Suntan (2015) του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου || Κριτική Γιάννη Καραμπίτσου 3,5/5

SUNTAN-Poster

Ο Αργύρης Παπαδημητρόπουλος δημιουργεί μια σύγχρονη, τολμηρή, ερωτική ταινία που συνεχίζω να την σκέπτομαι πολλές μέρες αφότου την είδα και που θα ήθελα να ξαναδώ παρόλο που έχει περάσει λίγος χρόνος από τη θέασή της. Μία ιστορία για τα γεμάτα ανεκπλήρωτους έρωτες και επιθυμίες “ονειρικά” καλοκαίρια του παρελθόντος μας ή για τα όσα, ενδεχομένως ανομολόγητα και στον ίδιο μας τον εαυτό, προσδοκούμε να ζήσουμε σε μελλοντικά καλοκαίρια. Μια ιστορία που κάλλιστα θα μπορούσε να αποτελεί ένα επεισόδιο από τους Δύσκολες Έρωτες του Ίταλο Καλβίνο. Νιάτα, χαρά, τρέλα, λαγνεία, παροξυσμός κυριαρχούν στην ταινία, ενώ αντιμάχονται ο καυτός ήλιος και το νερό, το φως και το σκοτάδι (κυριολεκτικά και μεταφορικά), η μέρα και η νύχτα, τα γυμνά και τα ντυμένα σώματα. Ένα δραματικό φιλμ με στοιχεία κομεντί και ψυχολογικού ερωτικού θρίλερ. 

«Η μαμά κλείνει τα 100», «Η Κόκκινη Έρημος», «Ούλοι εμείς, εφέντη» 2 και 3 Απριλίου 2016 στον κινηματογράφο Αλέκα με ελεύθερη είσοδο

Ο Μάκης Παπαδημητρίου στον καλύτερο ρόλο της καριέρας του υποκρίνεται έναν σαραντάρη γιατρό τον Κωστή που αρχικά μοιάζει ένας κανονικός άνθρωπος αλλά σταδιακά και όσο βυθίζεται στον παράφορο και “παράλογο” έρωτά του εξελίσσεται σε “προβληματικό”. Στο Suntan αφήνει για λίγο στην άκρη την κωμική πλευρά του και καταπιάνεται υπέροχα με έναν δραματικό ρόλο. Δίπλα στον Μάκη Παπαδημητρίου, πρωταγωνιστεί η πρωτοεμφανιζόμενη Έλλη Τρίγγου, ενώ γκεστ εμφανίσεις κάνουν στην ταινία κινηματογραφιστές όπως ο Σύλλας Τζουμέρκας, ο Γιάννης Οικονομίδης και ο Νίκος Τριανταφυλλίδης.

Η Έλλη Τρίγγου ως 21χρονη Άννα τουρίστρια κάνει ένα ιδανικό ξεκίνημα στον κινηματογράφο (σήμερα βρίσκεται λίγο πριν την αποφοίτησή της από τη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου). Μια φρέσκια, δυναμική παρουσία. Συναντά τον Κωστή, μαζί με τους συμμαθητές της (είναι η μόνη Ελληνίδα της παρέας) βρίσκει σε αυτόν κάποιο ενδιαφέρον, βασικά ένα παιχνίδι να περάσει το καλοκαίρι της όπως η ίδια η ηθοποιός δηλώνει σε συνέντευξή της.

Η Άννα είναι μια νεαρή μεγαλοαστή, η βασική «υποχρέωση» της οποίας είναι να απολαμβάνει τα προνόμια της κοινωνικής της τάξης και του νεαρού της ηλικίας της. Απαλλαγμένη από ευθύνες και υποχρεώσεις, επιδίδεται σε ένα ξέφρενο κυνήγι στιγμιαίων απολαύσεων και ηδονών. Στα μάτια της αντικρίζω μια ολόκληρη γενιά νέων ανθρώπων που ευνουχίστηκαν από το ίδιο τους το περιβάλλον με την πρόθεση «να μην τους λείψει τίποτα» και με αποτέλεσμα την αδράνεια , το συναισθηματικό κενό και την απραξία. Δυσκολεύτηκα να αποδεχτώ την ωμότητα με την οποία απορρίπτει τα συναισθήματα των ανθρώπων, όταν δεν της είναι πλέον χρήσιμα. Την συναντάμε στην Αντίπαρο μαζί με την διεθνή λαμπερή παρέα της  να γεύεται τη λαγνεία του ελληνικού καλοκαιριού.

