Λώρα (Laura, 1944) του Ότο Πρέμινγκερ || ανάλυση, κριτική

LAURA POSTER 00

Λώρα
Laura
του Ότο Πρέμινγκερ
με τους Τζιν Τίρνεϊ, Ντέινα Άντριους, Κλίφτον Γουέμπ, Τζούντιθ Άντερσον, Βίνσεντ Πράις

Υπόθεση:
Ο ντετέκτιβ Μαρκ ΜακΦέρσον (Ντέινα Άντριους) ερευνά το θάνατο της Λώρα Χαντ (Τζιν Τίρνεϊ), μιας πανέμορφης κοπέλας που βρέθηκε νεκρή στο διαμέρισμά της. Ανακρίνει τους υπόπτους, έναν εκκεντρικό κοσμικογράφο, τον Γουόλντο Λάιντεκερ (Κλίφτον Γουέμπ), τον αρραβωνιαστικό της Σέλμπι Κάρπεντερ (Βίνσεντ Πράις), την πλούσια θεία της, Αν Τρέντγουελ (Τζούντιθ Άντερσον) και την πιστή της οικονόμο Μπέσι Κλέαρι (Ντόροθι Άνταμς). Μέσα από τις μαρτυρίες τους πλάθει στο μυαλό του το χαρακτήρα της όμορφης κοπέλας. Το πορτρέτο που κρέμεται στο τοίχο του σαλονιού του σπιτιού της τον βοηθά να συνδυάσει το χαρακτήρα με τη μορφή της και σύντομα ο αστυνομικός θα βρεθεί δέσμιος της ακαταμάχητης γοητείας της νεκρής. Μέσα μια σειρά αγχωμένες φαντασιώσεις, αγωνίζεται να ανακαλύψει ποιος θα μπορούσε να θέλει το θάνατο μιας κοπέλας που έκανε τους πάντες να την ερωτεύονται με την ευγενική της ψυχή. Μια νύχτα, ενώ βρίσκεται στα μισά των ερευνών του συμβαίνει κάτι πολύ παράξενο που θα τον κάνει να αναθεωρήσει όλα όσα έχει μάθει για την υπόθεση.


LAURA POSTER 01

Διάσημες ανατροπές και ένα συναρπαστικό μυστήριο σε μια τραγική – και κάθε άλλο παρά απλή – ιστορία αγάπης, ερωτικής ψύχωσης και σκοτεινών μυστικών από την μαγική ματιά του δεξιοτέχνη του είδους, Ότο Πρέμινγκερ, με την εκπληκτικής ομορφιάς Τζιν Τιέρνι στο κέντρο της ιστορίας να δυναμιτίζει την ατμόσφαιρα με την εύθραυστη ομορφιά της.

Το κλασικό Φιλμ Νουάρ Laura (Λώρα), βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Βέρα Κάσπαρι, γυρίστηκε το 1944, σε σκηνοθεσία Όττο Πρέμινγκερ από το ομώνυμο μυθιστόρημα της Βέρα Κάσπαρι.

Η διασκευή του σεναρίου έγινε από τους Τζέι Ντράτλερ, Σάμιουελ Χόφενσταϊν και Ελίζαμπεθ Ράινχαρντ. Πρωταγωνιστές της ταινίας είναι η Τζιν Τίρνεϊ, ο Ντέινα Άντριους, ο Κλίφτον Γουέμπ και ο Βίνσεντ Πράις.

Οι κριτικές της ταινίας ήταν διθυραμβικές ενώ προτάθηκε για πέντε βραβεία Όσκαρ, μεταξύ των οποίων και για Όσκαρ Σκηνοθεσίας!

Βραβεύτηκε με Όσκαρ Ασπρόμαυρης Φωτογραφίας. Το 1997 αναδείχθηκε από το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου στην 4η θέση της λίστας με τις καλύτερες ταινίες μυστηρίου όλων των εποχών

Laura
5 / 5 Laura
Φιλμ Νουάρ 1944 | Ασπρόμ. | Διάρκεια: 88′
Κατάλληλη για όλες τις ηλικίες Aμερικανική ταινία, σκηνοθεσία Ότο Πρέμινγκερ με τους: Τζιν Τίρνεϊ, Ντάνα Άντριους, Βίνσεντ Πράις
Ένας αστυνομικός ερευνά τη δολοφονία της όμορφης Λόρα, όταν ξαφνικά η υποτιθέμενη νεκρή εμφανίζεται μπροστά του.

Συνοπτική κριτική (Αθηνόραμα)
Αριστοτεχνικά σκηνοθετημένο, υποβλητικό και στιλάτο νουάρ, το οποίο φλερτάρει μυστικιστικά με το σινεμά του φανταστικού, ένα από τα γοητευτικότερα της κινηματογραφικής ιστορίας. Με Όσκαρ φωτογραφίας και αξέχαστο σάουντρακ.

