Η Λίστα του Σίντλερ (Schindler’s List,1993) του Στίβεν Σπίλμπεργκ | Η αληθινή ιστορία του Όσκαρ Σίντλερ

Schindlers-List-Poster 03

Η Λίστα του Σίντλερ
Schindler’s List
4,5 / 5 Η Λίστα του Σίντλερ
Βιογραφική 1993 | Ασπρόμ. | Διάρκεια: 195′

Αμερικανική ταινία, σκηνοθεσία Στ.Σπίλμπεργκ με τους: Λίαμ Νίσον, Μπεν Κίνγκσλεϊ, Ραλφ Φίνες
Η αληθινή ιστορία του Οσκαρ Σίντλερ, ενός Γερμανού βιομηχάνου, που έσωσε 1.300 Εβραίους από το γκέτο της Βαρσοβίας, παρουσιάζοντάς τους ως απαραίτητους για το Τρίτο Ράιχ ειδικευμένους εργάτες.

Συνοπτική κριτική (Αθηνόραμα)

Ναι, η «Λίστα του Σίvτλερ» είναι μια ταινία για το ολοκαύτωμα, όχι όμως των Εβραίων (αυτοί είναι οι µόνοι που σώζονται, έστω 1.300 τον αριθμό), αλλά της Ευρώπης που οδηγείται σε μια μεσαιωνική βαρβαρότητα. Ο Σπίλµπεργκ δεν θίγει ποτέ τα αίτια που οδήγησαν σ’ αυτή την κατάσταση. Αλλά αυτό δεν μειώνει τη δύναμη της ταινίας του. Εξάλλου ο ίδιος δεν διεκδικεί τον τίτλο του ιστορικού αλλά του καλλιτέχνη που τολμάει να αφηγηθεί μια ιστορία φρίκης και τρόμου, απωθημένη από την ιστορική συνείδηση. Και το κάνει µε μια καλλιτεχνική συνέπεια άξια θαυµασμού.

Η «Λίστα του Σίντλερ»: η ιστορία που πάντα θα συγκινεί

11. 5.2013
Μάιος 1945: Η Γερμανία ισοπεδωμένη και κατακτημένη από τους Συμμάχους παραδίδεται και με την υπογραφή του εγγράφου που απαίτησε ο Στάλιν στο Κάρλχορστ του Βερολίνου το ναζιστικό καθεστώς καταλύεται. Ο Β” Παγκόσμιος Πόλεμος στην Ευρώπη έχει τελειώσει κι επισήμως.

Μέχρι εκείνη την ημέρα το ναζιστικό καθεστώς άλλαξε άρδην τις πολιτικές και κοινωνικές δομές στη χώρα, καθιερώνοντας τον «υπέρτατο Ηγέτη» (Φύρερ) και υιοθετώντας φυλετική πολιτική, η οποία οδήγησε στη δημιουργία στρατοπέδων συγκέντρωσης και εξόντωσης και, τελικά, στο Ολοκαύτωμα των Εβραίων της Ευρώπης.

Μουδιασμένη ακόμη από την ήττα στον Α” Παγκόσμιο Πόλεμο η κυβέρνηση του Αδόλφου Χίλτερ οραματιζόταν μία νέα μεγάλη αυτοκρατορία στην ανατολική Ευρώπη κι αυτό απαιτούσε πόλεμο. Η ένοπλη σύρραξη που προκλήθηκε από την πολιτική του καθεστώτος μετέβαλε τον παγκόσμιο χάρτη.

Με έντονες επιρροές από το φασισμό του Μουσολίνι, η ναζιστική ιδεολογία διαποτίζεται από μίσος για τους διαφορετικούς και κατ” αυτούς δεν έχουν θέση στον κόσμο οι Εβραίοι, οι αθίγγανοι και οι ομοφυλόφιλοι, όπως και κάθε είδους άνθρωποι του περιθωρίου, ενώ θεωρούνται «υπάνθρωποι» (Untermenschen), εκτός από τους Εβραίους, και οι Σλάβοι, με προεξάρχοντες τους Τσέχους, τους Πολωνούς και τους Ρώσους. Οι καθαρόαιμοι Γερμανοί ανήκουν στην Άρια φυλή, η οποία είναι ανώτερη όλων των υπόλοιπων φυλών.

Ετσι, υποκίνησαν το συστηματικό διωγμό και τη γενοκτονία των ομάδων που ήταν «κατώτεροι» από τη δική τους άρια φυλή, γράφοντας με τη λέξη «Ολοκαύτωμα» τη μελανότερη σελίδα της παγκόσμιας ιστορίας.

Στα αρχικά στοιχεία που συνθέτουν το Ολοκαύτωμα είναι το πογκρόμ της «Νύχτας των Κρυστάλλων» και το «Πρόγραμμα Ευθανασίας T-4», τα οποία οδήγησαν στη συνέχεια στα τάγματα θανάτου και στα στρατόπεδα μαζικής εξόντωσης τα οποία αποτελούσαν μαζική και κεντρικά οργανωμένη προσπάθεια για την εξολόθρευση κάθε μέλους των κοινοτήτων που αποτελούσαν στόχο των Ναζί.

Στα μεγάλα στρατόπεδα συγκέντρωσης (Άουσβιτς, Μπιρκενάου, Μαουτχάουζεν, Νταχάου, Μπέργκεν Μπέλσεν, Όσβιετσιμ) συντελέστηκαν τα μεγαλύτερα εγκλήματα στην ιστορία της ανθρωπότητας μέχρι τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Οι μαύρες αυτές σελίδες της Ιστορίας δεν θα μπορούσαν να μην αποτελέσουν σημείο αναφοράς και έμπνευση για σκηνοθέτες, στιχουργούς, συνθέτες και κάθε είδους καλλιτέχνες. Τα 68 χρόνια από το τέλος του Β” Παγκοσμιου Πολέμου και η πτώση της Γερμανίας, συμπίπτουν με τα 20 χρόνια από τη «γέννηση» της ταινίας του Στίβεν Σπίλμπεργκ «Η Λίστα του Σίντλερ», το 1993.

Πρόκειται για ένα πολεμικό βιογραφικό δράμα με θέμα τον Όσκαρ Σίντλερ, έναν Γερμανό επιχειρηματία που έσωσε τις ζωές 1.300 Πολωνών Εβραίων στο Ολοκαύτωμα προσλαμβάνοντάς τους στα εργοστάσια του.

Την ταινία σκηνοθέτησε ο Στίβεν Σπίλμπεργκ και το σενάριο έγραψε ο Στίβεν Ζαϊλίαν, βασισμένο στη νουβέλα Schindler’s Ark του Τόμας Κενάλι με πρωταγωνιστές του Λίαμ Νίσον, Ρέιφ Φάινς και Μπεν Κίνγκσλεϊ.

Φέτος συμπληρώνονται 20 χρόνια από την ημέρα που ο Σπίλμπεργκ μας χάρισε τη δική του «Λίστα του Σίντλερ» και απέδειξε ότι ο «σκηνοθέτης των παιδιών» όχι μόνο είχε μεγαλώσει, αλλά και ότι θα μπορούσαν να του εμπιστευτούν την κληρονομιά μίας από τις μεγαλύτερες τραγωδίες στην ιστορία της ανθρωπότητας.

Για τα 20ά γενέθλια της επικής αυτής ταινίας των επτά Όσκαρ, για τις υπεράνθρωπες προσπάθειες ενός άνδρα να σταματήσει τη ναζιστική θηριωδία στην Αυστρία και να σώσει χιλιάδες ανθρώπινες ζωές η ταινία ξαναβγαίνει σε DVD υψηλής ευκρίνειας με τον ίδιο τον Σπίλμπεργκ να επιμελείται τη σχολαστική αναδόμηση της αυθεντικής μπομπίνας της ταινίας.

«Ξοδέψαμε τέσσερις με πέντε μήνες για να «καθαρίσουμε» το φιλμ», εξήγησε ο τεχνικός επιτηρητής Michael Daruty. «Εκατοντάδες ώρες ξοδεύτηκαν για το κορίτσι με το κόκκινο παλτό. Αλλά θεωρώ ότι καταφέραμε πραγματικά να διατηρήσουμε την καλλιτεχνική ιδέα. Υπάρχουν περισσότερες λεπτομέρειες στα ρούχα, τα μαλλιά τα κεριά. Και μετά από τόσες ώρες δουλειάς, δεν μπορεί κανείς να το κοιτάξει και να μην νιώσει έστω ένα συναίσθημα», πρόσθεσε.

Για τον Σπίλμπεργκ επίσης ήταν ένα «εργαστήριο αγάπης». «Ηταν ένα προσωπικό σχέδιο για τον ίδιο. Και μετά μου είπε ότι ποτέ η ταινία δεν έδειχνε καλύτερη», σημείωσε ο Daruty.

Η Κρακοβία σήμερα

Η πόλη της Κρακοβίας στη νότια Πολωνία, όπου εκτυλίσσονται τα γεγονότα, σύμφωνα με κάτοικό της, έχει αλλάξει πολύ περισσότερο στα 20 χρόνια από τότε που γυρίστηκε η ταινία του Σπίλμπεργκ, παρά τον προηγούμενο μισό αιώνα που συνέβησαν τα πραγματικά γεγονότα.

Είναι μία όμορφη, ακμάζουσα πόλη της ανατολικής Ευρώπης, όπου πρέπει να ξέρεις που να κοιτάξεις για να θυμηθείς τι έγινε τότε- ο διωγμός των Εβραίων, πρώτα στα γκέτο και μετά στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Μπορείς να επισκεφθείς το εργοστάσιο του Όσκαρ Σίντλερ, όπου ο ηδονιστής επιχειρηματίας απασχόλησε πάνω από 1.000 Εβραίους κρατώντας τους μακριά από τους θαλάμους αερίων του Άουσβιτς. Μία εκδρομή στο λόφο Λασότα αποκαλύπτει τη θέα του γκέτο όπου στην ταινία είχε πάει ο Σίντλερ με τη σύντροφό του για βόλτα με το άλογα. Εκεί είδε μπροστά στα μάτια του η τρομακτική μεταχείριση των Εβραίων και η συνείδησή του διαταράχτηκε.

Ένας μικρός δρόμος έξω από την πόλη βρίσκεται η βίλα του Αμον Γκετ, του ναζιστή στρατηγού που υποδύθηκε ο Ρέιφ Φάινς. Αν και μία επίσκεψη εκεί το αποδεικνύει, τεχνικά ο ίδιος δεν θα μπορούσε να είναι ικανός να πυροβολήσει κρατούμενους του στρατοπέδου, όπως στην ταινία, γιατί το μπαλκόνι του σπιτιού είναι πολύ χαμηλά από τον υπαίθριο χώρο του στρατοπέδου) παραμένει ωστόσο ανατριχιαστικό το πού είχε την αυλή και διασκέδαζε με τους ομοίους του Ναζί και επιχειρηματίες όπως ο Σίντλερ. Το σπίτι αυτό είναι προς πώληση.

Η ταινία

Ξεκινά το 1939 με την επανατοποθέτηση των Πολωνών Εβραίων στο Γκέτο της Κρακοβίας λίγο μετά την έναρξη του Β” Παγκοσμίου Πολέμου. Το σενάριο της ταινίας βασίζεται σε αληθινά γεγονότα που εξιστορούνται στο βιβλίο του Αυστραλού συγγραφέα Τόμας Κένελι «Η κιβωτός του Σίντλερ» (1982) και διαδραματίστηκαν κατά την διάρκεια του Β” Παγκόσμιου Πολέμου.

Ο Όσκαρ Σίντλερ, ένας Γερμανός επιχειρηματίας από τη Μοραβία, φτάνει στην πόλη ελπίζοντας να βγάλει χρήματα από τον πόλεμο. Δωροδοκεί την Βέρμαχτ και τους αξιωματικούς των Ες Ες και έτσι αγοράζει ένα εργοστάσιο για την παραγωγή εφοδίων του στρατού. Χωρίς να γνωρίζει πολλά για το πως να διευθύνει μια επιχείρηση, προσλαμβάνει τον Ιτζάκ Στερν, υπάλληλο του Εβραϊκού Συμβουλίου, ο οποίος έχει επαφές με τους Εβραίους επιχειρηματίες και τους μαυραγορίτες μέσα στο γκέτο.

Οι Εβραίοι επιχειρηματίες δανείζουν στο Σίντλερ τα χρήματα για το εργοστάσιο με αντάλλαγμα ποσοστό από τα κέρδη. Ο Σίντλερ προσλαμβάνει μόνο Εβραίους καθώς κοστίζουν λιγότερο αφού οι μισθοί τους πηγαίνουν στην Ες Ες. Οι εργάτες του Σίντλερ επιτρέπεται να βρίσκονται και εκτός του γκέτο και ο Στερν πλαστογραφεί έγγραφα για να διασφαλίσει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους ως «χρήσιμους» στους Γερμανούς ώστε να τους σώσει από μεταφορά σε στρατόπεδα συγκέντρωσης αλλά και από το θάνατο.