Η ταινία όπως και το Wasted Youth βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στον αυτοσχεδιασμό. Εδώ έχει γραφτεί κανονικό σενάριο (συν-σεναριογράφοι ο Αργύρης Παπαδημητρόπουλος και ο Σύλλας Τζουμέρκας) αλλά ένα μεγάλο μέρος των διαλόγων δημιουργήθηκαν στις πρόβες και τα γυρίσματα.

Καταπιάνεται με τη ζωή του Κωστή Μακρίδη ενός σαραντάρη αγροτικού γιατρού που ερωτεύεται παράφορα μια νεαρή κοπέλα -καθώς και την παρέα της- ένα καλοκαίρι στην Αντίπαρο και θα δει σε αυτή και την παρέα της την ευκαιρία να ζήσει όσα πάντα ήθελε να ζήσει αλλά ποτέ δεν τόλμησε. Και έτσι σταδιακά, το καυτό ελληνικό ηδονιστικό καλοκαίρι στο νησί θα μετατραπεί για αυτόν από όνειρο σε εφιάλτη και παράλληλα θα οδηγήσει την παρέα σε επικίνδυνα μονοπάτια και ακρότητες.

SUNTAN-03

[Το «χλωμό» πρόσωπο. Ο κατάλευκος, «ενήλικας» ήρωας της ταινίας. Φορώντας μακρύ παντελόνι, μακρύ πουκάμισο, καπέλο, γυαλιά, ο 40χρονος ντροπαλός «Κωστής» μοιάζει με περισπωμένη στο μονοτονικό του καυτού, οργασμικού ελληνικού καλοκαιριού. Η σκηνή επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, με τον Μάκη να πέφτει στη θάλασσα, να βγαίνει, να στεγνώνει, να ντύνεται και πάλι μέχρι το λαιμό, να περπατάει ξανά την απόσταση, να γδύνεται, να πέφτει και πάλι στη θάλασσα… Έτσι, δημιουργείται μια αντίθεση ανάμεσα στην ποθητή νεανική καυτή σάρκα και το απωθητικό σώμα ενός αγύμναστου μεσήλικα.

Περισσότερο από ένα θρίλερ για μια επιθυμία που ξεφεύγει από τα όρια, περισσότερο από μια σπουδή πάνω στην ματαίωση που φέρνει ο χρόνος, περισσότερο από μια προειδοποίηση για το ξέσπασμα όλων των απωθημένων, το «Suntan» είναι μια ταινία για το τι είναι το καλοκαίρι, το πώς μπορεί να σε ζεστάνει αλλά και το πώς μπορεί τελικά να σε κάψει. Από το δελτίο τύπου για την ταινία ]

Η έμπνευση του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου προήλθε από το βιβλίο «Η Επέκταση του Πεδίου της Πάλης» του Μισέλ Ουελμπέκ, που αναπτύσσει μια θεωρία σχετικά με ένα νέο σύστημα διαφοροποίησης των ανθρώπων, τους οποίους χωρίζει σε αυτούς που έχουν πρόσβαση στην ηδονή και σε εκείνους που δεν έχουν.

Από εκεί προέκυψε η ιδέα να τοποθετήσω μια ιστορία σε ένα νησί κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών μηνών, το ιδανικό φόντο αφού εκεί γίνεται ακόμη εντονότερος αυτός ο διαχωρισμός, και να τον αναδείξω μέσα από έναν χαρακτήρα που είναι κάπου στη μέση: από τη μια, είναι και αισθάνεται εκτός από όλα όσα βλέπει γύρω του, αλλά από την άλλη, ως γιατρός αγγίζει δεκάδες κορμιά, όλων των ηλικιών, στο πλαίσιο της δουλειάς του.

