Η μανία με τον Μπολάνιο || Αφιέρωμα στο Ρομπέρτο Μπολάνιο

Bolano

Η μανία με τον Μπολάνιο

Ο Μπολάνιο ασκεί σκληρή κριτική στο σινάφι του

19.12.2014

Συντάκτης: Μικέλα Χαρτουλάρη

Η μαύρη βίβλος των αντι-λογοτεχνών

Η λογοτεχνία για τον Ρομπέρτο Μπολάνιο ήταν ανέκαθεν ένα ταξίδι στον βαθμό μηδέν της ανθρώπινης ύπαρξης, εκεί όπου χάνεις τον εαυτό σου για να τον ανακαλύψεις ξανά από την αρχή . Ενα ταξίδι στην άβυσσο, όπως θα έλεγε ο αγαπημένος του Μποντλαίρ. Αυτή η άβυσσος, στην πιο παραπλανητική εκδοχή της, στην πιο επικίνδυνη για τη ζωή και για την τέχνη, φανερώνεται στη Ναζιστική λογοτεχνία στην Αμερική, ένα μυθιστόρημα γραμμένο το 1996, κομβικό στην τόσο σύντομη και τόσο εξαιρετική συγγραφική διαδρομή του, το οποίο μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά (Αγρα, μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος).

Συγγραφέας -των- συγγραφέων, Χιλιανός με αλήτικη ζωή και απείθαρχη συμπεριφορά, που σημάδεψε τους ομοτέχνους του στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη όσο κανένας άλλος της γενιάς του, ο Μπολάνιο ήταν τότε 43 χρονών και επιβεβαίωνε με τον πιο μαστόρικο τρόπο την υπαινικτική δύναμη της γραφής του και την επινοητικότητά του. Η Ναζιστική λογοτεχνία στην Αμερική εμφανίζεται σαν απομίμηση λογοτεχνικού λεξικού ή ανθολογίας, με 22 πορτρέτα επινοημένων συγγραφέων τα οποία διαβάζονται σαν διηγήματα για την αμφίσημη περιπέτεια της ζωής και βρίθουν από ιδέες πιθανών μελλοντικών μυθιστορημάτων.

Χαρακτηριστικό το τελευταίο πορτρέτο, το οποίο αποτελεί σύντομη εκδοχή της νουβέλας «Μακρινό Αστέρι» (1996), και όπου εμφανίζεται ο ίδιος ο Μπολάνιο ως παρατηρητής. Πρωταγωνιστεί ένας βασανιστής του καθεστώτος Πινοτσέτ, σαδιστής δολοφόνος και ποιητής που έγραφε μεσσιανικούς στίχους στον ουρανό με τον καπνό από τις τουρμπίνες του αεροπλάνου του.

Εδώ λοιπόν δεν θα βρούμε τις (52) γοητευτικές ιστορίες που συνθέτουν τους πολυβραβευμένους «Αγριους ντετέκτιβ» του 1998, ένα μυθιστόρημα-ελεγεία για τις λογοτεχνικές πρωτοπορίες και την πνευματική και ερωτική απελευθέρωση. Εδώ, έχουμε ένα μυθιστόρημα-πολιορκητικό κριό που διεμβολίζει τα προπύργια της αντίδρασης στις πιο θολές περιοχές της πνευματικής ζωής.

Η Ναζιστική λογοτεχνία… (που αναφέρεται κυρίως στη Νότια Αμερική και λιγότερο στη Βόρεια) είναι η πιο διεισδυτική καταγραφή της στρατηγικής που χρησιμοποιεί ο ναζισμός για τη μαζική εποίκιση των συνειδήσεων από τον δρόμο της ποίησης, της πεζογραφίας και της εκδοτικής δραστηριότητας. Ταυτόχρονα, είναι μια μαύρη βίβλος της αντι-λογοτεχνίας με παραδείγματα από τη νοοτροπία και τις πρακτικές συγγραφέων και εκδοτών που εκτρέφουν τις ιδέες του εθνικισμού, του φυλετισμού, του αντισημιτισμού, του σεξισμού, της μισαλλοδοξίας, των διακρίσεων…

Είναι αυτοί που συνειδητά στρέφονται στην αναθεωρητική ανάγνωση της Ιστορίας, που καλλιεργούν τη λήθη και τη σύγχυση των εννοιών, που «δανείζονται» ασύστολα ιδέες ή χαρακτήρες από διάσημους ομοτέχνους τους, που καταγγέλλουν διαρκώς την έλλειψη πνευματικότητας του κόσμου κ.ο.κ. υπονομεύοντας εντέλει και τη λογοτεχνική ουσία.

Ο Μπολάνιο βρίσκει έτσι την αφορμή να ασκήσει μια σκληρή κριτική στο σινάφι του. Διότι αυτοί οι ανύπαρκτοι λογοτεχν(ίζοντ)ες, που πρωταγωνιστούν σ’ αυτό το μυθιστόρημα, καθώς και τα ανύπαρκτα έργα τους, θυμίζουν υπαρκτά πρόσωπα και παραπέμπουν σε απολύτως πραγματικά φαινόμενα που όλοι μας αναγνωρίζουμε.

Μπορεί ο συγγραφέας να πέθανε το 2003 στη Βαρκελώνη αλλά δεν είναι τυχαίο ότι είχε φανταστεί ορισμένους βίους φιλοναζιστών λογοτεχνών που συνεχίζονται έως το 2021. Το βιβλίο του φέρνει λοιπόν στο φως έναν Νέο Κόσμο που υποδέχεται τη ναζιστική ιδεολογία από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα, και θα την υποδέχεται και στο μέλλον χρησιμοποιώντας τη λογοτεχνία ως πασπαρτού. Κι ο Μπολάνιο μάς ειδοποιεί προφητικά ότι η διαδικασία του εκφασισμού των σύγχρονων κοινωνιών προχωρά ακάθεκτη.

Χουλιγκανισμός με πλάτες στην ποίηση

Ένας από τους πιο αντιπροσωπευτικούς και καλοδουλεμένους πρωταγωνιστές της Ναζιστικής λογοτεχνίας… είναι ο Αρχεντίνο Σκιαφίνο. Επίδοξος ποιητής από τα 13 του, αρχηγός των χούλιγκαν της Μπόκα Τζούνιορ -ομάδας από τη φτωχογειτονιά του Μπουένος Αϊρες- εθελοντής στον πόλεμο των Μαλβίνων, αναμεμειγμένος σε εγκληματικές επιθέσεις ενάντια σε οπαδούς αντίπαλων ομάδων, φυγόδικος που παίρνει την αμερικανική ιθαγένεια κάνοντας τον κατάλληλο γάμο, ιδιοκτήτης εστιατορίων, είναι παράλληλα εμμονικός γραφιάς.

Και γίνεται γνωστός επειδή στα γραπτά του κατηγορεί τους διαιτητές για μεροληψίες ή εκδηλώνει τον θαυμασμό του για την Τάξη, την Οικογένεια και την Πατρίδα, επειδή ανακοινώνει την εκτίμησή του για κάποιον συγγραφέα-σύμβολο από το εχθρικό στρατόπεδο και τάσσεται κατά του μονοπωλίου της κουλτούρας, ή επειδή επαίρεται ότι δεν είναι δεξιός ούτε αριστερός, κι ότι έχει φίλους μαύρους αλλά και φίλους στην Κου Κλουξ Κλαν.

Από εκεί και πέρα, η σκυτάλη περνά στα ΜΜΕ, που τον «ξεπλένουν» καλώντας τον συστηματικά να τοποθετηθεί για τα πάντα, ώσπου στο τέλος, η Πολιτεία τον τιμά με το κορυφαίο Μετάλλιο Τιμής της Αργεντινής!

Η λογοτεχνία, μας δείχνει ο Μπολάνιο, είναι μια μορφή βίας η οποία σε κάνει σεβαστό, αλλά από μόνη της δεν σε εξανθρωπίζει.

