Η Μεγάλη Χίμαιρα (1937) του Ζαν Ρενουάρ | Ριζοσπαστικό Αριστούργημα, από τις πιο σημαντικές ταινίες του 20ου αιώνα

LA GRANDE ILLUSION poster

«Οι παρέες διαμορφώνουν τον κόσμο ολόκληρο, κάθε πόλη, κάθε χώρα. Μάλιστα, μερικές παρέες ξεπερνούν τα εθνικά σύνορα και γίνονται διεθνείς. Κάθε παρέα έχει τις συνήθειές της, την ηθική της, την δική της γλώσσα. Απλούστερα, κάθε παρέα έχει τους δικούς της κανόνες, κι αυτοί οι κανόνες κατευθύνουν το παιχνίδι. Όσο πιο μικρή παρέα, τόσο πιο αυστηροί κανόνες. Γι’ αυτό, οι ομάδες των πλουσίων, αυτών που παίζουν τένις και αγαπούν την ιππασία, δηλαδή τα μέλη μιας κοινωνικής κάστας, ζουν ακολουθώντας κώδικες που γίνονται αυστηρότεροι όσο αυτές οι κάστες απομακρύνονται από τον υπόλοιπο πληθυσμό.» – Ζαν Ρενουάρ (Jean Renoir / 15 Σεπτεμβρίου, 1894 – 12 Φεβρουαρίου, 1979).  

ΜΗΝ ΧΑΣΕΤΕ ΤΟ ΑΝΕΠΑΝΑΛΗΠΤΟ ΑΡΙΣΤΟΥΡΓΗΜΑ ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟ ΣΤΙΣ 21.00 ΜΕ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΙΣΟΔΟ ΣΤΟΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ ΑΛΕΚΑ ΜΕ ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΠΡΟΒΟΛΗ

«Κανείς δε συνέλαβε την αληθινή φύση της οθόνης καλύτερα από τον Ρενουάρ. Κανείς δεν απαλλάχθηκε με τόση επιτυχία από τις διφορούμενες αναλογίες της με την ζωγραφική και το θέατρο. Έχοντας στο μυαλό τους, τις παραδοσιακές αναφορές, οι σκηνοθέτες του σινεμά τείνουν να συλλαμβάνουν τις εικόνες εγκλωβισμένες σ’ ένα ορθογώνιο παραλληλόγραμμο, όπως οι ζωγράφοι και οι θεατρικοί σκηνοθέτες. Ο Ρενουάρ αντίθετα, κατανοεί πως η οθόνη δεν είναι απλό παραλληλόγραμμο αλλά ένα ομοθετικό επίπεδο του βιζέρ της κάμεράς του. Το ακριβώς αντίθετο του κάδρου. Η οθόνη είναι μια μάσκα που περισσότερο κρύβει παρά αποκαλύπτει την πραγματικότητα.» – Αντρέ Μπαζέν (Κριτικός και θεωρητικός του κινηματογράφου)

LA GRANDE ILLUSION – Η μεγάλη χίμαιρα 1937 (Jean Renoir)

Μαζί με τον «Κανόνα του παιχνιδιού» η καλύτερη ταινία του Renoir, του δεύτερου γιου του μεγάλου Γάλλου ιμπρεσιονιστή ζωγράφου. Ο τίτλος αναφέρεται στη χιμαιρική ελπίδα που αναπτύχθηκε στην διάρκεια του πολέμου, πως είναι δυνατόν να σπάσουν οι ταξικοί φραγμοί και να αναπτυχθεί μια συντροφικότητα μεταξύ των ανθρώπων, πάνω από τάξεις και φύλα. Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το αεροπλάνο του λοχαγού de Boeldieu (Pierre Fresnay) και του υπολοχαγού Maréchal (Jean Gabin) καταρρίπτεται από τον Γερμανό αξιωματικό von Rauffenstein (Erich von Stroheim). Οδηγούνται σ’ ένα στρατόπεδο αιχμαλώτων πολέμου, όπου μαζί με μια παρέα συμπατριωτών τους, οργανώνουν την απόδραση. Όμως, λίγο πριν την υλοποίηση του σχεδίου, μεταφέρονται σε μία φυλακή-κάστρο, υπό τη διοίκηση του von Rauffenstein, ενώ μία σχέση σεβασμού και εκτίμησης συνδέει τους αριστοκρατικής προέλευσης von Rauffenstein και de Boeldieu. Γεμάτο από εικόνες με νοήματα – το καρέ ενός παραθύρου του στρατοπέδου, που αντιπροσωπεύει την αίσθηση του «μέσα» (προσαρμογή) και του «έξω» (απόρριψη), ο νάρθηκας λαιμού του von Rauffenstein που τον κάνει επίσης αιχμάλωτο – το φιλμ είναι μια ουμανιστική καταδίκη του πολέμου και μια απαράμιλλη κριτική των λαθών που διατηρούν την κοινωνία μας. Ο ειρηνιστής σκηνοθέτης συνεχίζει να διηγείται τη λεγόμενη μαγεία της πραγματικότητας, ήδη παρούσα στο Έγκλημα του Κυρίου Λανζ. Και αυτή τη φορά, η προσοχή είναι στραμμένη στους χαρακτήρες, στον ανθρώπινο παράγοντα και στην Renoir θεώρηση της κοινωνίας. Με πολύπλοκο σενάριο, προσεγμένους διαλόγους, απρόβλεπτο χιούμορ, κλειστοφοβική φωτογραφία και έξοχες ερμηνείες, ο Renoir, ο σπουδαιότερος εκπρόσωπος του «Ποιητικού Ρεαλισμού» μαζί με τον Rene Clair, κάνει πράξη αυτό που πίστευε ακράδαντα, ότι ο κινηματογράφος είναι κάτι παραπάνω από μια κονσερβοποιημένη θεατρική παράσταση (όπως πίστευαν οι νατουραλιστές) και προσπαθεί να εκμεταλλευτεί όλες τις δικές του καλλιτεχνικές αξίες και δυνατότητες. Η εκπληκτική οργάνωση της εικόνας, η λεπτή ειρωνεία, η κοινωνική ανάλυση, τα μεγάλα κυκλικά τράβελινγκ που διερευνούν εξαντλητικά το χώρο, και οι διπλές εστιάσεις που εναλλάσσουν σε βάθος πεδίου τους χαρακτήρες και τις αντιδράσεις τους είναι μερικά από τα στοιχεία που χαρακτήρισαν την ταινία αλλά και γενικότερα το έργο του μεγάλου δημιουργού. Ενώ το σενάριο του Charles Spaak είναι ευφυέστατο, με ολοκληρωμένους χαρακτήρες και στέρεα δομή. Ένα απ’ τα μεγαλύτερα αριστουργήματα του παγκόσμιου κινηματογράφου.