SUNTAN-01

Ο Κωστής, η Άννα και τα μέλη της παρέας της έχουν ταξικές, ηλικιακές, διαφορές στην γλώσσα και στον τρόπο έκφρασης. Διαφορές που παίζουν ρόλο στην πρόσβαση στην ικανοποίηση της ερωτικής επιθυμίας και στην ηδονή. Σύμφωνα με τον σκηνοθέτη ο Κωστής βρίσκεται στη μέση (αναφορικά με τη δυνατότητα πρόσβασης στην ηδονή) λόγω και του επαγγέλματός του που τον φέρνει σε επαφή με ανθρώπινα σώματα όλων των ηλικιών και κυρίως βέβαια με τα όμορφα νεανικά. Έτσι φαίνεται να είναι σε πρώτο επιφανειακό, ενδεχόμενα ηθελημένα αφηγηματικό επίπεδο ώστε να μην προδοθεί η συνέχεια. Ο Κωστής ανήκει ουσιαστικά σε αυτή τη νέα γενιά ώριμων ηλικιακά ανθρώπων που λόγω της όχι ιδιαίτερα όμορφης εμφάνισής τους, του αγύμναστου σώματός τους και της “ντροπαλοσύνης” τους που ενδεχόμενα δημιουργείται και από τα δύο προαναφερθέντα, δεν έχουν πρόσβαση στην ηδονή και προσπαθούν παρόλα αυτά “δια της βίας” αλλά και με αδεξιότητα να ενταχτούν σε αυτό το σύστημα. Τι θέλω να πω; Η ταινία εύστοχα μας δείχνει την ύπαρξη μιας νέας τάσης που τείνει να καθιερωθεί στις ιδιοσυγκρασίες των νέων ανθρώπων και που στην ταινία ονομάζονται cool. Εδώ φαίνεται να είναι αστόπαιδα. Παρόλα αυτά η γνώμη μας είναι ότι αυτή η τάση ξεφεύγει από το να αφορά μόνο τους αστούς. Σίγουρα αφορά τόσο τη μεσαία τάξη όσο και τους μικροαστούς, δηλαδή τη συντριπτικά μεγάλη πλειοψηφία του νεανικού και όχι μόνο πληθυσμού. Έτσι η ταινία αποκτά ενδεχόμενα μεγαλύτερη εμβέλεια από αυτή που επιθυμούσε ο Αργύρης Παπαδημητρόπουλος, αν και νομίζουμε ότι αυτό που περιγράφουμε ήταν στις προθέσεις του. Από την άλλη ο Κωστής, εκπρόσωπος στην οθόνη ουσιαστικά εκατομμυρίων καταπιεσμένων ανθρώπων που λόγω του τρόπου ζωής τους που εν πολλοίς εκπορεύεται από το σύστημα, καταλήγουν τραγικά πρόσωπα. Την τραγικότητά τους μεγεθύνει η coolαμάρα των άλλων. Και γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί απλά , οι cool, ακριβώς γιατί είναι cool, δίνουν την ευκαιρία στους άλλους να γλείψουν το κοκκαλάκι της ηδονής. Όχι από κακία και ενσυνείδητα, αλλά από ένα είδος ιδιότυπης αναισθησίας και εγωισμού που οδηγεί στην μονόπλευρη προσκόλληση σε στιγμιαίες απολαύσεις και ηδονές. Πρόκειται για συγκοινωνούντα δοχεία. Οι cool χρειάζονται τους μη cool έστω για να σπάσουν πλάκα, έστω για να διαταράξουν την μονοτονία της ζωής τους και οι Κωστήδες τους cool για να κάνουν τα όνειρά τους πράξη έστω και με τραυματικό τρόπο , έστω και αν η κατάληξη είναι τραγική. Πρόκειται για τα δύο άκρα μιας παθογένειας που ενώ εμφανίζεται σαν φυσιολογική ουσιαστικά είναι ψυχοπαθολογική. Ο πιο αδύναμος πόλος αυτής της ψυχοπαθολογικής κατάστασης και σχέσης θα φτάσει στα άκρα. Ο εσωστρεφής ήρωας της ταινίας προσπαθεί σε όλη την ταινία να γίνει άνετος με την Άννα και την παρέα, να γίνει εξωστρεφής αλλά το καταφέρνει στο τέλος που είναι ήδη αργά. Οι συνέπειες είναι τεράστιες. Οι καταστάσεις τον υπερβαίνουν.  Διαφαίνεται η ανικανότητα δύο ακραίων πόλων, για αληθινή ζωή, για αληθινή συγκίνηση, για αληθινή επαφή και αγάπη. Από τη μία η σεξουαλική ελευθεριότητα και “ισότητα” σε αυτήν και από την άλλη η “μονογαμία”, η κτητικότητα που μάλιστα όπως πολύ πετυχημένα καταδείχνει η ταινία δεν πατάει στην πραγματικότητα, δεν βασίζεται σε αληθινούς όρους, στην αληθινή εικόνα των πραγμάτων, αλλά σε μια νοσηρή, φαντασιακή και ψευδή, μια κτητικότητα που οδηγεί στη βία, που μεγεθύνεται όσο μεγεθύνεται η “ανεπάρκεια” του ήρωα.  Μια ψυχοπαθολογία που περνιέται για φυσιολογική. Υπάρχει βέβαια ένα θέμα: ο Κωστής κατάφερε να μπει στην παρέα, κατάφερε να έρθει σε επαφή με το αντικείμενο του πόθου του (με ανεπαρκή και για αυτό τραυματικό τρόπο). Όμως αυτό χειροτέρεψε την κατάστασή του, τον οδήγησε σε ένα ψυχολογικό βάραθρο. Άρα η λύση που βρίσκεται; στη μέση; Η λύση βρίσκεται στην ανατροπή. Όσο το παιχνίδι παίζεται με αυτούς τους όρους, όσο η δυνατότητα πρόσβασης στην ηδονή δεν είναι ίδια για όλους τους ανθρώπους, όσο η πρόσβαση αυτή δεν εξαρτάται από τα αληθινά, βαθιά χαρακτηριστικά του κάθε ανθρώπου αλλά από επιφανειακά, ψυχρά, ανταγωνιστικά, λύση δεν πρόκειται να υπάρξει. Όσο η αλλοτρίωση του σύγχρονου ανθρώπου κυριαρχεί, τέτοιες ιστορίες θα επαναλαμβάνονται όλο και συχνότερα. Θα μοιάζουν γοητευτικές στην αρχή τους και θα καταλήγουν εφιαλτικές στη συνέχειά τους.