Τα κλειδιά ενός λογοτεχνικού φαινομένου

Ο Μπολάνιο μεταφράστηκε στην ελληνική γλώσσα μετά τον θάνατό του, σήμερα όμως κυκλοφορούν όλα τα μεγάλα έργα του, που διαβάζονται φανατικά από τις νεότερες γενιές υποψιασμένων συγγραφέων. Το «μπουμ» ξεκίνησε από τις ΗΠΑ, τον ισπανόφωνο κόσμο και τη Γαλλία όπου διαβάζεται ως γκουρού της λογοτεχνικής αναγέννησης, όσες απόπειρες κι αν έχουν γίνει για να τον υπονομεύσουν επειδή τη γλίτωσε γρήγορα κι εύκολα από τα νύχια του Πινοτσέτ. Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά το κύκνειο άσμα του, το σπουδαίο 2666, βγήκαν από τα συρτάρια του με την ευθύνη της γυναίκας του άλλα δώδεκα βιβλία του προς μεγάλη ικανοποίηση της διψασμένης διεθνούς αγοράς.

Στα ελληνικά πρώτη κυκλοφόρησε η εξαντλημένη πλέον Τελευταία νύχτα στη Χιλή (Μεταίχμιο 2004, μτφ. Χριστίνα Θεοδωροπούλου), αλλά η θερμή ανταπόκριση στο έργο του άρχισε το 2007 με το Μακρινό αστέρι (Καστανιώτης, μτφ. Αγγελική Αλεξοπούλου). Ακολούθησαν οι Πουτάνες φόνισσες και τα Τηλεφωνήματα (Άγρα 2008, 2009 μτφ. Έφη Γιαννοπούλου), οι Άγριοι ντετέκτιβ (Καστανιώτης 2009 μτφ. Κώστας Αθανασίου) και το 2666 (Άγρα 2011, μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος), και απανωτά το Φυλαχτό, Το τρίτο Ράιχ και η Ναζιστική λογοτεχνία στην Αμερική (Άγρα 2013, 2013, 2014, μτφ. Κρίτων Ηλιόπουλος).

Ποιο είναι όμως ακριβώς το μυστικό του; Γιατί διαβάζεται με τόσο πάθος από τους πιο απαιτητικούς αναγνώστες; Επτά φαν του απαντούν στην «Εφ.Συν.».

Οι μεταφραστές του

Κώστας Αθανασίου

Η μανία με τη λογοτεχνία

Μανία με τον Μπολάνιο δεν υπάρχει. Υπάρχει καθυστερημένη και δίκαιη αναγνώριση ενός μεγάλου συγγραφέα που είχε πάθος με τη λογοτεχνία.

Ο Μπολάνιο, με το πληθωρικό, αχαλίνωτο ταλέντο του, υπονόμευσε την ακαδημαϊκή γραφή και υπήρξε κρίσιμο κομμάτι της μεγάλης τομής που χρειαζόταν η λατινοαμερικανική λογοτεχνία μετά το μπουμ των δεκαετιών 1960, 1970. Εγραψε μια λογοτεχνία, όχι χωρίς «εθνικές» ή τοπικές συντεταγμένες, αλλά μετά και πέρα από αυτές. Στον αντίποδα του φολκλόρ των εθνικών λογοτεχνιών και του μαγικού ρεαλισμού που απαιτούσε η ευρωπαϊκή αγορά από τους Λατινοαμερικανούς συγγραφείς, έγραψε μια λογοτεχνία με οικουμενική αναφορά.

Είναι άνισος αλλά έγραψε αριστουργήματα, πολλές φορές με έντονο, διάχυτο πολιτικό/κοινωνικό στοιχείο· ήταν ένας λογοτέχνης που πάντα ήθελε (έλεγε ο ίδιος) να είναι ένας πολιτικός συγγραφέας, αλλά δεν παρέλειπε να κατεδαφίζει τους πολιτικούς συγγραφείς όταν έγραφαν κακή λογοτεχνία.

Έφη Γιαννοπούλου

Ένας ρομαντικός συγγραφέας

Μπορεί ένας συγγραφέας να επιτελεί μια ρήξη, μια ανανέωση της λογοτεχνίας, και την ίδια στιγμή να φτιάχνει μόδα, να γίνεται pop; Αυτό ακριβώς κάνει ο Ρομπέρτο Μπολάνιο. Ίσως επειδή με παραδοσιακά υλικά καταφέρνει να δημιουργήσει έναν εντελώς νέο αφηγηματικό τρόπο. Είναι ο τελευταίος συγγραφέας του λατινοαμερικανικού μπουμ και την ίδια στιγμή ο πρώτος που δείχνει στους επιγόνους του έναν τρόπο να ξεφύγουν από τη βαριά κληρονομιά του, να γράψουν αλλιώς. Επανενεργοποιεί το πρότυπο του ρομαντικού συγγραφέα (περιπετειώδης, βιωματικός, αυθορμησιακός, με τη σφραγίδα του θανάτου) και ταυτοχρόνως ξαφνιάζει με τη στοχαστική πυκνότητα και την ευρυμάθεια μιας γραφής που επινοεί η ίδια τη γενεαλογία της. Στα μυθιστορήματα και τα διηγήματά του παντρεύει δύο ασυμφιλίωτους μέχρι τότε αφηγηματικούς τρόπους: ο Μπόρχες συναντά τον Κορτάσαρ ή ίσως και τον Κέρουακ. Αυτή η απελευθερωτική, πρωτόγνωρη χειρονομία τον καθιστά εν ζωή κλασικό, και μετά θάνατον συνεχίζει να τροφοδοτεί τον μύθο του.

Κρίτων Ηλιόπουλος

Απομάγευση και μάγευση

Τα έργα του Μπολάνιο είναι λαβύρινθοι με αμέτρητους διαδρόμους που διασταυρώνονται, συμβάλλουν ή αποκλίνουν. Μπορείς να ακολουθήσεις διαφορετικές διαδρομές καταλήγοντας είτε στο ίδιο σημείο είτε σε διαφορετικά. Ξεφεύγει επιτυχώς από πρότυπα και συμβάσεις πλάθοντας κάτι ιδιαίτερο που το απολαμβάνεις μανιωδώς ή το απορρίπτεις.

Πιστεύω ότι η λογοτεχνία του, εκτός των άλλων, είναι μια διατριβή πάνω στη λογοτεχνία και την τέχνη γενικότερα. Αλλά αντί για εργαλεία του δοκιμίου χρησιμοποιεί την απίστευτη φαντασία του, την τέχνη να δημιουργεί ιδέες και συναισθήματα, να μαγεύει τον αναγνώστη ενώ «απομαγεύει» τη λογοτεχνία και τους λογοτέχνες, ενώ απομυθοποιεί τους μύθους. Με σύμβολα και χιούμορ σχολιάζει και πραγματεύεται τα αιώνια ζητήματα, περιεχόμενο και μορφή, σκοπός και νόημα, κλασικό και νέο, εθνικό ή «εξόριστο» όπως ο ίδιος, δύναμη ή αδυναμία στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Το έργο του θα μπορούσε να διαβαστεί και ως μια απολαυστική λογοτεχνική κριτική της λογοτεχνίας.

