Ο αληθινός Βιμ Βέντερς

WIM WENDERS

Γράφει ο Μπρούνο Μπλάζι/ Bruno Blasi

ΤΣΙΧΛΕΣ και κόκα-κόλα , αστυνομικά μυθιστορήματα του Ρέιμοντ Τσάντλερ/ Raymond Chandler και φλίπερ, τζούκ-μποξ και μουσική ροκ. Πρόκειται φυσικά για τον αμερικάνικο κινηματογράφο. Αυτά είναι τα πράγματα που θυμάται από τα παιδικά του χρόνια ο Βιμ Βέντερς/ Wim Wenders που γεννήθηκε στο Ντίσελντορφ τον Αύγουστο του 1945, τρεις μήνες μετά την καταστροφή της χιτλερικής Γερμανίας. «Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 50, μέχρι το 1960 κυριαρχούσε η αμερικάνικη κουλτούρα».

Από αυτήν την κουλτούρα ο Βέντερς που θεωρείται «ο πιο Αμερικανός σκηνοθέτης του γερμανικού κινηματογράφου», διαφωτίστηκε για περισσότερα από 20 χρόνια. «Τα έργα μου πηγάζουν από τις προσωπικές μου εμπειρίες και από εκείνες της γενιάς μου».
Αφού γύρισε 12 μικρού ή μεγάλου μήκους ταινίες ξεκινώντας από το 1967 έφτασε για τον Βέντερς το ’77, η στιγμή της σύγκρισης με την κινηματογραφική πρωτεύουσα της Αμερικής τότε που προκάλεσε το Χόλυγουντ. Έγινε με τον «Χάμετ» [Hammett] και με το «Λάιτνιγκ όβερ γουώτερ» [Lightning Over Water] που μετά το δεύτερο μοντάζ έγινε το «Νικ’ς Μούβι» [Nick’s movie], η ταινία της αγωνίας και του θανάτου από καρκίνο του Νίκολας Ραίη/ Nicholas Ray.
«Η κατάσταση των πραγμάτων» [The State of Things/ Stand der Dinge] η ταινία με την οποία κέρδισε το Χρυσό Λιοντάρι στο φεστιβάλ της Βενετίας θεωρήθηκε σαν ένα θαυμάσιο δείγμα της σκέψης ανάμεσα στους δύο διαφορετικούς τρόπους αντίληψης της κινηματογραφικής τέχνης. Το πρώτο μέρος της ταινίας φέρει το ανεξίτηλο ίχνος της ευρωπαϊκής τεχνοτροπίας. «Είναι η περιγραφή μιας κατάστασης αναμονής και αβεβαιότητος. Θα μπορούσε να βρεθεί και μια μεταφορά της σκοτεινής κακοδαιμονίας, που μετά τον πόλεμο έπληξε τον κινηματογράφο και ολόκληρη την γερμανική κοινωνία» είπε ο Βέντερς στο «Πανόραμα»/ Panorama. Το δεύτερο μέρος (πολύ δράση, γρήγορες εναλλαγές πλάνων) είναι σαφώς δείγμα της αμερικάνικης σχολής. Παρόλα αυτά δεν υπάρχουν κενά και διαφορές στυλ ανάμεσα στα δύο μέρη.
Το «Πανόραμα» ζήτησε από τον Βιμ Βέντερς να μιλήσει για τον εαυτό του, για τις σχέσεις του με το Χόλυγουντ και την Αμερική και γι’ αυτούς που ήταν «οι δάσκαλοι»του.

Τι αντιπροσωπεύει για σας η επαφή με το Χόλυγουντ;
Το μέγιστο των εμπνεύσεων και της δημιουργικότητας. Δεν αισθάνθηκα ποτέ μέχρι σήμερα τέτοιο πυρετό δημιουργίας και έμπνευσης.

Τι είναι αυτό που σας τραβάει τόσο από την Αμερική;
Το «όνειρο» εκείνο που ανθίζει κάθε τόσο από τη συλλογική συνείδηση και που ήταν φυσικά και το όνειρο των παιδικών μου χρόνων. Από την Αμερική αγαπώ τα τοπία και από τους Αμερικανούς τον τρόπο που έχουν για να δουλεύουν στον κινηματογράφο. Είναι αξιαγάπητοι, πειθαρχικοί και δεν δημιουργούν ποτέ προβλήματα επειδή γνωρίζουν τα πάντα πάνω στο σετ.

Με την Αμερική είστε λοιπόν ερωτευμένος;
Ναι το παραδέχομαι. Αλλά είμαι ρεαλιστής και δεν αφήνομαι να παρασύρομαι από αυτόν τον έρωτα.

Τι είναι λοιπόν αυτό που δεν σας αρέσει από την Αμερική;
Η διάχυτη αίσθηση υπεροχής που έχουν οι άνθρωποι εκεί σε σχέση με τις άλλες χώρες. Ζω στη Νέα Υόρκη εδώ και πέντε χρόνια κι αυτό είναι το μοναδικό πράγμα που δεν κατόρθωσα να χωνέψω.

