το Βήμα» τον συνάντησε στη Μαδρίτη και μίλησε μαζί του
Κάρλος Σάουρα
κινηματογράφος

ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 19/04/1998
Κάρλος Σάουρα

Τα πολλά πρόσωπα του αναρχικού σκηνοθέτη

«Παχάρ» στα ινδικά σημαίνει φτερό. Οταν του το σχολίασε αυτό η διευθύντρια του Κινηματογραφικού Φεστιβάλ του Νέου Δελχί, ο Κάρλος Σάουρα αναρωτήθηκε πόσες βόλτες να είχε φέρει άραγε αυτό το «φτερό» στον κόσμο ώσπου να καταλήξει στα ισπανικά η λέξη «πάχαρο» να σημαίνει πουλί. «Μοιάζουν απίστευτες οι διασταυρώσεις των πολιτισμών ανά τον κόσμο. Θα ήταν πολύ όμορφο να πιστέψουμε ότι όλα αυτά ανήκουν σε μια αρχέγονη μνήμη κουλτούρας που όλοι οι άνθρωποι στη γη φέρουμε μέσα μας. Ανήκουμε παντού. Είναι πολύ δύσκολο να ξέρεις ποιο είναι το δικό σου και ποιο των άλλων. Είναι πολύ όμορφο αυτό, ίσως και πολύ απατηλό όμως!». Τόσο όσο και οι μνήμες της παιδικής μας ηλικίας στις οποίες γυρνά ο διάσημος και πολυβραβευμένος ισπανός σκηνοθέτης με το τελευταίο του δημιούργημα. Για πρώτη φορά τολμά να γράψει σε βιβλίο την ιστορία στην οποία βασίζεται το σενάριο της ταινίας του. «Pajarico solitario» («Μοναχικό πουλάκι») ο κοινός τίτλος και των δύο έργων. Θέτοντας σε ενέργεια όλον του τον ποιητικό οίστρο, ο Σάουρα χρησιμοποιεί πραγματικά γεγονότα προκειμένου να δημιουργήσει καταστάσεις φανταστικές, φέρνοντάς μας σε επαφή με ένα πλήθος προσώπων, το καθένα με την ιδιαιτερότητά του, πραγματικό και μαγικό συνάμα. Σαράντα χρόνια μετά την πρώτη του κινηματογραφική δημιουργία, ο Κάρλος Σάουρα κέρδισε με το «Μοναχικό πουλάκι», προϋπολογισμού περίπου 600 εκατ. δρχ., το βραβείο καλύτερης σκηνοθεσίας στο Παγκόσμιο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Μοντρεάλ το περσινό καλοκαίρι. Το ταλέντο και ο οίστρος του Σάουρα δεν σταματούν όμως εδώ. Το «Τάνγκο» του βρίσκεται στη φάση του μοντάζ και το σενάριο για την επόμενη ταινία του έτοιμο. Το όνομα αυτής: «Αυτό το φως!», ταινία με θέμα τον εμφύλιο πόλεμο της Ισπανίας, με προϋπολογισμό 3 δισ. δρχ. Με αέρα και διάθεση εφήβου ήρθε στη συνάντησή μας σε ένα κεντρικό καφέ της Μαδρίτης και ξετύλιξε τις σκέψεις του. Δεν τσιγκουνεύτηκε καθόλου. Ας ακούσουμε τι μας είπε:

Τι είναι αυτό που σας παρακίνησε στην περιπλάνηση στα λογοτεχνικά λημέρια;

«Μοιάζει να μεταβλήθηκα ξαφνικά σε συγγραφέα, ε; Ισως, κάποια μέρα, με λίγη τύχη… Ποιος ξέρει… Η αλήθεια βέβαια είναι ότι απλώς σκέφτηκα πως τα σενάρια είναι πολύ σχηματικά, με ένα λεξιλόγιο που προσεγγίζει πολύ αυτό ενός θεατρικού έργου. Σύντομες περιγραφές, κοφτοί διάλογοι, λιτότητα σε τέτοιο βαθμό ώστε πολλές φορές νιώθει κανείς να αναδύεται από το κείμενο μια κάποια ψυχρότητα. Στο «Pajarico», με το μυαλό μου πάντα στον κινηματογράφο, σκέφτηκα να γράψω ένα διήγημα κι έπειτα, αν μου αρέσει, να γράψω ένα σενάριο και να το κάνω ταινία. Η αλήθεια όμως είναι ότι εδώ και αρκετό καιρό επιθυμούσα να γράψω κάτι παραπάνω από ένα απλό σενάριο και ίσως αυτό να αποτελεί τον πρόλογο ή την πρώτη προσπάθεια του να γράψω κάτι μια μέρα. Δεν τρέφω φιλοδοξίες μεγάλου συγγραφέα ούτε τίποτε παρόμοιο, απλώς διηγήθηκα μια ιστορία που ήθελα να διηγηθώ με τον απλούστερο και αμεσότερο δυνατό τρόπο. Αυτό είναι όλο».