Οι συγγραφείς

Θεόδωρος Γρηγοριάδης

Η αχανής έρημος της γραφής

Ένας συγγραφέας, που πεθαίνει τόσο νέος, αφήνει πίσω του μια αχαρτογράφητη λογοτεχνική επικράτεια όπου όλα είναι οικεία αλλά και ανοίκεια ταυτόχρονα. Ένας λογοτεχνικός χωροχρόνος που οι υπόλοιποι συγγραφείς θέλουν να οικειοποιηθούν, αλλά δεν έχουν το κουράγιο ή χάνονται στην πορεία τους. Ωστόσο εκείνος βρίσκεται εκεί, στυλίτης στη δημιουργική του ερημιά, πυροδοτώντας συζητήσεις, κινήματα και απομιμήσεις. Γιατί ο Μπολάνιο βρίσκεται μακριά από την καλλιλογία, τη φιλολογία, τις καλλιτεχνικές επιτεύξεις, τις ηθικές δεσμεύσεις, τις θεσπισμένες θεωρίες. Αυτό ζηλεύουν και δεν αντέχουν οι υπάκουοι συγγραφείς: Πώς να παραμείνεις ανεξάρτητος και ερημίτης, παγκόσμιος και τοπικός, επαναφορτίζοντας και ρισκάροντας όλα όσα η ίδια η λογοτεχνία διακανονίζει χρόνια.

Λευτέρης Καλοσπύρος

Η λογοτεχνία ως ηρωικός τρόπος ζωής

Νοσηρά πάθη και δύσκολοι έρωτες. Μια μελαγχολική ατμόσφαιρα οντολογικής αποξένωσης. Ιστορίες ιδιοφυών καλλιτεχνών και περιθωριακών ατόμων που έχασαν τα λογικά τους ή αποσύρθηκαν από ένα διαρκώς επιταχυνόμενο και καταπιεστικό παρόν. Σπαρακτικοί μονόλογοι και σκοτεινές, ευφάνταστες ιστορίες-μέσα-στις-ιστορίες. Κρυμμένη στο παρασκήνιο των μυθοπλασιών που αφηγήθηκε με κρουστή και υπόγεια ποιητική γλώσσα ο Ρομπέρτο Μπολάνιο, η Ιστορία κατασκοπεύει τους πρωταγωνιστές και τους κομπάρσους του με άγρυπνο, βλοσυρό βλέμμα. Το έργο του τελευταίου μεγάλου Λατινοαμερικανού συγγραφέα παλαντζάρει ανάμεσα στη συγκαλυμμένη αυτοβιογραφία και τη μεταμοντέρνα επινόηση, ανάμεσα στον σκληρό ρεαλισμό και το ονειρικό παράδοξο. Παράλληλα συνδιαλέγεται με τα έργα κλασικών συγγραφέων της παγκόσμιας γραμματείας, εμπνέοντας συγγραφείς και αναγνώστες να σκεφτούν τη λογοτεχνία ως ηρωικό τρόπο ζωής.

Μαρία Ξυλούρη

Σε αρπάζει από τον λαιμό

Τα βιβλία που αγαπάς δεν τα διαλέγεις, σε διαλέγουν — κάποια από αυτά, μάλιστα, σε αρπάζουν από τον λαιμό· οι Άγριοι ντετέκτιβ και, πολύ περισσότερο, το 2666 είναι από τα βιβλία που με άρπαξαν από τον λαιμό (αν κι ίσως να μη μιλάμε ακριβώς για αγάπη, αλλά για σύνδρομο της Στοκχόλμης). Το πρώτο που σου μαθαίνουν τέτοιοι συγγραφείς είναι η ταπεινότητα: όχι, τα δικά σου γραπτά δεν είναι τα αριστουργήματα που νόμιζες ότι είναι όταν τα έγραφες. Από τον Μπολάνιο κρατώ ακόμα τα εξής: η μεγάλη λογοτεχνία μπορεί να είναι τρομερά διασκεδαστική· η γραφή που μοιάζει να βγήκε σχεδόν μονοκοντυλιά είναι μάλλον αυτή που κρύβει την περισσότερη δουλειά· και το 2666 είναι ένα ωραιότατο τούβλο για να πετάξεις κατακέφαλα στον επόμενο που θα σου πει ότι «μεγάλα μυθιστορήματα δεν γράφονται πια» ή «το μυθιστόρημα έχει πεθάνει».

Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου*

Μετωπική σύγκρουση με το Κακό

Η δύναμη και η δυναμική που αναπτύσσεται στα μυθιστορήματα του Ρομπέρτο Μπολάνο ξεκινά από κάτι που θα το ονόμαζα μετωπική σύγκρουση με το Κακό, σε όλες τις εκφάνσεις του στις σύγχρονες κοινωνίες, μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο συγγραφέας θέτει σε κίνηση, δραστικά και ακάθεκτα, με το τρομερό ταλέντο του και τη φρενιτιώδη φαντασία του, τη διασταύρωση και τη συνομιλία ανάμεσα σε εντελώς αντιθετικά πρόσωπα της λογοτεχνίας και της Ιστορίας, όπως οι Ερνστ Γιούνγκερ και Οκτάβιο Παζ, ή της δικής του μυθοπλαστικής φαντασίας. Επιστρατεύει ποιητές της Λατινικής Αμερικής και της Ευρώπης, εμπόρους ναρκωτικών, αγωνιστές, Εβραίους διωκόμενους και Γερμανούς ναζί σε ένα συγγραφικό εγχείρημα που ανασύρει και δείχνει ανάγλυφα τα βασικά ερωτήματα για τη σύγχρονη πραγματικότητα των απανταχού φασισμών και των «κρίσεων», οικονομικών, φιλοσοφικών, ηθικών κ.λπ., σε ένα δικό του «κόσμο». Σ’ αυτόν τον «μπολανιακό» κόσμο η ματιά του, περισκοπική και βέβηλη εφ’ όλης της ύλης, μεταδίδει στον αναγνώστη μηνύματα που τον αφορούν άμεσα, διότι του ξυπνούν φόβους κρυμμένους για το κομμάτι εκείνο του εαυτού που αρνείται ο τακτοποιημένος, εχέφρων και συμβιβασμένος πολίτης: πόσα εγκλήματα έκαναν όχι μόνο οι απανταχού φασιστικές οργανώσεις, οι μαφίες, οι πάτρονες των καρτέλ, οι φανατικοί έμποροι της «ανθρώπινης σάρκας», αλλά και οι αφανείς συνένοχοι σε όλα αυτά, ορμώμενοι από τον καναπέ της τηλεόρασης;

Ο Μπολάνιο δουλεύει συστηματικά στο θέμα του «κακού» με συνδυασμούς που δραστηριοποιούν στο έπακρο την κριτική σκέψη μας, με αυτά τα ταξίδια του από τις δικτατορίες της Ευρώπης και της Λατινικής Αμερικής σε εκείνες του φασισμού των μικρών ομάδων ή και των ατόμων. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, το «κακό» στο έργο του χάνει το όποιο μεταφυσικό του προκάλυμμα και γίνεται έργο των ανθρώπων της διπλανής πόρτας. Η απήχησή του στην Ελλάδα της δεύτερης και τρίτης γενιάς του Εμφυλίου και της δικτατορίας των συνταγματαρχών δεν είναι τυχαία.

*ομότιμη καθηγήτρια στο ΑΠΘ

http://www.efsyn.gr/

Ρομπέρτο Μπολάνιο
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Ο Ρομπέρτο Μπολάνιο Άβαλος (Roberto Bolaño Ávalos, 28 Απριλίου 1953 – 15 Ιουλίου 2003) ήταν Χιλιανός συγγραφέας. Είναι κυρίως γνωστός ως μυθιστοριογράφος, αλλά έγραψε και διηγήματα, ποιήματα και δοκίμια. Το 1999 κέρδισε το Βραβείο Ρόμουλο Γκαγιέγος για το μυθιστόρημά του Los detectives salvajes («Οι άγριοι ντετέκτιβς»), ενώ το 2008 τιμήθηκε μετά θάνατο με το Αμερικανικό National Book Critics Circle Award για το μυθιστόρημά του 2666, το οποίο περιγράφηκε από το μέλος της κριτικής επιτροπής Marcela Valdes ως «έργο τόσο πλούσιο και εκθαμβωτικό, ώστε θα προσελκύει σίγουρα αναγνώστες και φιλολόγους για αιώνες». Ο Μπολάνιο περιγράφηκε στους The New York Times ως «η σημαντικότερη λατινοαμερικανική λογοτεχνική φωνή της γενιάς του».