Ζώντας στη Νέα Υόρκη δεν φοβάστε ότι οι δεσμοί σας με την ευρωπαϊκή κουλτούρα θα μπορούσαν να κοπούν;
Οπωσδήποτε όχι. Γυρνάω πολύ συχνά στην Ευρώπη και δεν ξεχνώ ποτέ ότι γεννήθηκα στην Γερμανία. Πριν από το φεστιβάλ της Βενετίας ανέβασα στην σκηνή στο Σάλτσμπουργκ ένα έργο του Πήτερ Χάντκε [Peter Handke] το «Ούμπερ ντι Ντοέρφερ» Über die Dörfer, που είναι σαν ένα κάλεσμα για να αποφεύγει ο κόσμος τις μεγάλες πόλεις και τους μεγάλους δρόμους και να προτιμάει τα μικρά δρομάκια και χωριουδάκια.

Ακόμα μια φορά ξαναγυρίσατε στο αγαπημένο σας θέμα δηλαδή το να βρει κανείς τις ρίζες του. .
«Ούμπερ ντι Ντοέρφερ» θα είναι πράγματι το θέμα της επόμενης ταινίας μου. Στην πραγματικότητα αυτός ο ίδιος ο κινηματογράφος είναι ένα ταξίδι, μια έρευνα, μια κίνηση. Η ίδια η ζωή είναι η αναζήτηση ενός σταθερού σημείου. Και όταν πιστέψει κανείς ότι δεν έχει φτάσει δεν είναι αυτό που έψαχνε και δεν ξέρει ακόμη τίποτα. Και πρέπει να ξαναρχίσει να κινείται.

Το «Ούμπερ ντι Ντοέρφερ» είναι η πρώτη σας θεατρική σκηνοθεσία. Σκοπεύετε να κάντε και άλλες:
Πιστεύω πως σίγουρα όχι. Μετά από αυτή την πρώτη σκηνοθετική δουλεία και τις κριτικές που ακολούθησαν δεν θα τολμούσα. Τριάντα για την ακρίβεια κριτικές και όλες απόλυτα αρνητικές, φτάνει πλέον με το θέατρο.

Φτάνει και με τον Πίτερ Χάντκε;
Αυτό έλειπε. Εγώ και ο Πήτερ γνωριζόμαστε εδώ και 15 χρόνια. Από τα έργα του έχω κάνει τρεις ταινίες: «Τρία αμερικάνικα Έλ Πί», το «Πριν από το πέναλτι» [The Goalie’s Anxiety at the Penalty Kick / Die Angst des Tormanns beim Elfmeter] και το «Απατηλή κίνηση» [The Wrong Move/ Falsche Bewegung]. Την πρώτη του ταινία «Ο αριστερόχειρας» την είχα παράγει εγώ. Και μαζί θα κάνουμε το «Ούμπερ ντι Ντοέρφερ». Κατά την γνώμη μου ο Χάντκε είναι ο πιο σημαντικός σύγχρονος συγγραφέας. Ακολούθησα βήμα προς βήμα την σταδιοδρομία του και σ’ αυτόν οφείλω πολύ περισσότερα από ότι σε οποιονδήποτε άλλο συγγραφέα.

Στην ταινία «Κατάσταση πραγμάτων» ανάμεσα στα άλλα υπάρχει και ένα σχόλιο που λέει «ή ζωή είναι έγχρωμη, αλλά το ασπρόμαυρο είναι πιο ρεαλιστικό». Ήταν ένα σχόλιο που διασκέδασε πολύ τους κινηματογραφόφιλους της Βενετίας. Κάποιος το θεωρεί σαν μια απάντηση στον Κόπολα/ Coppola που σας υποχρέωσε να γυρίσετε το «Χάμετ» έγχρωμο…

Όχι. Ο Κόπολα δεν έχει καμιά σχέση μ’ αυτό. Η αλήθεια είναι ότι κάθε φορά που κάνω μια μαυρόασπρη ταινία έχω την εντύπωση ότι κατορθώνω να εκφράζομαι με μεγαλύτερη ακρίβεια, παρά με το χρώμα. Αλλά χρησιμοποίησα εναλλακτικά τόσο το χρώμα όσο και το ασπρόμαυρο. Σύμφωνα με τον Αντονιόνι εγώ είμαι σκηνοθέτης του χρώματος. Είναι μια άποψη που με εξέπληξε. Πάντως το φιλμ «Η κατάσταση των πραγμάτων» δεν μπορούσα να το γυρίσω παρά μόνο σε ασπρόμαυρο επειδή είναι ένα φιλμ πολύ διαλεκτικό και δεν θα ήταν δυνατόν να δείξω ένα Λος Άντζελες τόσο άδειο και ωμό τόσο σκληρό. Θα διακινδύνευα να κάνω μια ταινία «ρουστίκ».

