Αμπάς Κιαροστάμι (1940-2016): Έγραψαν με αφορμή το θάνατό του

5 Ιουλίου 2016

Αμπάς Κιαροστάμι: Από την Τεχεράνη για όλο τον κόσμο 

Του Στράτου Κερσανίδη

Ένας από τους μεγαλύτερους σύγχρονους σκηνοθέτες, ο ιρανός Αμπάς Κιαροστάμι, πέθανε χθες στο Παρίσι, σε ηλικία 76 ετών.

Ο Κιαροστάμι, ο οποίος γεννήθηκε στην Τεχεράνη το το 1940, σκηνοθέτησε πάνω από 40 ταινίες αλλά διακρίθηκε επίσης στη ζωγραφική και τη φωτογραφία.

Έκανε την εμφάνισή του το 1970 με το νεορεαλιστικό φιλμ μικρού μήκους, “Το ψωμί και το δρομάκι”.

 [ το Σάββατο 15.10.2016 στις 19.15 θα προβληθεί με ελεύθερη είσοδο, ανάλυση και συζήτηση η αριστουργηματική ταινία του Αμπάς Κιαροστάμι «Close Up» (1990) στο Σχολείο του Σινεμά (Τσαμαδού 26-28, Εξάρχεια). Θα προηγηθεί στις 16.30 η έναρξη του πολυαναμενόμενου Σεμιναρίου «121 Χρόνια Κινηματογράφου σε 12 Μαθήματα».  Όσοι ενδιαφέρεστε να συμμετέχετε πατήστε στο λινκ να μάθετε λεπτομέρειες]

abbas-kiarostami-00

Στο δρόμο του νεορεαλισμού συνεχίζει, ο οποίος ήταν ο πλέον πρόσφορος ώστε να μπορέσει να αναδείξει τα κακώς κείμενα της ιρανικής κοινωνίας με τρόπο τέτοιο ώστε να μπορεί να ξεπερνά τους σκοπέλους της λογοκρισίας, του Σάχη αρχικά και των μουλάδων στη συνέχεια. Μικρές καθημερινές ιστορίες τοποθετούνται μπροστά στο φακό τους, μεγεθύνονται μέσω της τέχνης του σινεμά και προβάλλονται στις οθόνες του Ιράν και στη συνέχεια όλου του κόσμου. Το 1976, με την “Έκθεση”, την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους, αφηγείται την ιστορία ενός εφοριακού ο οποίος δωροδοκείται. Το 1979, είναι η χρονιά της ισλαμικής επανάστασης που ανέτρεψε το καθεστώς του Σάχη. Γυρίζει την ταινία “Πρώτη περίπτωση, δεύτερη περίπτωση” η οποία θα πέσει θύμα της λογοκρισίας και η προβολή της θα απαγορευτεί.

Η διεθνής αναγνώριση θα έρθει το 1987 με την ταινία “Που είναι το σπίτι του φίλου μου;”,η οποία θα βραβευτεί στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο.

Η εν λόγω ταινία ήταν η πρώτη μια τριλογίας, της “Τριλογίας του Κόκερ” όπως αποκαλέστηκε, επειδή κοινός τόπος των ταινιών ήταν ο τόπος που γυρίστηκαν, δηλαδή η περιοχή Κόκερ του Ιράν, και είχαν ως ήρωες παιδιά. Την τριλογία συμπληρώνουν οι ταινίες “Και η ζωή συνεχίζεται” (1992) και “Μέσα από τους ελαιώνες” (1994).

Το 1997 έρχεται η ώρα που ο Αμπάς Κιαροστάμι θα κερδίσει το Χρυσό Φοίνικα στις Κάνες με τη “Γεύση του κερασιού”. Το σινεμά του, χωρίς ποτέ να χάσει τον ανθρωποκεντρικό του προσανατολισμό, έχει αρχίσει πλέον να μετεξελίσσεται και να περνά από το νεορεαλισμό σε πιο βαθιές φιλοσοφικές αναζητήσεις, διατηρώντας αναλλοίωτη την ποιητική προσέγγιση. Προσωπικά θεωρώ πως το όνομά του γίνεται πλέον η τρίτη γωνία του τριγώνου με τις άλλες δύο να είναι ο Θόδωρος Αγγελόπουλος και ο Αντρέι Ταρκόφσκι. Βέβαια όλο αυτό είχε διαφανεί από το 1990, όταν γύρισε το “Close up”, που κάποιοι θεωρούν ως την καλύτερη ταινία του.

Δύο χρόνια μετά από το Χρυσό Φοίνικα, θα κερδίσει τον Αργυρό Λέοντα στη Βενετία με την ταινία “Ο άνεμος θα μας πάρει”, στην οποία οι πολλαπλοί ήρωές του ακούγονται να μιλούν αλλά δεν τους βλέπουμε ποτέ. Το 2010, συνεργάστηκε με τη Ζιλιέτ Μπινός στο “Γνήσιο αντίγραφο”, την πρώτη ταινία που γύρισε εκτός Ιράν.

Ο Αμπάς Κιαροστάμι δεν ήταν ένας εξωτικός σκηνοθέτης. Αντίθετα, ήταν ένας διανοούμενος ο οποίος γνώριζε πολύ καλά τη δυτική σκέψη και κουλτούρα και ειδικότερα τον κινηματογράφο.

Το σινεμά του ήταν ριζωμένο βαθιά στο χώμα της πατρίδας του, έπαιρνε ζωή από τους ανθρώπους, την καθημερινότητά τους, τα βάσανα και τις χαρές τους. Οι εικόνες του όμως έφταναν πολύ πιο μακριά από τα γεωγραφικά όρια της χώρας του. Έτσι το σινεμά του Αμπάς Κιαροστάμι, ιρανικό αλλά και παγκόσμιο, κατάφερε να ξεπεράσει τις δυσκολίες και να απλωθεί πέρα από τις πολιτισμικές διαφορές που αναπόφευκτα υπάρχουν ανάμεσα στο Ιράν και τη Δύση. Το σινεμά του νίκησε το θρησκευτικό φανατισμό, υπονόμευσε δημιουργικά το χομεϊνικό καθεστώς και άγγιξε με καθαρό βλέμμα, μπολιασμένο με το θράσος της αθωότητας τη δημοκρατική αλλά και παρηκμασμένη δυτική προσέγγιση της ζωής.  http://www.alterthess.gr/

Κανένας αποχαιρετισμός για τον Αμπάς Κιαροστάμι

4 Ιουλίου 2016 / Μανώλης Κρανάκης

Στα 76 του χρόνια πέθανε ο μεγαλύτερος Ιρανός σκηνοθέτης, έχοντας σημαδέψει ανεξίτηλα με το έργο του το σύγχρονο σινεμά αλλά και πρωτοστατώντας στην άνοδο της εθνικής κινηματογραφίας της χώρας του στη σημαντικότερη των τελευταίων δεκαετιών.

Έχω παρατηρήσει πως συχνά δεν βλέπουμε αυτό που βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας, αν αυτό δεν βρίσκεται εγκλωβισμένο μέσα σε ένα κάδρο.»

Οι περισσότεροι γνώρισαν τον Αμπάς Κιαροστάμι το 1997. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να μην τον γνωρίσουν, αφού τα ωστικά κύματα από τη βράβευση του με το Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ Καννών για τη «Γεύση του Κερασιού» ήταν τέτοια που όχι μόνο θα τον αποθέωναν ως έναν από τους μεγαλύτερους δημιουργούς της εποχής του, αλλά θα έστελναν και το ιρανικό σινεμά σε ύψη που κανείς προγενέστερος ή μεταγενέστερος του Κιαροστάμι δεν θα μπορούσε ποτέ να διανοηθεί για μια εθνική κινηματογραφία που είχε σαν μοναδικό σκοπό να επιστρέψει το σινεμά πίσω στην ευφυή απλότητα του νεορεαλισμού και στη μαγεία του βωβού σινεμά.

O Αμπάς Κιαροστάμι, όμως, είχε ξεκινήσει να κάνει σινεμά από το 1970, φτιάχνοντας ο ίδιος ένα τμήμα κινηματογράφου στο Κέντρο Διανοητικής Ανάπτυξης Παιδιών και Εφήβων, μια προσπάθεια που δεν ήταν παρά μέρος του νέου κύματος του ιρανικού σινεμά που γρήγορα θα έδειχνε τα δόντια του στο διεθνές φεστιβαλικό κύκλωμα αλλά και στο κοινό που θα σταματούσε πλέον να κοιτάζει το Ιράν ως μια «εξωτική» τοποθεσία και να αντιμετωπίζει με μια αίσθηση πολύτιμης αναγκαιότητας τις δυνατές φωνές υπέρ της ελευθερίας, των δικαιωμάτων των γυναικών και της απρόσκοπτης καλλιτεχνικής έκφρασης.