Βιογραφία

Τα πρώτα χρόνια

Ο Μπολάνιο γεννήθηκε στο Σαντιάγο. Ο πατέρας του ήταν οδηγός φορτηγού (και πυγμάχος), ενώ η μητέρα του δασκάλα. Ο Ρομπέρτο και η αδελφή του πέρασαν τα πρώτα χρόνια τους στα νότια παράλια της Χιλής. Ο ίδιος περιγράφει τον εαυτό του ως ένα λιγνό παιδί με μυωπία, που δεν υποσχόταν πολλά για το μέλλον: ήταν δυσλεκτικός και συχνά τον κορόιδευαν τα άλλα παιδιά στο σχολείο. Παρότι η μητέρα του ήταν φαν των ευπώλητων βιβλίων, γενικώς δεν επρόκειτο για μια οικογένεια διανοούμενων. Σε ηλικία 10 ετών ο Ρομπέρτο εργάσθηκε για πρώτη φορά, πουλώντας εισιτήρια υπεραστικού λεωφορείου στη διαδρομή Κιλπουέ-Βαλπαραΐσο. Τα περισσότερα παιδικά χρόνια του τα πέρασε στο Λος `Ανχελες του Μπίο Μπίο.

Η εφηβεία στο Μεξικό

Το 1968 η οικογένεια Μπολάνιο μετανάστευσε στην Πόλη του Μεξικού και ο Ρομπέρτο εγκατέλειψε το σχολείο, έπιασε δουλειά ως δημοσιογράφος και δραστηριοποιήθηκε σε πολιτικά ζητήματα.

Σύντομη επάνοδος στη Χιλή

Αναφερόμενη με διάφορες μορφές σε αρκετά έργα του είναι η περιπέτειά του το 1973, όταν επέστρεψε στη Χιλή για «να βοηθήσει να χτίσουνε την επανάσταση», υποστηρίζοντας το σοσιαλιστικό καθεστώς του Σαλβαδόρ Αγιέντε. Μετά το πραξικόπημα του Πινοσέτ, ο Μπολάνιο συνελήφθηκε ως ύποπτος τρομοκρατίας και πέρασε 8 ημέρες κρατούμενος. Διασώθηκε από δύο πρώην συμμαθητές του που είχαν προσληφθεί ως δεσμοφύλακες. Σύμφωνα με την εκδοχή των γεγονότων που δίνει στο διήγημά του «Dance Card», δεν τον βασάνισαν, αλλά «στις μικρές ώρες μπορούσα να τους ακούσω να βασανίζουν άλλους. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ και δεν υπήρχε τίποτα να διαβάσω εκτός από ένα περιοδικό στα αγγλικά που κάποιος είχε αφήσει πίσω του… …Βγήκα έξω από εκείνη την τρύπα χάρη σε δυο αστυνομικούς που ήμασταν μαζί στο γυμνάσιο.». Το επεισόδιο παρατίθεται και από την οπτική γωνία των πρώην συμμαθητών του Μπολάνιο στο διήγημα «Detectives». Παρόλα αυτά, μετά το 2008 Μεξικανοί φίλοι του συγγραφέα από εκείνη την εποχή έχουν προκαλέσει αμφισβητήσεις για το αν βρέθηκε καν στη Χιλή το 1973.

Ο Μπολάνιο διατηρούσε αντιφατικά συναισθήματα για τη χώρα του. Στη Χιλή υπήρξαν διαβόητες οι επιθέσεις του κατά της Ισαμπέλ Αγιέντε και άλλων μελών του λογοτεχνικού κατεστημένου. «Δεν ταίριαζε με τη Χιλή, και η απόρριψη που γεύτηκε τον άφησε ελεύθερο να λέει ό,τι ήθελε, πράγμα που μπορεί να βγει σε καλό για ένα συγγραφέα», σχολίασε ο Αργεντινός συγγραφέας Ariel Dorfman.

Επιστροφή στο Μεξικό

Επιστρέφοντας στο Μεξικό το 1974, ο Μπολάνιο πέρασε για λίγο και από το Ελ Σαλβαδόρ, όπου γνωρίστηκε με τον ποιητή Roque Dalton και με τους αντάρτες του Φαραμπούντο Μαρτί, παρότι η αλήθεια και αυτού του επεισοδίου της ζωής του έχει αρχίσει να αμφισβητείται.

Κατά τη δεκαετία του 1970 ο Μπολάνιο, άθεος από τα νιάτα του.  έγινε τροτσκιστής και, το 1975, ιδρυτικό μέλος του «υπορεαλισμού» («infrarrealismo»), ενός μικρού ποιητικού κινήματος. Παρώδησε με αγάπη κάποιες πλευρές του κινήματος αυτού στο Los detectives salvajes.

Αφού επέστρεψε στο Μεξικό, έζησε ως μποέμ ποιητής και λογοτεχνικό «τρομερό παιδί», ένας «επαγγελματίας provocateur, επίφοβος για όλους τους εκδοτικούς οίκους, παρότι καθόλου κατεστημένος, καθώς ορμούσε σε λογοτεχνικές συναντήσεις, παρουσιάσεις βιβλίων και αναγνώσεις» έχει πει ο εκδότης του, Jorge Herralde. Η συμπεριφορά του είχε να κάνει τόσο με την επαναστατική ιδεολογία του, όσο και με τον χαοτικό τρόπο ζωής του.

Στην Ισπανία

Ο Μπολάνιο μετακόμισε στην Ευρώπη το 1977 και τελικά κατέληξε στην Ισπανία, όπου νυμφεύθηκε και εγκαταστάθηκε στη μεσογειακή ακτή κοντά στη Βαρκελώνη, στην Κόστα Μπράβα, εργαζόμενος σε κατασκηνώσεις, εστιατόρια (έπλενε πιάτα) και ως σκουπιδιάρης. Εργαζόταν την ημέρα και έγραφε τη νύχτα. Από το 1981 μέχρι τον θάνατό του έζησε στην παραλιακή πόλη Μπλάνες της Καταλωνίας.

Συνέχισε με ποίηση, πριν στραφεί στην πεζογραφία στις αρχές της πέμπτης δεκαετίας της ζωής του. Σε μία συνέντευξη είχε δηλώσει ότι άρχισε να γράφει μυθιστορία επειδή αισθανόταν υπεύθυνος για τη μελλοντική οικονομική κατάσταση της οικογένειάς του και ήξερε ότι δεν θα μπορούσε να την εξασφαλίσει ποτέ από τα κέρδη ενός ποιητή. Αυτό επιβεβαιώνεται από τον Herralde, που είχε εξηγήσει ότι ο Μπολάνιο «εγκατέλειψε τη λιτή ζωή του μπήτνικ» επειδή η γέννηση του γιου του το 1990 τον έκανε να «αποφασίσει ότι ήταν υπεύθυνος για το μέλλον της οικογένειάς του και ότι θα ήταν ευκολότερο να κερδίζει τον βιοπορισμό του γράφοντας πεζά». Ωστόσο, συνέχισε να βλέπει τον εαυτό του κυρίως ως ποιητή και μία συλλογή στίχων του που καλύπτει μία εικοσαετία εκδόθηκε το 2000 υπό τον τίτλο Los perros románticos (= «Οι ρομαντικοί σκύλοι»).

Ασθένεια και θάνατος

Ο θάνατος του Μπολάνιο το 2003 ήρθε μετά από μία μακρά περίοδο φθίνουσας υγείας. Υπέφερε από ηπατική ανεπάρκεια και το 2000 μπήκε σε κατάλογο αναμονής για μεταμόσχευση ήπατος, μάλιστα αναφέρεται ότι ήταν κοντά στην κορυφή του καταλόγου την εποχή του θανάτου του.