Βάζετε συχνά μέσα στις ταινίες σας και συχνά τους δίνετε ρόλους, σκηνοθέτες όπως Ραίη και ο Ρόμπερτ Κράμερ/ Robert Kramer. Ο Κράμερ ήταν επίσης και συν-σεναριογράφος στο φιλμ «Η κατάσταση των πραγμάτων». Είναι μια επιπλέον απόδειξη της αγάπης σας για τον κινηματογράφο ή πρόκειται για κάτι άλλο;

Σε μερικές περιπτώσεις είναι μια αναγκαιότητα. Η ταινία «Η κατάσταση των πραγμάτων» για παράδειγμα είναι μια ταινία για τον κινηματογράφο. Για να την κάνω είχαν ανάγκη από έναν σεναριογράφο που να ήξερε τα πάντα για μια κινηματογραφική «εκίπ», δηλαδή από ένα σκηνοθέτη που να ξέρει να γράφει και όχι μόνο από έναν απλό σεναριογράφο. Οι σεναριογράφοι γενικά, δεν ξέρουν και πολλά από το πώς λειτουργεί ο κινηματογράφος. Ο Κράμερ ήταν καταπληκτικός.

Και σαν ηθοποιός;
Άλλο τόσο. Όπως εξάλλου και όλοι οι άλλοι σκηνοθέτες πού έπαιξαν στις ταινίες μου. Εξάλλου, με βοήθησαν πολύ με τις συμβουλές που μου έδιναν

Σύμφωνα με την γνώμη σας οι σκηνοθέτες είναι όλοι τους ικανοί να σταθούν πάνω στην σκηνή;
Υπάρχουν σκηνοθέτες για τους ηθοποιούς και σκηνοθέτες για την εικόνα. Αυτό δεν πάει να πει ότι ένας σκηνοθέτης ηθοποιών, ένας ρόλος που αντιστοιχεί λίγο μ’ εκείνον ενός διευθυντού ξέρει και να παίζει. Σίγουρα η πείρα μετράει πολύ. Μετά από μερικές ταινίες αρχίζεις να γνωρίζεις το επάγγελμα του ηθοποιού και καταλήγει να ταυτίζεται μ’ αυτό σε τέτοιο σημείο, ώστε μπορείς να κάνεις κι αυτή τη δουλειά.

Πως θεωρείτε ο ίδιος τον εαυτό σας; Σαν ένα σκηνοθέτη –ηθοποιό ή σαν ένα σκηνοθέτη εικόνων;
Θα έλεγα περισσότερο σαν σκηνοθέτη εικόνων.

Και σεις ο ίδιος υποδυθήκατε κάποιον ρόλο…
Ναι στο «Νικ’ς Μούβυ». Αλλά ήμουν εγώ ο ίδιος και ο Νικ ήταν ο ίδιος ο εαυτός του. Αλλά την ίδια στιγμή επρόκειτο για μια αυταπάτη, για έναν ρόλο, για τη δουλεία του ηθοποιού. Υπήρχε ένα σενάριο και ο Νικ με είχε βάλει στην σκηνή. Μερικά πράγματα τα είχαμε γυρίσει όχι λιγότερες από δέκα φορές.

Υπάρχουν μερικοί που θεωρούν τον Ραίη σαν τον ιδανικό σας σκηνοθέτη….
Γνώριζα πολύ καλά τον Ραίη. Βρίσκονταν πολύ κοντά μου σαν άτομο και σαν φίλος. Ο πραγματικός μου δάσκαλος, το ιδανικό μου είναι ο Ιάπωνας σκηνοθέτης Γιαζουγίρο Όζου/ Yasujiro Ozu. Τον γνώριζα πολύ λίγο, αλλά τον αγάπησα να τον αγαπώ πολύ για τον κινηματογράφο του.

Γιατί;
Για την απλότητα και το νόημα των ταινιών του. Για την ικανότητα του να κυριαρχεί πάνω στην φόρμα. Μερικές ταινίες του δεν έχουν καν την ανάγκη από μια υπόθεση για να διηγηθούν κάτι. Από τον κινηματογράφο του Όζου κατάλαβα ότι αυτό που μετράει σε μια ταινία είναι τα πρόσωπα και ο τρόπος ζωής τους. Και έαν από αυτά τα πρόσωπα και από τη ζωή τους βγαίνει κάποια υπόθεση τόσο το καλύτερο αλλιώς κάνει το ίδιο. Η δραματική τέχνη για αυτόν, όπως και για μένα, δεν μετράει.

(η ελληνική μετάφραση του άρθρου από τo ιταλικό περιοδικό Panorama, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Οδός Πανός τ.9, Απρίλιος –Ιούνιος 1983)

http://www.cinephilia.gr/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s