http://the100bestmovies.blogspot.gr/

LA GRANDE ILLUSION poster 01

Η μεγάλη χίμαιρα 1937 (Jean Renoir)

Πληροφορίες

Σκηνοθέτης: Jean Renoir
Σενάριο: Jean Renoir- Charles Spaak
Μουσική: Joseph Kosma
Ηθοποιοί: Jean Gabin, Dita Parlo, Pierre Fresnay, Erich von Stroheim
Τοποθεσία: Γαλλία 1937
Διάρκεια: 114′

Η “μεγάλη χίμαιρα” στην οποία αναφέρεται το φιλμ του Ρενουάρ είναι (κατά προσέγγιση) το ότι η βεβιασμένη συντροφικότητα του πολέμου δε μπορεί να σπάσει τους ταξικούς φραγμούς. Κι είναι εξίσου χιμαιρικό, σύμφωνα με τη Βρετανίδα κριτικό Σίλια Μπρίτον να σπάσουν οι φραγμοί ανάμεσα στα φύλα, ακόμα και σε περιόδους που οι ανταγωνισμοί αυτοί αμβλύνονται. Ο αριστοκρατικής καταγωγής Γάλλος αξιωματικός ντε Μποιλντιέ (Πιερ Φρενέ) θυσιάζεται για να μπορέσουν να δραπετεύσουν οι συγκρατούμενοί του, ο μηχανικό : Μαρεσάλ και ο πλούσιος Εβραίος αστός Ροζαντάλ: όμως οι διάλογοι που έγραψε ο Σπάακ δεν αφήνουν περιθώρια για αυταπάτες – ο ντε Μποιλντιέ έχει περισσότερα κοινά με τον Γερμανό διοικητή φον Ραουφενστάιν (Έριχ φον Στροχάιμ). Ο Μαρεσάλ κι ο Ροζαντάλ δραπετεύουν και χάρη στο ειδύλλιο του Μαρεσάλ (Ζαν Γκαμπέν ) με μια Γερμανίδα χωρική, διαφεύγουν στην Ελβετία. Κι ιδώ φαίνεται μια ακόμα “μεγάλη χίμαιρα”, μια χίμαιρα θεόσταλτη, σαν θαύμα: οι δραπέτες γλιτώνουν από μια ομάδα Γερμανών σκοπευτών που περιπολούν τα σύνορα, χάρη στο χιόνι που τους καμουφλάρει. Η ταινία είχε προγραμματιστεί να τελειώνει με μια σκηνή όπου ο Μαρεσάλ κι ο Ροζαντάλ θα έκλειναν ραντεβού την πρώτη παραμονή πρωτοχρονιάς μετά το τέλος του πολέμου στο εστιατόριο του Μαξίμ στο Παρίσι. Ο Ρενουάρ ήθελε να δείξει δυο άδειες θέσεις… Η μεγάλη χίμαιρα δείχνει παρόλα αυτά πως τόσο οι αστοί όσο κι οι εργάτες δεν έχουν αυταπάτες για τον αδυσώπητο ταξικό διαχωρισμό και πως οι αριστοκράτες πιάνονται χέρι-χέρι, ξέροντας πως το μόνο που έχουν κοινό είναι η συνείδηση πως η τάξη τους είναι καταδικασμένη να πεθάνει.