Περίπου 6 εβδομάδες πριν τον θάνατο του Μπολάνιο, Λατινοαμερικανοί μυθιστοριογράφοι τον χαιρέτισαν ως «τη σημαντικότερη μορφή της γενιάς του» σε ένα διεθνές συνέδριο που παρακολούθησε στη Σεβίλλη. Ανάμεσα στους στενότερους φίλους του ήταν οι μυθιστοριογράφοι Ροδρίγο Φρεσάν και Ενρίκε Βίλα-Μάτας. Ο Φρεσάν δήλωσε ότι «ο Ρομπέρτο πρόβαλε ως συγγραφέας σε μια εποχή που η Λατινική Αμερική δεν πίστευε πια σε ουτοπίες, όταν ο παράδεισος είχε γίνει κόλαση, κι αυτή η αίσθηση τερατωδίας, εφιάλτη και συνεχούς φυγής από κάτι το φρικώδες διαποτίζει το 2666 και ολόκληρο το έργο του.» «Τα βιβλία του είναι πολιτικά», παρατήρησε επίσης ο Φρεσάν, «αλλά με ένα τρόπο που είναι περισσότερο προσωπικός, παρά πολεμικός ή δημαγωγικός, πλησιέστερα στον μυστικισμό των μπήτνικς, παρά στο Boom.» Κατά τον Φρεσάν, ο Μπολάνιο «ήταν μοναδικός στην κατηγορία του, ένας συγγραφέας που δούλευε χωρίς προστατευτικό δίχτυ, που πήγε ως το τέρμα, χωρίς φρένα, και έτσι δημιουργησε ένα νέο τρόπο να είσαι ένας μεγάλος Λατινοαμερικανός συγγραφέας.». Ο Λάρυ Ρότερ των New York Times έγραψε: «Ο Μπολάνιο αστειεύθηκε σχετικά με την αγγλική λατινογενή λέξη για το μεταθανάτιο, ‘posthumous’, λέγοντας ότι η λέξη ακούγεται σαν το όνομα Ρωμαίου μονομάχου, κάποιου που είναι ανίκητος, και σίγουρα θα διασκέδαζε αν έβλεπε πόσο ανέβηκαν οι μετοχές του μετά τον θάνατό του.». Την 1η Ιουλίου 2003 εισήχθηκε στο πανεπιστημιακό νοσοκομείο Valle de Hebrón της Βαρκελώνης με ηπατική ανεπάρκεια, και εκεί πέθανε μετά από δύο εβδομάδες.

Ο Μπολάνιο άφησε πίσω του την Ισπανίδα σύζυγό του και τα δύο τους παιδιά, τους οποίους κάποτε είχε αποκαλέσει «η μοναδική μου πατρίδα»: Στην τελευταία του συνέντευξη είχε πει ότι θεωρούσε τον εαυτό του ως Λατινοαμερικανό, προσθέτοντας ότι «η μόνη μου πατρίδα είναι η σύζυγος και τα δύο παιδια μου και ίσως, αν και σε δεύτερη μοίρα, κάποιες στιγμές, δρόμοι, πρόσωπα ή βιβλία που βρίσκονται μέσα μου….»

Τα έργα του

Παρά το ότι αισθανόταν βαθιά μέσα του ένας ποιητής, στη φλέβα του αγαπημένου του Νικανόρ Πάρρα, η φήμη του τελικώς οφείλεται στα μυθιστορήματά του, τις νουβέλες του και τις συλλογές διηγημάτων του. Παρότι υιοθετούσε τον τρόπο ζωής ενός μποέμ ποιητή και λογοτεχνικού «τρομερού παιδιού» («enfant terrible») για όλη την ενήλικη ζωή του, άρχισε να παράγει ουσιώδη έργα μόνο μετά το 1990. Σχεδόν αμέσως τότε έγινε μία αναγνωρίσιμη μορφή στην ισπανόφωνη λογοτεχνία: Δημοσίευσε απανωτά μία σειρά έργων που επαινέθηκαν από την κριτική, τα σημαντικότερα από τα οποία είναι το μυθιστόρημα Los detectives salvajes («Οι άγριοι ντετέκτιβ»»), η νουβέλα Nocturno de Chile («Τη νύχτα στη Χιλή») και μεταθανάτια το μυθιστόρημα 2666. Οι συλλογές διηγημάτων του, Llamadas telefónicas και Putas asesinas, τιμήθηκαν με λογοτεχνικά βραβεία. Το 2009 ανακαλύφθηκαν αδημοσίευτα μυθιστορήματα ανάμεσα στα χαρτιά του συγγραφέα.

Μυθιστορήματα και νουβέλες

The Skating Rink («Η πίστα του πατινάζ», 1993)

Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται στην παραλιακή κωμόπολη Z της Κόστα Μπράβα και την ιστορία του αφηγούνται τρεις άνδρες αφηγητές: Η πρωταθλήτρια του καλλιτεχνικού πατινάζ Νούρια Μαρτί αποχωρεί από την ολυμπιακή ομάδα, οπότε ένας πομπώδης και τρελάρας δημόσιος υπάλληλος κατασκευάζει μυστικά γι’ αυτήν μία πίστα του πατινάζ μέσα σε ένα ερειπωμένο μέγαρο της περιοχής, φυσικά με υπεξαιρεθέντα χρήματα του δημοσίου.
La literatura Nazi en América («Ναζιστική βιβλιογραφία Βορείου και Νοτίου Αμερικής», 1996)
Μία τελείως φανταστική, ειρωνική «εγκυκλοπαίδεια» φασιστών συγγραφέων και κριτικών λογοτεχνίας, τυφλωμένων από την ίδια τους τη μετριότητα. Παρότι ο εκφασισμός είναι ένας κίνδυνος που διατρέχει η λογοτεχνία όπως παρουσίαζεται γενικά στα έργα του Μπολάνιο, αυτοί οι χαρακτήρες ξεχωρίζουν για τη δύναμη της φρίκης της πολιτικής φιλοσοφίας τους. Το τελευταίο πορτρέτο αναπτύχθηκε στο επόμενο έργο:

Estrella distante («Μακρινό αστέρι», 1996)
Μία νουβέλα φωλιασμένη στις πολιτικές του καθεστώτος του Πινοσέτ, με θέματα τη δολοφονία, τη φωτογραφία και την ποίηση. Είναι ένα σκοτεινό σατιρικό έργο.

Los detectives salvajes («Οι άγριοι ντετέκτιβ», 1998)

Έχει συγκριθεί από τον Jorge Edwards με το μυθιστόρημα του Χούλιο Κορτάσαρ Rayuela και το μυθιστόρημα του Χοσέ Λίμα Paradiso. Ο Ισπανός κριτικός Ignacio Echevarría το ανακήρυξε ως «το μυθιστόρημα που θα είχε γράψει ο Μπόρχες». Το κυρίως μέρος του έργου παρουσιάζει μία μακρά, αποσπασματική σειρά αναφορών για τα ταξίδια και τις περιπέτειες του Αρτούρο Μπελάνο και του Ουλίσες Λίμα από το 1976 ως το 1996. Αφηγούμενα από 52 διαφορετικά πρόσωπα, τα ταξίδια αυτά τους φέρνουν από το Μεξικό στο Ισραήλ, το Παρίσι, τη Βαρκελώνη, το Λος Άντζελες, το Σαν Φρανσίσκο, τη Βιέννη και τελικά στη Λιβερία κατά τον εκεί εμφύλιο πόλεμο στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Οι αναφορές περικλείονται στην αρχή και στο τέλος του έργου από την ιστορία της αναζητήσεώς τους για τον Cesárea Tinajero, ιδρυτή του «real visceralismo», ενός μεξικανικού λογοτεχνικού κινήματος αβάν-γκαρντ. Ο Μπολάνιο απεκάλεσε τους Άγριους ντετέκτιβ «ένα ερωτικό γράμμα προς τη γενιά μου».