Περιμένετε με το μυθιστόρημα αυτό να φέρετε κάποιους αναγνώστες παραπάνω στις κινηματογραφικές αίθουσες ή κάποιους κινηματογραφόφιλους παραπάνω στα βιβλιοπωλεία;

«Είναι κάτι που είναι πολύ περίεργο και που εγώ δεν περίμενα να εκδηλωθεί με τόση σοβαρότητα. Φαίνεται λοιπόν ότι το πέρασμα από τη λογοτεχνία στον κινηματογράφο είναι πάντα κάτι πολύ επίπονο, ε; Αυτό το πράγμα λοιπόν το ένιωσα τώρα στο πετσί μου. Προσέξτε: από τότε που έγραψα το «Pajarico», πάνε πέντε χρόνια τώρα, δεν το είχα διαβάσει ξανά. Τις προάλλες λοιπόν το πήρα ξανά στα χέρια μου και συνειδητοποίησα πόσο διαφορετική είναι η ταινία από το βιβλίο. Φανταστείτε τώρα! Παρά το γεγονός ότι και τα δύο είναι καρποί του ίδιου δημιουργού, ο μετασχηματισμός του λεξιλογίου είναι παραπάνω από εμφανής. Υπάρχει ένας μετασχηματισμός των πραγμάτων, μια διαφορετική εξέλιξη μερικών χαρακτήρων, οι περιγραφές είναι πολύ διαφορετικές όταν τις έχεις ζήσει κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων και τις δουλεύεις με τη μνήμη για τη συγγραφή του βιβλίου. Ποτέ δεν είχα σκεφθεί να το εκδώσω. Οταν το έκανα η αλήθεια είναι ότι φοβόμουν λίγο το αποτέλεσμα, επειδή είχα δουλέψει με τη μνήμη. Συνειδητοποίησα ότι αν έγραφα τώρα το μυθιστόρημα θα το έκανα με τρόπο εντελώς διαφορετικό».

Αυτός ο μετασχηματισμός περιορίζει ή αυξάνει τα όρια της φαντασίας;

«Δεν πρόκειται τόσο γι’ αυτό όσο για μια τροποποίηση της αφηγηματικής μεθόδου. Πρόκειται για μια τροποποίηση σημαντικότατη. Οταν κάποιος γράφει, όλα είναι ανοιχτά. Οταν κάποιος κάνει μια ταινία, αυτό που θέλει να αφήσει ανοιχτό το αφήνει, αφού όλο το υπόλοιπο παραμένει κλειστό. Μπορεί έτσι να υπάρξει το μυστήριο, μπορεί να φτάσει κανείς πολύ μακριά, κάποτε πιο μακριά από τη λογοτεχνία, επειδή οι εικόνες, κατά κάποιο τρόπο, περικλείουν ένα φάσμα πολύ ευρύτερο την ώρα μιας περιγραφής. Μπορείς έτσι να δημιουργήσεις αυτό το ποιητικό, φανταστικό κλίμα, αλλά με διαφορετικό τρόπο από τη λογοτεχνία. Τα πολλά λόγια στον κινηματογράφο συνήθως περισσεύουν. Φροντίζουν γι’ αυτό άλλωστε οι παραγωγοί»!

Πού πιστεύετε ότι συμπίπτουν και πού ότι χωρίζονται η μαγεία του κινηματογράφου με αυτήν της λογοτεχνίας;

«Είναι δύσκολο να το ορίσει κανείς. Ρωτώ καμιά φορά φίλους μου συγγραφείς, πραγματικούς, όχι σαν του λόγου μου, αν αρχίζουν να γράφουν τα μυθιστορήματά τους ξεκινώντας πάντα από μια εικόνα ή από μια ιδέα ή από τι τέλος πάντων. Σχεδόν οι πάντες μου λένε ότι ξεκινούν από εικόνες. Είναι περίεργο, αλλά ξεκινάμε κατά κάποιο τρόπο από το ίδιο στοιχείο. Από μια συγκεκριμένη εικόνα, από κάποιους χαρακτήρες που γνωρίσαμε, αφού επινοούμε μεν αλλά πάντα στη βάση κάποιων προσώπων. Ισως, όχι πάντα, η βάση του μυθιστορήματος να είναι οι εικόνες. Στη συνέχεια, βέβαια, με τις λέξεις μπορεί κανείς να βυθιστεί σε έναν κόσμο πιο αφηρημένο. Στον κινηματογράφο, αντίθετα, η εικόνα είναι η απόλυτη αυτοκράτειρα. Μπορείς να τη βοηθήσεις με τον ήχο, με τους διαλόγους, με ό,τι σου παρέχει η τεχνολογία και η σκέψη τέλος πάντων, αλλά η εικόνα παραμένει θεμελιώδης. Ολα τα άλλα είναι υποβοηθητικά αυτής».