Ο Υπολοχαγός των Ες Ες Άμον Γκετ φτάνει στην Κρακοβία για να αρχίσει την κατασκευή του στρατοπέδου συγκέντρωσης Πλαστσόφ. Δίνει εντολή να αδειάσει το γκέτο και η Επιχείρηση Ράινχαρντ στην Κρακοβία αρχίζει, με εκατοντάδες στρατεύματα να αδειάζουν τα συνωστισμένα δωμάτια και να δολοφονούν όποιον διαμαρτύρεται ή δε συνεργάζεται, ηλικιωμένο ή παιδί. Ο Σίντλερ από μακριά παρακολουθεί τη σφαγή και η επιρροή της στη συνείδησή του είναι καταλυτική.

Παρ” όλα αυτά γίνεται φίλος με τον Γκετ και συνεχίζει να έχει την υποστήριξη και την προστασία των Ες Ες. Ο Σίντλερ δωροδοκεί τον Γκετ ώστε να του επιτρέψει να χτίσει στρατόπεδο για τους εργάτες του. Αρχικά οι προθέσεις του είναι να βγάλει χρήματα αλλά στην πορεία αρχίζει να διατάζει τον Στερν να σώσει όσες περισσότερες ζωές μπορεί.

Καθώς ο πόλεμος παίρνει άλλη τροπή, διαταγή από το Βερολίνο αναγκάζει τον Γκετ να καταστρέψει όλα τα σώματα των Εβραίων που δολοφονήθηκαν, να διαλύσει το γκέτο του Πλαστσόφ και να στείλει τους εναπομείναντες Εβραίους στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς.

Στην αρχή ο Σίντλερ ετοιμάζεται να φύγει από την Κρακοβία, αλλά δεν μπορεί να το κάνει και ζητάει από τον Γκετ να του επιτρέψει να κρατήσει τους εργάτες του ώστε να τους μετάφερει στην γενέτειρα πόλη του στη Μοραβία μακριά από την Τελική Λύση. Ο Γκετ δέχεται αλλά χρεώνει πολύ ακριβά κάθε έναν εργάτη ξεχωριστά. Ο Σίντλερ με τον Στερν συντάσσουν μια λίστα με τους εργάτες που δεν θα μεταφερθούν στο Άουσβιτς.

«Η Λίστα του Σίντλερ» αποτελείται από «ικανούς» τρόφιμους και για πολλούς στο στρατόπεδο Πλαστσόφ, το να υπάρχει το όνομά τους στη λίστα είναι πολύ σημαντικό γιατί μπορεί να οδηγήσει στη ζωή ή στο θάνατό τους. Σχεδόν όλοι από τη λίστα φτάνουν στο στη Μοραβία. Το τραίνο που μεταφέρει τις γυναίκες κατά λάθος πηγαίνει στο Άουσβιτς. Οι γυναίκες νομίζουν ότι οδηγούνται στο θάλαμο αερίων αλλά αρχίζουν να κλαίνε από χαρά όταν νερό πέφτει από τις ντουζιέρες.

Ο Σίντλερ πηγαίνει αμέσως στο Άουσβιτς και δωροδοκώντας τον υπέυθυνο του στρατοπέδου σώζει όλες τις γυναίκες της λίστας του. Μόλις φτάνουν στη Μοραβία, ο Σίντλερ δίνει αυστηρές εντολές στους Ες Ες φύλακες να μην πυροβολήσουν ή βασανίσουν κανέναν. Για να κρατήσει τους εργάτες του ζωντανούς, ξοδεύει σχεδόν όλη του την περιουσία για να δωροδοκεί τους Ναζί αξιωματικούς. Τα χρήματά του τελειώνουν λίγο πριν το Βέρμαχτ παραδοθεί και λήξει ο πόλεμος στην Ευρώπη.

Ως μέλος των Ναζί και κερδοφόρος από τη δουλεία, το 1945 ο Σίντλερ πρέπει να αποδράσει. Αν και οι φύλακες των Ες Ες έχουν πάρει εντολή να εξοντώσουν τους Εβραίους ο Σίντλερ τους πείθει να γυρίσουν πίσω στις οικογένειές τους σαν άνδρες και όχι σαν δολοφόνοι. Λίγο πριν φύγει, φορτώνει το αυτοκίνητό του και αποχαιρετά τους εργάτες του. Του δίνουν ένα γράμμα εξηγώντας πως δεν είναι εγκληματίας πολέμου μαζί με ένα δαχτυλίδι με την επιγραφή «Όποιος σώζει μια ζωή, σώζει ολόκληρο τον κόσμο». Ο Σίντλερ συγκινείται αλλά και ντρέπεται, αισθανόμενος ότι θα μπορούσε να κάνει περισσότερα ώστε να σώσει περισσότερες ζωές.

Οι Εβραίοι του Σίντλερ, έχοντας κοιμηθεί έξω από τις πύλες του εργοστασίου, ξυπνούν το επόμενο πρωί και ένας Σοβιετικός δραγώνος καταφτάνει διαμηνύοντάς τους ότι απελευθερώθηκαν από τον Κόκκινο Στρατό.

Η… «φρίκη» του Κοριτσιού με το Κόκκινο Παλτό

Ένα από τα πιο αξιοσημείωτα πλάνα στην ταινία είναι το κόκκινο παλτό, η μοναδική χρωματιστή νότα μέσα στο ασπρόμαυρο της ταινίας. Η Ολίβια Νταμπρόφσκα, η ηθοποιός που υποδύθηκε το κοριτσάκι με το κόκκινο παλτό δήλωσε «τρομοκρατημένη» όταν είδε την ταινία στην οποία πρωταγωνίστησε.

Τότε ήταν τριών ετών και η εικόνα του Κοριτσιού με το Κόκκινο Παλτό σαν να λαξεύτηκε στη μνήμη του θεατή και δεν το έχει ξεχάσει μέχρι και σήμερα. Ο θάνατός της στην ταινία ήταν το γεγονός που κινητοποίησε τον Όσκαρ Σίντλερ να αναλάβει δράση και να αρχίσει την έρευνα για να σώσει ζωές με την περίφημη λίστα του.

Η ταινία έμελε να στιγματίσει το κορίτσι με το κόκκινο παλτό που έπαιξε τον ομώνυμο ρόλο.

«Να μεγαλώσεις πριν δεις την ταινία της είχε πει ο Σπίλμπεργκ», όπως δήλωσε στους Times η Ολίβια, τονίζοντας ότι ο σκηνοθέτης της είχε απαγορεύσει να τη δει προτού κλείσει τα 18 της χρόνια. Αλλά την κυρίευσε η περιέργεια και την είδε στα 11 της. Κάτι που όπως είπε η ίδια «το μετάνιωσε ειλικρινά» «Ήταν φρικτό. Δεν μπορούσα να καταλάβω πολλά, αλλά ήμουν σίγουρη ότι δεν θα ήθελα να την ξαναδώ στη ζωή μου», τόνισε χαρακτηριστικά.

«Ντρεπόμουν που έπαιζα στην ταινία και θύμωνα με την μητέρα και τον πατέρα μου που μιλούσαν σε όλον τον κόσμο για αυτό», συνέχισε η Νταμπρόφσκα. «Ο κόσμος έλεγε: θα πρέπει να είναι πολύ σημαντικό για σένα και πρέπει να γνωρίζεις πολλά για το Ολοκαύτωμα», πρόσθεσε. Ωστόσο αργότερα, ο «τρόμος» της αυτός μετατράπηκε σε υπερηφάνεια. «Ήμουν μέρος ενός πράγματος για το οποίο θα πρέπει να νιώθω περήφανη», είπε σκεπτόμενη σήμερα τον συμβολικό της ρόλο.

Γιατί το Κορίτσι με το Κόκκινο Παλτό είναι το σύμβολο της ταινίας. Το σύμβολο της αθωότητας των Εβραίων που διώχθηκαν και θυσιάστηκαν στο βωμό της ρατσιστικής ιδεολογίας των Ναζί.

Ο τρόπος με τον οποίο περπατά μέσα από τις σκηνές βίας που εκτυλίσσονται γύρω της, αποδεικνύει αυτήν την αθωότητα. Και το μόνο χρώμα στην ταινία είναι το κόκκινο. Το χρώμα από τις σημαίες των Εβραίων που συχνά κυμάτιζαν ζητώντας βοήθεια κατά τη διάρκεια του πολέμου.

Ο θάνατος του κοριτσιού σήμανε και την απώλεια των αθώων ζωών.

Για το συμβολισμό, ωστόσο, ο ίδιος ο Σπίλμπεργκ είχε δηλώσει: «Η Αμερική και η Ρωσία και η Αγγλία όλοι γνώριζαν για το Ολοκαύτωμα όταν συνέβαινε, και δεν κάναμε τίποτα. Δεν στείλαμε καμία από τις δυνάμεις μας για να σταματήσουμε την πορεία προς το θάνατο, την αδυσώπητη αυτή πορεία προς το θάνατο. Ήταν μια μεγάλη κόκκινη βούλα στο ραντάρ του καθενός, αλλά κανένας δεν έκανε κάτι. Και γι” αυτό ήθελα να προσθέσω το κόκκινο χρώμα».

Τι απέγινε ο πραγματικός Σίντλερ

Ο Όσκαρ Σίντλερ
Η ζωή του πραγματικού Όσκαρ Σίντλερ μετά το τέλος του πολέμου χαρακτηρίστηκε από αποτυχημένες επαγγελματικές επιλογές, πολύ αλκοόλ, αλόγιστες σπατάλες και πολλές γυναίκες.

Το 1949 μετακόμισε στην Αργεντινή, όπου αγόρασε μία φάρμα. Μέχρι το 1957 ο Σίντλερ είχε πτωχεύσει και βασιζόταν σε φιλανθρωπίες Εβραίων. Ένα χρόνο αργότερα, το 1958, εγκατέλειψε την γυναίκα του και επέστρεψε στη Γερμανία όπου και ασχολήθηκε με παραγωγή τσιμέντου μέχρι το 1961.

Από τότε και μετά βασιζόταν σε εβραϊκές φιλανθρωπίες και σε μία μικρή σύνταξη που του αποδόθηκε από την γερμανική κυβέρνηση το 1968. Την χρονιά που έχασε την επιχείρηση τσιμέντου, προσκλήθηκε να επισκεφτεί το Ισραήλ, όπου έτυχε θερμής υποδοχής. Έκτοτε και έως το τέλος της ζωής του κάθε άνοιξη επισκεπτόταν το Ισραήλ. Πολλοί από τους συμπατριώτες του εξοργίστηκαν μαζί του επειδή βοήθησε τους Εβραίους και επειδή κατέθεσε εναντίον των Ναζιστών εγκληματιών πολέμου.

Πέθανε το 1974, ύστερα προβλήματα σε καρδιά και συκώτι και τάφηκε, μετά από επιθυμία του, στο Ισραήλ σε καθολικό νεκροταφείο.

Όσο για τον Άμον Γκετ, ο σαδιστής διοικητής του στρατοπέδου συγκέντρωσης του Πλαστσόφ δικάστηκε και απαγχονίστηκε για τα εγκλήματα πολέμου που διέπραξε.

Χάρη στον Όσκαρ Σίντλερ, παραπάνω από 6000 επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος και απόγονοί τους είχαν παραμείνει ζωντανοί την δεκαετία του 1990 για να αφηγηθούν την απίστευτη ιστορία της «Λίστας ».

Η αυθεντική λίστα ανακαλύφθηκε σε βιβλιοθήκη της Αυστραλίας το 2009. Πρόκειται για ένα κείμενο 13 σελίδων, το οποίο περιλάμβανε τα ομόματα και την εθνικότητα τουλάχιστον 801 Εβραίων. Ο τελευταίος επιζών της Λίστας, Λέον Λέισον, πέθανε τον Ιανουάριο σε ηλικία 83 ετών. Ηταν μόλις 12 ετών όταν ο Όσκαρ Σίντλερ, τον συμπεριέλαβε στη λίστα που θα του έσωζε τη ζωή.

Στην ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ τους πρωταγωνιστικούς ρόλους ενσάρκωσαν οι Λίαμ Νίσον ( Όσκαρ Σίντλερ ), Μπεν Κίνγκσλεϊ (Ιτζάκ Στερν), Ρέιφ Φάινς ( Άμον Γκετ), Έμπεθ Ντάβιτζ (Έλεν Χιρς), Κάρολιν Γκουντάλ (Έμιλι Σίντλερ), Τζόναθαν Σαγκάλ (Πόλντεκ Πφέφερμπεργκ).