Η σκηνοθεσία του Ρενουάρ είναι λιτή και ρέει με τέτοιο τρόπο ώστε κανείς δε πολυστέκεται στην τεχνική. Μια τεχνική που φτάνει την τελειότητα, δίνοντας την αίσθηση του φευγαλέου και αντιφατικού συνόλου στο οποίο ο θεατής συμμετέχει αναγκαστικά όπως για παράδειγμα στη σκηνή όπου οι Άγγλοι αξιωματικοί ντύνονται με το ζόρι για να πάνε στη γιορτή του στρατοπέδου και η κάμερα ακολουθεί το βλέμμα των άλλων φυλακισμένων καθώς τους παρατηρούν κοροϊδευτικοί και δύσπιστοι, αλλά γεμάτοι από ένα ολοφάνερο ερωτισμό. Ο Ρενουάρ, γιός του ζωγράφου Ογκύστ Ρενουάρ ήταν για πολλά χρόνια ένας παραγνωρισμένος σκηνοθέτης που δε διέθετε το λούστρο του Κλαιρ και του Καρνέ. Ο Ρενουάρ έπρεπε να περιμένει το τέλος του πολέμου για να πάρει τη θέση που του άξιζε, κύρια χάρη στις κριτικές του Αντρέ Μπαζέν που επαινούσε το σεβασμό του Ρενουάρ στη συνέχεια του δραματικού χώρου και τον θεωρούσε άτρωτο στο πέρασμα του χρόνου. Μια αντιπαράθεση ενός φιλμ του Αιζενστάιν ή του Βίνε με ένα του Ρενουάρ αποσαφηνίζει αυτό που υποστήριζε ο Μπαζέν: είναι η αντίθεση ανάμεσα σ’ ένα κόσμο μεταφορικής παράθεσης διαφορετικών σκηνών και σ’ ένα κόσμο οργανικής συνέχειας, ανάμεσα σε μια κάμερα που εμφανώς οργανώνει τα γεγονότα και σε μια κάμερα που λειτουργεί σαν παράθυρο στον κόσμο . Όπως είχε γράψει και η Πενελόπ Χιούστον ο Ρενουάρ φιλμάρει, ότι υπάρχει έξω από την κάμερα και ανεξάρτητα απ’ αυτή , βάζοντας απλώς την κάθε σκηνή στην υπηρεσία της. Προφανώς πρόκειται για μια ψευδαισθητική αντίθεση, γιατί, ότι βλέπουμε στην οθόνη έχει οργανωθεί από πριν και εκτός από μερικά είδη του σινεμά-βεριτέ, <έχει μπει στην υπηρεσία της κάμερας >.’Ομως ο Ρενουάρ ήταν κατά μεγάλο μέρος υπεύθυνος για ένα τρόπο οργάνωσης ριζικά διαφορετικό από οτιδήποτε είχε γίνει πριν, κι αυτό είναι φανερό ήδη από τον καιρό του Nana (Νανά), 1926. Οι πρώτες αξιομνημόνευτες ομιλούσες ταινίες του ήταν ένα δράμα ζηλοτυπίας, το La chienne (Η σκύλα), 1931, το αστυνομικό φιλμ La nuit de carrefour (Η νύχτα στο σταυροδρόμι), 1932, το Boudou sauve des eaux (Ο Μπουντύ σώζεται από τον πνιγμό),1932 και το κατά παραγγελία Le crime de monsier Lange (To έγκλημα του κυρίου Λανζ), 1935. Είναι περισσότερο ο τρόπος που ο Ρενουάρ αντιλαμβάνεται τη παρουσίαση των μεταναστών στον Τόνι και συνεπώς η χρήση των τράβελινγκ και των διπλών εστιάσεων (και λιγότερο το μοντάζ του Αιζενστάιν) που έκαναν τον Μπαζέν να τον χαρακτηρίσει σαν σκηνοθέτη <που ενδιαφέρεται για τη δημιουργία χαρακτήρων και καταστάσεων που αυτοεκφράζονται παρά για μια ιστορία>.Η σύγκρουση και η αντίθεση είναι αναπόσπαστο κομμάτι των χαρακτήρων και των καταστάσεων, καθώς και των ίδιων των εικόνων, στα δύο γνωστότερα φιλμ του Ρενουάρ, το La grande illusion (Η μεγάλη χίμαιρα),1937, και το La regie du jeu (Ο κανόνας του παιχνιδιού),1939.

Κήθ Ρήντερ: Ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου. Εκδόσεις Αιγόκερως

Grand-Illusion-1937

ΖΑΝ ΡΕΝΟΥΑΡ
Η μεγάλη Χίμαιρα

Στα μέσα της δεκαετίας του ’30 εμφανίζεται και στη Γαλλία η ιδέα του Λαϊκού Μετώπου (ΛΜ), συνασπισμού κομμουνιστών/σοσιαλδημοκρατών κυρίως, με στόχο την απόκρουση του διαφαινόμενου κινδύνου του φασισμού και του πολέμου. Το 1935 ο κίνδυνος γίνεται περισσότερο από ορατός. Το 1936 το ΛΜ κερδίζει τις βουλευτικές εκλογές. Με τη δημιουργία του ΛΜ οι κομμουνιστές ήταν εκείνοι που δεσμεύτηκαν σε μια ευρείας έκτασης στροφή πολιτικού και, τελικά, ιδεολογικού χαρακτήρα, ενώ οι άλλοι συμβαλλόμενοι δεν δεσμεύτηκαν σε τίποτα απολύτως. Παραχωρήσεις έκαναν μόνο οι κομμουνιστές, ενώ ο αρχηγός της κυβέρνησης του ΛΜ Λεόν Μπλουμ διευκρίνιζε ότι «η κυβέρνηση του ΛΜ θα δράσει μέσα στα πλαίσια της σημερινής κοινωνίας». Δηλαδή, όπως αναφέρει ο Θανάσης Παπαρήγας στο εξαιρετικό βιβλίο του«Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Σκέψεις για μερικές πλευρές του»(εκδ. «Σύγχρονη Εποχή»), «…οι κομμουνιστές έχουν ήδη αναλάβει μια υποχρέωση που αχρηστεύει οποιαδήποτε άλλη: Να υποστηρίξουν μια κυβέρνηση που δρα στα «πλαίσια της σημερινής κοινωνίας»». Ηδη στα τέλη του ’36 ήταν σαφές ότι η κυβέρνηση του γαλλικού ΛΜ δεν κούνησε ούτε το δαχτυλάκι της για να σώσει την κυβέρνηση του ΛΜ στην Ισπανία και ότι δεν ανέτρεψε διόλου την πορεία προς το φασισμό και τον πόλεμο. Με φόντο τα παραπάνω και την επικείμενη προέλαση του Τρίτου Ράιχ, ο Ζαν Ρενουάρ γυρίζει το χειμώνα του 1936-’37 την ταινία «ΜΕΓΑΛΗ ΧΙΜΑΙΡΑ». Η ταινία – από τις σημαντικότερες ταινίες, τόσο για τον πόλεμο όσο και στην ιστορία του κινηματογράφου – στόχο, μεταξύ άλλων, είχε να λειτουργήσει απαντητικά στο ζήτημα μιας μετωπικής σύγκρουσης με τη Γερμανία.

Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκονται δυο Γάλλοι αξιωματικοί που κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο αιχμαλωτίζονται από τους Γερμανούς. Παρά την κοινή τους εθνικότητα και την καθημερινή τους συνεργασία, στο να καταφέρουν να αποδράσουν από το στρατόπεδο που κρατούνται, οι δυο τους παραμένουν ξένοι, λόγω της ταξικής τους διαφοράς.
Ο Ζαν Γκαμπέν υποδύεται τον Μαρεσάλ, έναν ανεπιτήδευτο μηχανικό που προβιβάστηκε σε υπολοχαγό χάρη στη σημασία που απόκτησε η αεροπορία στη διεξαγωγή του πολέμου. Ο Μαρεσάλ δεν μπορεί να κατανοήσει τη σοφιστικέ κομψή συμπεριφορά και την επιφυλακτική απόσταση που κρατά ο αριστοκράτης συγκρατούμενός του – τον οποίο υποδύεται ο Πιέρ Φρενέ – που ως επί το πλείστον επιθυμεί να μένει μόνος, να ρίχνει πασιέντζες και απευθύνεται στον πληθυντικό στους συντρόφους του ενώ πλένει με σχολαστικότητα τα λευκά του γάντια. Ωστόσο, ο Γάλλος αριστοκράτης επικοινωνεί πολύ ευκολότερα με το Γερμανό ευγενή φύλακά του, ένα στρατιωτικό καριέρας με μονόκλ και επίσης λευκά γάντια, που υποδύεται ο μέγας Εριχ φον Στρόχαϊμ – επίκαιρος την ερχόμενη εβδομάδα με τη σκηνοθετική του ιδιότητα, λόγω της ταινίας του «ΑΠΛΗΣΤΙΑ», που βγαίνει στις αίθουσες. Και οι δυο αξιωματικοί ανήκουν σε έναν κόσμο υπεράνω «εθνικών συνόρων», που διέπεται από τις ίδιες τελετουργικές αβρότητες και το ίδιο επιτηδευμένα εξιδανικευμένο στιλ. Και οι δυο τους είναι σε θέση να συζητούν για αγώνες ιπποδρομίας που κέρδισαν τρόπαια ή για την αισθησιακή Φιφί, που αμφότεροι συνάντησαν το 1913 στο Παρίσι, στο «Maxim’s». Η κοσμοπολίτικη κουλτούρα τους, τους παρέχει τη δυνατότητα να μιλά ο ένας τη γλώσσα του άλλου ή ακόμα και να συνδιαλέγονται σε μια τρίτη γλώσσα, που αμφότεροι χειρίζονται άριστα, στην προκειμένη περίπτωση τα αγγλικά, που εδώ μετατρέπονται σε γλώσσα ταξική, η οποία τους διαχωρίζει από τον περίγυρο των συμπατριωτών τους.
Ο Γάλλος όμως ξεχωρίζει σε κάτι από το Γερμανό ομογάλακτό του: Είναι ένας «διαφωτισμένος» αριστοκράτης, ενώ ο Γερμανός, ο Πρώσσος φαλακρός ευγενής, είναι ένα απολίθωμα που πεισματικά αρνείται να αποδεχθεί ότι ανήκει σε μια κοινωνική τάξη που ήδη έχει ολοκληρώσει τον κύκλο ζωής της. Οταν ο Γάλλος αριστοκράτης επισημαίνει ότι «άνδρες σαν τον Μαρεσάλ (Ζαν Γκαμπέν) είναι καλοί αξιωματικοί και καλοί στρατιώτες» ο Γερμανός ευγενής χαχανίζει περιφρονητικά: «Κομψό δώρο της Γαλλικής Επανάστασης!». Ο Γάλλος αριστοκράτης αντίθετα από τον Γερμανό αποδέχεται ορθολογικά ότι ο Μαρεσάλ ανήκει σε μια ανερχόμενη κοινωνική τάξη λέγοντας ότι «κανένας δεν μπορεί να κάνει κάτι για να εμποδίσει τη ροή του χρόνου». Και λίγο πριν πεθάνει, απευθυνόμενος στον Γερμανό ισότιμό του αναφέρει:
«Για έναν άνθρωπο του λαού, να πεθαίνει στον πόλεμο είναι φριχτό. Για σάς και για μένα είναι μια καλή λύση».
Με την αυτοθυσία του, ο Γάλλος αριστοκράτης, εισέρχεται στη σφαίρα μιας αδελφότητας (τάξης εθνικής) που μέχρι τώρα φρόντιζε να κρατά σε απόσταση, όπου οι ταξικές διαφορές «συμφιλιώνονται». Η προνομιούχα – προηγουμένως – τάξη υποκλίνεται στην εξέλιξη που συνοδεύει αναπόφευκτα το πέρασμα του χρόνου και παραμερίζει για να προσφέρει τη θέση της στην καινούργια – φτάνει να μην είναι απειλητική – ανερχόμενη τάξη. Βλέπετε… η ευγένεια υποχρεώνει ή μάλλον noblesse oblige!
Βέβαια, κατά τον συν-σεναριογράφο Spaak, στο σενάριο θα έπρεπε να τονίζεται ιδιαίτερα και η αμοιβαία αντιπάθεια των δύο Γάλλων, εκπροσώπων δύο διαφορετικών κοινωνικών τάξεων, που μπορεί ο πόλεμος να τοποθέτησε στο ίδιο στρατόπεδο, η ειρήνη όμως θα τους ξανάστελνε σε δύο εντελώς διαφορετικούς κόσμους, ενεργοποιώντας εκ νέου την αναμεταξύ τους αντιπαλότητα. Εξ ου και ο τίτλος «Χίμαιρα», για την αγία συμμαχία πέρα από ταξικά σύνορα.
Με χωλαίνουσα ταξική ανάλυση, ο Ρενουάρ αποφεύγει να τοποθετήσει τον πόλεμο σε οικονομικο-πολιτικά πλαίσια και να επεξηγήσει τις αιτίες που τον προκαλούν. Αντί για τη φρικιαστική περιγραφή της κόλασης του μετώπου, μας οδηγεί σε ψυχολογικά πλαίσια και σε συναρπαστικές στιγμές καταμέτρησης της δύναμης και του συσχετισμού ανάμεσα στους κρατούμενους και τους κρατούντες.
«Η ΜΕΓΑΛΗ ΧΙΜΑΙΡΑ» σημείωσε μεγάλη επιτυχία στην πρεμιέρα της τον Ιούνη του 1937 και ομόθυμη σχεδόν η κριτική την εξύψωσε στα ουράνια. Η ταινία έγινε κάτι σαν τεστ Rorschach (για περιπτώσεις δικανικής αξιολόγησης) με τις εναλλαγές και την ύφανση στον ιστό της διαφορετικών στρώσεων από μοτίβα και συναισθηματικούς τόνους πράγματι αντιθετικά που όμως εδώ λειώνει το ένα μέσα στο άλλο χάρη στην «αντικειμενικότητα» προς όλες τις πλευρές που βρίσκεται στην υπηρεσία ενός ουμανιστικού πάθους για τον Άνθρωπο. Αδελφότης και Ειρήνη. Η Αριστερά έκανε αναλύσεις επί αναλύσεων για το πώς οι ταξικές διαφορές και η αλληλεγγύη έξω από τα εθνικά σύνορα λειτουργεί πιο έντονα απ’ όσο εντός συνόρων ανάμεσα στις τάξεις, ενώ αντίθετα η Δεξιά τόνιζε πως ο πόλεμος και η αιχμαλωσία μπορούν να συνενώσουν τις κοινωνικές τάξεις σε μια εθνική αδελφότητα. Μετά από κάποιον καιρό η εφημερίδα του ΓΚΚ «Humanite» σημείωνε ότι στον επίλογο της ταινίας ο Μαρεσάλ δεν έμεινε τελικά με την Γερμανίδα αγρότισσα, από τη σύμμαχη κοινωνική τάξη που τον περιέθαλψε, αλλά έφυγε. Το γεγονός κατακρίνεται ως μορφή λιποταξίας…
Παίζουν: Ζαν Γκαμπέν, Πιέρ Φρενέ, Εριχ φον Στρόχαϊμ, Ντιτά Παρλό κ.ά.
Παραγωγή: Γαλλία (1937)