Ποια είναι η δική σας σχέση με την εικόνα και το κείμενο;

«Ως πρόσφατα, όχι ότι περιφρονούσα τη λογοτεχνία στον κινηματογράφο, απλώς την αμελούσα. Δεν ήμουν αρκετά παθιασμένος ώστε οι διάλογοί μου να είναι τέλειοι. Αντίθετα, μάλιστα, μου άρεσε πολύ να φαίνονται αυθόρμητοι ή απλοϊκοί, λαϊκοί αν θέλετε, παρ’ ότι προσυμφωνημένοι. Σήμερα πιστεύω ότι μπορεί να προσεγγίσει κανείς ένα λεξιλόγιο πολύ πιο δουλεμένο, πιο ραφιναρισμένο. Αυτό που συμβαίνει τώρα είναι ότι η λογοτεχνία σε βοηθά στο να συναντηθείς με πράγματα που κατ’ αρχήν πολύ δύσκολα φαντάζεται κανείς. Εξηγούμαι: όταν κάνεις μια ταινία είσαι υποχρεωμένος να υπακούσεις σε κάποιους συγκεκριμένους και απαράβατους κανόνες οργάνωσης της δουλειάς σου. Σύνοψη, σενάριο, παραγωγός, γυρίσματα, χρήματα κλπ. Οταν όμως γράφεις λειτουργείς με απόλυτη ελευθερία, μπορείς να χαθείς σε μονοπάτια ανεξερεύνητα. Σε τελευταία ανάλυση δεν κοστίζει τίποτα! Μόνο μερικά φύλλα χαρτιού! Το πλεονέκτημα του κινηματογράφου: ο κινηματογράφος είναι ό,τι κοντινότερο στο περιεχόμενο ενός κεφαλιού σε ό,τι αφορά την αμεσότητα της σκέψης ή της μνήμης. Η λογοτεχνία είναι πολύ περισσότερο δουλεμένη σε αυτό το επίπεδο. Ο Μπουνιουέλ έλεγε πάντα: «Η σκέψη είναι αθώα, ένοχος είναι ο εγκληματίας»».

Για ποιο λόγο επιλέξατε την εικόνα και το βλέμμα ενός παιδιού γι’ αυτή σας τη δημιουργία;

«Δεν ξέρω… Ισως επειδή ήταν πιο εύκολο να καταφύγω στις παιδικές αναμνήσεις, να τις επεξεργαστώ, να τις τροποποιήσω, ίσως γι’ αυτό. Πιστεύω ότι είναι πάντα πιο εύκολο να βασίσει αυτό που κάνει κανείς σε εικόνες που του ανήκουν, παρ’ ότι έπειτα τις μετασχηματίζει. Ο μόνος λόγος που έκανα αυτή την ταινία ήταν αυτή η έλξη προς τις αναμνήσεις, τη διάθεση και την αισθησιακότητα που τυλίγει τη Μεσόγειο όπου εγώ έζησα παιδί. Δεν έκανα ταινία αυτοβιογραφική με την κυριολεκτική σημασία της λέξης. Από την άλλη μεριά βέβαια, ακόμη και όταν δεν θέλεις να κάνεις αυτοβιογραφία, κάνεις αυτοβιογραφία».

Τι είναι όμως αυτό που μας ελκύει στις παιδικές μας αναμνήσεις, σε αυτή τη μνήμη;