Η ταινία που κέρδισε επτά Όσκαρ έρχεται για πρώτη φορά σε Blu-ray σε Ειδική Επετειακή Έκδοση, 20 χρόνια µετά την κινηµατογραφική της πρεµιέρα.

Satin

http://cinepivates.gr/

“ Όποιος σώζει μια ζωή, σώζει τον κόσμο ολόκληρο”. Η αληθινή ιστορία του «απατεωνίσκου» Όσκαρ Σίντλερ. Από πράκτορας των Ναζί, σωτήρας των Εβραίων 21/03/2014

Ο απατεωνίσκος! Έτσι απαξιωτικά φώναζαν τον Σίντλερ πριν τον πόλεμο στο χωριό του, το Τσβίταου της Μοραβίας, (σημερινή Τσεχία) και δεν είχαν άδικο. Από το σχολείο αποβλήθηκε γιατί πλαστογράφησε το ενδεικτικό του. Τον ενδιέφερε μόνο η καλή ζωή, οι γρήγορες μηχανές και οι γυναίκες. Οι μικροαπατεωνιές προκαλούσαν συγκρούσεις με τον πατέρα του και διεκόπη η σχέση τους. Το 1936 έγινε πράκτορας των Γερμανών. Το Φεβρουάριο του 1939 εντάχθηκε στο ναζιστικό κόμμα.

schindler 01

Ο Όσκαρ Σίντλερ με αξιωματικό των Ες Ες

Η επιχειρηματική δράση του στην Κρακοβία Η γερμανική εισβολή στη Πολωνία το 1939, ήταν γι αυτόν μια απρόσμενη ευκαιρία να πλουτίσει. Μετακόμισε στην Κρακοβία και αγόρασε μια επιχείρηση κατασκευής σκευών εμαγιέ, η οποία ανήκε πριν σε Εβραίους. Το σχέδιο του ήταν να φτιάχνει σκεύη σίτισης για το γερμανικό στρατό. Με καλοπιάσματα και αρκετές δωροδοκίες, ανέπτυξε φιλίες με πρόσωπα κλειδιά του γερμανικού στρατού, προκειμένου να του αναθέσουν συμβόλαια παραγωγής. Σύντομα μετέτρεψε τη μικρή επιχείρηση σε μεγάλο εργοστάσιο, γνωστό ως Emalia. Αποφάσισε να προσλάβει Εβραίους εργαζόμενους με κριτήριο την κερδοσκοπία, καθώς ήταν ένα πάμφθηνο προσωπικό. Περίπου 1.000 Εβραίοι ξεκίνησαν να δουλεύουν καταναγκαστικά, στο πλαίσιο της υποχρεωτικής εργασίας των Εβραίων σε εργοστάσια Γερμανών, για την υποστήριξη της πολεμικής προσπάθειας.

Η γνώμη του για τους Εβραίους άλλαξε όταν γνωρίστηκε καλύτερα με τον Εβραίο λογιστή, Ισαάκ Στερν. Ο δεσμός τους έγινε ισχυρός και ο Σίντλερ υποστήριξε τους Εβραίους με έργα και όχι με ανώφελη συμπάθεια.

R/M 2

Εβραίες εργάτριες έξω από το εργοστάσιο στην Κρακοβία

Ο ναζί Σίντλερ σώζει Εβραίους

Το 1942, οι Γερμανοί αρχίζουν να μεταφέρουν τους Εβραίους της Κρακοβίας σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο Σίντλερ αντιδρά με τον τρόπο που ξέρει. Με προσωπική διπλωματία και δωροδοκίες δεν αφήνει τους Ναζί να πειράξουν τους δικούς του εργαζόμενους. Το 1943 αποφασίστηκε το οριστικό κλείσιμο του «γκέτο» της Κρακοβίας. Δημιουργήθηκε ένα κέντρο εργασίας έξω από την πόλη, όπου θα εργάζονταν μόνο οι υγιείς Εβραίοι και οι υπόλοιποι θα εκτελούνταν ή θα στέλνονταν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο Σίντλερ έγινε μάρτυρας επιδρομής των Γερμανών στο γκέτο και σοκαρίστηκε από την άγρια δολοφονία των Εβραίων. Αποφάσισε να δράσει δυναμικά. Δημιούργησε στο εργοστάσιο του τμήμα παραγωγής όπλων, για να ενταχθεί στο νέο εξοπλιστικό πρόγραμμα και να προστατεύσει τους εργαζόμενούς του. Με αυτό το επιχείρημα έπεισε τον υπεύθυνο αξιωματικό Άμον Γκετ, να κρατήσει τους εργάτες του, επειδή ήταν απαραίτητοι στην παραγωγή όπλων.

Το γκέτο της Κρακοβίας Η εντολή…για λίστα

Το 1944, καθώς ο κόκκινος Στρατός πλησίαζε στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης στα ανατολικά, οι Γερμανοί άρχισαν να μεταφέρουν όλους τους Εβραίους κρατουμένους δυτικά. Έκλειναν το ένα εργοστάσιο μετά το άλλο. Ανάμεσα τους και αυτό του Σίντλερ, που κατάφερε να προλάβει τις εξελίξεις. Με τη συνήθη τακτική της δωροδοκίας, εξασφάλισε τη μεταφορά του εργοστασίου του και των εργαζομένων του στο Μπρούνλιτζ, στην Τσεχία. Έτσι φτιάχτηκε μια λίστα με τα ονόματα των Εβραίων που θα έμπαιναν στο τρένο για την Τσεχία, αντί για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

schindlers-list 00

Ο Σίντλερ και η λίστα

Τελικά τον Οκτώβριο, μεταφέρθηκαν αρχικά περίπου 800 άτομα και στη συνέχεια 300 γυναίκες και παιδιά. Η δεύτερη ομάδα οδηγήθηκε κατά λάθος στο Άουσβιτς, αλλά ο Σίντλερ μετά από άμεσες ενέργειες κατόρθωσε να τους σώσει και να τους οδηγήσει στην Τσεχία. Οι Εβραίοι του χρώσταγαν τη ζωή τους. Όταν ο πόλεμος έληξε τον ευχαρίστησαν με ένα συγκινητικό τρόπο. Την ώρα του αποχαιρετισμού, του χάρισαν ένα δαχτυλίδι, για να το φορά συνέχεια και να διαβάζει το ρητό που έγραψαν στον κύκλο του: “ Όποιος σώζει μια ζωή, σώζει τον κόσμο ολόκληρο”. Ο Σίντλερ δεν είχε σώσει όλο τον κόσμο αλλά σίγουρα, ήταν από τους ελάχιστους Γερμανούς που το προσπάθησε.

evraioi kratoumenoi sto stathmo tis krakovias

Εβραίοι κρατούμενοι στο σταθμό της Κρακοβίας, λίγο πριν μπουν στο τρένο του θανάτου

Τι απέγινε ο Όσκαρ Σίντλερ

Όταν τελείωσε ο πόλεμος κατέφυγε με την γυναίκα του στην κατεχόμενη από τους Αμερικανούς Αυστρία. Το 1949 μετακόμισε στην Αργεντινή, όπου αγόρασε μία φάρμα. Μέχρι το 1957 είχε πτωχεύσει και βασιζόταν σε φιλανθρωπίες Εβραίων. Ο Σίντλερ, έκανε άσωτη ζωή με αλόγιστες σπατάλες, γυναίκες, πολύ αλκοόλ και αποτυχημένες επαγγελματικές επιλογές. Το 1958 εγκατέλειψε τη σύζυγο του και επέστρεψε στη Γερμανία για να ανοίξει επιχείρηση παραγωγής τσιμέντου. Απέτυχε. Από τότε και μετά βασιζόταν σε εβραϊκές φιλανθρωπίες και σε μία μικρή σύνταξη που του αποδόθηκε από τη γερμανική κυβέρνηση το 1968. Έως το τέλος της ζωής του, κάθε άνοιξη επισκεπτόταν το Ισραήλ. Πολλοί Γερμανοί εξοργίστηκαν εναντίον του επειδή βοήθησε τους Εβραίους και κατέθεσε κατά των Ναζί εγκληματιών πολέμου. Πέθανε το 1974 και τάφηκε σύμφωνα με την επιθυμία του σε καθολικό νεκροταφείο, στο Ισραήλ.

oskar_schindler tafos

Η πραγματική λίστα βγήκε στο σφυρί

Η αυθεντική λίστα, με ημερομηνία 18 Απριλίου 1945 ήταν δακτυλογραφημένη σε χαρτί από τον Ιτζακ Στερν, λογιστή του Σίντλερ και πωλήθηκε πριν από τέσσερα χρόνια από τον ανιψιό του Στερν. Αναμένεται να βγει ξανά προς πώληση στο eBay, με τιμή εκκίνησης τα τρία εκατομμύρια δολάρια. Πρόκειται για ένα κείμενο 14 σελίδων, το οποίο περιλάμβανε τα ονόματα και την εθνικότητα τουλάχιστον 801 Εβραίων. Ο τελευταίος επιζών της λίστας, ο 83χρονος Λέισον, πέθανε τον Ιανουάριο. Ήταν μόλις 12 ετών όταν ο Όσκαρ Σίντλερ, τον συμπεριέλαβε στη λίστα που του έσωζε τη ζωή. Τα άλλα αντίγραφα της αυθεντικής λίστας κατέχει το αμερικανικό Μουσείο Ολοκαυτώματος στην Ουάσιγκτον, το γερμανικό Ομοσπονδιακό Αρχείο στο Κόμπλεντς και το Μνημείο Γιαντ Βασέμ στο Ισραήλ. Όσοι επέζησαν χάρη στον Όσκαρ, άφησαν συμβολικά μια πέτρα στο τάφο του και το 1974, δεν ήταν λίγοι αυτοί που ζούσαν ακόμη

Το χρονικό της αναγνώρισης

Κανείς δεν γνώριζε μέχρι το 1980 τον Γερμανό επιχειρηματία Όσκαρ Σίντλερ, που έσωσε από το Άουσβιτς 1.200 Εβραίους, οι οποίοι δούλευαν στο εργοστάσιο του. Τότε, ένας επιζών του Ολοκαυτώματος, ο Poldek Pfefferberg αφηγήθηκε την ιστορία του. Ο Αυστραλός Τόμας Κενάλι αποφάσισε να γράψει την ιστορία του Όσκαρ σε βιβλίο. Ο τίτλος ήταν:»Η Λίστα του Σίντλερ» και εκδόθηκε το 1982. Όμως η ηρωική πράξη του Σίντλερ έγινε ευρύτερα γνωστή το 1993, μέσα από την ομώνυμη ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ. Το πολεμικό βιογραφικό δράμα, συγκίνησε τον κόσμο, ενώ στην απονομή των Όσκαρ που έγινε στις 22 Μαρτίου του 1994, κέρδισε 7 Όσκαρ, μεταξύ των οποίων καλύτερης ταινίας….

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/

Eva_Levi1.medium

Η μικρότερη επιζήσασα της λίστας του Σίντλερ
Η συγκλονιστική ιστορία της 75χρονης σήμερα Eva Levi

 01/05/2014

Προτού μετακομίσει στο Ισραήλ και κάνει τη δική της οικογένεια, η ζωή της 75χρονης σήμερα Eva Levi σημαδεύτηκε από μία από τις χειρότερες φρικαλεότητες που γνώρισε η ανθρώπινη ιστορία.

Το Ολοκαύτωμα.

Η Eva Levi είναι η νεότερη επιζήσασα της λίστας του γερμανού επιχειρηματία Όσκαρ Σίντλερ.

Με αφορμή την ημέρα μνήμης των θυμάτων του ναζισμού η 75χρονη γυναίκα αποφάσισε να πει τη δική της ιστορία.

Διαβάστε το κείμενο όπως δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα idfblog.com:

«Γεια σας,

Το όνομά μου είναι Eva Lavi. Γεννήθηκα στην Κρακοβία της Πολωνίας και όταν ήμουν δύο ετών ξέσπασε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος. Όταν τελείωσε ο πόλεμος ήμουν έξι ετών.

Κατά τη διάρκεια αυτού απελάθηκα από ένα γκέτο στο Άουσβιτς και στη συνέχεια στην Τσεχοσλοβακία.

Σήμερα είμαι ζωντανή και μπορώ να σας πω την ιστορία μου χάρη σε δύο ανθρώπους: τον Όσκαρ Σίντλερ και τη μητέρα μου.

Είμαι παντρεμένη και ζω στο Ισραήλ. Έχω δύο παιδιά και τρία εγγόνια. Η πρώτη μου εγγονή η Anne είναι στον ισραηλινό στρατό, γι’ αυτό κι εγώ λέω την ιστορία μου μέσω της ιστοσελίδας Israel Defence Forces.

Μια χαμένη παιδική ηλικία

Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος, ήμουν τόσο μικρή που δεν μπορούσα να καταλάβω τι συμβαίνει.