http://www.rizospastis.gr/

Grand-Illusion-1937 01

2 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2016
Η Μεγάλη Χίμαιρα… σκέψεις ενός ιστορικού για μια ταινία

από την παρουσίαση της ταινίας στα πλαίσια του αφιερώματος «Οι ιστορικοί για τον Α’Παγκόσμιο Πόλεμο», Ιωάννινα, Μάρτιος 2015

Σύμφωνα με το Marc Ferro, «o κινηματογράφος συμπλέκεται πολλαπλά με την Ιστορία: λόγου χάρη, στα σταυροδρόμια όπου παράγεται η ιστορία εν τω γίγνεσθαι, εκεί όπου η ιστορία γίνεται αντιληπτή είτε ως σχέση στον παρόντα χρόνο είτε ως ερμηνεία του μέλλοντος που επιφυλάσσεται στις κοινωνίες. Σε όλα αυτά τα επίπεδα ο κινηματογράφος παρεμβαίνει» Ο κινηματογράφος κάνει σίγουρα δύο πράγματα: αναπαριστά την ιστορία και ταυτόχρονα αναπλάθει ιστορίες. Υπάρχει και μια τρίτη διάσταση. Ο ίδιος βρίσκεται μέσα στην ιστορία και αποτελεί προϊόν της, επομένως την καθρεφτίζει. Ο κινηματογράφος βρίσκεται μέσα στην ιστορία ή είναι μέρος της ιστορίας κατά δύο κύριες διαστάσεις. Κατά την πρώτη, αποτελεί συστατικό της και συμμετέχει στη διαμόρφωση της ροής της. Κατά τη δεύτερη, αποτελεί ντοκουμέντο, μέρος του «σώματος υλικού» που προσφέρεται για τη μελέτη και την ερμηνευτική επεξεργασία της ιστορίας.
Στη Μεγάλη Χίμαιρα η συντροφικότητα των στρατιωτών παρουσιάζεται από τον Ρενουάρ μέσα από τις σχέσεις των γάλλων κρατουμένων στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Εκεί όμως και παρά τη μεταξύ τους φιλική σχέση και τον πατριωτισμό που τους διαπνέει εμφανίζεται έντονο το ταξικό ζήτημα, το ταξικό χάσμα ανάμεσα στους δύο αξιωματικούς, τον Μαρεσάλ και τον Μποελντιέ με τον δεύτερο να ανήκει στην αριστοκρατική τάξη αποδίδοντάς του «αρετές» που δεν διαθέτει ο Μαρεσάλ. Δεν θεωρεί τον Μποελντιέ ίσης αξίας με τον υπολοχαγό, δεν είναι αξιωματικός καριέρας. Το φιλμ είναι στην πραγματικότητα μια ευκαιρία για τον Ρενουάρ να αποτυπώσει την οπτική του για την κοινωνία. Οι άνθρωποι χωρίζονται με δύο τρόπους: ένας οριζόντιος ταξικός διαχωρισμός και ένας κάθετος γεωγραφικός διαχωρισμός. Κατά τον τρόπο αυτό ο Φον Ραουφενστάιν και ο Μποελντιέ, αν και ανήκουν σε δύο εχθρικά έθνη, υπηρετούν σε έναν πόλεμο που τους τυπικά τους χωρίζει αλλά οι ίδιοι αισθάνονται ότι βρίσκονται ταξικά κοντα, καθώς έχουν λάβει παρόμοια εκπαίδευση και ακολουθούν τους ίδιους κανόνες. Ο Ρενουάρ πιστεύει ότι οι τεχνητοί εθνικοί διαχωρισμοί στην ουσία τρέφουν τις παρεξηγήσεις μεταξύ των λαών, τις συγκρούσεις και την τελική ανθρωποθυσία. Το ζήτημα επομένως δεν μπορεί να είναι κατά κύριο λόγο παρά ταξικό.
Σύμφωνα με την πρώτη εκδοχή του σεναρίου, ο αριστοκράτης λοχαγός δεν θα πέθαινε, συμφωνούσε με τον προλετάριο υπολοχαγό να συναντηθούν στου Μαξίμ μετά τον πόλεμο, αλλά ήταν φανερό πως δεν θα ξαναβλέπονταν ποτέ. Το ταξικό τείχος θα αναγεννιόταν και θα χτιζόταν ψηλότερο από ό,τι στο παρελθόν με την αποκατάσταση της ειρήνης. Η τροποποίηση του σεναρίου οφειλόταν στη συνάντηση του Ρενουάρ με τον Έριχ φον Στροχάιμ. Καταγοητευμένος από την προσωπικότητα του ηθοποιού, ο Ρενουάρ επέκτεινε το ρόλο του και η σχέση του γάλλου αξιωματικού