Δείτε ακόμη: Όταν o Αμπάς Κιαροστάμι μίλησε στην κάμερα του Flix

Ο Κιαροστάμι στην πραγματικότητα έδειξε το δρόμο για το πώς μπορείς να κάνεις σπουδαίο σινεμά με ακόμη σπουδαιότερο (πανανθρώπινο) μήνυμα χωρίς να πέσεις θύμα των λογοκριτών, σεβόμενος την παράδοση αλλά χτυπώντας κάτω από τη μέση το κατεστημένο. Αλλωστε υπήρξε και από τους καλλιτέχνες (γιατί εκτός από σκηνοθέτης ήταν ποιητής, υπέροχος φωτογράφος, ζωγράφος…) που δεν εγκατέλειψαν το Ιράν μετά την επανασταση του 1979, θεωρώντας πως οι ρίζες του θα βρίσκονται για πάντα εκεί, ικανές να του προσφέρουν θεματικές γύρω από τη ζωή, την ενηλικίωση, τον ανθρωπισμό και το θάνατο, για οποιαδήποτε ταινία θα γύριζε μέσα στα χρόνια, εντός και εκτός συνόρων.

O τρόπος για να είσαι παγκόσμιος είναι να έχεις τις ρίζες σου στη δική σου κουλτούρα.»

Οι πρώτες ταινίες του Αμπας Κιαροστάμι είχαν αναπόφευκτα πρωταγωνιστές παιδιά σαν ήρωες μιας σκληρής καθημερινότητας στο Ιράν, νεορεαλιστικά δράματα που γρήγορα θα οδηγούσαν το δημιουργό τους στη διαμόρφωση ενός δικού του στιλ, φτιαγμένου πρωτίστως από τη μεγάλη παράδοση του ποιητικού σινεμά με επιρροές από τον Γιασουχίρο Οζου, τον Σατγιαζίτ Ρέι, τον Ζακ Τατί και στο κέντρο του τον ανθρωπισμό στην πιο ανόθευτη μορφή του.

Η πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία ήταν το «Report» του 1977 με την ιστορία ενός εφοριακού που δέχεται δωροδοκίες, η δεύτερη με τίτλο «First Case, Second Case» του 1979 είχε σαν θέμα της ένα δάσκαλο που προσπαθεί να βρει ποιος από τους μαθητές χτυπάει το στιλό του κάθε φορά που αυτός γυρίζει στον πίνακα (η ταινία θα απογορευόταν από το καθεστώς Χομεϊνι), ενώ το 1987 θα γύριζε το «Where Is the Friend’s Home?» που θα βραβευόταν στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο και θα έκανε το όνομα του δημιουργού του διεθνώς γνωστό.

Μαζί με το «And Life Goes On» του 1992 και το «Through the Olive Trees» του 1994, το «Where is the Friends Home?» ήταν η απαρχή μιας άτυπης τριλογίας που διαδραματιζόταν στην περιοχή Κόκερ του Ιράν με ήρωες παιδιά και στην πραγματικότητα η ενηλικίωση του Κιαροστάμι στο δημιουργό που όλοι θα μάθαιναν το 1990 με το «Close Up» (για πολλούς ίσως η καλύτερη ταινία του) στο οποίο θα μπέρδευε ευρηματικά την τεκμηρίωση με τη μυθοπλασία σε ένα εκρηκτικό μείγμα συναρπαστικού σινεμά και την ίδια στιγμή φιλοσοφικού δοκιμίου γύρω από την ταυτότητα, την πραγματικότητα, τη δικαιοσύνη – θέματα που κυριάρχησαν στο έργο του από κει και ύστερα.

Θα έλεγα πως δεν υπάρχει ταινία που να μην είναι πολιτική. Σε όλες τις ταινίες υπάρχει πολιτική. Κάθε ταινία που αγκυροβολεί στην κοινωνία, κάθε ταινία που ασχολείται με την ανθρωπότητα είναι απαραίτητα πολιτική.»

Ο,τι ακολούθησε τη βράβευση του Αμπάς Κιαροστάμι με το Χρυσό Φοίνικα το 1997 ήταν μια ιλιγγιώδης καριέρα που μπορεί να μην απαρνήθηκε ποτέ τις ρίζες της αλλά υπήρξε σαφώς πιο… ευρωπαϊκή. Η ιστορία αυτή ενός ανθρώπου που ταξιδεύει στα προάστια της Τεχεράνης αναζητώντας κάποιον που θα αναλάβει να τον θάψει μετά το θάνατό του, δεν ήταν μόνο το σημείο επαφής του Κιαροστάμι με τον Αγγελόπουλο, τον Ταρκόφσκι ή ακόμη και τον Αντονιόνι, αλλά η δική του διαδρομή σε ένα ξέχωρο μονοπάτι του ιρανικού σινεμά που την ίδια στιγμή θα κυριαρχούσε παγκοσμίως με τις ταινίες των Μοχσέν Μαχαλμπάφ, Ματζίντ Ματζιντί, Τζαφάρ Παναχί και πολλών άλλων.

Το 1999 το «Ο Ανεμος θα Μας Πάρει» κερδίζει τον Αργυρό Λέοντα στο Φεστιβάλ της Βενετίας, προκαλώντας έκπληξη με τους πολλαπλούς ήρωες που ακούγονται στην ταινία χωρίς ποτέ να τους βλέπει κανείς, το 2002 σκηνοθέτησε το «Ten», ένα πορτρέτο του σύγχρονου Ιράν μέσα από τα μάτια μιας γυναίκας και τις συναντήσεις της με χαρακτηριστικούς τύπους της ιρανικής κοινωνίας. Ανάμεσα στις ταινίες μυθοπλασίας γύρισε αρκετά ντοκιμαντέρ («10 on Ten», «Five Dedicated to Ozu»), συμμετείχε σε συλλογικά πρότζεκτ και ταινίες («Tickets») και συνεργάστηκε με την Ζιλιέτ Μπινός στο γυρισμένο στην Ιταλία «Γνήσιο Αντίγραφο» του 2010, ενώ γύρισε την τελευταία του ταινία μυθοπλασίας, το «Like Someone in Love» στην Ιαπωνία.

Αν και αδιαμφισβήτητος πατέρας της άνθισης του ιρανικού σινεμά τη δεκαετία του ’90 και θύμα και ο ίδιος της κρατικής λογοκρισίας αλλά και των δυσκολιών με τον οποίο ακόμη και σήμερα γυρίζονται ταινίες στο Ιράν, ο Αμπάς Κιαροστάμι κατηγορήθηκε συχνά για την απόσταση που κράτησε ειδικά τα τελευταία χρόνια από τα τεκταινόμενα στην κινηματογραφική ζωή της χώρας του. Η στάση του απέναντι στη φυλάκιση και απαγόρευση άσκησης του επαγγέλματος του σκηνοθέτη στον Τζαφάρ Παναχί, αλλά και η επιλογή του να γυρίσει τις ταινίες του εκτός Ιράν, καθώς και η σιωπή του τα τελευταία χρόνια για την πολιτική κατάσταση στην πατρίδα του υπήρξαν πράγματα που σχολιάστηκαν και δίχασαν το κοινό σχεδόν με τον ίδιο τρόπο που ειδικά στην τελευταία πιο πειραματική και άνευρη περίοδό του το έκαναν πλέον και οι ταινίες του.

Όλα τα διαφορετικά έθνη στον κόσμο, παρά τις διαφορές στην εμφάνιση, τη θρησκεία, τη γλώσσα και τον τρόπο ζωής, έχουν ένα πράγμα κοινό και αυτό είναι αυτό που βρίσκεται μέσα σε όλους. Αν ακτινογραφήσουμε το εσωτερικό διαφορετικών ανθρώπων, δεν θα μπορούσαμε να καταλάβουμε από τις ακτινογραφίες ποια είναι η γλώσσα, η καταγωγή ή η φυλή του καθενός.»

Το Μάρτιο του 2016, ο Αμπάς Κιαροστάμι μπήκε στο νοσοκομείο με τη διάγνωση να αναφέρει καρκίνο του εντέρου, πράγμα που διαψεύσθηκε στη συνέχεια από την ιατρική ομάδα του σκηνοθέτη. Στα τέλη του Ιούνη, ο 76χρονος δημιουργός ταξίδεψε μέχρι το Παρίσι για να υποβληθεί σε μια σειρά επεμβάσεων, χάνοντας τελικά τη ζωή του στις 4 Ιουλίου του 2016. Λίγες μόνο ημέρες πριν, η Αμερικανική Ακαδημία Τεχνών και Επιστημών θα συμπεριλάμβανε το όνομα του Αμπάς Κιαροστάμι στη λίστα με τα νέα μέλη της, σε μια προσπάθεια να διευρύνει τις κουλτούρες που αντιπροσωπεύει.