SUNTAN-04

Μπράβο στον Αργύρη Παπαδημητρόπουλο που τόλμησε να θίξει και αναδείξει ένα τόσο σημαντικό ζήτημα. Μα θα μου πεις σε έναν καλύτερο κόσμο χωρίς ταξικές διαφορές δεν θα υπάρχουν και εκεί εμφανισιακές και ηλικιακές διαφορές; ναι αλλά δεν θα παίζουν ρόλο. Το περιεχόμενο και η μορφή των ανθρώπων θα είναι διαφορετικά. Ο πόθος χωρίς αλλοτρίωση, η αναζήτηση της ηδονής χωρίς αλλοτρίωση δεν θα είναι κάτι που θα χτυπά στο κεφάλι και θα μεταμορφώνεται σε ψυχοπαθολογική εμμονή. Σεξουαλική και πνευματική ικανοποίηση θα συνυπάρχουν όχι ανταγωνιζόμενα αλλά δυναμώνοντας το ένα το άλλο. Και εμείς οι ηδονοβλεψίες κουλτουριάρηδες θεατές της ζωής και της τέχνης θα στερηθούμε της απόλαυσής μας; θα στερηθούμε την απόλαυση αιθέριων υπάρξεων όπως η Άννα; Με αυτό τον τρόπο που συμβαίνει σήμερα, ναι. Γιατί θα λείψει η αλλοτρίωση. Δεν θα έχουμε τα απωθημένα που έχουμε και η αξία μιας Άννας θα είναι μικρή. Αλλά αγαπητοί συνθεατές μην ανησυχείτε, κάποια ριζική αλλαγή στον τρόπο θέασης μας της πραγματικότητας αλλά και της τέχνης δεν προβλέπεται άμεσα. Μπορούμε χωρίς ενοχές να απολαμβάνουμε στην οθόνη ηρωίδες όπως η Άννα (Έλλη Τρίγγου) και η Ιωάννα (Δάφνη-Ιωακειμίδου Πατακιά) με την ελπίδα οι cool και στην πραγματική ζωή να μας πετάξουν ένα ξεροκόμματο ηδονής και απόλαυσης. Ελπίζω η ταινία να ενεργήσει προειδοποιητικά  για κάποιους ώστε να φροντίσουν αν τυχόν μπουν σε μια αντίστοιχη με του Κωστή δίνη να έχουν προμηθευτεί αλεξίπτωτο, να εισέλθουν σωματικά και ψυχολογικά προετοιμασμένοι, ώστε να αποφύγουν την τελική πτώση όταν θα οδεύσουν για το βάραθρο. Αν θέλει κάποιος να με ρωτήσει στην εποχή αυτή την πραγματική που ζούμε , την εποχή της αλλοτρίωσης, με ποιους είμαι με τους cool ή με τον Κωστή, θα απαντήσω ανενδοίαστα με τους cool. Είναι το κάτι άλλο, όλοι τους, μα πάνω από όλα βέβαια η Άννα. Κλείνοντας ας ευχαριστήσουμε το Εθνικό Θέατρο που προμήθευσε την οθόνη και έβαλε στη ζωή μας τα δύο υπέροχα αυτά πλάσματα.