«Είναι αλήθεια ότι κάθε άνθρωπος έχει διαφορετική εικόνα για την παιδική του ηλικία. Υπάρχουν κι εκείνοι που πιστεύουν ότι αυτή η ηλικία είναι μια χρυσή και θαυμαστή περίοδος. Εγώ ποτέ δεν πίστεψα κάτι τέτοιο. Αντίθετα, θεωρώ ότι η παιδική ηλικία είναι από τις πλέον επίπονες περιόδους της ζωής μας. Οχι ότι δεν υπάρχουν στιγμές ευτυχίας, αλλά είναι επίπονη επειδή τα παιδιά δεν καταφέρνουν ποτέ να κατανοήσουν τον κόσμο των μεγάλων. Και οι μεγάλοι ποτέ δεν καταφέρνουν να κατανοήσουν ένα παιδί. Ακόμη και αν το επιδιώξουν… Πιστεύω ότι είναι πολύ καλύτερο να σκεφτούν πως κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Καλύτερα έτσι… Τότε είναι πιο εύκολο να καταλάβει κανείς ένα παιδί. Το χειρότερο είναι να νομίσεις ότι ένα παιδί είναι όπως ένας μικρός ενήλικος και ότι πρέπει να κάνει ό,τι κάνει ο μπαμπάς, ό,τι θέλει η μαμά ή ο καθηγητής του στο σχολείο. Δυστυχώς, στο τέλος τα παιδιά μετατρέπονται σε πρόβατα, όπου το κοπάδι ακολουθεί υπάκουα την οικογένεια, την κυβέρνηση και άλλους θεσμούς, πιστά σε συγκεκριμένες αρχές, μελετηρά, που γίνονται αργότερα μηχανικοί, δικηγόροι… Τα παιδιά βρίσκονται λοιπόν σε έναν κόσμο που δεν καταλαβαίνουν και οι μεγάλοι από την πλευρά τους τα υποχρεώνουν συνεχώς να περιορίσουν τη φαντασία τους, την ελευθερία τους… Γιατί; Επειδή η κοινωνία απαιτεί από τα άτομα να τηρούν κάποιους συγκεκριμένους κανόνες χωρίς τους οποίους δεν θα υπήρχε. Εγώ θυμάμαι την παιδική μου ηλικία όχι βέβαια σαν μια περίοδο δυστυχίας αλλά σίγουρα σαν μια περίοδο γεμάτη από ακατανόητα πράγματα και οι μεγάλοι ποτέ δεν σου εξηγούν τα πράγματα, και όταν το κάνουν το κάνουν κακά, αφού εσύ δεν είσαι σε θέση να καταλάβεις αυτές τις εξηγήσεις».

Προς το τέλος του βιβλίου ο παππούς διαβάζει στον εγγονό του ένα ποίημα του οποίου ένας στίχος λέει: «Η σκιά της νύχτας κρύβει το παιδί που φέρω μέσα μου!». Σε ποια νύχτα αναφέρεται;

«Είναι ένα ποίημα που έγραψα βασισμένος στο έργο του Σαν Χουάν δε λα Κρουθ. Αναφέρεται ασφαλώς σε έναν άνθρωπο ηλικιωμένο, που έχει αρχίσει να χάνει τη μνήμη του, έχει αρχίσει να επιστρέφει στην παιδική του ηλικία, στην αθωότητα. Κατά κάποιο τρόπο, ο άνθρωπος με το πέρασμα των χρόνων και την απώλεια της μνήμης είναι σαν να επιστρέφει στην κοιλιά της μητέρας, κλείνοντας τον κύκλο. Ωσάν ο θάνατος να ήταν η εκκίνηση ξανά μιας νέας ζωής. Ο ίδιος κύκλος που κλείνει και ανοίγει ξανά. Σε αυτό αναφέρεται ο στίχος».

Πραγματεύεστε στο έργο σας αυτό το θέμα της οικογένειας. Ποια είναι η άποψή σας γι’ αυτήν;

«Να σας πω… Από τη μια πλευρά μου φαίνεται πραγματική καταστροφή. Μια ιδέα φυλετική, η απαρχή της διαφθοράς, αν θέλετε… Αυτή η απομόνωση, ο υπερπροστατευτισμός, το «υπεράνω όλων η οικογένεια» κάτι σαν τη μαφία! Και αναφέρομαι ιδιαίτερα στη μεσογειακή ιδέα της οικογένειας. Από την άλλη πλευρά υπάρχει αυτή η απέραντη ανθρώπινη ζεστασιά, αυτή η θέρμη για τα παιδιά… Αυτό βέβαια οδηγεί στον υπερπροστατευτισμό που ανέφερα παραπάνω. Αυτό πιστεύω ότι είναι ένα μεγάλο λάθος. Κάτι που μου αρέσει στην αγγλοσαξονική οικογένεια είναι αυτή η αίσθηση ανεξαρτησίας των παιδιών από μικρή σχετικά ηλικία. Υποχρεώνονται από μικροί να αντιμετωπίσουν τη ζωή και αυτό μου φαίνεται πολύ θετικό».