H τελευταία του ταινία ήταν ένα από τα φιλμάκια που γύρισαν διάφοροι σκηνοθέτες για τα 70 χρόνια του Φεστιβάλ Βενετίας το 2013. Επιβεβαιώνοντας αυτό που πίστευε πάντοτε, πως «αντίθετα με την πραγματική ζωή στο σινεμά μπορείς να είσαι και ο εγγονός και ο παππούς» σκηνοθέτησε ένα απλό παιχνίδι με πρωταγωνιστή ένα παιδί. Γυρνώντας νομοτελειακά στην αρχή.

http://flix.gr/

Abbas Kiarostami: Ρεαλισμός και ποιητική
«Αναζητώ τις απλές αλήθειες που κρύβονται πίσω από τα φαινόμενα»

Γεννημένος στην Τεχεράνη, το 1940, Αμπάς Κιαροστάμι (Abbas Kiarostami) ήρθε τυχαία στον κινηματογράφο. Το ταλέντο του δεν είχε καμιά γενεαλογία, ούτε γαλουχήθηκε από κάποια πρώιμη μανία με το σινεμά. Οι κινηματογραφικές επιρροές του ήταν κυρίως πρώιμη μανία με το σινεμά. Οι κινηματογραφικές επιρροές του ήταν κυρίως οι συμπατριώτες του Σοχράμπ Σαχίμπ Σαλές, Μισιαβί και Νταριούς Μεχρζουχί.
Μεγάλωσε απομονωμένος με μόνο αντίδοτο στη μοναξιά το σχέδιο και τη ζωγραφική και πριν εισαχθεί στη Σχολή Καλών Τεχνών, εργάστηκε για λίγο, ως τροχονόμος. Ο δρόμος για τον κινηματογράφο άνοιξε, όταν ο Κιαροστάμι πέρασε στη διαφήμιση, αρχικά ως σχεδιαστής ή φωτογράφος, αργότερα ως κειμενογράφος και τελικά, σκηνοθέτης κάποιου εκατόν πενήντα σποτ.
το οποίο από το 1970 ως και το 1992, σκηνοθέτησε είκοσι δύο ταινίες μικρού, μεσαίου και μεγάλου μήκους.
Το πρώτο του αριστούργημα, Πού είναι το σπίτι του φίλου μου; (1987), εμπνευσμένο από τη συμπεριφορά των παιδιών του κάτι των φίλων τους κι από ένα ποίημα του Σοχράμπ Σεπεχρί, αποκάλυψε στη Δύση ένα μικρό θαύμα: πώς η πιο στοιχειώδης μαθητική περιπέτεια μπορεί να μεταμορφωθεί σε μυστικιστικό ποίημα για τη γέννηση της ηθικής συνείδησης και της φιλίας σ’ ένα αγόρι στο κατώφλι της εφηβείας.
Δύο χρόνια μετά, στο ντοκιμαντέρ Κατ’ οίκον εργασία, ο Κιαροστάμι ολοκληρώνει την παιδαγωγική προβληματική του για τη μαθητεία, το Νόμο και τις σχέσεις των γενεών, που τον είχε απασχολήσει από τις πρώτες ταινίες του για παιδιά στο Κανούν.
Στο ενήλικο Close-up του 1990, με αφορμή τη δίκη ενός κινηματογραφόφιλου απατεώνα, στοχάζεται για τον αρρωστημένο ναρκισσισμό του κινηματογράφου, τη σκληρότητα της δικαιοσύνης, την υπαρξιακή απόγνωση της πλαστοπροσωπίας.
Ακολουθούν και Και η ζωή συνεχίζεται και Μέσα από τους ελαιώνες, το δεύτερο και το τρίτο μέρος «της τριλογίας του Κοκέρ», που ξαναγυρίζουν στο χώρο του Πού είναι το σπίτι του φίλου μου; Αναζητώντας τα παιδιά που επέζησαν μετά τον φονικό σεισμό του 1990, σμιλεύοντας τοπία της ερήμωσης, εξιδανικεύοντας τις σχέσεις των ανθρώπων σε φευγαλέες ερωτικές ιστορίες, ο Κιαροστάμι, σ’ αυτές τις ταινίες, συνθέτει έναν ύμνο για την αβίαστη ροή της ζωής, εναλλάσσοντας θραύσματα της πραγματικότητας με απατηλές ψευδαισθήσεις. Μέσα από την αποδόμηση της αφήγησης τολμά να ξανά-απαντήσει στα πιο βασικά ερωτήματα του κινηματογράφου: Πώς φιλμάρεις ένα τοπίο; Πώς σκηνοθετείς τους ερασιτέχνες ηθοποιούς; Πώς δραματουργίες την πραγματικότητα; Πώς κρατάς το σασπένς της αφήγησης χωρίς τεχνάσματα; Υπάρχει μια άλλη λειτουργία του βλέμματος;
Μετά από αυτή τη φωτεινή τριλογία, η σκιά του θανάτου σκεπάζει το μυστικιστικό ταξίδι προς την εκμηδένιση του αυτόχειρα στη Γεύση του κερασιού, αλλά και την αποτυχία του τηλεοπτικού παραγωγού, να καταγράψει μια παλιά νεκρική τελετή σε κάποιο απομακρυσμένο κουρδικό χωριό, στο Ο άνεμος θα μας πάρει. Όμως στο δεύτερο φιλμ, η ποίηση της Φορούγ Φαροχζάντ και του Ομάρ Καγιάμ εντάσσεται για πρώτη φορά άμεσα στους διάλογους, υψώνοντας τις καταστάσεις σε άλλες σφαίρες. Η σκιά του θανάτου κρέμεται ακόμα και από τους ανοιχτούς ουρανούς της Ουγκάντας, στο συγκλονιστικό ντοκιμαντέρ ABC Africa, αλλά η χαρά και η ενέργεια των ορφανών (εξ αιτίας του AIDS), που ο Κιαροστάμι κινηματογραφεί σε ψηφιακό βίντεο, την ξορκίζουν, μεταμορφώνοντας τη δραματική επιβίωση των παιδιών σε καθημερινό μιούζικαλ.

(πηγή δελτίο τύπου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης)
http://www.cinephilia.gr/

Ο αισιόδοξος, στοχαστικός κόσμος του Αμπάς Κιαροστάμι

Ο κινηματογραφιστής που λάτρευε τη ζωή και την ποίηση και δημιούργησε υπέροχες ταινίες

5.7.2016

Από τον ΑΝΤΩΝΗ ΜΠΟΣΚΟΪΤΗ

Το 1999 βρίσκομαι στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης. Έχω μόλις απολυθεί από το στρατό και επιθυμώ την επανένωση με το αντικείμενο των σπουδών μου, τον κινηματογράφο, απ’ τον οποίο είχα αποκοπεί βίαια σχεδόν για ενάμισι χρόνο. Βόλτες στην Αριστοτέλους, συζητήσεις στα πέριξ καφέ και μπαράκια και ταινίες, συνέχεια ταινίες από το πρωί ως αργά το βράδυ. Ο αμερικανικός κινηματογράφος που απομυθοποιήθηκε τις προηγούμενες δεκαετίες, λίγο πριν το διαβόητο μιλένιουμ είχε πάρει τα πάνω του. Όχι αποκλειστικά με χολιγουντιανά μπλοκμπάστερ, αλλά και με δημιουργούς που διεκδικούσαν τη δική τους θέση στο παγκόσμιο κινηματογραφικό στερέωμα. Εμείς ακόμη αμφιταλαντευόμασταν αν πρέπει ή όχι να ενστερνιστούμε τον νέο αμερικανικό κινηματογράφο. Τον θεωρούσαμε κάπως…ιμπεριαλιστικό, ούτε 25 ετών δεν ήμασταν άλλωστε. Δε θα ξεχάσω μία μεγάλη συζήτηση, όταν η Κατρίν Ντενέβ είχε έρθει σε ένα άλλο φεστιβάλ στη Θεσσαλονίκη, χρόνια μετά, εκφράζοντας δημόσια απαξίωση για τους Αμερικανούς σκηνοθέτες. »Ναι, βρε Κατρίν, θα σε χάλαγε να συνεργαστείς με κάναν Τζιμ Τζάρμους» ήταν το σχόλιο ενός φίλου από το σινάφι, με το οποίο πάντα γελάω. »Πάρε Σμαραγδή τώρα και άσε ήσυχους τους Αμερικανούς σκηνοθέτες!»