με τον γερμανό συνάδελφό του απέκτησε μεγαλύτερη σημασία. Το δίδυμο των ηθοποιών Φρενσέ και Στροχάιμ στη συνέχεια θα εξισορροπούσε το δίδυμο Φρενσέ και Γκαμπέν. Η πρώτη τροποποίηση της αρχικής ιδέας, δηλαδή ο θάνατος του γάλλου λοχαγού, παρέχει τη μοναδική διέξοδο που θα απηχούσε το υψηλό ήθος των σχέσεων τους. Αυτή η μεταβολή κατά τον Ferro, τροποποιεί βαθύτατα την ιδεολογία της ταινίας καθιστώντας τη λιγότερο διαφανή. Ο πατριωτισμός και ο θάνατος στο εξής αποκτούν βαρύτητα ισότιμη με το διεθνισμό και την ταξική πάλη.
Στην ταινία εντυπωσιάζει και ο τρόπος παρουσίασης των δύο αντίπαλων. Οι Γερμανοί εμφορούνται από αληθινά ανθρωπιστικά αισθήματα. Η φρουρά εύχεται καληνύχτα στους φυλακισμένους, ο δεσμοφύλακας προσφέρει τη φυσαρμόνικα του στον Μαρεσάλ, οι Γερμανίδες συμπονούν τους νεαρούς άντρες που εκπαιδεύονται προτού φύγουν για το μέτωπο, ενώ ο φον Ραούφενστάιν διαθέτει έκδηλα αίσθηση του χιούμορ και ιδιαίτερη ευγένεια. Βλέπουμε μια γερμανίδα χωριατοπούλα να κρύβει τους δύο Γάλλους δραπέτες και να συνάπτει ερωτική σχέση με τον Μαρεσάλ, παρότι ο άντρας και τα αδέρφια τις έχουν σκοτωθεί σε αυτόν τον πόλεμο. Τέτοιες σκηνές υπογραμμίζουν την υποδοχή της Χίμαιρας για την μεταπολεμική κοινωνία, όταν πρωτοπροβλήθηκε στους κινηματογράφους, το ’37. Δεν είναι τυχαίο ότι ο τύπος της Αριστεράς τη χαιρέτησε ως ειρηνιστικό έργο, στρατευμένο στον αγώνα της συμφιλίωσης των λαών. Για την Αριστερά εξάλλου η ιστορική πραγματικότητα δεν ερμηνεύεται από τις εθνικές συγκρούσεις, αλλά από την ταξική πάλη. Κατά συνέπεια ο πόλεμος αυτός δεν ήταν ταξικός αλλα ιμπεριαλιστικός και εθνικιστικός. Δεν υπήρξε εξάλλου τυχαία η αντίδραση των Ναζί. Η ταινία απαγορεύτηκε επειδή υπονόμευε το εθνικό αίσθημα, παρουσίαζε συμπαθητικές πτυχές των Εβραίων και επέτρεπε στο κοινό να παρακολουθήσει τους έρωτες μιας Γερμανίδας με ένα Γάλλο κρατούμενο. Η ηθοποιός Ντίτα Πάρλο, αντιμετώπισε αργότερα ενοχλητικές ερωτήσεις επειδή δέχτηκε το ρόλο. Το Βέλγιο και οι ΗΠΑ αρνήθηκαν να την προβάλουν, επειδή την έκριναν «υπερβολικά σοβινιστική». Το 1946, μία δεκαετία μετά, ο Ρενουάρ θα απαλείψει την ερωτική σκηνή με την Πάρλο, καθώς αυτή η σκηνή προβάλλει την εικόνα της «καλής» Γερμανίας συμπληρώνοντας την παράλληλα με εκείνην του γυναικοκατακτητή Γάλλου, δύο εικόνες που θεωρούνται ανυπόφορες την επαύριο της Κατοχής και της Αντίστασης. Πολύ περισσότερο όταν αυξάνονταν και οι καταγγελίες για την συμπεριφορά Γάλλων στρατιωτών στις κατεχόμενες γερμανικές επαρχίες μετά το 1945. Το 1937 ο σκηνοθέτης είχε ήδη εν μέρει περικόψει την αποστροφή του Μποελντιέ , ο οποίος ακούγοντας τους γερμανούς στρατιώτες να παρελαύνουν έλεγε: «ο ήχος των βημάτων τους, ο ίδιος σε όλους τους στρατούς του κόσμου». Αυτή η έσχατη διεθνιστική κραυγή κρίνεται απαράδεκτη το 1946, καθώς ήταν αδύνατον να γίνει αποδεκτή η ταύτιση της γαλλικής με τη ναζιστική μπότα. Έτσι θα λογοκριθεί…Η ταινία θα επαναπροβληθεί ολόκληρη μόνο μετά το 1970 και σήμερα πλέον θεωρείται ένα από τα κορυφαία αντιπολεμικά δημιουργήματα του παγκόσμιου κινηματογράφου.