Ο πλατωνικός έρωτας μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών χαρακτήρων του βιβλίου και της ταινίας δημιουργεί στοιχεία φθοράς αυτής της κατεστημένης ιδέας της οικογένειας που κατά τα άλλα περιγράφετε;

«Οχι, δεν θα το έλεγα. Δεν θα έλεγα ότι θέλησα να φτάσω ως εκεί. Για μένα αυτό το παιδί κλείνει μια περίοδο της ζωής του. Στο τέλος της ιστορίας υπάρχει ένα κείμενο που αντικατοπτρίζει μια σκέψη που, αν υποθέσουμε ότι η ιστορία εκτυλίσσεται στο παρόν, γίνεται στο μέλλον. Αν η σκέψη είναι τωρινή, τότε η ιστορία αναφέρεται στο παρελθόν. Ας αποφασίσει ο καθένας τι του αρέσει…».

Με τις ταινίες σας και το βιβλίο σας κάνατε πάντα ό,τι σας άρεσε. Γιατί συμβαίνει αυτό με τόσο λίγους ανθρώπους;

«Αυτό είναι κάτι ιδιαίτερα πολύπλοκο, ίσως επειδή υπάρχουν τόσες απαντήσεις όσες και οι άνθρωποι. Κατά τη γνώμη μου, ο περισσότερος κόσμος δεν έχει το θάρρος να κάνει κάτι τέτοιο όταν συνήθως κάνει άλλα πράγματα στη ζωή. Αυτό είναι ένα από τα τρομερά προβλήματα που υπάρχουν σήμερα στον κόσμο, κυρίως λόγω της παιδείας που δεχόμαστε. Αφού από την αρχή του εκπαιδευτικού συστήματος δεν κάνουμε αυτό που θέλουμε αλλά αυτό που μας υποχρεώνουν να κάνουμε, αυτό που εν γένει «πρέπει» να κάνουμε… Η πλειονότητα έτσι των ανθρώπων καταλήγει να κάνει πράγματα που δεν είναι ότι δεν της αρέσουν αλλά δεν είναι αυτό που θα ήθελε να κάνει. Καταλήγουν όμως πεπεισμένοι ότι αυτό που κάνουν είναι εντάξει, αφού δεν έχουν άλλη επιλογή…».

Και αυτό επειδή δεν ξέρουν, δεν βρίσκουν το θάρρος να αντιδράσουν…

«Αυτά και ένας παράγοντας ακόμη: η τύχη. Είναι αλήθεια βέβαια ότι ο καθένας δημιουργεί την ίδια του την τύχη. Αυτό είναι όμως κάτι που πρέπει να το λέμε με πολλή προσοχή και επιφύλαξη. Και αυτό επειδή δεν έχουν όλοι την τύχη να κάνουν αυτό που θέλουν. Υπάρχουν άνθρωποι άρρωστοι, με συγκεκριμένα μειονεκτήματα, που εμφανώς δεν μπορούν να κάνουν αυτό που θέλουν. Αυτό που είναι αλήθεια είναι ότι μπορείς να παίρνεις τα τρένα που περνούν και που σου φαίνονται ευνοϊκά, και να εγκαταλείπεις από την άλλη μεριά αυτά που δεν σου φαίνονται ευνοϊκά. Πολλές φορές από καθαρή διαίσθηση και χωρίς καμιά απόλυτη βεβαιότητα. Στον κινηματογράφο, για παράδειγμα, υπάρχει μεγάλη δόση παιχνιδιού. Και μάλιστα παιχνίδι παιδικό. Λες ότι θα διηγηθώ τώρα μια ιστορία που μου αρέσει πολύ εμένα, επειδή πιστεύω ότι θα αρέσει σε έναν, σε χίλιους, σε ένα εκατομμύριο ανθρώπους. Ενα παιχνίδι κακού παιδιού με τον εαυτό του. Ολο αυτό βέβαια φέρει μαζί του το σημαντικότερο: την κάθαρση, την εσωτερική αυτή καθαρότητα που αποκτάς με τον χρόνο».

Έχετε κάνει ταινίες σαν τον «Ματωμένο γάμο», την «Κάρμεν», το «Φλαμένκο», αλλά και ταινίες όπως το «Ταξί!», «Η μαμά κλείνει τα 100». Πώς τα καταφέρνετε να κάνετε τέτοια άλματα; Ή μήπως δεν πρόκειται για άλματα;

