Φωτιά στη Θάλασσα (2016) του Τζιανφράνκο Ρόσι | Κριτική Γιάννη Καραμπίτσου

fuocoammare

Από τις πιο σημαντικές ταινίες της χρονιάς που διανύουμε το ντοκιμαντέρ, που κατέκτησε τη Χρυσή Άρκτο του 66ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου Φωτιά στη Θάλασσα παίρνει τον τίτλο του από τις προσφυγικές μαρτυρίες για ρουκέτες που έσκαγαν στη θάλασσα χρωματίζοντάς την και από το ομώνυμο παλιό ιταλικό τραγούδι. Σε παράλληλη αφήγηση βλέπουμε την καθημερινή ζωή στο νησάκι Λαμπεντούζα των 6.000 κατοίκων και των πάνω από 15.000 νεκρούς πρόσφυγες όπως μας πληροφορεί η ταινία .

fuocoammare-2016-01

Ο Ιταλός Τζιανφράνκο Ρόζι κέρδισε το Χρυσό Λιοντάρι στη Βενετία πριν δυο χρόνια με το «Sacro Gra».

Η ζωή των ανθρώπων που ζουν και εργάζονται κατά μήκος του μεγαλύτερου περιφερειακού αυτοκινητόδρομου της Ιταλίας GRA (Grande Raccordo Anulare / Great Ring Road). Ήρωες της ταινίας είναι οι απλοί άνθρωποι, τους οποίους γνωρίζουμε κρυφοκοιτάζοντας την καθημερινότητά τους: μια καθημερινότητα στο όριο του ουσιαστικού και του ανούσιου, του μπανάλ και του συναρπαστικού. Το κοινό τους σημείο είναι ο αυτοκινητόδρομος – δαχτυλίδι που περικυκλώνει τη Ρώμη, ο αληθινός πρωταγωνιστής της ταινίας.

Στο Φωτιά στη Θάλασσα καταπιάνεται με το πιο φλέγον θέμα της γηραιάς ηπείρου το προσφυγικό για το οποίο έχουν ειπωθεί, γραφτεί, προβληθεί άπειρα πράγματα με αποστασιοποιημένο,  στοχαστικό και σπαρακτικό τρόπο ταυτόχρονα. Πρόκειται για την δική του εκδοχή ποιητικού κινηματογράφου

Ήσυχος και χωρίς “πυροτεχνήματα” κινηματογράφος, ο οποίος αναμφισβήτητα αποτελεί μια ισχυρή γροθιά» γράφει ο Andrew Pulver στην εφημερίδα Guardian. Ήσυχος κινηματογράφος αλλά όχι χωρίς ψυχή. 

Αν και βρίσκεται περίπου 200 χιλιόμετρα ανοικτά της νότιας ακτής της Ιταλίας, η Λαμπεντούζα έχει γίνει πρωτοσέλιδο παγκοσμίως τα τελευταία χρόνια σαν το πρώτο λιμάνι εισόδου για εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες της Αφρικής και Μέσης Ανατολής που ελπίζουν να κάνουν μια νέα ζωή στην Ευρώπη. Ο Ρόσι έζησε μήνες  στο νησί της Μεσογείου, συλλαμβάνοντας την ιστορία της, τον πολιτισμό και την τρέχουσα καθημερινή πραγματικότητα των 6.000 κατοίκων της, καθώς εκατοντάδες μετανάστες φτάνουν στις ακτές της σε εβδομαδιαία βάση.

Η Λαμπεντούζα αποτελεί ένα πολλαπλό σύνορο: Χωρίζει την Αφρική από την Ευρώπη, τον Δυτικό από τον Τρίτο Κόσμο.

Το ντοκιμαντέρ έχει σαν κεντρικό ήρωα τον 12 χρονο Σαμουέλε Καρουάνα που πηγαίνει στο σχολείο, του αρέσει να ρίχνει με τη σφεντόνα του και να κυνηγά, προτιμά τη στεριά, παρότι τα πάντα γύρω του αναφέρονται στη θάλασσα αγνοώντας τους άνδρες, τις γυναίκες και τα παιδιά από την Αφρική που επιχειρούν να τη διασχίσουν, για να φτάσουν στο νησί του αναζητώντας είσοδο σε έναν καλύτερο κόσμο, ανθρωπινότερο. Η περιγραφή των βασάνων των μεταναστών για να φτάσουν έως εδώ με τη μορφή τραγουδιού-προσευχής από έναν νεαρό αφρικανό μετανάστη είναι μία από τις πιο συνταρακτικές της ταινίας.

Ο Σαμουέλε τα αγνοεί όλα αυτά. Επειδή δε βλέπει καλά από το ένα του μάτι το «τεμπέλικο»;; Μπορεί!! Καλύπτει, το δυνατό του μάτι για να μάθει το «τεμπέλικο» να βλέπει κι εκείνο δυνατά τα πράματα γύρω του. 

Η θάλασσα που περιβάλλει το νησί, μονίμως «φλέγεται». Η κυρία Μαρία αφιερώνει το Fuocoammare: φωτιά στη θάλασσα, ένα τραγούδι σιτσιλιάνικο, απομεινάρι του πολέμου, όταν η θάλασσα ήταν γεμάτη κινδύνους και οι ψαράδες δεν μπορούσαν να δουλέψουν.

Ο Πιέτρο Μπάρτολο,  ο συνειδητοποιημένος και ευαισθητοποιημένος γιατρός εξομολογείται στην κάμερα ότι τελευταία περισσότερο κάνει νεκροψίες παρά φροντίζει τους ζωντανούς και ότι αυτό τον εξουθενώνει.

«Πολλοί συνάδελφοί μου λένε πως πρέπει να έχω συνηθίσει πια, μετά απ’ όσα έχω δει. Κάνουν λάθος. Πώς συνηθίζεις να βλέπεις νεκρά παιδιά, έγκυες γυναίκες;». 

Δύο κόσμοι παρουσιάζονται χωρίς καμιά σε πρώτο επίπεδο άμεση αλληλεπίδραση, εκτός της δυναμικής παρουσίας του γιατρού. Με μια ακίνητη, «ουδέτερη», αόρατη κάμερα αλλά και με ωραία καδραρισμένα και φωτισμένα πλάνα ο ρόλος του δημιουργού μοιάζει να περιορίζεται σε εκείνον ενός ενεργητικού και ριζοσπάστη παρατηρητή που θέλει να αποφύγει τα εύκολα συναισθήματα και να προβληματίσει, ταρακουνήσει τα λιμνασμένα και «τεμπέλικα» μυαλά μας με μια «επιστημονική» καθάρια χωρίς φιοριτούρες προσέγγιση. Δεν πρόκειται σίγουρα για ένα συνηθισμένο ντοκιμαντέρ, το σινεμά του Τζιανφράνκο Ρόσι είναι διακριτικό,  ιδιότυπο, αποτελεσματικό και επιδραστικό όπως συμβαίνει άλλωστε με όλες τις εκδοχές εκείνου του σινεμά που αποκαλούμε μεγάλο.  

14 Απριλίου 2016 Γιάννης Καραμπίτσος (3,5/5)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s