https://lamprosflitouris.wordpress.com/

Grand-Illusion-1937 02

Η μεγάλη χίμαιρα(1937) του Ζαν Ρενουάρ

Μια ειρηνόφιλη ταινία, που συγκαταλέγεται στις καλύτερες της έβδομης τέχνης είναι η αριστουργηματική ταινία του μεγάλου Γάλλου σκηνοθέτη Ζαν Ρενουάρ «Η μεγάλη χίμαιρα». Το 1916 στη διάρκεια του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου μια ομάδα Γάλλων αιχμαλώτων μεταφέρεται σ’ ένα στρατόπεδο που έχει την έδρα του σ’ έναν παλιό πύργο. Διοικητής του στρατοπέδου είναι ένας αριστοκράτης αξιωματικός, ενώ και ο διοικητής των Γάλλων είναι αριστοκράτης. Οι δύο διοικητές επικοινωνούν φιλικά μεταξύ τους. Η ταινία δεν είναι μόνο μία ειρηνόφιλη φωνή λίγο πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο (γυρίστηκε το 1937), αλλά και μία έκθεση των διαταξικών θέσεων. Οι άνθρωποι χωρίζονται από ταξικές και φυλετικές διαφορές. Οι δύο αριστοκράτες αξιωματικοί, ο Γάλλος και ο Γερμανός, είναι πιο στενά δεμένοι από ό,τι ο Γάλλος αριστοκράτης με τον από λαϊκά στρώματα Γάλλο. Πρωταγωνιστούν: Ζαν Γκαμπέν, Ερικ φον Σπράχαϊμ, Μαρσέλ Νταλιό, Πιερ Φρενέ.

Πρόκειται για την ιστορία μιας παρέας Γάλλων αξιωματικών που κρατούνται αιχμάλωτοι σε Γερμανικά στρατόπεδα κατά την διάρκεια του 1ου παγκοσμίου πολέμου. Ο Jean Gabin σε νεαρή ηλικία υποδύεται τον Γάλλο αξιωματικό Maréchal που προέρχεται από λαϊκά στρώματα, σε αντίθεση με τον σύντροφό του de Boeldieu (Pierre Fresnay) που προέρχεται από αριστοκρατική οικογένεια. Υπάρχει ακόμα μαζί τους ένας πλούσιος εβραίος ο Rosenthal (Marcel Dalio) που με τα πλούσια πακέτα που του στέλνουν οι δικοί του ταΐζει όλη την παρέα.

Αυτό που χαρακτηρίζει την πλοκή είναι η αλληλεγγύη των τάξεων, ανεξαρτήτου εθνικότητος. Ο αριστοκράτης Γερμανός διοικητής του στρατοπέδου von Rauffenstein (μια εξαιρετική ερμηνεία από το μεγάλο σκηνοθέτη του βωβού Erich von Stroheim), αισθάνεται συμπάθεια για τον αριστοκράτη Γάλλο de Boeldieu. τον οποίο και καλεί συχνά στο γραφείο του για συζήτηση. Σε ερώτηση του Γάλλου γιατί αυτή η εξαίρεση, αφού και οι άλλοι δύο σύντροφοί του είναι Γάλλοι αξιωματικοί, αυτός απατάει περιφρονητικά:

«Γάλλοι αξιωματικοί ένας εβραίος ονόματι Rosenthal και κάποιος που λέγεται Maréchal; Αυτά είναι οι παρενέργειες της Γαλλικής Επαναστάσεως! Δεν ξέρω αγαπητέ ποιος θα κερδίσει αυτόν τον πόλεμο, μα για ένα πράγμα είμαι σίγουρος. Η αριστοκρατική μας τάξη δεν θα παίζει κανένα ρόλο στη νέα εποχή που θα έλθει.»

Αλλά και η Γερμανίδα νεαρή χήρα αγρότισσα που έχασε σύζυγο και αδέλφια στον πόλεμο και πρέπει να αναθρέψει μόνη το κοριτσάκι της, αισθάνεται περισσότερο συνδεδεμένη με τους Γάλλους δραπέτες τους οποίους και βοηθά, παρά με τους αξιωματούχους της χώρας της. Ερωτεύεται μάλιστα τον Maréchal και του δίνεται.

Αλλά και οι Γερμανοί συνοριοφύλακες που πυροβολούν τους δραπέτες, το κάνουν από υποχρέωση και όχι για ευχαρίστηση. « Σταμάτα να πυροβολείς. Είναι πια μέσα στην Ελβετία.», λέει ο ένας στρατιώτη. «Τόσο το καλλίτερο γι αυτούς!» Απαντά ανακουφισμένος ο σύντροφός του.

Κάτι τέτοια μηνύματα δεν αρέσανε φυσικά καθόλου στο ναζιστικό καθεστώς που μερικά χρόνια αργότερα μπήκε στη Γαλλία. Δόθηκε λοιπόν εντολή να μαζευτούν και να καταστραφούν όλες οι κόπιες αυτής της ταινίας. Ο ίδιος ο Γκέμπελς διέταξε την κατάσχεση και καταστροφή του αρνητικού. Ευτυχώς, το πρωτότυπο αρνητικό διασώθηκε από γερμανό κινηματογραφόφιλο που το έστειλε στο Βερολίνο απ’ όπου το κατάσχεσαν οι Ρώσοι με την είσοδό τους εκεί και στάλθηκε στο αρχείο της Μόσχας, απ’ όπου και τυπώθηκαν οι κατοπινές κόπιες.

http://antipera-oxthi-culture.blogspot.gr/

Grand-Illusion-1937 00

  • Κριτική από το Cine.gr:

Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2005

Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το αεροπλάνο του λοχαγού de Boeldieu (Pierre Fresnay) και του υπολοχαγού Maréchal (Jean Gabin) καταρρίπτεται από το Γερμανό αξιωματικό von Rauffenstein (Erich von Stroheim). Οδηγούνται σ’ένα στρατόπεδο αιχμαλώτων πολέμου, όπου μαζί με μια παρέα συμπατριωτών τους, οργανώνουν την απόδραση. Όμως, λίγο πριν την υλοποίηση του σχεδίου, μεταφέρονται σε μία φυλακή-κάστρο υπό τη διοίκηση του von Rauffenstein, ενώ μία σχέση σεβασμού και εκτίμησης συνδέει τους αριστοκρατικής προέλευσης von Rauffenstein και de Boeldieu.

