Ο «Κυνόδοντας» και η μεταμοντέρνα αισθητική της παρακμής | κριτική της Τζίας Γιοβάνη

kynodontas poster

Πέμπτη 17 Μάρτη 2011

Έπεσε η αυλαία των Όσκαρ κι έλαβε επιτέλους τέλος η εθνική αγωνία για την διεθνή αναγνώριση του αμφιλεγόμενου «Κυνόδοντα» που η συστημική προπαγάνδα σφιχταγκάλιασε και ανήγαγε διθυραμβικά σε σπουδαία κινηματογραφική τέχνη που «έχει σημαντικά πράγματα να πει, ακόμα και σε αυτήν την δύσκολη περίοδο». Ο «Κυνόδοντας» πράγματι λέει κάτι σημαντικό. Επιχειρεί μια προσπάθεια – δειλή για την ώρα – εξίσωσης του φασισμού και του κομμουνισμού, συμβάλλοντας έτσι ενεργητικά, στην ακόμα βαθύτερη αντιδραστικοποίηση της τέχνης που παράγεται στους σημερινούς καιρούς – και δεν αναφερόμαστε μόνο στον κινηματογράφο! Ο «Κυνόδοντας» λοιπόν έχει εξαγοράσει την στήριξη που του παρέχεται αφειδώς από την αστική εξουσία μέσω του συμπλέγματος μηχανισμών ανάδειξης «δικών της» προϊόντων.

«Χρονικό του καθημερινού φασισμού» ή «Κριτική στην όποια μορφή ολοκληρωτισμού»;

Και τα δύο, απαντά η ταινία που εξισώνει τον φασισμό με τον κομμουνισμό. Που καταδικάζει – υποτίθεται – κάθε τι το απολυταρχικό, τα άκρα, όπως τα αποκαλούν όσοι σπρώχνουν προς το μέσο σημείο, προς την αστική δημοκρατία, δηλαδή προς την αποδοχή της εξουσίας της αστικής τάξης. Ναι αλλά όταν οι αστικές τάξεις δεν είναι πια σε θέση να κυβερνούν ή να διατηρούν την εξουσία τους γιατί οι απαιτήσεις των λαϊκών μαζών για ελευθερίες και δικαιώματα δεν γίνεται πια να ανασταλούν, τότε βγάζουν από το μανίκι τους τον φασισμό, την ανοιχτή βία και την αιματηρή τρομοκρατία. Ποιος έφερε στην εξουσία τον φασισμό του Μουσολίνι, το ναζισμό του Χίτλερ, την χούντα στην Ελλάδα και την Κύπρο; Αντιεπιστημονική και βαθιά αντιδραστική η οποιαδήποτε σύγκριση φασισμού και κομμουνισμού δεδομένου ότι ο φασισμός αποτελεί μια από τις πολιτικές μορφές της αστικής εξουσίας, ενώ ο σοσιαλισμός/κομμουνισμός ανώτερο σύστημα κοινωνικής οργάνωσης.
Η μυθοπλασία της ταινίας λαμβάνει χώρα στο εσωτερικό μιας αστικής οικογένειας. Οι γονείς – σε συνέργεια – κρατούν τα τρία τους παιδιά φυλακισμένα στο έδαφος της ιδιοκτησίας τους, λέγοντάς τους ότι πρέπει να πέσει πρώτα κάποιος απ’ τους κυνόδοντές τους για να βγουν στον έξω κόσμο. Οι γονείς μαθαίνουν στα παιδιά τους ότι ο έξω κόσμος είναι κόλαση και θάνατος. Προστατεύουν / εμποδίζουν τα παιδιά από τον έξω κόσμο, με τον ψηλό τοίχο που περιβάλλει και απομονώνει την βίλα της οικογένειας από τον υπόλοιπο κόσμο, αλλά και με έναν σκύλο φύλακα, απόντα προς στιγμήν, λόγω μετεκπαίδευσης.
Η μορφή στιλιζαρισμένη και στατική, πολύ μακριά από τον ρεαλισμό. Το περιεχόμενο του φιλμ συνθεμένο σαν κολάζ με αποσπάσματα της καθημερινότητας, ένα συνονθύλευμα μεταμοντέρνου χαρακτήρα, εκτός δηλαδή συγκεκριμένου τόπου και χρόνου και χωρίς ίχνος λογικής ή συνειρμικής αιτιολογίας ως προς τους λόγους που προκαλούν αυτό που εξελίσσεται μπροστά στα μάτια μας, ώστε να καταστεί δυνατόν στον θεατή να «βγάλει νόημα» για ό,τι συμβαίνει, να κατανοήσει το γιατί της γονεϊκής συμπεριφοράς … Η καταπίεση των εφηβικών ενστίκτων, η συστηματική απόκρυψη της αλήθειας, η διαστρέβλωση και η επινόηση εννοιών, η ωμή, εν γένει, καταπάτηση της ατομικής ελευθερίας των τριών παιδιών, εκπορεύεται από «τον πατερούλη», τον απόλυτο εξουσιαστή. Αυτόν που ορίζει τους κανόνες και τα όρια, αυτόν που αποφασίζει με πυγμή σιδερένια για όλους και όλα, αυτόν που οι πάντες φοβούνται και ως εκ τούτου υποτάσσονται στην θέλησή του.