«Μοιάζει λίγο θεωρητικό βέβαια, αναρωτιέμαι όμως κι εγώ καμιά φορά… Ξέρω ότι αν ένας μυθιστοριογράφος ή ένας σκηνοθέτης έχει έναν συγκεκριμένο και κλειστό κόσμο, έναν κόσμο μετρημένο, τότε η κριτική τον εκτιμά περισσότερο επειδή προχωρά σε έναν συγκεκριμένο δρόμο και τον τελειοποιεί. Εμένα ποτέ δεν με απασχόλησε αυτό. Εγώ είμαι σαν χαμαιλέοντας, πολυπρόσωπος, μου αρέσουν πολλά πράγματα και πράγματα όλο και πιο διαφορετικά! Είναι τρομερό! Το όνειρό μου είναι να ήμουν κάτι σαν Πεσόα του κινηματογράφου και να με άφηναν ήσυχο! Να με άφηναν να κάνω πράγματα τόσο διαφορετικά όπως ένα μιούζικαλ, ένα δοκίμιο γύρω από ένα πρόσωπο, μια περιπέτεια, τις παιδικές μου αναμνήσεις. Δεν με ενδιαφέρει να αναπαράγω την πραγματικότητα. Δεν μου αρέσει ο ηθογραφικός κινηματογράφος και ποτέ δεν πρόκειται να τον κάνω. Μου αρέσει όμως η αναρχία στη σκέψη και στη σύνθεση των εικόνων!».

Πώς βλέπετε το κύμα των νέων ισπανών κινηματογραφιστών;

«Η αλήθεια είναι ότι δεν γνωρίζω όλο τον νέο ισπανικό κινηματογράφο. Δεν βλέπω πολύ κινηματογράφο γενικά. Πιστεύω όμως ότι, παρ’ ότι πάντα υπήρχαν νέοι κινηματογραφιστές, σήμερα υπάρχουν πολύ περισσότεροι από ποτέ και αυτό είναι απαραίτητο. Είναι η έκφραση της εποχής. Αυτό το νέο αίμα, αυτή η αλλαγή στην αφηγηματική μέθοδο είναι ουσιαστικής σημασίας. Πάνω από όλα πιστεύω ότι υπάρχει αυτή τη στιγμή στην Ισπανία ένα νεανικό κοινό που έχει ανάγκη να του μιλήσουν με διαφορετικό τρόπο. Νομίζω ότι αυτή η ανάγκη βρίσκει την έκφρασή της και από την προσέλευση στους κινηματογράφους αλλά και από τη δημιουργία των τελευταίων χρόνων».

http://www.tovima.gr

«ΘΡΕΨΕ ΚΟΡΑΚΙΑ», του Κάρλος Σάουρα

Την βραβευμένη στις Κάνες και υποψήφια για ξενόγλωσσο ΄Οσκαρ Ισπανική ταινία «Θρέψε Κοράκια-Cria Cuervos» παρουσιάζει την Τετάρτη στις 21.30, στο Κινηματοθέατρο REX, η Κινηματογραφική Λέσχη Αγίου Νικολάου. Σε σκηνοθεσία του κορυφαίου Ισπανού δημιουργού Κάρλος Σάουρα, η ταινία είναι παραγωγής 1975 και πρωταγωνιστούν οι Τζέραλντιν Τσάπλιν, Μόνικα Ράνταλ και η εκπληκτική μικρή ΄Αννα Τόρεντ.
Υπόθεση: Μετά το θάνατο του στρατιωτικού πατέρα τους, η οκτάχρονη Άννα και οι δύο αδερφές της μεγαλώνουν υπό την κηδεμονία της αυστηρής θείας τους. Προσπαθώντας να συμβιβαστεί με την απώλεια, η Άννα ζητά καταφύγιο στη φαντασία της και στο φάντασμα της αγαπημένης μητέρας της. Μάρτυρας των οδυνηρών, τελευταίων στιγμών της άρρωστης μητέρας της και του τέλους του πατέρα της, -το οποίο πιστεύει ότι έχει προκαλέσει η ίδια-, η μικρή Άννα είναι περισσότερο εξοικειωμένη με την ιδέα του θανάτου απ’ ότι με την παιδική ανεμελιά. Και η σκληρή πραγματικότητα κινητοποιεί στον ευαίσθητο, τραυματισμένο ψυχισμό της μια σειρά από κινήσεις αντίστασης άλλοτε υγιείς και άλλοτε νοσηρές …
Το αριστούργημα του Κάρλος Σάουρα, γυρίστηκε λίγο πριν τον θάνατο του δικτάτορα και ο τίτλος είναι παρμένος από μια δυσοίωνη Ισπανική παροιμία («Θρέφε κοράκια, να σου βγάλουν τα μάτια»). Ο σκηνοθέτης, που είναι ταυτόχρονα και σεναριογράφος, προσπαθεί να αιχμαλωτίσει και να μεταφέρει ποιητικά και αλληγορικά τη στιγμή μετάβασης της χώρας του από το φασιστικό καθεστώς στη δημοκρατία. Με αφηγηματικό μοντέλο την αποτύπωσης της διαδικασίας μετάβασης από την παιδική ηλικία στην ενηλικίωση, προσεγγίζει με αριστοτεχνικό τρόπο την διαδικασία μετάβασης από το παιδί στον ενήλικο, από την ζωή στον θάνατο, από την δικτατορία προς ένα απροσδιόριστο μέλλον.
Η ταινία διαθέτει μια αξιοθαύμαστη εσωτερικότητα και ακόμη και αν ο θεατής επιλέξει να την παρακολουθήσει αποκλειστικά στο πρώτο και εμφανές επίπεδο θα συγκλονιστεί με την καθηλωτική χαμηλών τόνων αφήγηση με την οποία ο δημιουργός προσεγγίζει, με έναν ψυχαναλυτικά ενδιαφέροντα τρόπο, πώς ένα παιδί εισπράττει και ερμηνεύει τις αλλαγές στον περίγυρο και πως τοποθετείται συνήθως ενοχικά σε πρωταγωνιστικό ρόλο θύτη.
Το φιλμ βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Κανών, διανεμήθηκε με επιτυχία στις ΗΠΑ, ενώ αποτέλεσε απροσδόκητη εμπορική επιτυχία εντός και εκτός Ισπανίας. Αρκετά χρόνια μετά την πρώτη προβολή του, το «Cria Cuervos» παραμένει αινιγματικό, ισορροπώντας θαυμαστά ανάμεσα στην φαντασία και τον ρεαλισμό, ρίχνοντας μια σκοτεινή μα και λυτρωτική ματιά στους δαίμονες της παιδικής ηλικίας, στα φαντάσματα της μνήμης, στα κοινωνικά και οικογενειακά ταμπού σε μια περίοδο πολιτικοκοινωνικής μετάβασης.
Οι εξαιρετικές ερμηνείες, -της μικρής ΄Αννα Τόρεντ και της Τζέραντλιν Τσάπλιν (στο ρόλο της μητέρας), αποτελούν επιπλέον λόγους για την επιλογή της συγκεκριμένης δημιουργίας για μια ποιοτική κινηματογραφική βραδιά!!!