5.7.2016 Πολυτεχνίτης και ερημοσπίτης: Η ζωή και το έργο του Αμπάς Κιαροστάμι

Με τον Κιαροστάμι ο πλανήτης όλος έμαθε για την κινηματογραφία μιας πολύπαθης χώρας. Με τον Κιαροστάμι είχαμε την έναρξη ενός »ethnic», να τον πω, κινηματογράφου με στοιχεία δάνεια από τον νεορεαλισμό και το αμιγώς ποιητικό σινεμά. Όλη η σοφία και το μεγαλείο του Αμπάς Κιαροστάμι σε 8:30 λεπτά Σε εκείνο λοιπόν το φεστιβάλ, το 40ο ήτανε, ήρθαμε σε επαφή με το έργο του Αμπάς Κιαροστάμι. »Close up», αριστούργημα – ταινία, »Γεύση του κερασιού», η τριλογία »Koker» από το όνομα ενός χωριού στο βόρειο Ιράν, αλλά και το »Ο άνεμος θα μας πάρει», που μόλις είχε τιμηθεί με το μεγάλο βραβείο της Επιτροπής του Φεστιβάλ Βενετίας. Παράλληλα, ο άνθρωπος αυτός, ο μέγας καλλιτέχνης, χρύσωνε ότι άλλο »άγγιζε»: Το »Άσπρο μπαλόνι» του βοηθού του, Τζαφάρ Παναχί, που ήταν σε δικό του σενάριο, ακόμη και τη φιλία του με τον νεότερο συνάδελφο του, τον Μοσέν Μαχμαλμπάφ, που είχε αξιοποιήσει δημιουργικά στο ημι-ντοκιμαντέρ »Close up». Πλάνο από τη βραβευμένη ταινία »Ο άνεμος θα μας πάρει». Με τον Κιαροστάμιο πλανήτης όλος έμαθε για την κινηματογραφία μιας πολύπαθης χώρας. Με τον Κιαροστάμι είχαμε την έναρξη ενός »ethnic», να τον πω, κινηματογράφου με στοιχεία δάνεια από τον νεορεαλισμό και το αμιγώς ποιητικό σινεμά. Δεν τα κατάφεραν, όπως ήταν φυσικό, όλοι οι επίγονοί του. Ο ιρανικός κινηματογράφος δεν άργησε να επιδοθεί σε ένα άκρατο φολκλόρ με τα φτωχόπαιδα του σε πρώτο πλάνο, την κακοτράχαλη ζωή τους και τις κοινωνικές ανισότητες. Κι αυτά τα χρώματα, τα πολλά χρώματα και τα σκονισμένα πλάνα σε τόνους κεραμιδί και βυσσινί. Ο Κιαροστάμι, ωστόσο, δεν ήταν απλά ένας μάγος της εικόνας, πόσο μάλλον ένας καταγραφέας των κοινωνικοπολιτικών συνθηκών της χώρας του. Υπήρξε αυθεντικός ποιητής. Την πορεία ενός μοναχικού ανθρώπου που οδεύει προς το θάνατο και αναμετριέται με τις μνήμες του, έτσι όπως περιέγραψε ο δικός μας Θόδωρος Αγγελόπουλος στη »Μία αιωνιότητα και μια μέρα» του, είχε περιγράψει κι αυτός, ένα χρόνο πριν, στη »Γεύση του κερασιού» του. Δεν είναι τυχαίο, σκέφτομαι τώρα με την απόσταση σχεδόν μιας 20ετίας, πως ο Χρυσός Φοίνικας των Κανών δόθηκε για δύο συνεχόμενες χρονιές σε δύο ταινίες με παρεμφερές θέμα και περίσσια στοχαστική διάθεση.  Κι αν τον Αγγελόπουλο τον απασχολούσε στην τελική η μόνιμη θέση του πάνω στην Ιστορία, ο Κιαροστάμι ενδιαφερόταν για την ανάδειξη μιας οπτιμιστικής άποψης πάνω στη Ζωή και του πόσο πολύτιμη είναι για κάθε άνθρωπο απ’ τη στιγμή που γεννιέται. Ακόμη ένα κοινό στοιχείο τους: Η ποίηση. Ο Διονύσιος Σολωμός στον Αγγελόπουλο, ο Ομάρ Καγιάμ στον Κιαροστάμι. Τον Αύγουστο του 2005 τις εκλογές κέρδισε ο Μαχμούτ Αχμαντινετζά και έγινε ο 6ος Πρόεδρος στο Ιράν. Τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν ήταν, ομολογουμένως, στο επίκεντρο των αρμοδιοτήτων του. Κάθε άλλο! Πολλοί Ιρανοί διανοούμενοι είχαν, ούτως ή άλλως, υποφέρει από το υπερσυντηρητικό θεοκρατικό καθεστώς, σαν τον Τζαφάρ Πανάχι, που φυλακίστηκε και δε μπορούσε να κάνει ταινία για μια 20ετία, ή τον νέο ανεξάρτητο κινηματογραφιστή Μοχάμετ Ρασούλοφ, ο οποίος επίσης φυλακίστηκε. Κι αν ο Μοσέν Μαχμαλμπάφ, στενός φίλος και συνεργάτης του Κιαροστάμι, έφυγε στη Γαλλία αμέσως μετά την εκλογή του Αχμαντινετζά, ο ίδιος ο Κιαροστάμι προτίμησε να παραμείνει στη χώρα του και να συνεχίσει να εργάζεται. Ποιο καθεστώς θα μπορούσε να πειράξει στ’ αλήθεια έναν διανοούμενο που άνοιξε το δρόμο για μια εθνική – διεθνή κινηματογραφία; Ποιος Αχμαντινετζά και ποιο ιερατείο θα τα έβαζε με έναν άνθρωπο που μέσα σε 13 χρόνια είχε τιμηθεί με Χρυσό Φοίνικα, Αργυρό Λιοντάρι και, μεταξύ άλλων, με τα βραβεία »Ρομπέρτο Ροσελίνι», »Φρανσουά Τριφό», »Πιέρ Πάολο Παζολίνι» και »Ακίρα Κουροσάουα»; Ο Αμπάς Κιαροστάμι που λάτρεψε τον Ομάρ Καγιάμ, τη γραφή, τη φωτογραφία, την ίδια τη Ζωή ως δώρο Θεού, αλλά και τα απλά καθημερινά πράγματα. Ο Κιαροστάμι παρέμεινε στο Ιράν, λοιπόν, και απλά δούλευε με ταπεινότητα και πραότητα. Χωρίς πολλά – πολλά με το καθεστώς και ταυτόχρονα με μια μεγαλοπρέπεια που προέκυπτε απ’ την παγκόσμια αναγνώριση του έργου του. »Το ιρανικό σινεμά οφείλει τα μέγιστα στον Αμπάς» δήλωσε πριν δύο 24ωρα ο Μαχμαλμπάφ, »μα όλο αυτό δε μεταφράζεται και με αναγνώριση στον ίδιο του τον τόπο». Τυχαία αυτή η δήλωση; Ο Κιαροστάμι λάτρεψε τον Ομάρ Καγιάμ, τη γραφή, τη φωτογραφία, την ίδια τη Ζωή ως δώρο Θεού, αλλά και τα απλά πράγματα, τα καθημερινά. Το τελευταίο μπορώ να λέω ότι το γνωρίζω με ένα μικρό στιγμιότυπο από την παρουσία του στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης: Είναι μεσημέρι και έχοντας μόλις τελειώσει ακόμη μία συνέντευξη Τύπου, τον πέτυχα στο καφέ του Ολύμπιον, εκείνο το υπερυψωμένο, που βλέπεις πιάτο το λιμάνι της συμπρωτεύουσας μέχρι τον Λευκό Πύργο. Ο Κιαροστάμι παραγγέλνει καφέ με την παρέα ενός φίλου του, Γάλλου. Φοράει τα χαρακτηριστικά γυαλιά του που τον προστατεύουν από τη φωτοφοβία του. Εγώ σε απόσταση δεν έχω πάρει τα μάτια μου από πάνω του. Έρχεται ο καφές, ελληνικός, σε μικρό φλιτζανάκι. Πίνει μια γουλιά κι ύστερα σηκώνει το κεφάλι με μια έκφραση ηδονής σα να δοκίμασε μόλις νέκταρ των Ολύμπιων Θεών. Διότι, ναι, αυτή την ιδιότητα είχε ο Κιαροστάμι! Να ζει πέραν της Λήθης μέσα στο δικό του βασίλειο των Λέξεων – Εικόνων ενώ ο άνεμος κάτι του ψιθύριζε από μακριά κι ένα μήλο έπεφτε από το δέντρο του στο έδαφος. Κάτι ήξερε ο σύγχρονος Πέρσης ποιητής Σοχράτ Σεπεχρί που τα λόγια του ακούστηκαν στις ταινίες του Αμπάς…

ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΠΟΣΚΟΪΤΗΣ Σπούδασε κινηματογράφο και δημοσιογραφία στην Αθήνα. Από το 1999 κείμενα του δημοσιεύονται στον ημερήσιο και περιοδικό Τύπο. Περισσότερες από 300 συνεντεύξεις με καλλιτέχνες από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Ραδιοφωνικός παραγωγός στο διαδικτυακό ΜεταΔεύτερο. Επιμελείται δισκογραφικές παραγωγές. Σκηνοθέτης των βραβευμένων ντοκιμαντέρ »Φλέρυ – Τρελή του φεγγαριού» (2002), »Ζωντανοί στο Κύτταρο – Σκηνές Ροκ» (2006) και »Κατερίνα Γώγου – Για την αποκατάσταση του μαύρου» (2012)

Πηγή: http://www.lifo.gr

ΑΜΠΑΣ ΚΙΑΡΟΣΤΑΜΙ
ΙΡΑΝΟΣ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ

Αμπάς Κιαροστάμι σε κοντινό πλάνο

Του Νίκου Κουρμουλή – Τον θυμάμαι να μπαίνει στο μικρό λόμπι του περίφημου κινηματογράφου Curzon στο Λονδίνο. Ψηλός, αεράτος, μελαχρινό δέρμα, με απαράμιλλο στυλ φορώντας τα μαύρα του γυαλιά. Ένας «Σαμουράι» του Μελβίλ, αλλά από το Ιράν. Από τους παρισταμένους, ένας ψίθυρος σηκώθηκε: Αμπάς Κιαροστάμι.