Δεν έζησα καμία παιδική ηλικία. Δεν είχα παππούδες ή γιαγιάδες και δεν πήγα σε παιδικό σταθμό και σχολείο.

Ωστόσο, παρότι αυτά τα χρόνια της ζωής μου ήταν απαίσια, η τύχη μου χαμογέλασε δύο φορές: το όνομά μου γράφτηκε στη λίστα του Όσκαρ Σίντλερ –της οποίας ήμουν το νεότερο μέλος- και είχα την ευκαιρία να μείνω κοντά στη μητέρα μου.

Στην αρχή μας στείλανε στο γκέτο της Κρακοβίας. Από εκεί μας πήγαν σε στρατόπεδα εργασίας κοντά στην Κρακοβία και κάπως έτσι το όνομά μου βρέθηκε στη λίστα του Σίντλερ.

Στη συνέχεια ήθελαν να μας πάνε στην Τσεχοσλοβακία, όμως μετά από ένα ατύχημα μας μετέφεραν στο Άουσβιτς.

Μείναμε στο στρατόπεδο του θανάτου τρεις εβδομάδες και ζούσαμε υπό άθλιες συνθήκες.

Ο φόβος του θανάτου ήταν πάντα παρών και “ανανεωνόταν” κάθε φορά που πλησιάζαμε στα κρεματόρια.

Μια ιστορία αβεβαιότητας και παραφροσύνης

Μια ιδιαίτερη στιγμή ξεχωρίζει από το διάστημα αυτό της ζωής μου που ζούσα σε αυτήν την κόλαση.

Μια μέρα, ενώ όλες οι γυναίκες ήταν συγκεντρωμένες σε ένα σκοτεινό κτίριο, μια αξιωματικός των Ναζί πλησίασε τη μητέρα μου και της είπε ότι θα με έπαιρναν μακριά. Η μητέρα μου άρχισε να κλαίει και να ουρλιάζει. Δε με άφηνε να φύγω.

Όμως στο Άουσβιτς ήταν αδύνατο να πεις όχι σε κάτι.

Τότε η μητέρα μου ρώτησε πού θα με πηγαίνανε και η αξιωματικός της υποσχέθηκε ότι θα ήταν ένα καλό μέρος.
Η μητέρα μου δεν καταλάβαινε τίποτα.

Ένα καλό μέρος; Στο Άουσβιτς; Πώς ήταν δυνατό κάτι τέτοιο;

Η αξιωματικός όμως της ορκίστηκε ξανά ότι θα με πήγαιναν σε ένα καλό μέρος.

Και όντως με πήγαν σε ένα πολύ διαφορετικό μέρος μέσα στο Άουσβιτς.

Κανείς δε μπορούσε να το πιστέψει.

Το μέρος ήταν σύγχρονο και καθαρό, κάτι πολύ σπάνιο στο στρατόπεδο συγκέντρωσης όπου τα πάντα ήταν βρώμικα και μαύρα.

Σε αυτό το νέο μέρος υπήρχαν μόνο καλοντυμένα παιδιά, τα οποία έδειχναν σχεδόν όμορφα.

Δεν καταλάβαινα καθόλου πού βρισκόμουν.

Ένιωθα ότι ίσως και να βρισκόμουν στον παράδεισο.

Υπήρχαν ζωγραφιές στους τοίχους, παιχνίδια, ρούχα.

Βέβαια, τα παιδιά ήταν εμφανώς λυπημένα γιατί ήταν μόνα τους και χωρίς τους γονείς τους.

Ήταν το έτος 1944 και η πείνα ήταν κοινό φαινόμενο. Όχι όμως και σε αυτό το μέρος. Εκεί κανείς δεν πεινούσε.

Μια μέρα οι Ναζί μας κάλεσαν σε δείπνο. Την προηγούμενη μέρα δεν είχαμε φάει σχεδόν τίποτα. Μια φέτα ψωμί εδώ, λίγες πατάτες εκεί.

Εκείνο το βράδυ μας σέρβιραν κανονικό φαγητό και φάγαμε πάρα πολύ!

Και το επόμενο πρωί φάγαμε πραγματικό πρωινό!

Οι Ναζί ήταν τόσο περιποιητικοί που πιστέψαμε ότι ίσως είχε τελειώσει ο πόλεμος.

Ξαφνιαστήκαμε όταν και το μεσημέρι είδαμε να στρώνουν τραπέζι.

Καθόμασταν εκεί όταν μπήκαν μέσα τρεις ή τέσσερις χαμογελαστοί, ευγενικοί κύριοι ντυμένοι με πολιτικά.

Κάθε ένας από αυτούς κάθισε δίπλα σε ένα παιδί.

Ακόμη θυμάμαι τη μυρωδιά από τις πατάτες που μας σέρβιραν για μεσημεριανό.

Είχαμε όμως φάει τόσο πολύ την προηγούμενη, που με δυσκολία το στομάχι μου άντεχε κάτι άλλο.

Δεν πεινούσα καθόλου και άρχισα να κλαίω.

Ο πολίτης που είχε καθίσει δίπλα μου με ρώτησε: “Τι συμβαίνει καλή μου; Μήπως πεινάς;”

Απάντησα ότι δεν πεινούσα.

Οι άνθρωποι αυτοί ήταν στην πραγματικότητα από τον Ερυθρό Σταυρό.

Όλα τα ρούχα, το φαγητό, το μέρος ολόκληρο ήταν μια ψεύτικη επίδειξη του τι συνέβαινε στο Άουσβιτς.

Κρεματόρια;

Δεν τα έβλεπε κανείς.

Αξιαγάπητα, καλοντυμένα παιδιά που ήταν καλά και δεν πεινούσαν.

Αυτά είδαν οι επιθεωρητές του Ερυθρού Σταυρού.

Η λίστα του Σίντλερ που μου έσωσε τη ζωή

Μια μέρα συγκεντρώθηκαν όλοι οι άνθρωποι που ήταν γραμμένοι στη λίστα του Σίντλερ.

Ένας αξιωματικός των Ναζί άρχισε να διαβάζει τα ονόματα και όταν φώναξε το δικό μου και είδε ότι ήμουν ένα μικρό κοριτσάκι, γύρισε στον Σίντλερ και του φώναξε: “Είσαι τρελός! Μοιάζει για επαγγελματίας στα όπλα; Είναι απλά ένα κορίτσι!”. Ο Όσκαρ του απάντησε ότι αυτό δεν ήταν πρόβλημα: με είχε μάθει πώς να κάνω μια συγκεκριμένη δουλειά, που μόνο τα δάχτυλά μου μπορούσαν να κάνουν. Η συγκεκριμένη σκηνή υπάρχει και στην ταινία “Η Λίστα του Σίντλερ”.

Έτσι καταφέραμε να μεταφερθούμε στην Τσεχοσλοβακία.

Εκεί ήταν διαφορετικά και πιο εύκολα, επειδή υπεύθυνος για εμάς ήταν ο Σίντλερ και όχι οι Γερμανοί.

Από εκείνο το στρατόπεδο στην Τσεχοσλοβακία απελευθερωθήκαμε.

Την ημέρα της απελευθέρωσης ο Σίντλερ δεν ήταν εκεί και εμείς δεν είχαμε ιδέα τι επρόκειτο να συμβεί.

Ξαφνικά είδαμε ένα ρώσο στρατιώτη επάνω σε ένα άλογο στην πύλη.

Καθώς ήμουν η μικρότερη οι άνθρωποι μου έδιναν λουλούδια και εγώ έτρεξα στον στρατιώτη.

Όταν με είδε με πήρε στο άλογό του και επιστρέψαμε μαζί στο στρατόπεδο.

Από το Άουσβιτς στο Ισραήλ

Τη δεκαετία του 1950 η οικογένειά μου μετανάστευσε στο Ισραήλ. Πήγα να ζήσω σε ένα Κιμπούτς και ήταν υπέροχα. Πήγα σχολείο και αφού πέρασα εξετάσεις πήγα στο στρατό. Υπηρέτησα στην πολεμική αεροπορία.

Στην οικογένειά μου η πολεμική αεροπορία “κυλάει στο αίμα μας”.

Εκεί γνώρισα το σύζυγό μου, ενώ και ο γιος μου είναι στις αμυντικές δυνάμεις του Ισραήλ.

Έχοντας ζήσει τη φρίκη των στρατοπέδων συγκέντρωσης, του Άουσβιτς, του θανάτου και του φόβου εκεί, συγκινούμαι πάντα όταν βλέπω το στρατό, τους στρατιώτες και τη σημαία μας».

http://www.newsbeast.gr/

i eggoni tou dolofonou tis listas tou schindler

Συγκλονιστική ιστορία: Η εγγονή του δολοφόνου της λίστας του Σίντλερ διηγείται: Ο παππούς μου θα μπορούσε να με είχε σκοτώσει!

Περισσότερες από έξι δεκαετίες μετά, μια γερμανο-νιγηριανή διαπίστωσε συγκλονισμένη ότι ο δολοφόνος της λίστας του Σίντλερ ήταν ο παππούς της και πως αν την γνώριζε θα μπορούσε να την είχε σκοτώσει.
2 Οκτωβρίου 2013 

Περισσότερες από έξι δεκαετίες μετά, μια γερμανο-νιγηριανή διαπίστωσε συγκλονισμένη ότι ο δολοφόνος της λίστας του Σίντλερ ήταν ο παππούς της και πως αν την γνώριζε θα μπορούσε να την είχε σκοτώσει.

Στα απομνημονεύματα της που δημοσιεύθηκαν αυτό το μήνα με τον τίτλο: «Άμον: Ο παππούς μου θα με είχε σκοτώσει«, η Τζένιφερ Τίτζ αφηγείται τα σκοτεινά μυστικά της οικογένειάς της και την εξαιρετική ιστορία του πως η ζωή της μπλέχτηκε σε ένα από τα χειρότερα κεφάλαια της ιστορίας, αναφέρει το thelocal.com

Η Τιτζ είναι το παιδί ενός Νιγηριανού φοιτητή και της Γερμανίδας κόρης του Άμον Γκετ, του διοικητή του στρατοπέδου συγκέντρωσης Πλάζοβ, έξω από την Κρακοβία της Πολωνίας που εμφανίστηκε στην ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ, «Η Λίστα του Σίντλερ».

Η 43χρονη Τιτζ έμαθε κατά τύχη πριν από πέντε χρόνια πως ο παππούς της ήταν ο σαδιστής γνωστός ως ο «χασάπης της Πλάζοβ», που απαγχονίστηκε το 1946 για το βασανισμό και τη δολοφονία χιλιάδων θυμάτων.

Οι γονείς της Τιτζ είχαν ένα σύντομο δεσμό και έδωσαν την κόρη τους για υιοθεσία λίγες μόλις εβδομάδες μετά τη γέννησή της. Είχε δοθεί σε ανάδοχη οικογένεια και τελικά υιοθετήθηκε από ένα ευκατάστατο ζευγάρι σε προάστιο του Μονάχου, όταν ήταν επτά ετών, βλέποντας τη βιολογική της μητέρα μόνο σποραδικά.

Μετά από αρκετά χρόνια, κοιτάζοντας στις στοίβες των βιβλίων στην τοπική βιβλιοθήκη του Αμβούργου, σκόνταψε πάνω σε έναν τίτλο που κατέγραφε την προσωπική της ιστορία: «Ich muss doch meinen Vater lieben, oder;» (Πρέπει να αγαπώ τον πατέρα μου, σωστά;)

Η ηλικιωμένη γυναίκα που εικονιζόταν στο βιβλίο φαινόταν αμυδρά οικεία και μια γρήγορη ματιά στις βιβλιογραφικές λεπτομέρειες αποκάλυψε μια τέλεια αντιστοιχία με εκείνες της μητέρας της.

«Ήταν σαν να έχασα τη γη κάτω από τα πόδια μου» δήλωσε η Τιτζ στο AFP.

«Έπρεπε να καθίσω σε ένα παγκάκι. Τηλεφώνησα στον άνδρα μου και του είπα ότι δεν μπορούσα να οδηγήσω και πως έπρεπε να έρθει να με πάρει. Επέστρεψα στο σπίτι και διάβασα όλο το βιβλίο».

Σε μια από τις πιο οδυνηρές σκηνές της ταινίας του Σπίλμπεργκ, ο Γκετ που τον ενσαρκώνει ο Ραλφ Φίενς, αρχίζει να πυροβολεί εβραίους αιχμαλώτους από το μπαλκόνι της οικείας του μέσα στο στρατόπεδο συγκέντρωσης προτού αφήσει ελεύθερα τα σκυλιά να τους ξεσκίσουν.

Η Τιτζ είπε ότι είχε δει τη «Λίστα του Σίντλερ» όταν ήταν φοιτήτρια στο Ισραήλ, αλλά ήταν αβέβαιο πως επρόκειτο για την απεικόνιση της πραγματικής ζωής του Γκετ.