http://kileagn.com/?

«Θρέψε κοράκια και θα σου βγάλουν τα μάτια» λέει η ισπανική παροιμία. Ο Σάουρα υιοθετεί τη λαϊκή ρήση και την κάνει τίτλο της βαθιά αγκυροβολημένης στην τελευταία φρανκική περίοδο ταινίας του. Ομως τα κοράκια που θρέφει το αστικό σπίτι της ιστορίας (την Αννα και τις δυο αδελφές της) δεν θα μπορούσαν ποτέ να είναι φορείς ελπίδας για ριζικές αλλαγές… Η Ανα στοχεύει με το όπλο που κρατά την αστή θεία και τον στρατιωτικό αγαπητικό της. Δεν πυροβολεί όμως ποτέ! Παραδίδει το όπλο γιατί δεν πρόκειται ποτέ να βγάλει τα μάτια του συστήματος. Απλά είναι φορέας εκδημοκρατισμού και ανανέωσης. Ανανέωσης του ιδίου συστήματος σε βερσιόν δικτατορίας των αστών και όχι των στρατιωτικών. Η ταινία γυρίστηκε το 1975 και πρωτοβγήκε στις αίθουσες το 1976 μετά το θάνατο του δικτάτορα Φράνκο και την έλευσης της ‘δημοκρατίας’ των κουστουμαρισμένων κι όχι ένστολων αστών στην Ισπανία της μοναρχίας.
Από τις πρώτες σκηνές το φιλμ σημαδεύεται από το θάνατο. Η 9χρονη Ανα είναι αυτόπτης μάρτυρας. Η εύθραυστη μητέρα της, ταλαντούχα πιανίστα, πέθανε πρώτη από αρρώστια που τη ροκάνιζε. Ο πατέρας αργότερα, στο κρεβάτι του, κάνοντας έρωτα στην ερωμένη του… Η Ανα δεν μπορεί να κοιμηθεί. Γυρίζει τις νύχτες σα φάντασμα με το λευκό της νυχτικό στη μεγάλη αστική μονοκατοικία της οικογένειας στο κέντρο της Μαδρίτης … Ζει την απώλεια των γονιών της με διαφορετικό για καθένα τους τρόπο. Ομολογεί μπροστά στην κάμερα ότι θέλει το θάνατο της θείας αλλά και του πατέρα της που τον θεωρεί υπεύθυνο για το θάνατο της μητέρας.