LAURA

Η ταινία Λάουρα (αγγλ. Laura) γνωστή κι ως Λώρα είναι Φιλμ Νουάρ παραγωγής 1944, σε σκηνοθεσία Όττο Πρέμινγκερ βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Βέρα Κάσπαρι. Η διασκευή του σεναρίου έγινε από τους Τζέι Ντράτλερ, Σάμιουελ Χόφενσταϊν και Ελίζαμπεθ Ράινχαρντ. Πρωταγωνιστές της ταινίας είναι η Τζιν Τίρνεϊ, ο Ντέινα Άντριους, ο Κλίφτον Γουέμπ και ο Βίνσεντ Πράις.

Η ταινία προτάθηκε για πέντε βραβεία Όσκαρ, μεταξύ των οποίων και για Όσκαρ Σκηνοθεσίας και βραβεύτηκε με Όσκαρ Ασπρόμαυρης Φωτογραφίας. Το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου την κατέταξε στην 79η θέση στη λίστα με τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών.

Πληροφορίες παραγωγής

Καλλιτεχνικό υπόβαθρο

Η ταινία Λάουρα του Όττο Πρέμινγκερ, βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα της Βέρα Κάσπαρι, κέρδισε τους κριτικούς και το κοινό τόσο με την αισθητική της, όσο και με τη θεματολογία της. Ο Πρέμινγκερ, έψαχνε για το κατάλληλο θεατρικό έργο για να σκηνοθετήσει, όταν, μέσω του ατζέντη του, ενημερώθηκε ότι υπήρχε ήδη ένα ημιτελές σενάριο σε μορφή θεατρικού με τίτλο Ring Twice for Laura. Ο σκηνοθέτης είχε γοητευτεί από τις ασυνήθιστες εκπλήξεις που επιφύλασσε η πλοκή του σεναρίου, αλλά αισθανόταν ότι το σενάριο χρειαζόταν ακόμη πολλή δουλειά και προσφέρθηκε να το ξαναγράψει από την αρχή με τη βοήθεια της συγγραφέως του. Εκείνος και η Κάσπαρι διαφώνησαν πάνω στη γραμμή που ήθελε να ακολουθήσει ο σκηνοθέτης και εκείνη προσφέρθηκε να συνεργαστεί με το συγγραφέα Τζορτζ Σκλαρ για τη διασκευή του έργου της. Η Μαρλέν Ντίτριχ, εξέφρασε ενδιαφέρον για τον κεντρικό ρόλο, χωρίς τη συμμετοχή της ή οποιασδήποτε άλλης μεγάλης σταρ, η Κάσπαρι δεν μπορούσε να βρει τον κατάλληλο χρηματοδότη και εγκατέλειψε το εγχείρημα.

Σενάριο
Η Κάσπαρι τότε έγραψε ένα μυθιστόρημα βασισμένο στο θεατρικό της Ring Twice for Laura και τη συνέχειά του, με τον τίτλο Laura, των οποίων τα δικαιώματα αποκτήθηκαν από την 20th Century Fox, έναντι 30.000 δολαρίων. Ο Γουίλιαμ Γκετς, που αντικαθιστούσε τον Ντάριλ Ζάνουκ, που βρισκόταν στο μέτωπο, στη διεύθυνση της εταιρίας ανέθεσε στον Πρέμινγκερ τη διασκευή του θεατρικού της Κάσπαρι για τη μεγάλη οθόνη. Ο σκηνοθέτης συνεργάστηκε με τους Τζέι Ντράτλερ, Σάμιουελ Χόφενσταϊν και Ελίζαμπεθ Ράινχαρντ για τη διασκευή. Εφόσον θυμόταν ακόμη τη διαφωνία του με την Κάσπαρι στην πρώτη τους απόπειρα για τη συγγραφή του σεναρίου, αποφάσισε να μην την αναμείξει στο εγχείρημα. Αισθανόταν ότι ο σημαντικότερος χαρακτήρας του σεναρίου ήταν ο Γουόλντο Λάιντεκερ και αποφάσισε να τον αναπτύξει δίνοντάς του μεγαλύτερο βάθος. Η Κάσπαρι έμεινε απογοητευμένη με τις αλλαγές στην πλοκή στις οποίες προέβη ο σκηνοθέτης.