«Εκείνη τη στιγμή δεν διέκρινα κάποιο συσχετισμό με τη δική μου ζωή. Ακόμη κι αν το όνομα γέννησής μου είναι Γκετ, όταν το άκουσα στην ταινία, δεν πέρασε καν από το μυαλό μου ότι θα μπορούσε να υπάρχει κάποια σύνδεση».

Ακόμη κι όταν την εγκατέλειψαν οι γονείς της, η Τιτζ είχε καλές αναμνήσεις από τις περιστασιακές επισκέψεις και τις κάρτες που έστελνε η γιαγιά της Ρουθ στα γενέθλιά της.

«Ως εγκαταλειμμένο παιδί, ήταν ένα πολύ σημαντικό πρόσωπο στη ζωή μου» δήλωσε.

Η Τιτζ συγκλονίστηκε όταν έμαθε αργότερα πως αυτή η ευγενική γυναίκα είχε ζήσει για ένα διάστημα ως ερωμένη του Γκετ στο ίδιο κτίριο του στρατοπέδου συγκέντρωσης που είχε δολοφονήσει τόσους ανθρώπους.

Είχαν γνωριστεί όταν εκείνη δούλευε ως γραμματέας του Σίντλερ στην Κρακοβία. Η κόρη τους η Μόνικα γεννήθηκε το 1945.

Η Ρουθ πήρε το επώνυμο Γκετ λίγο μετά την εκτέλεσή του, αρνούμενος τα εγκλήματα που είχε διαπράξει, και είχε μια φωτογραφία του πάνω από το κρεβάτι της, μέχρι που αυτοκτόνησε το 1983.

Ο τίτλος του βιβλίου της Τιτζ, αναφέρεται στη διαπίστωση ότι ο ίδιος ο παππούς της θα μπορούσε να τη θεωρήσει υπάνθρωπο και να την σκότωνε, όπως όλους εκείνους τους Εβραίους που δολοφόνησε.

Η Τιτζ επισκέφθηκε το μουσείο Σίντλερ στην Κρακοβία, τη βίλα του Γκετ στο Πλάζοβ και κατέθεσε λουλούδια για τα θύματα στο μνημείο εντός του στρατοπέδου.

http://www.eirinika.gr/

Schindlers-List-Poster 01

Η Λίστα του Σίντλερ
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Η Λίστα του Σίντλερ
Schindlers list.jpg

Σκηνοθεσία Στίβεν Σπίλμπεργκ
Παραγωγή Universal Pictures
Σενάριο Τόμας Κενάλι
(νουβέλα)
Στίβεν Ζαϊλίαν
(σενάριο)

Πρωταγωνιστές

Λίαμ Νίσον
Ρέιφ Φάινς
Μπεν Κίνγκσλεϊ
Κάρολιν Γκουντάλ
Έμπεθ Ντάβιτζ

Μουσική Τζον Γουίλιαμς
Φωτογραφία Γιάνους Καμίσκι
Πρώτη προβολή Country flag 15 Δεκεμβρίου 1993
Country flag 2 Μαρτίου 1994
Διάρκεια 195 λεπτά
Προέλευση Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής
Γλώσσα αγγλικά

Η Λίστα του Σίντλερ (αγγλικά: Schindler’s List) είναι αμερικανικό πολεμικό βιογραφικό δράμα παραγωγής 1993 με θέμα τον Όσκαρ Σίντλερ, έναν Γερμανό επιχειρηματία που έσωσε τις ζωές χιλίων Πολωνών Εβραίων στο Ολοκαύτωμα προσλαμβάνοντάς τους στα εργοστάσια του. Την ταινία σκηνοθέτησε ο Στίβεν Σπίλμπεργκ και το σενάριο έγραψε ο Στίβεν Ζαϊλίαν, βασισμένο στη νουβέλα Schindler’s Ark του Τόμας Κενάλι. Πρωταγωνιστούν οι Λίαμ Νίσον, Ρέιφ Φάινς και Μπεν Κίνγκσλεϊ.

Η ιδέα μιας ταινίας για τους Εβραίους του Σίντλερ είχε προταθεί από το 1963. Ο Πόλντεκ Πφέφερμπεργκ, ένας από τους Εβραίους του Σίντλερ, έκανε σκοπό της ζωής του να γνωστοποιήσει την ιστορία του Σίντλερ. Όταν ο παραγωγός Σιντ Σάινμπεργκ έστειλε μια περίληψη της νουβέλας Schindler’s Ark στον Σπίλμπεργκ, ο σκηνοθέτης εντυπωσιάστηκε. Εξέφρασε αρκετό ενδιαφέρον ώστε η Universal να αγοράσει τα δικαιώματα του βιβλίου. Ωστόσο ήταν αβέβαιος για το αν έπρεπε να σκηνοθετήσει ο ίδιος μια ταινία με θέμα το Ολοκαύτωμα. Ο Σπίλμπεργκ προσπάθησε να δώσει το πρότζεκτ σε άλλους σκηνοθέτες πριν αποφασίσει να το σκηνοθετήσει ο ίδιος, αφού άκουσε για την άρνηση του Ολοκαυτώματος

Η ταινία κυκλοφόρησε στους κινηματογράφους των Ηνωμένων Πολιτειών στις 15 Δεκεμβρίου 1993. Απέσπασε διθυραμβικά σχόλια από τους κριτικούς και έγινε μεγάλη εισπρακτική επιτυχία, αποφέροντας 321,3 εκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως. Έλαβε 12 υποψηφιότητες για Όσκαρ, μεταξύ των οποίων Α’ Ανδρικού Ρόλου για την ερμηνεία του Νίσον και Β’ Ανδρικού Ρόλου για τον Φάινς, κερδίζοντας 7, ανάμεσά τους για Καλύτερη Ταινία, Σκηνοθεσία και Διασκευασμένου Σεναρίου. Βραβεύτηκε επίσης με 7 βραβεία BAFTA και 3 Χρυσές Σφαίρες.

Η ταινία ξεκινά το 1939 με την επανατοποθέτηση των Πολωνών Εβραίων στο Γκέτο της Κρακοβίας λίγο μετά την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Εν τω μεταξύ ο Όσκαρ Σίντλερ, ένας Γερμανός επιχειρηματίας από τη Μοραβία, φτάνει στην πόλη με την ελπίδα να κάνει περιουσία από τον πόλεμο. Ο Σίντλερ δωροδοκεί την Βέρμαχτ και τους αξιωματικούς των Ες Ες και έτσι αγοράζει ένα εργοστάσιο για την παραγωγή εφοδίων του στρατού. Χωρίς να γνωρίζει πολλά για το πως να διευθύνει μια επιχείρηση, προσλαμβάνει τον Ιτζάκ Στερν, υπάλληλο του Εβραϊκού Συμβουλίου, ο οποίος έχει επαφές με τους Εβραίους επιχειρηματίες και τους μαυραγορίτες μέσα στο γκέτο. Οι Εβραίοι επιχειρηματίες δανείζουν στο Σίντλερ τα χρήματα για το εργοστάσιο με αντάλλαγμα ποσοστό από τα κέρδη. Ο Σίντλερ προσλαμβάνει μόνο Εβραίους καθώς κοστίζουν λιγότερο αφού οι μισθοί τους πηγαίνουν στην Ες Ες. Οι εργάτες του Σίντλερ επιτρέπεται να βρίσκονται και εκτός του γκέτο και ο Στερν πλαστογραφεί έγγραφα για να διασφαλίσει όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους ως «χρήσιμους» στους Γερμανούς ώστε να τους σώσει από μεταφορά σε στρατόπεδα συγκέντρωσης αλλά και από το θάνατο.

Ο Υπολοχαγός των Ες Ες Άμον Γκετ φτάνει στην Κρακοβία για να αρχίσει την κατασκευή του στρατοπέδου συγκέντρωσης Πλαστσόφ. Δίνει εντολή να αδειάσει το γκέτο και η Επιχείρηση Ράινχαρντ στην Κρακοβία αρχίζει, με εκατοντάδες στρατεύματα να αδειάζουν τα συνωστισμένα δωμάτια και να δολοφονούν όποιον διαμαρτύρεται ή δε συνεργάζεται, ηλικιωμένο ή παιδί. Ο Σίντλερ από μακριά παρακολουθεί τη σφαγή και επηρεάζεται σφοδρά. Παρ’ όλα αυτά γίνεται φίλος με τον Γκετ και συνεχίζει να έχει την υποστήριξη και την προστασία των Ες Ες. Ο Σίντλερ δωροδοκεί τον Γκετ ώστε να του επιτρέψει να χτίσει στρατόπεδο για τους εργάτες του. Αρχικά οι προθέσεις του είναι να βγάλει χρήματα αλλά στην πορεία αρχίζει να διατάζει τον Στερν να σώσει όσες περισσότερες ζωές μπορεί. Καθώς ο πόλεμος παίρνει άλλη τροπή, διαταγή από το Βερολίνο αναγκάζει τον Γκετ να καταστρέψει όλα τα σώματα των Εβραίων που δολοφονήθηκαν, να διαλύσει το γκέτο του Πλαστσόφ και να στείλει τους εναπομείναντες Εβραίους στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς.

Στην αρχή ο Σίντλερ ετοιμάζεται να φύγει από την Κρακοβία, αλλά δεν μπορεί να το κάνει και ζητάει από τον Γκετ να του επιτρέψει να κρατήσει τους εργάτες του ώστε να τους μετάφερει στην γενέτειρα πόλη του στη Μοραβία μακριά από την Τελική Λύση. Ο Γκετ δέχεται αλλά χρεώνει πολύ ακριβά κάθε έναν εργάτη ξεχωριστά. Ο Σίντλερ με τον Στερν συντάσσουν μια λίστα με τους εργάτες που δεν θα μεταφερθούν στο Άουσβιτς.

«Η Λίστα του Σίντλερ» αποτελείται από «ικανούς» τρόφιμους και για πολλούς στο στρατόπεδο Πλαστσόφ, το να υπάρχει το όνομά τους στη λίστα είναι πολύ σημαντικό γιατί μπορεί να οδηγήσει στη ζωή ή στο θάνατό τους. Σχεδόν όλοι από τη λίστα φτάνουν στο στη Μοραβία. Το τραίνο που μεταφέρει τις γυναίκες κατά λάθος πηγαίνει στο Άουσβιτς. Οι γυναίκες νομίζουν ότι οδηγούνται στο θάλαμο αερίων αλλά αρχίζουν να κλαίνε από χαρά όταν νερό πέφτει από τις ντουζιέρες. Ο Σίντλερ πηγαίνει αμέσως στο Άουσβιτς και δωροδοκώντας τον υπέυθυνο του στρατοπέδου σώζει όλες τις γυναίκες της λίστας του. Μόλις φτάνουν στη Μοραβία, ο Σίντλερ δίνει αυστηρές εντολές στους Ες Ες φύλακες να μην πυροβολήσουν ή βασανίσουν κανέναν. Για να κρατήσει τους εργάτες του ζωντανούς, ξοδεύει σχεδόν όλη του την περιουσία για να δωροδοκεί τους Ναζί αξιωματικούς. Τα χρήματα του τελειώνουν λίγο πριν το Βέρμαχτ παραδοθεί και λήξει ο πόλεμος στην Ευρώπη.

Σαν μέλος των Ναζί και κερδοφόρος από τη δουλεία, το 1945 ο Σίντλερ πρέπει να αποδράσει. Αν και οι φύλακες των Ες Ες έχουν πάρει εντολή να εξοντώσουν τους Εβραίους ο Σίντλερ τους πείθει να γυρίσουν πίσω στις οικογένειές τους σαν άνδρες και όχι σαν δολοφόνοι. Λίγο πριν φύγει, φορτώνει το αυτοκίνητό του και αποχαιρετά τους εργάτες του. Του δίνουν ένα γράμμα εξηγώντας πως δεν είναι εγκληματίας πολέμου μαζί με ένα δαχτυλίδι με την επιγραφή «Όποιος σώζει μια ζωή, σώζει ολόκληρο τον κόσμο». Ο Σίντλερ συγκινείται αλλά και ντρέπεται, αισθανόμενος ότι θα μπορούσε να κάνει περισσότερα ώστε να σώσει περισσότερες ζωές.

Οι Εβραίοι του Σίντλερ, έχοντας κοιμηθεί έξω από τις πύλες του εργοστασίου, ξυπνούν το πρωί και ένας Σοβιετικός Δραγώνος καταφτάνει και τους λέει ότι απελευθερώθηκαν από τον Κόκκινο Στρατό. Οι Εβραίοι περπατούν μέχρι τη διπλανή πόλη για να βρουν φαγητό.