«Σουρεαλιστική ματιά στην ελληνική οικογένεια;»

Η (κακοποιημένη) χρήση – αποδόμηση – της ελληνικής γλώσσας δεν συνεπάγεται και την ελληνικότητα της ταινίας, τουναντίον λειτουργεί έτσι που να προβάλλει ακόμη περισσότερο τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της. Ο Ελληνας δημιουργός της έχει εξάλλου δηλώσει: «…δεν ξέρω γιατί είναι προσόν να έχει εθνικό χαρακτήρα μια ταινία»… Τώρα, στην πλευρά των εφήβων έχουν αρχίσει να διαφαίνονται ίχνη λανθάνουσας αντιεξουσιαστικής τάσης που εκρέει από την καταπάτηση της ελευθερίας τους, μέσα στην οικογένεια … Από το ειδικό λοιπόν, από την οικογένεια που καταπατά την ελευθερία, ξεκινά η ταινία ώστε να συνδέσει και να προλειάνει το πέρασμα στην γενική θέση: την καταπίεση των ατομικών ελευθεριών!
Ο «Κυνόδοντας», χωρίς να απευθύνεται στην λογική, οργανώνει τα αισθήματα του θεατή στη βάση της αντίθεσης σε όσα λαμβάνουν χώρα στην οθόνη. Επιδιώκει να τρυπώσει ύπουλα στη συνείδηση μέσω ανακλαστικής αντίδρασης και όχι κατόπιν νοητικής διεργασίας. Η συνταγή που ακολουθείται συνίσταται σε ένα ευφυές, σκόπιμα επιτηδευμένο μείγμα, μια σύνθεση από καταγεγραμμένα, στην συνείδηση των θεατών, γνωρίσματα του φασισμού μαζί με χαρακτηριστικά που η αστική προπαγάνδα «αποδίδει» στον κομμουνισμό, αυθαίρετα, χωρίς να έχει προηγηθεί δίκη, χωρίς δηλαδή διαδικασίες ανάλυσης και σύνθεσης.
Αναφορές που παραπέμπουν στον φασισμό είναι: τα «άρια» χαρακτηριστικά των τεσσάρων μελών της οικογένειας (η μητέρα και τα τρία παιδιά), η γάτα που σφάζει ο γιος με το ψαλίδι του κήπου, η κόρη, που κόβει με ψαλιδάκι, όχι μόνο τα νύχια, αλλά τα δάχτυλα ποδιών και χεριών της κούκλας, μιμούμενη με σαδισμό, τις κραυγές πόνου που η κούκλα θα έβγαζε… Στις πάμπολλες αντικομμουνιστικές αλληγορίες καταχωρούνται : η φιγούρα του αυταρχικού, του αιμοσταγούς «πατερούλη», το «τείχος» που έχτισε ο πατέρας για να απομονώσει την βίλα από τον έξω κόσμο, το αεροπλάνο που προσπαθεί να το σκάσει… το παιδί της οικογένειας που δήθεν το ‘σκασε και δήθεν βρήκε τραγικό θάνατο εκεί έξω και τέλος … τα φρύδια που πρέπει να βαφούν καφέ κι όχι μπλε «γιατί δεν υπάρχουν μπλε φρύδια», δηκτική ειρωνεία για τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό …
Η αοριστία στον χωρόχρονο, το έξω και πέρα από συγκεκριμένη ιστορικοκοινωνική προσέγγιση, αναδεικνύει το στοιχείο της διαχρονικότητας, της διάστασης που πηγάζει από το παρελθόν και εκτείνεται στο μέλλον… Και όλη αυτή η κατασκευή φορά παλιά και φθαρμένα κοστούμια – με τρόπο αφαιρετικό – είναι ντυμένη με αντιγραφές που παρουσιάζονται ως νεωτερισμοί σε ένα κατά βάση νεαρό κοινό, βγαλμένο από ένα σύστημα κατακερματισμένης γνώσης που καθημερινά προσβάλλεται από πλήθος αποσπασματικών πληροφοριών τις οποίες κάποιος που προέρχεται από το εκπαιδευτικό σύστημα της αγοράς και της ακριβοπληρωμένης αμάθειας δεν είναι σε θέση να εντάξει στη σωστή τους θέση, γιατί δεν διδάχθηκε να τις καταχωρεί έτσι ώστε να μπορεί να συνθέτει μια ακέραιη εικόνα με ένα πλήρες νόημα. Όλα αυτά μπορεί να συνθέτουν για κάποιους νεωτερισμό, επ’ ουδενί όμως δεν μπορεί να γίνει λόγος για καινοτομία!