Άραγε οι ήρωες του Renoir θα καταφέρουν να αποδράσουν, δεν θα τα καταφέρουν ή πώς ένα «παιδικό» (σύμφωνα με το σκηνοθέτη) σενάριο, στα χέρια ενός μαιτρ, μετατρέπεται από αδιάφορη πολεμική περιπέτεια σε αριστούργημα της πιο μεγάλης κινηματογραφικής χίμαιρας. Διανύοντας τη ρεαλιστική περιπέτεια, ο δημιουργός της ζωής που μας ανήκει (La vie est à nous, 1936) ακολουθεί το ίδιο Toni σημείο εκκίνησης: η ιστορία του φιλμ προέρχεται από τις περιπέτειες του στρατηγού Pinsard, προσωπικού φίλου του Renoir, χωρίς να ξεχνάμε ότι ο γιος του διάσημου ιμπρεσιονιστή ζωγράφου ξεκίνησε την επαγγελματική του ζωή ως αξιωματικός του γαλλικού ιππικού.

Όπως, λοιπόν, με κάθε αριστούργημα που σέβεται τον εαυτό του, τα εμπόδια στην σινέ πορεία της Grande Illusion αναπόφευκτα. Έτσι, το project της Μεγάλης Χίμαιρας για τρία χρόνια αναζητούσε εταιρία παραγωγής και υλοποιήθηκε κυρίως χάρη στην παρέμβαση του Jean Gabin. Προς την απόλυτη διάψευση των ειδικών της εποχής, μόνο η λέξη θρίαμβος μπορεί να περιγράψει την κριτική υποδοχή αλλά και τον ενθουσιασμό του κοινού. Θρίαμβος με παμψηφία; Όχι για τη φασιστική λογοκρισία της Ιταλίας ούτε για το κινηματογραφικό γούστο του Goebbels που προσέθεσε ακόμη έναν εχθρό στο μακρύ κατάλογο της εποχής.

Ο ειρηνιστής σκηνοθέτης συνεχίζει να διηγείται τη λεγόμενη μαγεία της πραγματικότητας, ήδη παρούσα στο Έγκλημα του Κυρίου Λανζ. Και αυτή τη φορά, η προσοχή στραμένη στους χαρακτήρες, στον ανθρώπινο παράγοντα και στην Renoir θεώρηση της κοινωνίας. Χωρίς τα αδιάφορα-των με πολεμικό φόντο ταινιών- κλισέ του κακού Γερμανού ή του πανταχού παρόντα προδότη, στον κόσμο του Renoir η γλώσσα, η κοινή εθνική καταγωγή δεν επιφέρουν τους αναμενόμενους δεσμούς. Μπορεί, όμως, ο κινηματογράφος να επηρεάσει την πολιτική, κύριε Renoir; «πιστεύω ότι το σινεμά μπορεί να επηρεάσει τα ήθη, όχι όμως την πολιτική. Ο κινηματογράφος μπορεί να καθορίσει έναν τρόπο σκέψης αλλά δεν μπορεί να είναι η αρχή της πράξης. Παράδειγμα: σε όσους μου έλεγαν ότι La Grande Illusion είχε μεγάλη επιρροή απαντούσα ότι δεν είναι έτσι. La Grande Illusion δεν είχε καμία επιρροή διότι πρόκειται για ένα φιλμ εναντίον του πολέμου και ο πόλεμος ξέσπασε αμέσως μετά». Και ο πόλεμος ξέσπασε αμέσως μετά… στέλνοντας την Dita Parlo (γερμανικής καταγωγής ηθοποιό που εγκατέλειψε τη Γερμανία του Hitler κάνοντας καριέρα στη Γαλλία) σε στρατόπεδο κράτησης και τον εραστή της Marlene Dietrich, Jean Gabin, στις Ελεύθερες Γαλλικές Δυνάμεις (Forces Françaises Libres).

Μεγάλες σινέ ψευδαισθήσεις, λοιπόν, με μεγαλύτερη απ΄όλες εκείνη του υπολοχαγού

Maréchal : Πρέπει να τελειώσει αυτός ο (μπιπ) πόλεμος ελπίζοντας ότι θα είναι ο τελευταίος.
Rosenthal : Μα έχεις ψευδαισθήσεις! Επίκαιρο όσο ποτέ, το μάθημα της Μεγάλης Χίμαιρας διεκδικεί τον τίτλο της διαχρονικότητας και παίρνει μόνιμη θέση στις λίστες των καλύτερων ταινιών του προηγούμενου αιώνα. Και αν οι «καλύτερες» ταινίες παίρνουν κι αυτές μέρος στα περί αυταπάτης, ο μεγάλος δάσκαλος Jean Renoir μιλά για κινηματογράφο και τάδε έφη: «κατά τη γνώμη μου δεν έχει κανένα ενδιαφέρον να κάνω ένα καλό φιλμ. Το μόνο πράγμα που μου κινεί το ενδιαφέρον, είναι η δημιουργία μιας ταινίας, ενός βιβλίου, ενός πιάτου μαγειρικής, όπου θα διακρίνεται η προσωπικότητα του δημιουργού, του μάγειρα, του συγγραφέα. Σε τέτοιες συζητήσεις, υπάρχουν αδύναμα ή καλύτερα σημεία, αλλά αυτό που μετράει είναι η επαφή……το τέλειο έργο είναι ακαδημαϊσμός».

Βίκυ Δήμου

http://cine.gr/

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s