Μετά από κάποιες σκηνές που απεικονίζει κάποια συμβάντα μετά την λήξη του πολέμου, όπως την εκτέλεση του Άμον Γκετ για εγκλήματα πολέμου και τι απέγινε τελικά ο Σίντλερ, η ταινία επιστρέφει με τους Εβραίους να περπατούν μέχρι τη διπλανή πόλη. Καθώς περπατούν, η ταινία γεμίζει με χρώματα και δείχνει τον τάφο του Σίντλερ στην Ιερουσαλήμ. Το φίλμ τελειώνει με τους ηλικιωμένους πλέον πραγματικούς Εβραίους που δούλεψαν στο εργοστάσιο του Σίντλερ, να περνούν χέρι χέρι με τους ηθοποιούς που τους υποδύθηκαν και ο καθένας να αφήνει από μια πέτρα στον τάφο του – ένα εβραϊκό έθιμο που δείχνει βαθιά ευγνωμοσύνη. Στην τελευταία σκηνή ο Λίαμ Νίσον αν και δεν βλέπουμε το πρόσωπο του, αφήνει ένα τριαντάφυλλο.

Ηθοποιοί και Χαρακτήρες
Λίαμ Νίσον στο ρόλο του Όσκαρ Σίντλερ
Μπεν Κίνγκσλεϊ στο ρόλο του Ιτζάκ Στερν
Ρέιφ Φάινς στο ρόλο του Άμον Γκετ
Έμπεθ Ντάβιτζ στο ρόλο της Έλεν Χιρς
Κάρολιν Γκουντάλ στο ρόλο της Έμιλι Σίντλερ
Τζόναθαν Σαγκάλ στο ρόλο του Πόλντεκ Πφέφερμπεργκ

Παραγωγή

Πρώτα Στάδια

Ο Πόλντεκ Πφέφερμπεργκ ήταν ένας από τους Εβραίους του Σίντλερ και έκανε σκοπό της ζωής του να πει την ιστορία του σωτήρα του. Ο Πφέφερμπεργκ προσπάθησε να γυρίσει μια βιογραφία του Σίντλερ μαζί με την MGM το 1963 αλλά δεν τα κατάφερε. Το 1982 ο Τόμας Κενάλι, αφού συναντήθηκε με τον Πφέφερμπεργκ, έγραψε το βιβλίο Schindler’s Ark. Όταν ο Σπίλμπεργκ το διάβασε, εξέφρασε αρκετό ενδιαφέρον ώστε η Universal να αγοράσει τα δικαιώματα του βιβλίου.

Ο Σπίλμπεργκ δεν ήταν σίγουρος για το αν ήταν ώριμος αρκετά ώστε να κάνει μια ταινία με θέμα το Ολοκαύτωμα και προσπάθησε να δώσει το πρότζεκτ στον Ρόμαν Πολάνσκι, ο οποίος το απέρριψε, έχοντας χάσει τη μητέρα του στο Ολοκαύτωμα και επειδή και ο ίδιος είχε ζήσει και επιβιώσει από το Γκέτο της Κρακοβίας. Ο Σπίλμπεργκ επίσης πρότεινε την ταινία στον Σίντνεϊ Πόλακ και στον Μάρτιν Σκορσέζε ο οποίος δέχτηκε να σκηνοθετήσει το 1988. Στην πορεία όμως ο Σπίλμπεργκ άλλαξε γνώμη καθώς πίστευε ότι έχασε την ευκαιρία να κάνει κάτι για τα παιδιά του και την οικογένειά του σχετικά με το Ολοκαύτωμα και έτσι έδωσε στον Σκορσέζε να σκηνοθετήσει την ταινία «Το Ακρωτήρι του Φόβου» (Cape Fear). Ο Μπίλι Γουάιλντερ εξέφρασε ενδιαφέρον να σκηνοθετήσει.

Το 1993 ο Τόμας Κενάλι αναλαμβάνει να γράψει ένα σενάριο βασισμένο στο βιβλίο του. Ο Κενάλι έδωσε έμφαση στις πολυάριθμες σχέσεις του Σίντλερ και παραδέχτηκε ότι δεν συμπύκνωσε αρκετά την ιστορία. Τότε ο Σπίλμπεργκ προσέλαβε τον Κερτ Λούντκε να γράψει το επόμενο προσχέδιο. Ο Λούντκε αποχώρησε τέσσερα χρόνια μετά, αφού βρήκε την ιστορία του Σίντλερ πολύ καλή για να είναι αληθινή. Στο διάστημα όπου είχε αναλάβει ο Σκορσέζε, είχε προσλάβει τον Στίβεν Ζαϊλίαν να γράψει το σενάριο. Όταν το πρότζεκτ πήγε πίσω στον Σπίλμπεργκ βρήκε το προσχέδιο των 115 σελίδων πολύ μικρό και ζήτησε από τον Ζαϊλίαν να το επεκτείνει στις 195 σελίδες. Ο Σπίλμπεργκ ήθελε να δώσει έμφαση στους Εβραίους.

Διανομή ρόλων

Ο Λίαμ Νίσον πήρε το ρόλο το Δεκέμβριο του 1992. Ο Γουόρεν Μπίτι έκανε δοκιμαστικό αλλά ο Σπίλμπεργκ ανησυχούσε ότι δεν θα μπορούσε να κρύψει την προφορά του και θα αποσπούσε την προσοχή από το θέμα της ταινίας με την παρουσία του ως σταρ. Οι Κέβιν Κόστνερ και Μελ Γκίμπσον εξέφρασαν ενδιαφέρον για το ρόλο αλλά απορρίφτηκαν για τον ίδιο ακριβώς λόγο, γι’ αυτό και ο Σπίλμπεργκ διάλεξε μικρότερα ονόματα στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.

Ο Ρέιφ Φάινς πήρε το ρόλο του Άμον Γκεθ. Ο Σπίλμπεργκ τον διάλεξε γιατί έβλεπε στον ηθοποιό μια σεξουαλική κακία. Μέσα σε μια στιγμή μπορούσε από ευγενικός να γίνει σατανικά ψυχρός. Ο Φάινς πήρε 14 κιλά για να παίξει το ρόλο, παρακολούθησε ιστορικά στιγμιότυπα και μίλησε με επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος που γνώρισαν τον Γκετ. Ο Φάινς έμοιαζε τόσο πολύ με τον Γκετ, που όταν φορούσε τη στρατιωτική στολή και γνωρίστηκε με τη Μίλα Πφέφερμπεργκ, μια επιζήσασα, αυτή έτρεμε από φόβο.

Συνολικά υπάρχουν 126 ομιλούντες ρόλοι ενώ 30.000 κομπάρσοι προσελήφθησαν κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων.

Γυρίσματα

Τα γυρίσματα ξεκίνησαν το Μάρτιο του 1993 στην Κρακοβία και συνέχισαν για 71 ημέρες. Οι σκηνές γυρίστηκαν στις πραγματικές τοποθεσίες αν και το στρατόπεδο Πλαστσόφ έπρεπε να κατασκευαστεί σύμφωνα με το πρωτότυπο, καθώς είχε υποστεί αλλαγές μετά τον πόλεμο. Δεν τους δόθηκε άδεια να γυρίσουν σκηνές μέσα στο Άουσβιτς και έτσι τις γύρισαν σε ένα πανομοιότυπο στρατόπεδο απέναντι από το πραγματικό.

Για τον Σπίλμπεργκ τα γυρίσματα ήταν μια πολύ συναισθηματικά έντονη περίοδος, καθώς τον ανάγκασε να αντιμετωπίσει στοιχεία των παιδικών του χρόνων όπως τον αντισημιτισμό που βίωσε. Ήταν έξαλλος με τον εαυτό του όταν δεν έκλαψε στη επίσκεψή του στο Άουσβιτς και ήταν ένα από τα πολλά μέλη του συνεργείου που δεν κοίταζαν όταν γυριζόταν η σκηνή όπου οι ηλικιωμένοι Εβραίοι αναγκάζονται να τρέξουν γυμνοί ενώ επιλέγονται από τους Ναζί γιατρούς για να πάνε στο Άουσβιτς. Αρκετές ηθοποιοί έβαλαν τα κλάματα όταν γύριζαν τη σκηνή στα ντουζ, συμπεριλαμβανομένης και μίας που γεννήθηκε μέσα στο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Η σύζυγός του, Κέιτ Κάπσο και τα πέντε παιδιά του ήταν μαζί του στο πλατό ενώ τον επισκέφτηκαν οι γονείς του και ο ραββίνος του. Ο Ρόμπιν Ουίλιαμς του τηλεφωνούσε κάθε δύο εβδομάδες για να του φτιάξει το κέφι καθώς υπήρχε πολύ λίγη χιουμοριστική διάθεση στο πλατό. Ο Σπίλμπεργκ αποποιήθηκε της αμοιβής του, αποκαλώντας την λεφτά βαμμένα με αίμα.

Ο Σπίλμπεργκ χρησιμοποίησε την γερμανική και πολωνική γλώσσα σε αρκετές σκηνές για να δημιουργήσει την εντύπωση του να ζεις το παρελθόν και την αγγλική για να δώσει έμφαση στα δραματικά σημεία.

Σύμβολα
Το Κορίτσι με το Κόκκινο Παλτό

Αν και το φιλμ είναι ασπρόμαυρο, χρησιμοποιείται το κόκκινο για να ξεχωρίσει ένα μικρό κορίτσι που φοράει ένα κόκκινο παλτό. Αργότερα στην ταινία το κορίτσι βρίσκεται ανάμεσα στους νεκρούς και αναγνωρίζεται μόνο από το κόκκινο παλτό του. Αν και δεν ήταν σκόπιμο, αυτός ο χαρακτήρας συμπτωματικά μοιάζει με τη Ρόμα Λιγκόκα, που ήταν γνωστή στο Γκέτο της Κρακοβίας για το κόκκινο παλτό της. Η Λιγκόκα σε αντίθεση με τον πλασματικό χαρακτήρα της ταινίας, επέζησε του Ολοκαυτώματος.

Ενώ υπήρχε διαφωνία για το τι ακριβώς αναπαριστά το κορίτσι με το κόκκινο παλτό, με κάποιους να λένε ότι συμβολίζει την ελπίδα, την αθωότητα ή το κόκκινο αίμα των Εβραίων που θυσιάστηκαν στον τρόμο του Ολοκαυτώματος, ο ίδιος ο Σπίλμπεργκ δήλωσε:

Η Αμερική και η Ρωσία και η Αγγλία όλοι γνώριζαν για το Ολοκαύτωμα όταν συνέβαινε, και δεν κάναμε τίποτα. Δεν στείλαμε καμία από τις δυνάμεις μας για να σταματήσουμε την πορεία προς το θάνατο, την αδυσώπητη αυτή πορεία προς το θάνατο. Ήταν μια μεγάλη κόκκινη βούλα στο ραντάρ του καθενός, αλλά κανένας δεν έκανε κάτι. Και γι’ αυτό ήθελα να προσθέσω το κόκκινο χρώμα.
Box office
Με προϋπολογισμό 22.000.000 δολάρια, η ταινία έκανε άνοιγμα τριημέρου στην 6η θέση με 4,6 εκατομμύρια δολάρια. Συνολικά συγκέντρωσε 96 εκατομμύρια δολάρια στο αμερικανικό box office και 225,2 εκατομμύρια δολάρια στον υπόλοιπο κόσμο. Παγκοσμίως απέφερε 321,3 εκατομμύρια δολάρια.

pethane o neoteros epizon tis listas tou schindler

ΗΤΑΝ ΕΡΓΑΤΗΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟ ΤΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑ
Πέθανε ο νεότερος επιζών της λίστας του Σίντλερ σε ηλικία 83 ετών

 15|01|2013 

Την τελευταία του πνοή άφησε ο 83χρονος Λίον Λέισον, ο μικρότερος σε ηλικία Εβραίος που διασώθηκε χάρη στην περίφημη λίστα του Σίντλερ

Η λίστα του Σίντλερ ήταν μία λίστα 13 σελίδων που περιείχε τα ονόματα 801 Γερμανών – Εβραίων, τους οποίους ο επιχειρηματίας Όσκαρ Σίντλερ κατάφερε να σώσει από τους θαλάμους αερίων.

Η περιβόητη λίστα συντάχθηκε στις 18 Απριλίου του 1945 από τον Όσκαρ Σίντλερ μέλος του ναζιστικού κόμματος, ο οποίος απασχολούσε Εβραίους κρατούμενους σε επιχείρηση του στην Κρακοβία που παρήγαγε προϊόντα για τον γερμανικό στρατό. Ο Σίντλερ, σοκαρισμένος από τη θηριωδία του Ολοκαυτώματος, φρόντισε να σώσει τους Εβραίους που εργάζονταν στο εργοστάσιό του, συντάσσοντας μία λίστα με ονόματα που ζητούσε ως «απαραίτητη εργασιακή δύναμη» και έτσι τα άτομα αυτά γλίτωσαν το θάνατο στους θαλάμους αερίων των ναζιστικών στρατοπέδων.