Amuleto («Φυλαχτό», 1999)

Το έργο αυτό εστιάζει στην Ουρουγουανή ποιήτρια Auxilio Lacouture, που εμφανίζεται και στους Αγριους ντετέκτιβ ως ελάσσον πρόσωπο και εδώ πέφτει πάνω σε ένα σμάρι Λατινοαμερικανών καλλιτεχνών και συγγραφέων. Αντίθετα από τουςΑγριους ντετέκτιβ, το Φυλαχτό παραμένει στην αφήγηση της Auxilio σε πρώτο πρόσωπο, ενώ ταυτόχρονα επιτρέπει το φρενητιώδες σκόρπισμα των προσώπων για το οποίο ο Μπολάνιο είναι τόσο διάσημος.

Nocturno de Chile («Τη νύχτα στη Χιλή», 2000)

Μία αφήγηση κατασκευασμένη ως ο χαλαρός, ακατέργαστος πρωτοπρόσωπος λόγος ενός Χιλιανού Ιησουίτη ιερέα και αποτυχημένου ποιητή, του Σεμπαστιάν Ουρούτια Λακρουά, στο κρεβάτι του θανάτου του. Σε ένα σημείο καμπής στη σταδιοδρομία του, ο πατήρ Ουρούτια προσεγγίζεται από δύο πράκτορες της υπερσυντηρητικής οργανώσεως Opus Dei, που τον πληροφορούν ότι έχει επιλεγεί να επισκεφθεί την Ευρώπη για να μελετήσει τη συντήρηση παλαιών ναών – η τέλεια δουλειά για ένα κληρικό με καλλιτεχνικές ανησυχίες. Κατά την άφιξή του, τον πληροφορούν ότι η μεγαλύτερη απειλή για τους καθεδρικούς της Ευρώπης είναι τα λερώματα των περιστεριών, και ότι οι συνάδελφοί του στη γηραιά ήπειρο έχουν επινοήσει μία έξυπνη λύση στο πρόβλημα: Εκπαιδεύουν γεράκια και, στη μία πολή μέτα την άλλη, ο Ουρούτια παρακολουθεί καθώς τα γεράκια των ιερέων ξεσκίζουν ολόκληρα κοπάδια των πουλιών-συμβόλων της αθωότητας. Με ανατριχιαστικό τρόπο, η απουσία διαμαρτυρίας εκ μέρους του ενάντια στην αιματηρή αυτή μέθοδο για τη συντήρηση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, σηματοδοτεί για τους εργοδότες του ότι θα χρησιμεύσει ως ένας καλός παθητικός βοηθός για τις αρπακτικές και κτηνώδεις μεθόδους του καθεστώτος Πινοσέτ. Αυτή είναι η αρχή της καταδίκης από τον Μπολάνιο του διανοούμενου τύπου ανθρώπου που αποτραβιέται στην τέχνη, χρησιμοποιώντας τον αισθητισμό ως μανδύα και ασπίδα, ενώ ο κόσμος κείται γύρω του εμετικά αμετάβλητος, αιώνια άδικος και απάνθρωπος.

Αμβέρσα

Το χαλαρό αυτό μυθιστόρημα πεζο-ποιητικού λόγου θεωρείται από τον Echevarría η «Μεγάλη Έκρηξη» του Σύμπαντος του Μπολάνιο, καθώς γράφτηκε το 1980, όταν ο συγγραφέας ήταν 27 ετών. Το έργο παρέμεινε ανέκδοτο μέχρι το 2002, οπότε και πρωτοεκδόθηκε με τον τίτλο Amberes. Περιέχει μία αφήγηση δομημένη λιγότερο γύρω από μία ιστορία και περισσότερο γύρω από μοτίβα, επανεμφανιζόμενα πρόσωπα και ανέκδοτα, πολλά από τα οποία θα γίνονταν αργότερα κοινό υλικό για τον Μπολάνιο: εγκλήματα και κατασκηνώσεις, περιπλανώμενοι και ποίηση, έρωτας και αγάπη, διαφθαρμένοι αστυνομικοί και περιθωριακοί ]. Το πίσω εξώφυλλο στην αγγλική έκδοση έχει την εξής φράση του Μπολάνιο: «Το μόνο μυθιστόρημα που δεν μου προκαλεί αμηχανία είναι το Αμβέρσα.»

2666

Το μυθιστόρημα αυτό εκδόθηκε το 2004 και αναφέρεται ότι είναι μία πρώιμη μορφή που υποβλήθηκε στον εκδότη του μετά τον θάνατο του συγγραφέα. Το κείμενό του ήταν η βασική απασχόληση των τελευταίων 5 ετών της ζωής του Μπολάνιο, όταν αντιμετώπιζε τον θάνατο από το πρόβλημα της υγείας του. Σε περισσότερες από 1100 σελίδες (898 στην αγγλική έκδοση), το έργο υποδιαιρείται σε 5 «μέρη». Εστιασμένο στις μάλλον ανεξιχνίαστες και συνεχιζόμενες δολοφονίες γυναικών στη Σιουδάδ Χουάρες (πόλη με το όνομα Σάντα Τερέσα στο μυθιστόρημα), το αποκαλυπτικό 2666 δίνει τη φρίκη του 20ού αιώνα μέσα από ένα ευρύ φάσμα προσώπων, όπως τον Γερμανό συγγραφέα Archimboldi, τον οποίο προσπαθούν να βρουν 4 κριτικοί λογοτεχνίας. Το 2008, το βιβλίο κέρδισε το αμερικανικό National Book Critics Circle Award για μυθιστορία. Το βραβείο αυτό παραλήφθηκε από τη μεταφράστρια του έργου στην αγγλική γλώσσα, Natasha Wimmer. Τον Μάρτιο 2009, η αγγλική εφημερίδα The Guardian έγραψε ότι ένα πρόσθετο, 6ο Μέρος του 2666 ήταν ανάμεσα στα χαρτιά που ανακαλύφθηκαν από ερευνητές του υλικού που άφησε πίσω του ο συγγραφέας.

El Tercer Reich (Το Τρίτο Ράιχ — ελληνική μετάφραση: Κρίτων Ηλιόπουλος, εκδ. «ΑΓΡΑ», Αθήνα, 395 σελίδες)

Γράφτηκε το 1989, αλλά ανακαλύφθηκε ανάμεσα στα χαρτιά του Μπολάνιο μόνο μετά τον θάνατό του. Εκδόθηκε στην ισπανική γλώσσα το 2010, σε αγγλική μετάφραση το 2011 και σε ελληνική το 2013. Πρωταγωνιστής του είναι ο Ούντο Μπέργκερ, ένας Γερμανός πρωταθλητής στα παιχνίδια στρατηγικής. Μαζί με τη φιλενάδα του, την Ingeborg, επιστρέφει στην κωμόπολη της Κόστα Μπράβα όπου περνούσε τα παιδικά του καλοκαίρια και παίζει παρτίδες τού Η άνοδος και η πτώση του Γ΄ Ράιχ με έναν ξένο. Το παιχνίδι τού γίνεται μονομανία, καθώς τον απασχολεί το ερώτημα αν θα ήταν πραγματικά δυνατό η Γερμανία να είχε κερδίσει στρατιωτικά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ή όχι.

Los sinsabores del verdadero policía («Οι στενοχώριες του αληθινού αστυνομικού»)

Πρωτοεκδόθηκε στην ισπανική γλώσσα το 2011. Το μυθιστόρημα αυτό προσφέρει γραμμές στην υπόθεση και χαρακτήρες που συμπληρώνουν ή προτείνουν παραλλαγές του μυθιστορήματος 2666. Είχε αρχίσει να γράφεται κατά τη δεκαετία του 1980, αλλά παρέμεινε στη διαδικασία της συγγραφής μέχρι τον πρόωρο θάνατο του Μπολάνιο.