Της γλυκιάς, αιθέριας μητέρας που γνωρίσαμε μέσα από τα μάτια της μικρής, που επανέρχεται στη μνήμη καθημερινά, που η Ανα ζει το θάνατο και την απουσία της σε χρόνο ενεστώτα και όχι παρελθόντα. Κανένας οίκτος για τον στρατιωτικό πατέρα που ο θάνατός του λειτουργεί δραματουργικά σαν ‘δικαιολογία’ για την μεταβίβαση των φρανκικών αξιών (αφήνει στις κόρες του ‘εθνικιστική’ κληρονομιά όπλα και λάβαρα) στις επόμενες γενιές, ώστε να διαιωνίζεται το καθεστώς….
Η Ανα αποδομεί την αποκρουστική πραγματικότητα αλλά στην θέση της δεν έχει να βάλει κάτι … Ακουμπά στα όνειρα, τις θύμησες και αναμνήσεις. Τις κουρδίζει για να ζουν ξανά και ξανά, τις άδειες μέρες των καλοκαιρινών διακοπών. Η θεματική των αναμνήσεων, είναι η κόκκινη κλωστή της ταινίας, αναμνήσεις από μια εποχή μακρινή, αλλά τόσο παρούσα στον ισπανικό κινηματογράφο.
Ο Κάρλος Σάουρα, πυλώνας του ισπανικού σινεμά, πνίγει την ταινία σε μικρές, καθοριστικές, λεπτομέρειες. Η βίλλα απομονωμένη από τον έξω κόσμο, σαν την Ισπανία της εποχής. Ο φρανκισμός περνάει και αναπαράγεται ως ιδεολογία και νοοτροπία μέσα από το σύνολο των ενήλικων χαρακτήρων της ιστορίας. Η μητέρα της Αννας, αδύναμη και φοβισμένη, εγκλωβισμένη στην αστική της συμβατικότητα, μοιάζει μάρτυρας του καθεστώτος, της αγριότητας, της λογοκρισίας, της απαγόρευσης και της καταστολής. Ο Σάουρα χρησιμοποιεί τον χαρακτήρα της μητέρας για να κάνει κριτική στο καθεστώς που προσωποποιεί στις φιγούρες των στρατιωτικών που ευδοκιμούν στο φιλμ. Ο Ανσέλμο, ο πατέρας, δειλός κι εγωιστής, δεν διαθέτει το παραμικρό ευχάριστο χαρακτηριστικό. Είναι ψυχρός, γυναικάς και εριστικός. Δεν διστάζει να κακομεταχειρίζεται ψυχολογικά τη γυναίκα του σε σημείο που εκείνη να μη θέλει πια να ζήσει. Δεν αγαπά τα παιδιά του. Ο Σάουρα κατασκεύασε έναν χαρακτήρα βαθιά αντιπαθητικό και μισάνθρωπο και τον χρησιμοποιεί σαν μεταφορά του φρανκικού καθεστώτος που είναι εμφανές ότι πνέει ετοιμοθάνατο τα λοίσθια .
Το φιλμ είναι ακόμη μια ταινία πάνω στην παιδική ηλικία. Ο Σάουρα σε μια του συνέντευξη ανάφερε ότι τα πόδια κοτόπουλου που συνεχώς επανέρχονται ανοίγοντας το ψυγείο είναι μια εικόνα από τη δική του παιδική ηλικία.
Στην ταινία ο Σάουρα φιλμάρει με τον ίδιο τρόπο τις σκηνές της πραγματικότητας κι εκείνες που βγαίνουν από τη φαντασία της Αννας. Και οι εμφανίσεις της μητέρας έχουν την ίδια γεύση και βαρύτητα με τις σκηνές από την καθημερινότητα. Η κατάργηση του ορίου ανάμεσα σε πραγματικότητα και φαντασία βυθίζει πλήρως την ταινία στον παιδικό κόσμο. Μόνο ένα παιδί μπορεί να κλείσει τα μάτια και να επαναφέρει την παρουσία της πεθαμένης μητέρας του και να μπορέσει να αντιμετωπίσει το αίσθημα της εγκατάλειψης. Και η μελαγχολικά ζωντανή μουσική συνοδεύει την μικρούλα που διατηρεί την ενέργεια της παιδικότητας και της τεράστιας δυστυχίας.
Παίζουν: Ανα Τόρεντ, Τζεραλντίν Τσάπλιν, Μόνικα Ράνταλ, Χέκτορ Αλτέριο, κ.α.
Παραγωγή: Ισπανία (1976).

http://www.rizospastis.gr/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s