Διανομή ρόλων
Ο Ζάνουκ με τον Πρέμινγκερ είχαν διαπληκτιστεί στο παρελθόν και θύμωσε όταν, επιστρέφοντας από το μέτωπο, έμαθε ότι ο Γκετς είχε προσλάβει ξανά το σκηνοθέτη. Ανακοίνωσε στον Πρέμινγκερ ότι μπορούσε να αναλάβει την παραγωγή της ταινίας Λάουρα, αλλά του απαγόρεψε να τη σκηνοθετήσει. Ως συνέπεια τον ανάγκασε να σκηνοθετήσει την ταινία In the Meantime, Darling, η οποία έλαβε ανάμικτες κριτικές. Πολλοί σκηνοθέτες προσεγγίστηκαν για τη σκηνοθεσία της ταινίας, μεταξύ των οποίων και ο Λιούις Μάιλστοουν, αλλά όλοι τους την απέρριψαν. Στο τέλος ο Ρούμπεν Μαμούλιαν συμφώνησε να τη σκηνοθετήσει κι επιχείρησε να ξαναγράψει το σενάριο. Προσέλαβε επίσης τον Λερντ Κρέγκαρ, γνωστό για την ερμηνεία του Τζακ του Αντεροβγάλτη στην ταινία Ο Μυστηριώδης Δολοφόνος (The Lodger, 1944) για το ρόλο του Γουόλντο Λάιντεκερ. Ο Πρέμινγκερ έμεινε δυσαρεστημένος από τις αλλαγές στις οποίες προέβη ο Μαμούλιαν. Πίστευε ότι το κοινό θα υποψιαζόταν αμέσως τις κακές προθέσεις του ήρωα της ταινίας σε περίπτωση που τον υποδυόταν ηθοποιός γνωστός για την ερμηνεία κινηματογραφικών κακών. Πρώτη επιλογή του Πρέμινγκερ ήταν ο Κλίφτον Γουέμπ, ενός ηθοποιού που είχε εγκαταλείψει κατά τα τέλη της δεκαετίας του ’30 τα κινηματογραφικά δρώμενα για να αφιερωθεί στο θέατρο. Ο Ζάνουκ θεωρούσε όμως τον Γουέμπ, που ήταν ομοφυλόφιλος, ιδιαίτερα θηλυπρεπή για το ρόλο, αλλά ο σκηνοθέτης υποστήριζε ότι ήταν αυτό που ο ρόλος χρειαζόταν. Ο Γουέμπ εμφανιζόταν στο Μπρόντγουεϊ σε θεατρικό του Νόελ Κάουαρντ και ο Πρέμινγκερ κατέγραψε με την κάμερά του τον ηθοποιό να ερμηνεύει το μονόλογό του στο θέατρο κι έπειτα παρουσίασε την ερμηνεία του στον Ζάνουκ, ο οποίος ήταν σύμφωνος με την πρόσληψή του. Ο Ζάνουκ ήθελε τον Ρέτζιναλντ Γκάρντινερ, για το ρόλο του αρραβωνιαστικού της Λώρα, Σέλμπι Κάρπεντερ, αλλά στο τέλος προσέλαβε τον Βίνσεντ Πράις. Για τους πρωταγωνιστικούς ρόλους της Λώρα και του ντετέκτιβ ΜακΦέρσον ο Ζάνουκ προσέλαβε τη Τζιν Τίρνεϊ και τον Ντέινα Άντριους (αρχική επιλογή για το ρόλο της Λώρα ήταν η Τζένιφερ Τζόουνς, ενώ για το ρόλο του ΜακΦέρσον ο Τζον Χόντιακ).

Γυρίσματα
Τα γυρίσματα ξεκίνησαν τον Απρίλιο του 1944 και από την αρχή ο Μαμούλιαν παρουσίασε προβλήματα με το καστ. Δεν παρείχε τις κατάλληλες οδηγίες στους σχετικά πρωτοεμφανιζόμενους Τζιν Τίρνεϊ και Ντέινα Άντριους και αγνόησε εντελώς τον Κλίφτον Γουέμπ, ο οποίος είχε ενημερωθεί ότι ο σκηνοθέτης δεν ήταν σύμφωνος με την πρόσληψή του. Οι ατελείωτοι καυγάδες του Μαμούλιαν με τον Πρέμινγκερ κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, οδήγησαν τον Ζάνουκ σε σύσκεψη με τους δυο άνδρες και στο τέλος, ο Μαμούλιαν αντικαταστάθηκε από τον Πρέμινγκερ, ο οποίος γύρισε την ταινία όπως εκείνος την είχε οραματιστεί. Η πρώτη αλλαγή του Πρέμινγκερ ήταν η πρόσληψη νέου διευθυντή φωτογραφίας και νέου σκηνογράφου. Αρχικά ο Πρέμινγκερ συνάντησε την αντίσταση των ηθοποιών της ταινίας που πίστευαν ότι ο λόγος της απόλυσης του Μαμούλιαν ήταν οι ερμηνείες τους.

Πρεμιέρα
Ο Ζάνουκ δεν ήταν αρχικά ικανοποιημένος με το τέλος που ο Πρέμινγκερ έδωσε στην ταινία του κι επέμεινε να αλλάξει η σεκάνς του τέλους και να αντικατασταθεί με μια σκηνή στην οποία ο Λάιντεκερ να διαπιστώνει ότι όλα όσα έγιναν ήταν όνειρο του Λάιντεκερ, αλλά μετά τη δοκιμαστική προβολή οι κριτικοί και οι δημοσιογράφοι υποδέχτηκαν με ανάμεικτα συναισθήματα το τέλος της ταινίας. Τότε ο Ζάνουκ αποφάσισε να πει στον Πρέμινγκερ να επιστρέψει στο αρχικό μοντάζ της ταινίας, δίνοντάς της το αρχικό της κλείσιμο.