05 Ιουλίου 2016
«Ακόμη και στο απόλυτο σκοτάδι, η ποίηση ζει»

Τα καλύτερα στη ζωή είναι τα τυχαία. Είμαστε εκεί για να παρακολουθήσουμε το μίνι αφιέρωμα στην αριστουργηματική «τριλογία του Κοκέρ», που περιελάμβανε τις εξής ταινίες: «Που είναι το σπίτι του φίλου μου;», «Και η ζωή συνεχίζεται», «Μέσα από τους ελαιώνες». Μετά την προβολή της τελευταίας ταινίας, κάθισε στο σαλονάκι του κινηματογράφου με τις γυναίκες του δίπλα και άρχισε να μας παίρνει…συνέντευξη.

Πως σας φάνηκε αυτό, τι είδατε εκεί, τι σημαίνει για εσάς το τάδε κλπ. Η κουβέντα άναψε. Οι περισσότεροι ήθελαν να μάθουν από τον ίδιο πως κάνει σινεμά μ’αυτό τον τρόπο. Εκείνος χαμογέλασε, ήπιε μια γουλιά τσάι και μας είπε: «Κινηματογράφο δεν κάνεις. Αφήνεσαι να σε σκεπάσει η μνήμη, η ανθρώπινη πράξη και μετά αν σου βγαίνει πιάνεις την κάμερα ή το πινέλο ή την πένα. Αν όχι, καλύτερα να ερωτευτείς παράφορα».

Μας τα ανέτρεψε όλα. Αυτή του η σκέψη δεν περιλαμβάνει κάποιο τεχνικό μπούσουλα. Δεν κάθεται με προσοχή μπροστά στην αιτιοκρατία. Έρχεται απευθείας από την ποίηση. Από την φιλοσοφική ενατένηση της ενδοσκόπησης. Ένα πλατωνικό συναξάρι. Ήταν μέσα της δεκαετίας του ’90 και ο Αμπάς Κιαροστάμι ανανέωνε την μεγάλη αφήγηση, λίγο πριν χαθεί.

Γεννήθηκε στην Τεχεράνη το 1940 και γύρισε κοντά στις 45 ταινίες. Κέρδισε τον Χρυσό Φοίνικα των Καννών με τη «Γεύση του κερασιού» το 1997. Σπούδασε στην Σχολή Καλών Τεχνών και ήθελε να γίνει ζωγράφος. Εξάλλου η μεγάλη του αυτή αγάπη, ποτέ δεν τον εγκατέλειψε. Φάνηκε και στο σέλλυλοϊντ. Μετά την επανάσταση του 1979, δεν εγκατέλειψε τη χώρα του όπως έκαναν πολλοί ομότεχνοι του.

Έλεγε πως «όταν ξεριζώνεις ένα δέντρο και το μεταφέρεις από το ένα μέρος στο άλλο, το δέντρο δεν θα ξανακάνει καρπούς. Νομίζω πως αν εγκατέλειπα τη χώρα μου θα ήμουν άγονος…» Ηγήθηκε του επονομαζόμενου «Νέου κύματος» του ιρανικού κινηματογράφου, ουσιαστικά μετά το μισό της δεκαετίας του ’80 με τα σχετικά προνόμια που απέκτησαν οι σκηνοθέτες, όπου κύρια χαρακτηριστικά του ήταν οι ταινίες με χαμηλό προϋπολογισμό, οι αλληγορικές συνθέσεις και οι έντονες συναισθηματικές παραστάσεις. Ένας πραγματικός auteur ο Αμπάς Κιαροστάμι, έπλασε με τα λιγοστά του μέσα, έναν κόσμο από την αρχή. Έδωσε εικόνα σε ένα ανέγγιχτο οπτικά έως τότε, εννοιολογικό σύμπαν.

Ο υπαινιγμός του πραγματικού που εισέρχεται στο επινοημένο. Η αθωότητα και ο μηδενισμός. Το χνάρι του ανθρώπου στην μαζική καταστροφή. Οι λαβύρινθοι του έρωτα και η αναζήτηση του άπιαστου. Ο εγκλωβισμός στον φαύλο κύκλο των ανθρώπινων παθών, ήταν μερικά από τα διαχρονικά μοτίβα του. Έχοντας πότε στο επίκεντρο και πότε στο παραβάν, τις πτυχώσεις της παιδικής ψυχής.

Έτσι και ξεκίνησε, με ένα 12άλεπτο φιλμάκι το 1970 που είχε τον τίτλο «Το ψωμί και ο δρόμος». Ένα αγόρι αντιμέτωπο μ’έναν θυμωμένο σκύλο. Στον «Ταξιδιώτη» το 1974, επίσης ένα αγόρι θέλει να παρακολουθήσει πάση θυσία έναν ποδοσφαιρικό αγώνα. Οι κοινωνικές συμβάσεις και η μάχη της ηθικής με τον κυνισμό. Ήδη πριν την έλευση Χομεϊνί. Η περίφημη «Τριλογία του Κοκέρ» πήρε τ’όνομα της από το ομώνυμο μικρό χωριό του βορείου Ιράν. Είμαστε στο 1987 και το πρώτο μέρος ξεκινά με το «Που είναι το σπίτι του φίλου μου;». Ένα μικρό αγόρι φέρνει στο σπίτι κατά λάθος το τετράδιο ενός συμμαθητή του. Γνωρίζοντας ότι ο συμμαθητής του μπορεί να αποβληθεί, ο νεαρός Αχμέντ ξεκινά να τον βρει και να του το παραδώσει.

Ένας καφκικός κύκλος αδιεξόδων και υπαρξιακής περιπλάνησης, χωρίς να το γνωρίζει το παιδί, αρχινά. Το 1992, έρχεται το δεύτερο μέρος, «Και η ζωή συνεχίζεται». Μετά από έναν ολέθριο σεισμό που το 1990 σκότωσε 30.000 ανθρώπους στο Ιράν, ο Κιαροστάμι επιστρέφει στο χωριό για να «δει» από κοντά τους επιζήσαντες. Ένας σκηνοθέτης με τον γιο του θα αλλάξουν άπειρες φορές διαδρομή μέχρι να φτάσουν στον χώρο της αναπαράστασης.

Η κοινωνία μετά την κατάρρευση, αναζητά ένα φτερό σάρκας, συναισθήματος ή φαντασίας για να επιστρέψει. Για να φτάσουμε το 1994 και το αριστουργηματικό «Μέσα από τους ελαιώνες». Ο σαρωτικός σεισμός γίνεται η αφορμή για έναν σκηνοθέτη να αναζητήσει τα πρόσωπα της παλιάς του ταινίας. Τι είναι αληθινό, τι είναι αναπαραστάσιμο; Η σύλληψη της πραγματικότητας μέσα από την αναίρεση της. Μια ερωτική προσέγγιση ανάμεσα σε δύο ερασιτέχνες ηθοποιούς, δίνει το ανθρώπινο βάθος του κιαροσταμικού βλέμματος. Είναι δύο χαμένοι στις εσχατιές της Εδέμ.

Με το «Close-Up» του 1990, ο Κιαροστάμι κάνει ένα οξυδερκές σχόλιο πάνω στην τέχνη των εικόνων, την ταυτότητα, την καλλιτεχνική δημιουργία. Ένας νεαρός άντρας συλλαμβάνεται και κατηγορείται ότι υποδύεται στην «κανονική» του ζωή, έναν γνωστό σκηνοθέτη. Πως συμβαίνει να υποκρίνεται ο εαυτός σου τόσο καλά, έναν ξένο; Μήπως επειδή ο Άλλος είσαι εσύ, κάτω από άλλη ιδιότητα; Για να φτάσουμε και στο μεγάλο βραβείο των Καννών το 1997, που δεν είναι άλλο από το φιλμ «Η γεύση του κερασιού». Ο θάνατος μας περιμένει στη γωνία και αυτό είναι ύμνος για την ζωή. Ένας μεσήλικας θέλει να αυτοκτονήσει και ψάχνει έναν άγνωστο για να τον θάψει.