Διηγήματα

Llamadas Telefónicas («Τηλεφωνικοί θρήνοι»), συλλογή 14 διηγημάτων
El Gaucho Insufrible («Ο ανυπόφορος Γκαούτσο»), συλλογή 5 διηγημάτων και δύο δοκιμίων, με το διήγημα του τίτλου εμπνευσμένο από το διήγημα «Ο Νότος» του Μπόρχες.
El Secreto del Mal («Το μυστικό του κακού»), συλλογή 21 κειμενων.

Ποιητικές συλλογές

Los perros románticos («Οι ρομαντικοί σκύλοι»), εκδόθηκε μεταθανατίως, το 2006.
The Unknown University («Το άγνωστο Πανεπιστήμιο»), μία πολυτελής έκδοση των ποιητικών απάντων του Μπολάνια σε αγγλική μετάφραση (2013).

Θέματα και ύφος

«Η ιδιοφυΐα του Μπολάνιο δεν είναι μόνο η ασυνήθιστη ποιότητα της γραφής του, αλλά και το ότι δεν συμμορφώνεται με το πρότυπο του Λατινοαμερικανού συγγραφέα», έγραψε ο Echeverria. «Η γραφή του δεν είναι ούτε μαγικός ρεαλισμός, ούτε μπαρόκ, ούτε τοπικιστική, αλλά ένας φανταστικός, υπερτοπικός καθρέφτης της Λατινικής Αμερικής, περισσότερο ως μιας κατάστασης του νου, παρά ως ενός συγκεκριμένου τόπου.»

Στα έργα του τα πρόσωπα είναι συχνά τα ίδια μυθιστοριογράφοι ή ποιητές, διάσημοι ή όχι, πανταχού παρόντες στον κόσμο του Μπολάνιο, άλλοτε ήρωες, άλλοτε κακοί, ερευνητές και εικονομάχοι.

Επαναλαμβανόμενα θέματα στα έργα του είναι επίσης οι αναζητήσεις, ο «μύθος της ποίησης», η «αμοιβαία σχέση ανάμεσα στην ποίηση και στο έγκλημα», η αναπόφευκτη βία της σύγχρονης ζωής και οι ουσιώδεις ανθρώπινες ασχολίες της νιότητς, ο έρωτας και ο θάνατος.

Σε μία από τις ιστορίες του («Οδοντίατρος») ο Μπολάνιο εμφανίζεται να εκθέτει τις βασικές αισθητικές του αρχές. Ο αφηγητής επισκέπτεται ένα παλιό του φίλο, έναν οδοντίατρο. Ο φίλος του συστήνει ένα φτωχόπαιδο, Ινδιάνο, που φανερώνεται ότι είναι μία λογοτεχνική διάνοια. Σε ένα σημείο μιας μακράς συνομιλίας, ο οδοντίατρος εκφράζει αυτό που πιστεύει πως είναι η ουσία της τέχνης:

«Αυτό είναι τέχνη, είπε, η ιστορία μιας ζωής σε όλη της την ιδιαιτερότητα. Είναι το μόνο πράγμα στ΄ αλήθεια ιδιαίτερο και προσωπικό. Είναι η έκφραση και ταυτόχρονα το υλικό του ιδιαίτερου. Και τι εννοείς με το υλικό του ιδιαίτερου; τον ρώτησα, υποθέτοντας πως θα απαντούσε: την Τέχνη… …Μα ο φίλος μου είπε: Αυτό που εννοώ είναι η μυστική ιστορία… Αυτή που δε θα μάθουμε ποτέ, παρότι τη ζούμε από μέρα σε μέρα, θαρρώντας πως είμαστε ζωντανοί, ότι τα έχουμε όλα υπό έλεγχο και ότι αυτά που παραθεωρούμε δεν έχουν σημασία. Αλλά το καθετί έχει σημασία! Απλώς δεν το καταλαβαίνουμε. Λέμε στους εαυτούς μας πως η τέχνη τρέχει πάνω στη μία σιδηροτροχιά και η ζωή, οι ζωές μας, πάνω σε μία άλλη, δεν συνειδητοποιούμε πως αυτό είναι ένα ψέμα.»

Ο Αμερικανός πεζογράφος Jonathan Lethem έχει σχολιάσει σχετικά: «Διαβάζοντας Μπολάνιο είναι σαν να ακούμε τη μυστική ιστορία, να μας δείχνουν το υλικό του ιδιαίτερου, να βλέπουμε τις γραμμές της τέχνης και της ζωής να ενώνονται στον ορίζοντα και να μένουν εκεί σαν ένα όνειρο από το οποίο ξυπνάμε με την έμπνευση να παρατηρούμε τον κόσμο πιο προσεκτικά».

Ο Μπολάνιο, όταν συζητούσε για την έννοια της λογοτεχνίας, συμπεριλαμβανομένης και της δικής του, τόνιζε τις ενδογενή πολιτικά της χαρακτηριστικά. Είχε γράψει: «ΟΛΗ η λογοτεχνία, κατά μία έννοια, είναι πολιτική λογοτεχνία. Εννοώ ότι, πρώτον, είναι ένας αναστοχασμός πάνω στην πολιτική, και δεύτερον, αποτελεί επίσης ένα πολιτικό πρόγραμμα. Το πρώτο υπονοεί την πραγματικότητα (τον εφιάλτη ή το καλό όνειρο που αποκαλούμε πραγματικότητα), που πάντα λήγει με τον θάνατο και την εκμηδένιση όχι μόνο της λογοτεχνίας, αλλά και του χρόνου. Το δεύτερο αναφέρεται στα θρύμματα που επιβιώνουν, που επιμένουν, και στη λογική.».

Τα κείμενα του Μπολάνιο επανειλημμένα δείχνουν μία έγνοια για τη φύση και τον σκοπό της λογοτεχνίας, καθώς και για τη σχέση της με τη ζωή.

Επιδράσεις

Μανιώδης αναγνώστης, ο Μπολάνιο συχνά είχε εκφράσει την αγάπη του για το έργο των Μπόρχες και Κορτάσαρ, και κάποτε έκλεισε μία επισκόπηση της σύγχρονης λογοτεχνίας της Αργεντινής λέγοντας ότι «ο αναγνώστης πρέπει να διαβάζει περισσότερο Μπόρχες». Πάντως, γενικότερα ως λογοτέχνες που επηρέασαν τον Μπολάνιο μπορούν να αναφερθούν οι:

Αλμπέρτο Μπλεστ Γκάνα, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Χούλιο Κορτάσαρ, Φίλιπ Ντικ, Χέρμαν Μέλβιλ, Μιγκέλ ντε Θερβάντες, Ζωρζ Περέκ, Φραντς Κάφκα, Τζων Κένεντι Τουλ, Τζιανίνα Μπράσκι, Νικανόρ Πάρρα, Ρέιμοντ Τσάντλερ

Οι λεπτές αποχρώσεις του κακού στον Μπολάνιο

Της Νίκης Κώτσιου

Η προσωπική μνήμη είναι πάντα υποκειμενική αλλά συγχρόνως αναγκαία για την ανασύσταση του ιστορικού γεγονότος,που αποκτά μια κάποια αντικειμενική υπόσταση καθώς συγκροτείται μέσα από την πληθώρα των βλεμμάτων που το παρακολούθησαν και το έζησαν.Κάθε ξεχωριστό βλέμμα επικαθορίζεται με τη σειρά του από μία πλειάδα παραγόντων,κοινωνικών πολιτικών αλλά και ψυχολογικών,που προσδιορίζουν την ιδιαιτερότητά του και την οπτική του πάνω στα πράγματα και το κόσμο.Η μνήμη διασώζει μέσα στο χρόνο όσα αποτύπωσε το βλέμμα και περισυνέλεξε η ψυχή,και τελικά παρουσιάζει μία εκδοχή του παρελθόντος,φιλτραρισμένη και διυλισμένη από όλα όσα συναπαρτίζουν τη μοναδικότητα του ανθρώπινου προσώπου.Το υλικό της μνήμης περιφρουρεί,λοιπόν,την αλήθεια του προσώπου πρωτίστως,που μπορεί να μην είναι αναγκαστικά αντικειμενική αλλά που αποβαίνει καθοριστική για την ταυτότητα του υποκειμένου.