Υποδοχή και Βραβεία
Οι κριτικές της ταινίας ήταν διθυραμβικές και η ακαδημία την αντάμειψε με πέντε υποψηφιότητες για βραβείο Όσκαρ, κερδίζοντας στο τέλος μόνο ένα για την ασπρόμαυρη φωτογραφία του Τζόζεφ ΛαΣελ. Ο Όττο Πρέμιγκερ βρέθηκε για πρώτη φορά υποψήφιος για Όσκαρ Σκηνοθεσίας, αλλά έχασε από τον Λίο ΜακΚάρεϊ για την ταινία Ο Δρόμος της Αγάπης (Going My Way), ενώ ο Κλίφτον Γουέμπ, υποψήφιος για Όσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου, έχασε το βραβείο από τον Μπάρι Φιτζέραλντ για την ταινία Ο Δρόμος της Αγάπης.

Βραβεία Ακαδημίας Κινηματογράφου (Όσκαρ)

Βραβεύσεις:

Φωτογραφίας σε ασπρόμαυρη ταινία – Τζόζεφ ΛαΣελ
Υποψηφιότητα:

Σκηνοθεσίας – Όττο Πρέμινγκερ
Β’ Ανδρικού Ρόλου – Κλίφτον Γουέμπ
Διασκευής Σεναρίου – Τζέι Ντράφτερ, Σάμιουελ Χόφενσταϊν & Ελίζαμπεθ Ράινχαρντ
Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης σε ασπρόμαυρη ταινία – Λάιλ Ρ. Γουίλερ, Λίλαντ Φιούλερ & Τόμας Λιτλ
Διαχρονικότητα
Το 1997 η ταινία έλαβε την 79η θέση από στη λίστα με τις 100 καλύτερες ταινίες όλων των εποχών στη λίστα που δημιουργήθηκε από το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου, ενώ έλαβε την 4η θέση στη λίστα με τις καλύτερες ταινίες μυστηρίου όλων των εποχών. Το 1999 η ταινία επελέγη από τη Βιβλιοθήκη του Αμερικάνικου Κογκρέσου ως τμήμα του Εθνικού Μητρώου Κινηματογράφου ως πολιτιστικά, ιστορικά και αισθητικά σημαντική.
https://el.wikipedia.org/

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ 24.08.2014
Ένας καταστροφικός Πυγμαλίων
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΟΥΡΑΣ

«Δεν θα ξεχάσω ποτέ το Σαββατοκύριακο που πέθανε η Λάουρα. Ένας ασημένιος ήλιος έκαιγε στον ουρανό σαν τεράστιος μεγεθυντικός φακός. Ήταν η πιο ζεστή Κυριακή που θυμάμαι. Ένιωθα σαν να είχα απομείνει ο τελευταίος άνθρωπος στη Νέα Υόρκη. Και πράγματι, μετά τον φρικτό θάνατό της είχα μείνει μόνος. Εγώ ο Γουάλντο Λίντεκερ, ο μοναδικός που ήξερε αληθινά τη Λάουρα, είχα αρχίσει να γράφω την ιστορία της όταν ήρθε να με δει ένας από αυτούς τους ντετέκτιβ…». Με τη φωνή του Κλίφτον Γουέμπ εκτός κάδρου ως εισαγωγή αρχίζει η διαχρονικά σαγηνευτική «Λάουρα», ένα από τα πιο εμβληματικά ερωτικά φιλμ νουάρ από συστάσεως Χόλιγουντ. Ο Γουέμπ, διάσημος ηθοποιός του θεάτρου, ο οποίος κόντεψε να πάθει σοκ όταν τον κάλεσαν σε οντισιόν στη Fox του μαικήνα Ντάριλ Ζανούκ πριν του δώσουν ρόλο συμπρωταγωνιστή δίπλα στην άσημη Τζιν Τίρνεϊ, μας εισάγει ατμοσφαιρικά στην ιστορία ενός καταστροφικού πάθους. Η «Λάουρα» προβάλλεται από την περασμένη Πέμπτη σε επανέκδοση.

Παραλίγο κουλουβάχατα

Η «Λάουρα» γυρίστηκε το 1944 και άντεξε στον χρόνο. Δεν διεκδίκησε ποτέ όμως τον χαρακτηρισμό της ως ταινία-σταθμός στην ιστορία του αμερικανικού κινηματογράφου, παρότι πρόκειται για «ταινία δημιουργού» που κυοφορήθηκε σε ασφυκτικό πλαίσιο παραγωγής. Ήταν ένας μικρός θρίαμβος του σκηνοθέτη Ότο Πρέμινγκερ, που κατάφερε να αποκτήσει τον απόλυτο έλεγχο της δουλειάς του αναγκάζοντας τον φοβερό και τρομερό Ζανούκ να αναδιπλωθεί.