Ο Λίον Λέισον ήταν ο μικρότερος σε ηλικία Εβραίος του οποίου το όνομα βρισκόταν στη λίστα του Σίντλερ. Ήταν περίπου 10 ετών όταν οι Ναζί εισέβαλαν στην Πολωνία το 1939 και ενώ οι δύο αδελφοί του ήταν θύματα του Ολοκαυτώματος, ο ίδιος επέζησε καθώς στα 13 του ήταν εργάτης στο εργοστάσιο του Σίντλερ.

Μάλιστα ο ίδιος έλεγε χαρακτηριστικά ότι ήταν τότε τόσο κοντός που χειριζόταν τις μηχανές στο πόστο του, ανεβασμένος σε ένα κιβώτιο.

Μετά τον πόλεμο μετακόμισε στις ΗΠΑ και εργάστηκε ως δάσκαλος για να ξεχάσει τη φρίκη του πολέμου, ενώ σπάνια μιλούσε για τα βιώματά του από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τη διάσωσή του χάρη στο Σίντλερ, μέχρι την ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ, το 1993.

Πηγή: Πέθανε ο νεότερος επιζών της λίστας του Σίντλερ σε ηλικία 83 ετών | iefimerida.gr http://www.iefimerida.gr/

Schindlers-List-Poster 02

Η διδασκαλία του Ολοκαυτώματος μέσα από τον κινηματογράφο

ο αναγνώστης στις 7 Φεβρουαρίου, 2015

Της Παναγιώτας Μήνη(*).

Οι γνώσεις που αποκομίζουν οι μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης για το Ολοκαύτωμα είναι ελάχιστες. Στο βιβλίο Ιστορίας της Γ΄ Γυμνασίου, που καλύπτει από το Διαφωτισμό μέχρι τα τέλη του 20ου αιώνα, το Ολοκαύτωμα ενσωματώνεται αρκετά αποσπασματικά στο κεφάλαιο για το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κεφάλαιο που εξετάζεται βιαστικά προς το τέλος της σχολικής χρονιάς. Και ενώ το βιβλίο Ιστορίας της Γ΄ Λυκείου περιλαμβάνει μία ξεχωριστή ενότητα με τίτλο «Τα εγκλήματα πολέμου κατά της ανθρωπότητας – Το Ολοκαύτωμα», η εστίαση των μαθητών της Γ΄ Λυκείου στην προετοιμασία για τις εισαγωγικές εξετάσεις εμποδίζει για άλλη μια φορά την ουσιαστική γνωριμία με το θέμα. Έτσι, ίσως η καλύτερη ευκαιρία για τους εκπαιδευτικούς να μιλήσουν για το Ολοκαύτωμα να είναι οι επετειακές μέρες που διανύουμε. Οι εκπαιδευτικοί μπορούν να αξιοποιήσουν τις πηγές από τα ίδια τα σχολικά βιβλία ιστορίας (προσωπικές μαρτυρίες, στοχασμούς διανοούμενων και φωτογραφίες), να βρουν υλικό στο διαδίκτυο και να προβάλουν ταινίες, επιλογή που γίνεται όλο και δημοφιλέστερη, καθώς οι κινηματογραφικές αφηγήσεις, με την αμεσότητα που τις διακρίνει και τη δύναμή τους να δημιουργούν συναισθήματα, τείνουν κάποτε να υποκαταστήσουν τα βιβλία.

Στο σημείο αυτό, τίθεται ένα ερώτημα, που τουλάχιστον στον αγγλοσαξονικό χώρο έχει βρει τη θέση του σε μονογραφίες και επιστημονικά άρθρα. Ποιες κινηματογραφικές εικόνες συνίσταται να δείξουν οι δάσκαλοι στους μαθητές για το Ολοκαύτωμα; Η απάντηση σε αυτό εξαρτάται κυρίως από το πώς αντιλαμβανόμαστε την εφηβική ηλικία και τι προσδοκάμε να προσκομίσουν οι νεαροί θεατές από μία σχετική κινηματογραφική προβολή. Θα πρέπει, λοιπόν, να διευκρινίσω εξ αρχής ότι θεωρώ την ηλικία των 14 με 18 χρόνων απόλυτα κατάλληλη περίοδο να έρθει κανείς σε επαφή με σκληρές εικόνες από την πραγματικότητα του Ολοκαυτώματος. Αντί να λυπηθούν, να ταυτιστούν ή να κλάψουν, ας δώσουμε στους μαθητές μία ευκαιρία να ταραχτούν. Και ίσως έτσι συλλάβουν κάτι από την τραγωδία του Ολοκαυτώματος.

Με βάση τα παραπάνω, πιστεύω πως οι δύο γνωστότερες κινηματογραφικές αναπαραστάσεις στρατοπέδων συγκέντρωσης, Η λίστα του Σίντλερ (Schindler’s List, 1993) του Στήβεν Σπήλμπεργκ και H ζωή είναι ωραία (La vita è bella, 1997) του Ρομπέρτο Μπενίνι δεν ενδείκνυνται για χρήση στην εκπαίδευση. Δεν ενδείκνυνται τόσο για εκείνα που παρουσιάζουν όσο και για εκείνα που παραλείπουν να τονίσουν. Για να ξεκινήσω από τα δεύτερα. Και στις δυο ταινίες, το Ολοκαύτωμα δεν ενσωματώνεται στην πορεία των ιστορικών εξελίξεων του Β΄ Παγκόσμιου Πόλεμου. Οι πλοκές αποφεύγουν να παρακολουθήσουν τον τρόπο με τον οποίο οι εξελίξεις εκτός των στρατοπέδων συγκέντρωσης συνδέονται με εκείνες μέσα σε αυτά. Ως αποτέλεσμα, οι ταινίες προσπερνούν το ευαίσθητο ζήτημα της συνεργασίας πολλών κατακτημένων με τον κατακτητή στον εντοπισμό Εβραίων˙ αδυνατούν να υπενθυμίσουν τις ευθύνες ενός ευρύτερου (πέραν του γερμανικού) τρόπου σκέψης και ζωής που επέτρεψε να οδηγηθεί η ανθρωπότητα στην αθλιότητα˙ και προβάλλουν, έτσι, την γερμανική περίπτωση ως εξαίρεση στην πορεία της ιστορίας. Εξίσου σημαντικό: αποσιωπάται ότι ο διωγμός των Εβραίων ήταν το αποκορύφωμα διωγμών, που είχαν βάλει στο στόχαστρο κι άλλες ομάδες: άτομα με σωματικές ή διανοητικές ιδιαιτερότητες, Ρομά, κομμουνιστές, ομοφυλόφιλους. Έτσι δεν δίνεται η δυνατότητα στον νεαρό θεατή να συνειδητοποιήσει ένα από τα τραγικότερα μαθήματα που μπορεί κανείς να διδαχτεί από το Ολοκαύτωμα. Ότι ο κίνδυνος ριζώνει από την πρώτη στιγμή που ανεχόμαστε την αδικία και τη μισαλλοδοξία.

Σε ό,τι αφορά εκείνα που αναπαριστάνουν οι δυο ταινίες, κρίνονται επίσης ακατάλληλες για εκπαιδευτικούς σκοπούς. Η Λίστα του Σίντλερ ξεκινά με μια αναφορά στην νίκη του γερμανικού στρατού στην Πολωνία το 1939 και στη συνέχεια εστιάζει στους Εβραίους που εξαναγκάζονται να μετακομίσουν σε πόλεις, με επίκεντρο της ταινίας την Κρακοβία. Μετά την γνωριμία μας με τον πρωταγωνιστή, τον Γερμανό Όσκαρ Σίντλερ, μέλος του ναζιστικού κόμματος που ζει στη χλιδή, θα μάθουμε για το σχέδιό του να χρησιμοποιήσει Εβραίους ως επενδυτές και ως φθηνό εργατικό δυναμικό για τη λειτουργία ενός εργοστασίου σκευών εκστρατείας. Στο πεντηκοστό περίπου λεπτό μεταφερόμαστε από τα γκέτο στο στρατόπεδο του Πλασόφ, προαστίου της Κρακοβίας, όπου έδρασε ο διαβόητος αξιωματικός των Ναζί Άμον Γκεθ. Έκτοτε η ταινία επικεντρώνεται στον Σίντλερ που όλο και περισσότερο ευαισθητοποιείται με όσα συμβαίνουν στο στρατόπεδο μέχρι που τελικά δίνει όλη την περιουσία του για να σώσει περισσότερους από χίλιους Εβραίους. Η τραγωδία των εκατομμυρίων της ιστορικής πραγματικότητας μετασχηματίζεται στο δράμα του ενός. Ο θεατής ωθείται να μπει σε μια διαδικασία να μετρά μαζί με τον Σίντλερ πόσες ζωές μπορεί να σώσει ο πρωταγωνιστής, σαν να εξαρτάται η σωτηρία των ανθρώπων από την ευαισθησία και την μεταμέλεια ενός επιχειρηματία που πλούτισε ως μέλος του ναζιστικού κόμματος. Και οι χιλιάδες των Εβραίων της ταινίας γίνονται αφορμή να ικανοποιήσουμε – μέσω του κεντρικού ήρωα – τα φιλανθρωπικά αισθήματά μας. Αρκεί να δει κανείς τη σκηνή όπου ο Σίντλερ παρακολουθεί τη μεταφορά των Εβραίων με τα τρένα και στρέφει κάνουλες νερού πάνω τους για να ξεδιψάσουν. Ή την σκηνή που ο πρωταγωνιστής και ο λογιστής του προσπαθούν να θυμηθούν και να καταγράψουν όσους περισσότερους Εβραίους μπορούν για να τους σώσουν. Δεν χωρά αμφιβολία ότι ο Σίντλερ είναι μια εμβληματική φιγούρα για τους ίδιους του Εβραίους, αλλά από εκεί έως ότου να παρουσιάσουμε στους μαθητές το Ολοκαύτωμα ως χολιγουντιανό δράμα η απόσταση είναι τεράστια. Την ίδια στιγμή, δεδομένης της ενδελεχούς ιστορικής έρευνας των δημιουργών της ταινίας, ορισμένες σκηνές της μπορεί να είναι χρήσιμες στον εκπαιδευτικό για τον σχολιασμό συγκεκριμένων ιστορικών γεγονότων. Σε μία διαφορετική αφήγηση για το Ολοκαύτωμα, ο εκπαιδευτικός θα μπορούσε, λ.χ., να χρησιμοποιήσει σκηνές όπως η εισβολή στα γκέτο τον Μάρτιο του 1943 ή οι πρακτικές του Άρον Γκεθ.

Προβληματική θεωρώ και το Η ζωή είναι ωραία, ταινία που προτείνεται για μαθητική δραστηριότητα στο βιβλίο Ιστορίας της Γ΄ Γυμνασίου. Να υπενθυμίσω ότι μόνο το δεύτερο μισό της ταινίας αφορά τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Την πρώτη ώρα θα ασχοληθούμε με τις χαριτωμένες περιπέτειες του Γκουίντο (Ρομπέρτο Μπενίνι) που φλερτάρει και τελικά παντρεύεται την αγαπημένη του. Όταν αργότερα οι Γερμανοί οδηγούν τον ήρωα και το γιο του σε ένα απροσδιόριστο στρατόπεδο συγκέντρωσης, ο πατέρας θα παρουσιάσει στο παιδί την ιστορία τους ως ένα παιχνίδι, το βραβείο για το οποίο θα είναι ένα τανκ. Την πρώτη φορά που βλέπουμε το στρατόπεδο, αυτό προβάλλει εσκεμμένα ως το σκηνικό ενός παραμυθιού. Οι νεοφερμένοι Εβραίοι καταφτάνουν με το τρένο σαν συνηθισμένοι επιβάτες. Οι έγκλειστοι του στρατοπέδου δείχνουν ελάχιστα ταλαιπωρημένοι και η εξαντλητικότερη εργασία που εκτελούν είναι η μεταφορά βαριών πυρομαχικών, ενώ οι Γερμανοί παρουσιάζονται ως βραδύνοες κατακτητές. Στο τέλος, ο πατέρας δολοφονείται χαμογελαστός που έδωσε ψεύτικη ευτυχία στο παιδί του και το παιδί πιστεύει πως κερδίζει το βραβείο – ένα τανκ με τον αμερικάνο στρατιώτη να το παίρνει αγκαλιά. Ο ίδιος ο αφηγητής λέει στην αρχή της ταινίας: «Πρόκειται για απλή ιστορία, μα δύσκολο να ειπωθεί. Σαν ένα παραμύθι, υπάρχει πόνος, κατάπληξη και ευτυχία». Και αναρωτιέται ο θεατής αν γίνεται να παρουσιάσει κανείς στους μαθητές τα στρατόπεδα συγκέντρωσης σαν μία τέτοια ιστορία, ακόμα και αν παραδεχτεί τη δυσκολία τού να ειπωθεί μία αλήθεια σαν αυτή του Ολοκαυτώματος, ακόμα κι αν συμφωνήσει ότι μαζί με τον πόνο είναι αναγκαία η ελπίδα.