Το Φυλαχτό είναι φτιαγμένο από τις αναμνήσεις της μυθιστορηματικής Αουξίλιο Λακουτύρ,μιας ουρουγουανής ποιήτριας που έχει καταφύγει στο Μεξικό και που για να επιβιώσει κάνει διάφορες δουλειές του ποδαριού φροντίζοντας ωστόσο να μετέχει ενεργά στους προοδευτικούς πνευματικούς κύκλους της εποχής και στις παρέες των νεαρών ποιητών.Δεν είναι η πρώτη φορά που συναντάμε την Αουξίλιο στο έργο του Μπολάνιο.Η ίδια αυτή Αουξίλιο είχε κάνει ένα σύντομο ολογοσέλιδο πέρασμα στους Άγριους Ντετέκτιβ αλλά στο Φυλαχτό επανέρχεται πανηγυρικά ως πρωταγωνίστρια πια και πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια για να παρουσιάσει διευρυμένη την ιστορία της. Κι όχι μόνον αυτή αλλά επίσης επανεμφανίζεται και ο Αρτούρο Μπελάνο, το πάγιοalteregoτου συγγραφέα, που έχει έναν σημαίνοντα ρόλο και δεν παραλείπει να  αφήνει διακριτό και ανεξίτηλο το ίχνος του στις πιο κρίσιμες στιγμές.

Όταν λοιπόν το καθεστώς θα οργανώσει μια βίαιη καταστολή φοιτητικών κινητοποιήσεων στην Πόλη του Μεξικού,η Αουξίλιο θα βρεθεί  εγκλωβισμένη για μέρες μέσα στις τουαλέτες της Φιλοσοφικής Σχολής όπου έχει παγιδευτεί, και μέσα από την κρυψώνα της θα παρακολουθήσει έντρομη το ξετύλιγμα της βίας.Η τραυματική αυτή εμπειρία επιδρά πάνω της με τρόπο καταλυτικό καθώς από κει και πέρα θα  προσπαθήσει να δώσει λεκτική και αφηγηματική υπόσταση σε όσα έζησε στο διάστημα του εγκλεισμού της στην κατειλημμένη από το στρατό σχολή,για να λυτρωθεί από το τραύμα αλλά και για να αντισταθεί με τον τρόπο της στην επέλαση της βίας.

Παραδόξως,σ’αυτή την οιονεί μαρτυρία,την επινοημένη μαρτυρία που είναι στην πραγματικότητα ένας μονόλογος εις εαυτόν,η Αουξίλιο αποφεύγει με μια αξιοπρόσεκτη εμμονή την περιγραφή της βίας,μολονότι υπήρχε άφθονη στα τεκταινόμενα,και προτιμά να περιστρέφεται γύρω από το βίο και την πολιτεία των νεαρών ποιητών του κύκλου της,που υπέστησαν το διωγμό και δοκίμασαν τα δεινά του ολοκληρωτισμού.Η Αουξίλιο είναι και η ίδια ποιήτρια.Αποσιωπώντας τη βία που είναι μέρος των ηγεμονικών πρακτικών της εξουσίας,αρθρώνει έναν λόγο άλλης τάξεως και αρνείται να προσχωρήσει στον κώδικα και τη μέθοδο του δυνάστη.

Συγχρόνως,αποτίει φόρο τιμής στη γενιά όλων εκείνων των νεαρών λατινοαμερικάνων ποιητών της δεκαετίας του ΄60 και του ’70 που φιμώθηκαν από τις δικτατορίες και δεν αφέθηκαν να πραγματοποιήσουν ή τουλάχιστον να προσεγγίσουν τα οράματά τους μέσα σε ομαλές πολιτικές συνθήκες.Αυτήν ακριβώς την ακυρωμένη γενιά των νέων δημιουργών θέλει να τιμήσει η Αουξίλιο αρθρώνοντας και η ίδια έναν λόγο ανάγλυφα ποιητικό και αποκαλώντας τον εαυτό της «μητέρα της μεξικάνικης ποίησης»,δηλαδή προστάτιδα της μνήμης και του έργου εκείνης της ποιητικής γενιάς που εξωθήθηκε στην παρακμή, την πτώση και την καταστροφή,προτού προλάβει να δημιουργήσει και να μεγαλουργήσει.

Αρχίζοντας το μονόλογό της,η αφηγήτρια κάνει λόγο για μια ιστορία τρόμου που έχει να αφηγηθεί, αλλά επισημαίνει με έμφαση ότι δεν πρόκειται για μια παραδοσιακή και τυπική ιστορία τρόμου.Υπάρχει πράγματι ένα έγκλημα σε βάρος ενός λαού αυτή τη φορά,υπάρχουν θύματα και θύτες. Διεσταλμένα και καταχρηστικά,θα μπορούσε ίσως να θεωρηθεί μία ακόμη «αστυνομική»ιστορία, ενταγμένη πάντα στην εξόχως ιδιάζουσα προβληματική που χαρακτηρίζει τον Μπολάνιο. Εδώ δεν ενδιαφέρουν,ωστόσο,οι τρομερές σκηνές της αιματοχυσίας και της φρίκης( και απ’αυτή την άποψη το Φυλαχτό εντάσσεται στα λιγότερο βίαια έργα του συγγραφέα) αλλά οι πιο λεπτές αποχρώσεις του κακού πάνω στις ζωές και τις ψυχές των επιζησάντων.Η Αουξίλιο επιχειρεί να ξορκίσει το τραύμα που τη στοιχειώνει μέσα από μια χαοτική κατά τόπους αφήγηση, που δεν έχει σκοπό να παραγάγει έναν συνεκτικό λόγο ή μια αξιόπιστη αναπαράσταση των γεγονότων,αλλά να εκτονώσει την ψυχική ένταση εντός της και να δώσει διέξοδο στο συναίσθημα. Όχι όμως μόνο αυτό.

H φωνή της Αουξίλιο είναι μια γυναικεία φωνή που καταθέτει με θάρρος μια περιθωριακή ιστορική μαρτυρία ενάντια στη φωνή ενός στρατοκρατικού καθεστώτος ανδρών, που έχει τη δυνατότητα να επιβάλλει και να παγιώνει την επίσημη εκδοχή της ιστορίας αποσιωπώντας τις εκδοχές που αντίκεινται στον κυρίαρχο λόγο της εξουσίας. Σ’αυτό έγκειται εξάλλου η σημασία του εγχειρήματος,στη διάσωση δηλαδή της ιστορικής μνήμης των υπο-προνομιούχων που στερήθηκαν την πρόσβαση στο μέλλον και είδαν τα όνειρα και τις ζωές τους να στραγγαλίζονται. Πρόκειται όμως και για ένα είδος θρήνου,αφού η Αουξίλιο πενθεί το ακυρωμένο μέλλον των συντρόφων της και συγχρόνως βασανίζεται από τις χαρακτηριστικές τύψεις που συνήθως βασανίζουν τους επιζώντες των καταστροφών. Η ιδιαίτερη αυτή φωνή που συναιρεί το ατομικό με το συλλογικό και το προσωπικό βίωμα με την περιπέτεια ενός ολόκληρου λαού,λειτουργεί συγχρόνως και ως μία συνηγορία υπέρ της λογοτεχνίας που ναι μεν δεν μπορεί να αλλάξει τα πράγματα αλλά μπορεί πολύ καθοριστικά να διασώσει τη μνήμη και με τον τρόπο της να παρηγορήσει και να αποκαταστήσει ένα μέρος της αλήθειας. 

http://www.oanagnostis.gr/

One thought on “Η μανία με τον Μπολάνιο || Αφιέρωμα στο Ρομπέρτο Μπολάνιο

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s