Το παρασκήνιο της «Λάουρας», που παραλίγο να καταλήξει b-movie, θα μπορούσε να γίνει σενάριο γύρω από μια ταραγμένη περίοδο της Fox. Η συγγραφέας Βέρα Κάσπαρι, που λίγα χρόνια μετά βρέθηκε στη μαύρη λίστα του Μακάρθι, είχε δυσαρεστηθεί γιατί το πιο εμπορικό βιβλίο της, με προσεγμένη γραφή και σύνθετους ψυχολογικά ήρωες, είχε θεωρηθεί β΄ διαλογής από τη Fox. Ο Ρούμπεν Μαμούλιαν, ήδη επιτυχημένος σκηνοθέτης, αντιστεκόταν στην αφόρητη πίεση του Ζανούκ (που είχε έτοιμο ένα δικό του τέλος για την ιστορία) να αναλάβει την ταινία. Παράλληλα, ο Ζανούκ δεν ήθελε τον Ντάνα Αντριους για πρωταγωνιστή στον ρόλο του νεαρού ντετέκτιβ. Η μόνη που δεν είχε προβλήματα ήταν η νεαρή Τίρνεϊ, την οποίο ο ίδιος ο Ζανούκ είχε ανακαλύψει. Λίγο πριν ναυαγήσει το σχέδιο, ο Πρέμινγκερ, Εβραίος εμιγκρές από την Αυστρία που είχε έρθει στο Χόλιγουντ την εποχή της ανόδου του ναζισμού και έπαιζε ρόλους ναζιστών σε ταινίες, ανέλαβε παραγωγός και σκηνοθέτης της «Λάουρας».

Η αθόρυβη και διαυγής σκηνοθεσία του, υπόδειγμα αφηγηματικής πυκνότητας και αριστοτεχνικής στιβαρότητας, υπερέβη τις συμβάσεις του Χόλιγουντ μετατρέποντας το b-movie σε σπουδαία ταινία. Η ατμόσφαιρα, οι διάλογοι που έχουν βαρύτητα παρόμοια με εκείνη της δράσης και η διεύθυνση των ηθοποιών έφεραν την επιτυχία.

Πόθος

Πυρήνας της μυθοπλασίας είναι ο πόθος τριών ανδρών από διαφορετικές κοινωνικές τάξεις για τη Λάουρα Χαντ, νεαρή διαφημίστρια, που μπήκε στους κοσμικούς κύκλους της Νέας Υόρκης χάρη στον σνομπ Γουάλντο Λίντεκερ, διάσημο χρονικογράφο και Πυγμαλίωνά της. Η ταινία, εξαίρετης γεωμετρίας, ανοίγει και κλείνει ρομαντικά με την υπνωτιστική αφήγηση του αριστοκράτη Γουάλντο εκτός κάδρου. Στο ενδιάμεσο, ο σκληρός, φαινομενικά κυνικός, ντετέκτιβ Μαρκ ΜακΦέρσον προσπαθεί να ταιριάξει σωστά τις λεπτομέρειες για να λύσει το μυστήριο του φόνου της Λάουρας και να βρει τον δολοφόνο της. Οι ενδείξεις τον στρέφουν προς τον Σέλμπι, δανδή που τον συντηρεί μια πλούσια. Καθώς προχωρούν οι έρευνες, ο ΜακΦέρσον ερωτεύεται τη «νεκρή» Λάουρα μαγεμένος από το πορτρέτο της που είναι κρεμασμένο στον τοίχο του σαλονιού της. Ενα βράδυ, που βυθίζεται στο πάθος του διαβάζοντας το ημερολόγιό της, η «νεκρή» εμφανίζεται ολοζώντανη μπροστά του. Μια άτυχη γυναίκα, φίλη της, δέχτηκε στο πρόσωπό της τα σκάγια από το δίκαννο του δολοφόνου.

Για την ιστορία, στα γυρίσματα ως πορτρέτο της Λάουρας χρησιμοποιήθηκε μια επεξεργασμένη τεχνικά φωτογραφία της Τίρνεϊ, που αντικατέστησε το πορτρέτο της το οποίο είχε ζωγραφίσει η σύζυγος του Μαμούλιαν. Η ασπρόμαυρη φωτογραφία της ταινίας από τον Τζόζεφ Λα Σελ βραβεύτηκε με Οσκαρ.