Οι λόγοι παραμένουν μέχρι τέλους άγνωστοι. Όπως άγνωστα παραμένουν τα περάσματων των νεραϊδομαγεμένων διαβατάριδων. Αρκετές φορές ο σκηνοθέτης είχε απειληθεί με θάνατο, πολλές ταινίες του απαγορεύτηκαν στη χώρα του. Αλλά ο ίδιος πίστευε πως αυτά τα «μέτρα» εναντίον του, ήταν εκδηλώσεις αδυναμίας και έτσι επέμενε να γυρίζει ταινίες. Το φιλμ «10» για παράδειγμα (2002), πέρασε του λιναριού τα πάθη από τις κρατικές λογοκριτικές υπηρεσίες.

Έδειχνε την χειραφέτηση των γυναικών από την μία πλευρά και την συμπεριφορά των ανδρών απέναντι τους από την άλλη. Αμφότεροι οι κινηματογραφικοί άξονες του σκηνοθέτη αντιτίθενταν με την καθεστωτική προπαγάνδα. Όμως ο Κιαροστάμι υπήρξε πολιτικός με την πλατωνική έννοια. Έθετε ερωτήματα προς το κοινό και μέσα από αυτά νομοθετούσε νέες συντεταγμένες, για την τέχνη και την κοινωνία.

Τι σημαίνει ελευθερία βούλησης; Υπάρχουμε ως άτομα και όχι ως πρόσωπα; Ποια είναι η νέα σύμβαση της ελευθερίας του ανθρώπου; Ένα σινεμά που συναρπάζει εσωτερικά. Το κουβαλάς μαζί σου, γιατί σε γυρνοβολά στις χαράδρες του απερίγραπτου πρώτου συναισθήματος. Της θέλησης για τη ζωή και την απαρχή της αναχώρησης. Ένας μεγάλος μαέστρος της παγκόσμιας τέχνης. Ίσως από τους τελευταίους, σ’έναν κόσμο ομοιομορφίας και ξεπατικωτούρας. Έζησε 76 χρόνια. Αμπάς Κιαροστάμι δεν σε ξεχνάμε.

http://www.stokokkino.gr/

 06.07.2016
Κιαροστάμι: Ο Ιρανός που πιο πολύ αγαπήσαμε
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΟΥΡΑΣ

Το σινεμά του Κιαροστάμι ήταν η έμπρακτη απόδειξη ότι η μεγάλη τέχνη έχει βαθιές πολιτισμικές ρίζες, όχι όμως σύνορα.
Έφυγε από τη ζωή και ο Αμπάς Κιαροστάμι. Την περασμένη Δευτέρα στο Παρίσι έκλεισε ένας κύκλος, στον οποίο το παγκόσμιο σινεμά χρωστάει μερικές ανάσες που του έδωσαν οξυγόνο σε δύσκολες ώρες. Ο θάνατός του από καρκίνο ήρθε δύο μέρες μετά τον θάνατο του Μάικλ Τσιμίνο, βυθίζοντας σε θλίψη τον κινηματογραφικό χώρο αλλά και τους θεατές σε ολόκληρο τον κόσμο που αγάπησαν τις ταινίες του. Το σινεμά του Κιαροστάμι ήταν η ευτυχία της παγκοσμιοποίησης, η έμπρακτη απόδειξη ότι η μεγάλη τέχνη έχει ταυτότητα και βαθιές πολιτισμικές ρίζες, όχι όμως σύνορα.

Ο Κιαροστάμι υπήρξε ο πρώτος Ιρανός σκηνοθέτης που αγαπήσαμε. Ο δημιουργός που έκανε μόδα το ιρανικό σινεμά στα μεγάλα κινηματογραφικά σαλόνια της Δύσης αλλά και ο καλλιτέχνης που έφερε τον άνθρωπο και τη μοίρα του στο κεντρικότερο σημείο ενός ενσταντανέ, στο οποίο ακούγεται η ανάσα της φύσης. Οι ιστορίες του δεν έχουν περίτεχνη πλοκή. Το σινεμά του φαντάζει σαν διαρκές ρόουντ μούβι προς αναζήτηση αυτού του ιδανικού ενσταντανέ που θα μπορούσε να αναδυθεί ως κέντρο του κόσμου στη φαντασία του θεατή.

Το σινεμά του Κιαροστάμι είναι το πιο λιτό παραμύθι του κινηματογράφου της πραγματικότητας. Είναι ένα «ντοκιμαντέρ» που αλλάζει για να γίνει μυθοπλασία, όπως η κάμπια μεταμορφώνεται σε πεταλούδα. Το φολκλόρ εξαφανίζεται και στις εικόνες αποτυπώνονται ο λυρισμός του φυσικού τοπίου αλλά και η ρευστότητα των συναισθημάτων του κεντρικού ήρωα, συνήθως καλλιτέχνη (στοιχείο που συνδέει τον Κιαροστάμι με τις ρίζες του μοντέρνου ευρωπαϊκού σινεμά).

Καιρός να ξαναδούμε το νεορεαλιστικό του «Close up», σχετικά με το δίπολο κινηματογράφος – αληθινή ζωή, που τον σύστησε στη Δύση το 1990. Να ξαναδούμε και άλλες ταινίες του. Το αριστουργηματικό «Μέσα στους ελαιώνες», πανέμορφο φιλμ για το ειδύλλιο δύο ερασιτεχνών ηθοποιών που συμμετέχουν στο γύρισμα μιας ταινίας σε ένα χωριό που έχει πληγεί από καταστροφικό σεισμό (ποίηση εδώ είναι και το απλό φύσημα του ανέμου). Τη «Γεύση του κερασιού», την πιο μακάβρια ταινία για τη… ζωή, που βραβεύτηκε με Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες το 1997 (ένας διανοούμενος, υποψήφιος αυτόχειρας, αναζητάει νεκροθάφτη· πληρώνει αδρά για μερικές φτυαριές χώμα, κανείς εξαθλιωμένος όμως δεν προσφέρεται να γίνει «κοράκι» του). Το «Άνεμος θα μας πάρει» ή το παλιότερο «Πού είναι το σπίτι του φίλου μου;».

«Στην αρχή φανταζόμουν ότι στο σινεμά τα φώτα έσβηναν για να βλέπουμε καλύτερα τις εικόνες στην οθόνη. Κοίταξα πιο προσεκτικά τους θεατές, καθισμένους άνετα στη θέση τους, και διαπίστωσα ότι υπήρχε ένας πολύ πιο σημαντικός λόγος: Το σκοτάδι επέτρεπε σε κάθε θεατή να αποσπάται καλύτερα από τους άλλους και να φτιάχνει τον δικό του κόσμο (…) Αν η τέχνη κατορθώνει ν’ αλλάζει τα πράγματα και να προτείνει νέες ιδέες, αυτό συμβαίνει χάρη στην ελεύθερη δημιουργικότητα εκείνου στον οποίο απευθύνεται», γράφει ο Αμπάς Κιαροστάμι στο σημείωμά του «Μία ταινία, εκατό όνειρα». Έζησε 76 χρόνια.

http://www.kathimerini.gr/

ΤΡΙΤΗ, 05 ΙΟΥΛΙΟΥ 2016
Ξαναβλέποντας την τελευταία ταινία του Αμπάς Κιαροστάμι

Ανατρέχουμε στο «Like Someone in Love», ταινία που λειτουργεί και ως ιδανικός επίλογος του σπουδαίου έργου του Ιρανού δημιουργού.
Το 2016 είναι μια χρονιά που έχει σημαδευτεί από πολλούς θανάτους σημαντικών καλλιτεχνών, ίσως η μόνη χρονιά που θυμόμαστε να έχει πέσει τέτοιο «θανατικό» ενώ βρισκόμαστε ακόμη στα μισά της. Βέβαια, αυτό είναι κάτι λογικό να συμβαίνει, μιας και έχουμε φτάσει σε μια εποχή κατά την οποία οι περισσότεροι άνθρωποι της μουσικής και του σινεμά που μεγαλούργησαν από τα 60s και έπειτα έχουν φτάσει σε μια ηλικία κάπου μετά τα 70, οπότε δυστυχώς είναι επόμενο να έχουμε περισσότερους θανάτους επιφανών προσώπων της τέχνης και της ποπ κουλτούρας. Αυτή είναι η πορεία της ζωής άλλωστε.
Η τελευταία απώλεια ήταν αυτή του Ιρανού σκηνοθέτη Αμπάς Κιαροστάμι, ο οποίος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 76 ετών, χτυπημένος από την επάρατη νόσο. Μπορεί για όσους δεν ασχολούνται με το φεστιβαλικό σινεμά το όνομά του να μη λέει και πολλά, λογίζεται όμως μέσα στους κορυφαίους δημιουργούς του 20ού αιώνα, έχοντας αποκτήσει αιώνια καταξίωση στους σινεφίλ κύκλους με ταινίες όπως το «Close-Up» και το «Taste of Cherry» (ο Χρυσός Φοίνικας του 1997).