«Δεν είναι οι σκηνές που κάνουν μια ταινία, αλλά η ψυχή των εικόνων» έγραψε ο Αμπέλ Γκανς

Ο «Κυνόδοντας» συνιστά αντιδραστικό έργο που παρεμβαίνει στην κοινωνική συνείδηση. Διαχειρίζεται ιδέες και συνταγές παρωχημένες, με «πιασάρικη» περιθωριακή θεματολογία, μπόλικο φορμαλιστικό καρύκευμα βίας, γυμνού και πορνό, καθώς και στείρα παρελθοντική νοσταλγία με Γούναρη και Jean Vallin. Οταν έρχεται η ώρα της κάθαρσης, ακόμη κι αυτή η εξέγερση είναι κομμένη και ραμμένη στις μυθολογίες της υποταγής. Η κόρη σπάζει πρώτα τον κυνόδοντά της (!) και μόνο τότε, το σκάει, μπαίνοντας στο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου με προορισμό τον έξω κόσμο …
Το έργο αυτό είναι ιδεολογικά μεταβατικό, γι’ αυτό είναι και δειλό! Το λανσάρουν για να «τσιμπήσουμε»… Ο «Κυνόδοντας» συνιστά τον πρόδρομο μιας πιο ωμά αντικομμουνιστικής τέχνης, στα πλαίσια της εκστρατείας της ΕΕ που στόχο έχει το χτύπημα της ελεύθερης διακίνησης ιδεών και της ταξικής πάλης, ιδιαίτερα σήμερα, που η κυρίαρχη τάξη επιδιώκει με πολλούς τρόπους και τους μηχανισμούς που διαθέτει, να ξαναγράψει την ιστορία και να συκοφαντήσει την περίοδο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, την οποία χαρακτηρίζει «ολοκληρωτισμό». Ετοιμάζει μάλιστα και σχετική νομοθετική παρέμβαση γι’ αυτό!

Τζία ΓΙΟΒΑΝΗ

http://www.rizospastis.gr/

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s