Δείτε

Λάουρα (Laura, 1944)
Η «Λόρα», που επικράτησε να την αποκαλούμε Λάουρα, είναι ένα από τα σημαντικότερα ερωτικά φιλμ νουάρ στην ιστορία του κινηματογράφου. Ο Αυστριακός Οτο Πρέμινγκερ έκανε διάσημη την Τζιν Τίρνεϊ στον ρόλο μιας φαμ φατάλ, που ξεφεύγει κάπως από τα στερεότυπα του είδους και έρχεται κοντά στο μελόδραμα. Ο αριστοκράτης Γουάλντο Λίντεκερ, μεσήλικας χρονικογράφος με δηλητηριώδη πένα, κυνικός και αδίστακτος με όποιον αγγίξει ό,τι θεωρεί ιδιοκτησία του, αντιμετωπίζει τη Λάουρα ως ανεκτίμητο δημιούργημά του. Τη Λάουρα, που έχει ταπεινή κοινωνική καταγωγή, φαίνεται να την κερδίζει ο μορφονιός Σέλμπι, κηφήνας που τρώει χρήματα από μια πλούσια γεροντοκόρη. Μετά τη δολοφονία της Λάουρα, με την οποία αρχίζει η ταινία, παρουσιάζεται στο προσκήνιο ο ντετέκτιβ Μαρκ ΜακΦέρσον, ήρωας έπειτα από συμπλοκή με γκάνγκστερ, που ερωτεύεται την εικόνα της: το πορτρέτο της που κρέμεται στον τοίχο. Δίπλα στην Τίρνεϊ, οι Ντάνα Αντριους, Κλίφτον Γουέμπ, Βίνσεντ Πράις, Τζούντιθ Αντερσον. (Στους κινηματογράφους)

http://www.kathimerini.gr/

ΚΡΙΤΙΚΗ

Η Laura, είναι ένα αριστοτεχνικά σκηνοθετημένο υποβλητικό και στιλάτο νουάρ, ένα από τα γοητευτικότερα της κινηματογραφικής ιστορίας φτιαγμένη με την απαράμιλλη τέχνη ενός μεγάλου δημιουργού (Ότο Πρέμινγκερ) και σκεπασμένη με το πέπλο του μυστηρίου.Όσκαρ Φωτογραφίας και αξέχαστο σάουντρακ.

Αριστοτεχνικά σκηνοθετημένο, υποβλητικό και στιλάτο νουάρ, το οποίο φλερτάρει μυστικιστικά με το σινεμά του φανταστικού, ένα από τα γοητευτικότερα της κινηματογραφικής ιστορίας. Με Όσκαρ φωτογραφίας και αξέχαστο σάουντρακ.

Εβδομήντα χρόνια μετά την έξοδό της στις αίθουσες, η «Laura» του Οτο Πρέμινγκερ είναι η ίδια σαγηνευτική, ατμοσφαιρική και αξέχαστη εμπειρία, μια ταινία φτιαγμένη με την απαράμιλλη τέχνη ενός μεγάλου δημιουργού και σκεπασμένη με το πέπλο του μυστηρίου μιας χώρας που ενηλικιώθηκε απότομα.

Η ταινία ξεκίνησε σαν b movie της σειράς, άλλαξε σκηνοθέτη (ο παραγωγός Ότο Πρέμινγκερ αντικατέστησε τον Ρόμπερτ Μαμούλιαν ) και φινάλε, έφερε σε σύγκρουση όλα τα μέλη της παραγωγής και κατέληξε σε ανεπανάληπτο αριστούργημα. Τα λιγότερα τα χρωστάει στο μυθιστόρημα της Βέρα Κάσπαρι στο οποίο στηρίζεται και του οποίου η πλοκή κρύβει μία και μοναδική έκπληξη: ένας αστυνομικός ερευνά τη δολοφονία της όμορφης Λόρα, όταν ξαφνικά η υποτιθέμενη νεκρή εμφανίζεται μπροστά του. Σαν δεύτερος Χίτσκοκ, ο οποίος δεν διασκεύασε παρά κατ’ εξαίρεση κάποιο σπουδαίο λογοτεχνικό έργο, ο δαιμόνιος Πρέμινγκερ («Ανατομία Ενός Εγκλήματος») τύλιξε την ίντριγκα σε μια ονειρική, γοητευτικά υποβλητική ατμόσφαιρα, υπογράμμισε τα πολλαπλά υπονοούμενα του καλογραμμένου σεναρίου, το οποίο γράφτηκε και ξαναγράφτηκε αμέτρητες φορές, κι εξάντλησε την ψυχαναλυτική τόλμη του αναδεικνύοντας κινηματογραφικά (από την πλανοθεσία, τις σκιές, τα βλέμματα) τη διφορούμενη, διεστραμμένη φύση των πρωταγωνιστικών χαρακτήρων. Υπέγραψε έτσι ένα αρχετυπικό φιλμ νουάρ, το οποίο φλερτάρει μυστικιστικά με το σινεμά του φανταστικού, διαθέτει αξέχαστο σάουντρακ (Ντέιβιντ Ράκσιν) και βραβεύτηκε με Όσκαρ φωτογραφίας.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΗΤΣΗΣ

ΚΡΙΤΙΚΗ

Ο ντετέκτιβ Μαρκ ΜακΦέρσον ερευνά το θάνατο της Λόρα Χαντ, μιας πανέμορφης κοπέλας που βρέθηκε νεκρή στο διαμέρισμά της. Ανακρίνει τους υποψήφιους ενόχους, τον εκκεντρικό κοσμικογράφο Γουόλντο Λάιντεκερ, τον αρραβωνιαστικό της, Σέλμπι Κάρπεντερ, την πλούσια θεία της, Αν Τρέντγουελ και την πιστή της οικονόμο Μπέσι Κλέαρι και μέσα από τις μαρτυρίες τους πλάθει στο μυαλό του το χαρακτήρα της όμορφης κοπέλας. Το πορτρέτο που κρέμεται στον τοίχο του σαλονιού του σπιτιού της τον βοηθά να συνδυάσει το χαρακτήρα με τη μορφή της και σύντομα ο αστυνομικός βρίσκεται δέσμιος από τη γοητεία της νεκρής. Μέσα από τις φαντασιώσεις του αναρωτιέται ποιος θα μπορούσε να θέλει το θάνατο μιας κοπέλας που έκανε τους πάντες να την ερωτεύονται με την ευγενική της ψυχή. Μια νύχτα, ενώ βρίσκεται στα μισά των ερευνών του συμβαίνει κάτι πολύ παράξενο που θα τον κάνει να αναθεωρήσει όλα όσα έχει μάθει για την υπόθεση.

Οταν η «Laura» πήρε το πράσινο φως από τη 20th Century Fox δεν ήταν παρά η διασκευή ενός θεατρικού έργου της Βέρα Κάσπαρι που δεν κατάφερε ποτέ να ανέβει στο Μπρόντγουεϊ και που στη συνέχεια μεταποιήθηκε σε μυθιστόρημα για να αγοραστεί από το στούντιο και να αποτελέσει την καθοριστική στιγμή στην καριέρα του Οτο Πρέμινγκερ.

Διάσημος για τον ιδιότροπο χαρακτήρα του, αλλά και για τις διαμάχες του με τον νεαρό ακόμη τότε Ντάριλ Φ. Ζανούκ, ο Αυστριακός Πρέμινγκερ είχε βρεθεί στο Χόλιγουντ να συνεργάζεται με τους ιδρυτές της 20th Century Fox, σκηνοθετώντας ταινίες μικρού προϋπολογισμού για το b-movie παράρτημα της εταιρίας.

Ο Ζανούκ του ανέθεσε την παραγωγή του «Laura», αλλά όχι και τη σκηνοθεσία – παρά τις επίμονες προσπάθειες του Πρέμινγκερ – και έτσι το πρότζεκτ κατέληξε μετά από αρκετά ονόματα σε αυτό του Ρόμπερτ Μαμούλιαν («Queen Christina») που ο Πρέμινγκερ δεν εκτιμούσε.

Το γύρισμα ξεκίνησε αλλά οι κακές σχέσεις του Μαμούλιαν με τους ηθοποιούς του θα οδηγούσαν γρήγορα σε αναβολή της παραγωγής και στην τελική απόφαση της Fox να δώσει τη σκηνοθεσία στον Πρέμινγκερ.

Στα χέρια του Πρέμινγκερ, η «Laura» άλλαξε μορφή, ύφος και κυρίως «τάξη», αφού από μια περίπλοκη αστυνομική ιστορία ιδανική για ένα ακόμη b-movie, κατέληξε σε μια απαστράπτουσα παραγωγή που στέφθηκε με μεγάλη εμπορική επιτυχία, εκτίναξε την καριέρα των πρωτοεμφανιζόμενων ακόμη Τζιν Τίρνεϊ και Ντάνα Αντριους και δικαίωσε τον Πρέμινγκερ για τις επιλογές του: ο Κλίφτον Γουεμπ στον οποίο ο Πρέμινγκερ πίστεψε κόντρα σε κάθε άλλη γνώμη κέρδισε μια υποψηφιότητα για Οσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου, ενώ προτάθηκαν όλοι οι νέοι συνεργάτες που προσλήφθηκαν (Καλύτερο Σενάριο, Καλύτερα Σκηνικά) με τον Τζόζεφ ΛαΣελ να κερδίζει δικαιωματικά το Οσκαρ Ασπρόμαυρης Φωτογραφίας.