Το έργο του Κιαροστάμι είναι μυστηριώδες, ατμοσφαιρικό και κρυπτικό. Λειτουργεί με αργούς ρυθμούς και υπάρχουν πολλές συζητήσεις που γίνονται καθ’ οδόν (όχι πάντοτε με λόγια), συνήθως μέσα σε κάποιο αυτοκίνητο. Οι ταινίες του ξεχωρίζουν για την τεχνοτροπία και την αισθητική τους και καταλαβαίνεις αμέσως ότι παρακολουθείς κάτι δικό του. Θα μπορούσαμε λοιπόν πολύ εύκολα να κάνουμε μια παρουσίαση της πλούσιας καριέρας του, η οποία επιφυλάσσει πολλά αριστουργήματα, ωστόσο θα επιλέξουμε να μείνουμε στην τελευταία του δουλειά, η οποία φαίνεται σαν το ιδανικό κλείσιμο της μεγάλης κινηματογραφικής πορείας του.
Το «Like Someone in Love» («Κάτι σαν έρωτας» η ελληνική απόδοση) είναι η δεύτερη ταινία του Κιαροστάμι η οποία γυρίστηκε μακριά από το Ιράν (η πρώτη ήταν η αμέσως προηγούμενη, το «Certified Copy») και τοποθετείται στο Τόκιο. Κυκλοφόρησε το 2012 και ακόμη και αν είχαμε να κάνουμε με μια ταινία του Κιαροστάμι και συνεπώς περιμέναμε τι θα αντιμετωπίσουμε, μείναμε μάλλον μουδιασμένοι με την πρώτη προβολή.
Η πλοκή επικεντρώνεται στη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα σε μια φοιτήτρια κοινωνιολογίας που παράλληλα είναι και συνοδός πολυτελείας και σε έναν ηλικιωμένο πρώην καθηγητή πανεπιστημίου που θέλει τις υπηρεσίες της όχι όμως για σεξ, αλλά για να επικοινωνήσει με κάποιον και να της κάνει το δείπνο. Και αυτή η ιδιαίτερη φιλία τους μπλέκεται όταν στη μέση μπαίνει ο πιεστικός και ζηλιάρης σύντροφος της νεαρής κοπέλας, με τον καθηγητή να αναγκάζεται να υποδυθεί τον παππού της.

Δεν είναι ότι έχουμε θέμα με τις «αργές» ταινίες. Μάλιστα πολλές φορές επιζητούμε αυτή την ηρεμία στο ρυθμό τους. Απλά εδώ νιώθαμε ότι λείπει η ένταση, σαν η ταινία να κινείται με μια επίπεδη πληκτική λογική που παρά κάποιες ενδιαφέρουσες ιδέες, κορυφώνεται απότομα μόνο στα τελευταία λεπτά, διαθέτοντας ένα αληθινό jump scare. Ουσιαστικά παρατηρείται μια έλλειψη ρυθμού.
Παρόλα αυτά, σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά την προβολή, μπορούμε να πούμε πως η ταινία έχει μείνει μέσα μας πολύ περισσότερο απ’ ό,τι υπολογίζαμε αρχικά. Στην εποχή της μαζικής κατανάλωσης, βλέπουμε τόσες ταινίες που μετά από ένα διάστημα ξεχνάμε ότι έχουμε δει πολλές από αυτές. Όταν λοιπόν μια ταινία μας μένει, αυτό είναι ένα θετικό δείγμα. Όπως έχει δηλώσει επανειλημμένως και ο Νίκολας Βίντινγκ Ρεφν, δημιουργός του «Drive», σημασία έχει να σου μένει μια δυνατή εμπειρία και όχι απαραίτητα μια καλή ταινία.
Περνώντας τα χρόνια, σε προσωπικό επίπεδο (γιατί σε αυτό μπορούμε να μιλάμε) μπορώ να πω ότι εκτίμησα το «Like Someone in Love» σε πολλά επίπεδα. Λένε πως κάποιες φορές δεν είμαστε έτοιμοι να εκτιμήσουμε μια ταινία αν δεν τη δούμε στην κατάλληλη ηλικία. Αν και το «Like Someone in Love» ασχολείται ως ένα βαθμό με τη νεότητα, το παράδοξο είναι πως το εκτιμάς περισσότερο εξετάζοντάς το καθώς μεγαλώνεις.

Ο Κιαροστάμι διερευνά τις διαπροσωπικές σχέσεις και πώς η σεξουαλικότητα τις επηρεάζει στο μέγιστο βαθμό, αλλά και πώς αντιμετωπίζουμε το γήρας σε αυτές, με το χάσμα που δημιουργείται ως επακόλουθο ανάμεσα στις γενιές. Θέτονται επί τάπητος ζητήματα ταυτότητας και κατά πόσο επιτρέπουμε στον εαυτό μας να είναι αληθινός, υποδυόμενοι διαρκώς κάτι άλλο. Και τέλος, ως επέκταση ασχολείται σοβαρά με το ζήτημα της μονογαμίας και κατά πόσον είναι μια κοινωνική νόρμα που βρίσκουμε τρόπους να την παραβλέπουμε ή μπορεί πράγματι να επιτευχθεί με κάποιον τρόπο.
Όλα τα παραπάνω δεν προσφέρονται επ’ ουδενί ως μασημένη τροφή. Πρέπει να εξάγεις εσύ ο ίδιος τα δικά σου συμπεράσματα μέσα από νυχτερινές βόλτες με το ταξί στο μελαγχολικά λαμπερό νυχτερινό Τόκιο ή μέσα από βασανιστικά μονόπλανα που δοκιμάζουν την προσοχή σου. Τα πάντα λειτουργούν σαν ένα «Χαμένοι στη μετάφραση» στο οποίο χάνεσαι κι εσύ στο σύμπαν του και δε σου δίνεται ένας μπούσουλας ώστε να ξέρεις τι πρέπει να νιώσεις την κάθε στιγμή.
Το σινεμά του Κιαροστάμι ξεχωρίζει για αυτόν ακριβώς το λόγο. Δε σου υπαγορεύει τίποτα. Για την ακρίβεια ίσως και να σου κρύβει πράγματα και να σε αφήνει να τα ανακαλύψεις μόνος σου. Όπως είχε δηλώσει και ο ίδιος, το κοινό είναι αυτό που ολοκλήρωσε τις ταινίες του και είναι απολύτως ταιριαστό η τελευταία ταινία του να είναι η μεγαλύτερη άσκηση πάνω στη φόρμα που έχει δοκιμάσει, χωρίς κανένα ρυθμό και χωρίς να είναι ελκυστική στο μάτι (παρά το γεγονός ότι η νυχτερινή βόλτα στο Τόκιο είναι από τις πιο όμορφες σεκάνς που έχει γυρίσει ο Κιαροστάμι), αλλά με τέτοιο βάθος ώστε να αγκιστρώνεται μέσα σου και να ολοκληρώνεται σε έκταση χρόνου. Το σινεμά του Κιαροστάμι είναι εν τέλει ο λόγος που αγαπάμε το σινεμά.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΟΣΧΟΣ / ymoschos@clickatlife.gr

04/07/2016

Αποχαιρετάμε τον άνθρωπο που μας έμαθε τι εστί ιρανικό σινεμά. Ο Αμπάς Κιαροστάμι στην αγκαλιά των αγγέλων

Γράφει ο Ιάκωβος Γωγάκης

Μια μεγάλη απώλεια για το παγκόσμιο σινεμά. Ο πολυβραβευμένος Ιρανός σκηνοθέτης, φωτογράφος και ποιητής, ο Αμπάς Κιαροστάμι, άφησε την τελευταία του πνοή σήμερα Δευτέρα 4 Ιουλίου 2016 σε νοσοκομείο του Παρισιού, στην ηλικία των 76, μετά από τετράμηνη μάχη με τον καρκίνο του εντέρου,αφήνοντας στη μέση μια καινούρια ταινία. Μέχρι την προηγούμενη εβδομάδα παρέμενε στη Τεχεράνη νοσηλευόμενος. Ήταν ένας από τους ιδρυτές του Νέου Ιρανικού Ρεύματος. Οι ταινίες του «Close up», «η Γεύση του Κερασιού» , «Μέσα από τους Ελαιώνες», «και Η ζωή συνεχίζεται», ανέδειξαν σε όλη την υφήλιο τη μοναδικότητα αυτής της χώρας, των πολιτισμικών και θρησκευτικών αντιθέσεων. Η φιλμογραφία(συνολικά 44 ταινίες) και η κινηματογραφική του τεχνική διδάσκονται στις κορυφαίες κινηματογραφικές σχολές. Το Αμερικάνικο περιοδικό Film Comment αναφέρει χαρακτηριστικά τη δεκαετία του ’90, « ζούμε στα χρόνια του Κιαροστάμι, όπως ζούσαμε στα χρόνια του Γκοντάρ». Το περιοδικό Sight and Sound τον ανακήρυξε ως τον « σημαιοφόρο του ιρανικού σινεμά, σε όλη την υφήλιο». Ήταν ανάμεσα στους Ιρανούς σκηνοθέτες του νέου ρεύματος που δεν αυτοεξορίστηκαν εξαιτίας της λογοκρισίας των έργων από τα καθεστώτα, αλλά παρέμειναν στο Ιράν, παρότι γύρισε τρεις ταινίες σε ευρωπαϊκό έδαφος, η πιο πρόσφατη του ταινία ήταν το φιλοσοφικό δράμα « Γνήσιο Αντίγραφο», με πρωταγωνίστρια τη Ζιλιέτ Μπινός το 2010 . Η σχεδόν εμμονική αυτοαναφορικότητα που σηματοδοτούν οι ταινίες του, ευθυγραμμίζεται στενά με τους κώδικες και τις συμβάσεις της κινηματογραφικής τέχνης, αμφισβητώντας επίσης την έννοια του ρεαλισμού, παρότι οι ταινίες του ήταν ρεαλιστικές.