και ένα υστερόγραφο: κ. Καραμπίτσο μας, μήπως υπερβάλλετε; που τα βλέπετε εσείς όλα αυτά εκτός Αντιπάρου, να πάμε και εμείς εκεί να τα δούμε; Δεν παίρνω και όρκο, αλλά νομίζω ότι είναι δίπλα μας, στην διπλανή μας πόρτα. Λίγη προπόνηση θέλει. Αλλά αν κάνω λάθος τότε αλίμονό μας!!

με μια κουβέντα στη σύγχρονη εποχή υπάρχει μεγάλη προσφορά ηδονής (Άννα και η παρέα της) και για αυτό θα υπάρχει και ζήτηση (Μάκης) και επειδή θα υπάρχει ζήτηση ηδονής , θα υπάρχει και προσφορά. ήθελε ένα κλικ για να συμβεί αυτό και το κλικ συνέβη. έπαιξε ρόλο το διαδίκτυο; η πορνογραφία; ο χολιγουντιανός κινηματογράφος; οι παρακολουθήσεις, η κατάργηση της ιδιωτικότητας και της δημοκρατίας; η έξαρση της τρομοκρατίας; η κατάλυση της παλιάς ηθικής; πάντως συνέβη. Οι όροι όμως πρόσβασης στην ηδονή ουσιαστικά δεν θα αλλάξουν. Αυτοί που είχαν δυσκολία πρόσβασης θα συνεχίσουν να έχουν αλλά θα νομίζουν με την προσφορά που υπάρχει ότι όλα είναι οκ, θα τσιμπάνε και όντας ανεκπαίδευτοι χωρίς βάθος θα τρώνε τα μούτρα τους και οι cool θα γίνονται πιο cool. Ευνουχισμένοι και δυστυχισμένοι, χωρίς όμως συνείδηση της δυστυχίας τους. Αλλοτριωμένες, τραγικές φιγούρες  με φόντο έναν αλλοτριωμένο τραγικό πολιτισμό. Τραγικός γιατί μοιάζει όμορφος και κανονικός. Διαχείριση ενέργειας ποσοτικά αφού η ποιότητα απουσιάζει. 

Ο Αργύρης Παπαδημητρόπουλος γεννήθηκε το 1976 στην Αθήνα και σπούδασε ΜΜΕ και Κινηματογράφο στην Οξφόρδη και στην Αθήνα. Ξεκίνησε δουλεύοντας ως πρώτος βοηθός σκηνοθέτη και το 2003 σκηνοθέτησε την πρώτη μικρού μήκους ταινία του με τίτλο «Εκκρεμές» η οποία κέρδισε το βραβείο Καλύτερου Ηθοποιού στο Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Δράμας και το βραβείο Καλύτερου Σεναρίου στο Φεστιβάλ του Σαν Φρανσίσκο. Το 2004 σκηνοθέτησε τη δεύτερη μικρού μήκους ταινία του με τίτλο «Tender», η οποία συγκέντρωσε πάρα πολλά βραβεία και του έδωσε το διαβατήριο για το Talent Campus του Βερολίνου. Το 2008, έκανε την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του με τίτλο «Bank Bang». Στις 17 Μαρτίου του 2011, λίγο μετά την παγκόσμια πρεμιέρα του στο 40ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Ρότερνταμ, το «Wasted Youth», η ταινία που ο Παπαδημητρόπουλος συνυπέγραψε ως σκηνοθέτης με τον Jan Vogel, συνάντησε το ελληνικό κοινό.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s