Πολύ καλύτερη επιλογή αποτελεί μία παλαιότερη παραγωγή, Η δίκη της Νυρεμβέργης (Judgment at Nuremberg, 1961, Στάνλεϋ Κράμερ). Με την πλοκή να δραματοποιεί μία από τις δίκες στη Νυρεμβέργη (εκείνη ενάντια σε ανώτατους γερμανούς δικαστικούς που υπηρέτησαν το ναζισμό), η ταινία συνδυάζει την ενσωμάτωση εφιαλτικού υλικού από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης (έτσι όπως αυτό παρουσιάζεται στη διάρκεια της δίκης) και τον στοχασμό για τις απαρχές της αθλιότητας και για την ατομική ευθύνη. Η δίκη της Νυρεμβέργης επιμένει σε όσα προηγήθηκαν του Ολοκαυτώματος. Σχολιάζει τις διώξεις κομμουνιστών και τις στειρώσεις όσων θεωρούνταν επικίνδυνοι για την κοινωνία. Υπενθυμίζει τις διαπλοκές της διεθνούς διπλωματίας που ευνοούν την ανοχή στο φασισμό. Και θέτει τα καίρια ζητήματα της πίστης σε έναν μισαλλόδοξο πατριωτισμό, των άνομων συνεργασιών και της συνενοχής. Τα λόγια προς το δικαστήριο του ανώτατου γερμανού δικαστικού Ερνστ Γιάνινγκ (πρόσωπο μυθοπλαστικό που παραπέμπει σε πραγματικούς κατηγορούμενους) μπορούν να τροφοδοτήσουν ουσιαστικές συζητήσεις με τους μαθητές:

Υπήρχε ένας πυρετός σε όλη τη χώρα. Ένας πυρετός ατίμωσης, ταπείνωσης, πείνας (…). Πάνω από όλα υπήρχε φόβος, φόβος για το σήμερα, φόβος για το αύριο, φόβος για τους γείτονές μας και φόβους για τους εαυτούς μας (…). Ο Χίτλερ μας είπε. Σηκώστε τα κεφάλια σας. Να είστε περήφανοι που είστε Γερμανοί. Υπάρχουν διάβολοι ανάμεσά μας, κομμουνιστές, φιλελεύθεροι, Εβραίοι, Τσιγγάνοι. Όταν χαθούν αυτοί οι δαίμονες, θα χαθεί και η μιζέρια σας (…). Και εκείνοι από μας που ήξεραν καλύτερα; Που ξέραμε ότι οι λέξεις ήταν ψέματα και χειρότερες κι από ψέματα; Γιατί μείναμε σιωπηλοί; Γιατί αγαπούσαμε την πατρίδα μας. Τι σημασία είχε αν κάποιοι πολιτικοί εξτρεμιστές έχαναν τα δικαιώματά τους; Τι σημασία είχε αν μερικές φυλετικές μειονότητες έχαναν τα δικαιώματά τους; Είναι περαστικό. Αυτό που περνάμε είναι μόνο ένα στάδιο (…). Και μετά, μία μέρα, κοιτάξαμε γύρω μας και είδαμε ότι ήμασταν σε ακόμα μεγαλύτερο κίνδυνο (…). Αυτό που επρόκειτο να είναι μια περαστική φάση είχε γίνει τρόπος ζωής (…).

Αφού παρουσιάσει με τα μελανότερα χρώματα τους συγκατηγορούμενους και πρώην συνεργάτες του, ο Ερνστ Γιάνινγκ θα πει για τον εαυτό του: «Και ο Ερνστ Γιάνινγκ. Χειρότερος από όλους τους, γιατί ήξερε τι ήταν αυτοί και πήγε μαζί τους». Το ζήτημα της ευθύνης θα υπογραμμίσει και ο πρόεδρος του δικαστηρίου στην τελευταία φράση που ακούγεται στην ταινία. Όταν ο Γιάνινγκ του λέει με πόνο για τα εκατομμύρια των ανθρώπων που αφανίστηκαν «Δεν ήξερα ποτέ ότι θα καταλήξει σε αυτό. Εσείς πρέπει να το πιστέψετε», ο πρόεδρος θα σχολιάσει: «Χερ Γιάνινγκ, κατέληξε σε αυτό την πρώτη φορά που καταδικάσατε κάποιον σε θάνατο, ξέροντας πως είναι αθώος».

Μία σειρά άλλων γνωστών μυθοπλαστικών ταινιών αφορούν ειδικότερα θέματα, καθένα από τα οποία έχει ξεχωριστό ενδιαφέρον. Ο Πιανίστας (The Pianist, 2002) του Ρομάν Πολάνσκι, λ.χ., αν και δημιουργεί αμηχανία με τη χρήση της αγγλικής γλώσσας (όπως πολλές ακόμα ταινίες) για μία ιστορία που λαμβάνει χώρα στην Πολωνία, είναι ιδιαίτερα κατατοπιστική κατά τις πρώτες σκηνές, όπου παρουσιάζονται οι διωγμοί κατά των Εβραίων. Κατόπιν, η ταινία παρακολουθεί τον κεντρικό ήρωα που καταφέρνει να μην οδηγηθεί σε στρατόπεδο και κρύβεται, φτάνοντας στα όρια της ανθρώπινης αντοχής. Στο Μουσικό κουτί (Music Box, 1989) του Κώστα Γαβρά ένας άντρας κατηγορείται για εγκλήματα κατά των Εβραίων την περίοδο του πολέμου. Την υπεράσπισή του αναλαμβάνει η κόρη του, που όταν ανακαλύπτει ότι ο πατέρας της είχε πράγματι διαπράξει τα εγκλήματα για τα οποία κατηγορείται, τον καταδίδει η ίδια στις αρχές, παρά την αρχική αθώωσή του. Η Γκρίζα ζώνη (Grey Zone, 2001) του Τιμ Μπλέικ Νέλσον ξεχωρίζει για την εστίαση στους Σοντερκομάντο, τους Εβραίους που χρησιμοποιούσαν οι Ναζί για να οδηγούν τους κρατούμενους στους θαλάμους αερίων, και για την αναπαράσταση μίας από τις λίγες εξεγέρσεις που έγιναν σε στρατόπεδα. Το Αγόρι πίσω από το συρματόπλεγμα (The Boy in the Striped Pyjamas, 2008, Μαρκ Χέρμαν), μέσα από την ιστορία της οικογένειας ενός Γερμανού αξιωματικού που κατοικεί κοντά σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, θέτει το ζήτημα του παραλογισμού και των ολέθριων συνεπειών των διακρίσεων, μοιάζοντας να απαντά κάποια στιγμή στο Η ζωή είναι ωραία. Όταν ο οκτάχρονος Γερμανός ρωτά τον καινούριο φίλο του, τον μικρό Εβραίο στο κοντινό στρατόπεδο, αν οι αριθμοί στα ρούχα του είναι μέρος ενός παιχνιδιού, αυτός θα πει: «Στο είπα, δεν είναι παιχνίδι».

Σε ό,τι αφορά τα ντοκιμαντέρ, συχνά επιλέγονται για εκπαιδευτικούς σκοπούς ταινίες που βασίζονται σε προσωπικές μαρτυρίες. Επειδή, όμως, τα εξαιρετικά αυτά ντοκιμαντέρ δύσκολα μπορούν να σχολιάσουν το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο, θα πρότεινα να επιλέξουν οι δάσκαλοι ένα διαφορετικό ντοκιμαντέρ, το οποίο και θεωρώ το καταλληλότερο υλικό που θα μπορούσε να δει ένας μαθητής: το Νύχτα και καταχνιά του Αλέν Ρενέ (Nuit et Brouillard, 1955). Η ταινία ίσως αρχικά φανεί δύσκολη για τους μαθητές καθώς μέσα σε τριάντα περίπου λεπτά σχολιάζει ένα τεράστιο εύρος ζητημάτων. Όμως, με την κατάλληλη εξήγηση από τον εκπαιδευτικό και, γιατί όχι, με την προβολή σκηνών πάνω από μία φορά, οι νεαροί θεατές θα μπορέσουν να λάβουν ένα από τα συγκλονιστικότερα μαθήματα για το Ολοκαύτωμα. Θα ταραχτούν με τις εικόνες. Θα ακούσουν ονόματα γνωστών εταιρειών που πλούτισαν από την εργασία των Εβραίων στα στρατόπεδα. Θα προβληματιστούν για τις ευθύνες των Γερμανών αλλά και εκείνων που συνεργάστηκαν μαζί τους. Θα αναρωτηθούν — τι, άραγε, μπορεί να αποτυπώσει μια κινηματογραφική κάμερα και τι μπορεί να αντιληφθεί καθένας από μας για το δράμα που στην πραγματικότητα συντελέστηκε; Και με την κάμερα να καταγράφει τα ερείπια ενός στρατοπέδου συγκέντρωσης, θα ακούσουν, με συνοδεία τη μουσική του Χανς Άισλερ, τη συγκλονιστική φωνή του αφηγητή/Μισέλ Μπουκέτ να λέει:

Ποιος από εμάς παρακολουθεί από αυτό το παράξενο παρατηρητήριο για να μας προειδοποιήσει για τον ερχομό των νέων δήμιων; Είναι πράγματι τα πρόσωπά τους διαφορετικά από τα δικά μας; Κάπου, ανάμεσά μας, υπάρχουν ακόμα τυχεροί Κάπο, αποκαταστημένοι αξιωματικοί, άγνωστοι πληροφοριοδότες.

Υπάρχουν εκείνοι που αρνούνται να πιστέψουν ή που πιστεύουν για λίγο μόνο.

Υπάρχουν εκείνοι από μας που κοιτάζουμε ειλικρινά αυτά τα ερείπια, σαν να βρίσκεται το γηραιό τέρας των στρατοπέδων νεκρό κάτω από τα χαλάσματα. Που προσποιούμαστε πως ξαναβρίσκουμε την ελπίδα καθώς η εικόνα ξεθωριάζει, σαν να έχει θεραπευτεί η μάστιγα των στρατοπέδων. Που προσποιούμαστε πως πιστεύουμε ότι όλα έγιναν μόνο μια φορά, σε συγκεκριμένο χρόνο και σε συγκεκριμένο τόπο. Που δεν σκεφτόμαστε να κοιτάξουμε γύρω μας και δεν ακούμε την ασταμάτητη κραυγή.

(*) Η Παναγιώτα Μήνη είναι καθηγήτρια ιστορίας του κινηματογράφου στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης.

Σημείωση1. : Οι κεντρικές ιδέες του κειμένου παρουσιάστηκαν στις 18/2/2014 με τίτλο «Το Ολοκαύτωμα στον κινηματογράφο» στο Στέκι Καθηγητών στο Ρέθυμνο, στο πλαίσιο του «Κύκλου συζητήσεων γύρω από το φασισμό» που οργάνωσε η Αντιφασιστική Ομάδα της ΕΛΜΕΡ. Εμπλουτίστηκαν από τις παρατηρήσεις των ακροατών, και ιδιαιτέρως της συντονίστριας Ελένης Φουρναράκη, Ιστορικού στο Τμήμα Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης. Τους ευχαριστώ όλους θερμά].

Σημείωση 2: Ενδεικτική βιβλιογραφία

Thomas D. Fallace, The Emergence of Holocaust Education in American Schools, Palgrave Macmillan, 2008. Lucy Russell, Teaching the Holocaust in School History: Teachers or Preachers?, Νέα Υόρκη, Continuum, 2006. David H. Lindquist, «Instructional Approaches in Teaching the Holocaust», American Secondary Education, 39:3 (Καλοκαίρι 2011), 117-128. Gila Safran Naveh, «Glimmerings of the Gallows: Representing the Holocaust in Film and Fiction», Thomas Jefferson Law Review, 28:1 (Καλοκαίρι 2005), 29-42 (και στο: http://www.tjeffersonlrev.org/print/28/1/glimmerings-gallows-representing-holocaust-film-and-fiction). Kathleen C. Martin, «Teaching the Shoah: Four Approaches That Draw Students In», The History Teacher, 40:4 (Αύγουστος 2007), 493-502. Rabbi Dr. Bernhard H. Rosenberg, «The Holocaust as Seen Through Film with Bibliography», στο: http://holocausthaggadah.com/uploads/TheholocaustasseenthroughfilmWITH_BIB.pdf)

http://www.oanagnostis.gr/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s