Τα θέματα των ταινιών του,δεν βυθίζονταν στην απόγνωση, παρά το γεγονός πως η απώλεια, οι αναχρονιστικές αξίες και οι οπισθοδρομικές παραδόσεις παίζουν σημαντικό ρόλο στα έργα του, προβάλλοντας την ελπίδα, τη συμφιλίωση και τη φροντίδα για τον πλησίον, χρησιμοποιώντας την αλληγορία,αποφεύγοντας έτσι τον σκόπελο της λογοκρισίας. Επί παραδείγματι ένας σεισμός που είδαμε στην κορυφαία του ταινία, στην « Γεύση του Κερασιού» συμβόλιζε την επανάσταση.

΄Ήταν ένας ρομαντικός μαέστρος του κινηματογραφικού μέσου, έπαιζε μοναδικά με τα μακρινά και κοντινά πλάνα, αρκεί να θυμηθούμε στην ίδια ταινία, ένα μακρινό πλάνο από τους ιρανικούς χωματόδρομους και μετά ένα κοντινό ασφυχτικό close-up στους ήρωες του , μέσα στο αυτοκίνητο, εκεί που διαδραματίζεται το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας.

Γεννήθηκε στις 22 Ιουνίου του 1940, στην Τεχεράνη. Σπούδασε καλές τέχνες στο Πανεπιστήμιο της Τεχεράνης και στη συνέχεια εργάστηκε ως εικονογράφος και σχεδιαστής διαφημίσεων και παιδικών βιβλίων. Το 1969, ίδρυσε το τμήμα κινηματογράφου για την πνευματική ανάπτυξη των παιδιών και των νέων υπό την αιγίδα της αυτοκράτειρας Φαράχ . Το επόμενο έτος, έκανε την πρώτη του ταινία μικρού μήκους .

Κέρδισε 34 μεγάλα βραβεία, μεταξύ αυτών, τον Χρυσό Φοίνικα το 1997 για « Την Γεύση του Κερασιού» και δύο χρόνια αργότερα το Χρυσό Λιοντάρι της Βενετίας για το ο « Άνεμος θα Σηκώσει».

http://screeneye.net/

O Αμπάς Κιαροστάμι δεν θα ήθελε κανένα θρήνο για το θάνατο του
Λουκάς Καρνής , CNN Greece
Τετάρτη, 06 Ιουλίου 2016

Ο ίδιος χαρακτήριζε τον εαυτό του πολυτεχνίτη και ερημοσπίτη. Οι υπόλοιποι είχαν συμφωνήσει να τον αποκαλούν έναν από τους τελευταίους εναπομείναντες λυρικούς της έβδομης τέχνης, έναν ποιητή του κινηματογράφου που δεν ανήκε στο Ιράν αλλά στον κόσμο ολόκληρο.

Η περίπτωση του σκηνοθέτη Αμπάς Κιαροστάμι δεν άγγιζε καμία νομοτέλεια, η κανονικότητα δεν ήταν το ταλέντο του. Καλλιτέχνης στην ψυχή, χωρίς να είναι υπόδουλος της κάμερας αφού το ίδιο δημιουργικός αποδείχθηκε κρατώντας μια φωτογραφική μηχανή ή συνθέτοντας προτάσεις κάνοντας τις λέξεις ήρωες του στη συγγραφή των βιβλίων του ο μαέστρος του σινεμά ήταν ένας κράτος από μόνος του.
Ανέδειξε τον κινηματογράφο του Ιράν ως έναν από τους πιο πρωτότυπους και συναρπαστικούς του κόσμου, δεν έφυγε ποτέ από τη χώρα του καθώς ήταν “ένα δέντρο ριζωμένο εκεί, εκεί όφειλε να δωρίσει τους καρπούς του”, έκανε πολιτική με τα πλάνα του τόσο υποδόρια, τόσο εύστοχα καλυμμένη για να προστατευτεί από την λογοκρισία της Τεχεράνης και όλα αυτά χωρίς να βγάλει ποτέ σε δημόσιο χώρο τα γυαλιά ηλίου από το πρόσωπο του. Ο Κιαροστάμι ήθελε να χαρίζει εκείνο το βλέμμα του που είχε μακρινά πλάνα και το τοπίο του Ιράν να χαρίζεται γενναιόδωρα στους μικρούς και μεγάλους ήρωες των έργων του.
Ισορροπώντας ανάμεσα στη νεορεαλιστική μυθοπλασία και το ψευδοντοκιμαντέρ ο σκηνοθέτης που έκανε τέχνη και όχι ταινίες, ήταν για τον Γκοντάρ εκεί που ο κινηματογράφος τελειώνει για να μετουσιωθεί σε κάτι άλλο. Εικαστικός στην προσέγγιση του, το βάθος πεδίου στα πλάνα και τη θεματολογία του ήταν μια πρόκληση σε σκέψη και μια καμπάνια για πανανθρώπινες αξίες γεμάτες συμπάθεια.
Ο Άμπας Κιαριστάμι έγινε γνωστός στη Δύση τη δεκαετία του 90 και έδωσε ένα φιλί στην αρχή αυτής της γνωριμίας. Το φιλί που χάρισε στην Κατρίν Ντενέβ στην βράβευση του στο Φεστιβάλ Καννών του 1997 προκάλεσε την Τεχεράνη αλλά εκείνος δεν δείλιασε στιγμή.

Πολίτης του κόσμου; Όχι. Στοχαστής; Σίγουρα.

Μέλος του νέου κύματος στον ιρανικό κινηματογράφο των 60s έστρεψε το φακό του σε ρεαλιστικές ιστορίες κανονικών ανθρώπων. Ένας από τους λίγους κινηματογραφιστές που διέπρεψαν στο Ιράν μετά την ισλαμική επανάσταση το 1979, είχε την αναγνώριση που του άξιζε.
Χαρίζει τη “Γεύση του Κερασιού” του στις Κάννες το 1997 μιλώντας για το θάνατο με τον πιο απίθανο τρόπο (ήρωας του ένας μεσήλικας που σκοπεύει να αυτοκτονήσει και ψάχνει τον νεκροθάφτη του) και από τότε οι ταινίες του ήταν μια γιορτή που χαιρετούσε το σινεφίλ κοινό και οι επαγγελματίες της έβδομης τέχνης.
Γεννημένος το 1940 στην Τεχεράνη, ο Κιαροστάμι σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών στο Πανεπιστήμιο της Τεχεράνης, έκανε παραγωγή σε βίντεο διαφημίσεων για την ιρανική τηλεόραση και δεν εναντιώθηκε ποτέ στο ισλαμιστικό σύστημα διακυβέρνησης της χώρας επιμένοντας να μιλάει με τις εικόνες του που συχνά γεμίζουν από τα τοπία μιας δωρικής χώρας που καίγεται από τον ήλιο.

“Θα έλεγα πως δεν υπάρχει ταινία που να μην είναι πολιτική. Σε όλες τις ταινίες υπάρχει πολιτική. Κάθε ταινία που αγκυροβολεί στην κοινωνία, κάθε ταινία που ασχολείται με την ανθρωπότητα είναι απαραίτητα πολιτική” απαντούσε στους επικριτές του.
Το σινεμά του ήταν η απόδειξη ότι οι μεγάλοι δημιουργοί είναι κράτος εν κράτει από μόνοι τους. “Έχω παρατηρήσει πως συχνά δεν βλέπουμε αυτό που βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας, αν αυτό δεν ορίζεται από ένα κάδρο” έλεγε.
Ο Αμπάς Κιαροστάμι απεβίωσε στο Παρίσι. Είχε διαγνωσθεί με καρκίνο του εντέρου μόλις τον Μάρτιο του 2016. Ο θάνατός του από καρκίνο ήρθε δύο μέρες μετά τον θάνατο του Μάικλ Τσιμίνο κάνοντας τον κόσμο της 7ης τέχνης άπειρα πιο φτωχό.
Έζησε 76 χρόνια
http://www.cnn.gr/

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s