Ποια, όμως, ήταν η «Laura»; Τι ήταν η «Laura»; Οπως εύστοχα προσπάθησε η Fox να μετατρέψει σε μύθο την ύπαρξή της στο τρέιλερ της εποχής, η «Laura» ήταν η αντανάκλαση όλων όσων ήταν ο Πρέμινγκερ σαν άνθρωπος, σαν κινηματογραφιστής, σαν άντρας που παρόλη τη διάσημη κακή σχέση του με όλες τις μεγάλες πρωταγωνίστριές του αγάπησε με πάθος τις γυναίκες, σαν ξένος σε μια χώρα βυθισμένη στο σκοτάδι και τις εμμονές…

Ήδη από την πρώτη αριστοτεχνική σκηνή της, ο θεατής μπαίνει σε μια τροχιά φετιχισμού, ηδονοβλεψίας και υποβόσκουσας σεξουαλικότητας καθώς η έρευνα για το θάνατο της Λόρα ξεκινά, στην αρχή ανυποψίαστα από την πλευρά του αστυνομικού ντετέκτιβ, πριν καταλήξει σε ένα δολοφονικό παιχνίδι που ίπταται στην ατμόσφαιρα του μύθου.

Ο Πρέμινγκερ είναι παρών σε κάθε σκηνή, άλλοτε για να υποδείξει στον θεατή τις αδιόρατες λεπτομέρειες που θα οδηγήσουν στη λύση του μυστηρίου και άλλοτε για να παρατηρήσει και ο ίδιος τη σχεδόν μηχανική αναλογία ανάμεσα στους πολλα-πλούς «εραστές» της Λόρα και το φαντασμά της. Τεχνίτης από τους λίγους που γνώρισε το Χόλιγουντ ακριβώς τη στιγμή που η βιομηχανία ενηλικιωνόταν, ο Πρέμινγκερ χτίζει με το «Laura» ενα παραλογισμό που βασίζεται σε μαθηματική λογική, ένα αρχιτεκτονικό οικοδόμημα με πρώτες ύλες το ασταθές της ανθρώπινης φύσης, ένα μυστήριο που μεγενθύνεται μέσα από τον παραμορφωτικό καθρέφτη της επιθυμίας, ένα μεταφυσικό φιλμ απόλυτου νατουραλισμού, ένα μοντέρνο δείγμα ενήλικου σινεμά που μετά από λίγη ώρα αρνείται να καταχωρηθεί σε ένα είδος παραμένοντας μέχρι και το φινάλε του στον απροσδιόριστο χώρο που κρύβεται η αλήθεια των πραγμάτων. Χαμηλότονο – σχεδόν υπνωτιστικό (βοηθάει εδώ η υπέροχη μουσική του Ντέιβιντ Ράσκιν), εξπρεσιονιστικό στις στιγμές που η κλειστοφοβική του ατμόσφαιρα διαγράφει τις αδρές γραμμές της προσωπικότητας του καθενός από τους ήρωές του και τολμηρό αφού ακόμη και κεκαλυμμένα «παίζει» εξώφθαλμα με τους όρους του ανδρισμού (o μοναδικός straight που ερωτεύεται τη Λόρα είναι αυτός που δεν την έχει δει ποτέ) και της in the closet ομοφυλοφιλίας (τόσο ο χαρακτήρας του Κλιφτον Γουεμπ, όσο και αυτοί του Βίνσεντ Πράις και της Τζούντιθ Αντερσον – και οι τρεις ομοφυλόφιλοι στη ζωή τους – φλερτάρουν με την αμφίσημη σεξουαλικότητά τους), το «Laura» είναι περισσότερο και από ένα φιλμ νουάρ, μια ταινία – αποπλάνηση. Από αυτές που παρακολουθούνται με αγωνία για την ταυτότητα του δολοφόνου και τις απαντήσεις στα δεκάδες ερωτήματα που γεννιούνται από την αστυνομική έρευνα, ενώ στην πραγματικότητα η πραγματική «αλήθεια» βρίσκεται πίσω από τα ίχνη και τις ενδείξεις, κάπου ανάμεσα στην αντανάκλασή της και στον τρόπο που επιθυμεί να την εκλαμβάνει ο καθένας από εμάς ξεχωριστά.

Και εβδομήντα χρόνια μετά, μια από αυτές τις κινηματογραφικές εμπειρίες που μοιάζουν να μην πέρασε από πάνω τους ο χρόνος, παρά μόνο για να τις κάνει ακόμη πιο δυνατές…

ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΡΑΝΑΚΗΣ

OTTO PREMINGER (1905-1986) ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ

Γεννήθηκε στην Αυστρο-Ουγγαρία (τώρα Ουκρανία) και πέθανε στη Νέα Υόρκη. Η πρώτη του μεγάλη επιτυχία ήταν η Laura που τον τοποθέτησε στους σπουδαιότερους σκηνοθέτες παγκοσμίως. Μεγάλες του επιτυχίες ήταν μεταξύ άλλων το «Rosebud» (1975) και «The human factor» (1979).

The Human Factor 1979, Rosebud 1975, Such Good Friends 1971, Tell Me That You Love Me, Junie Moon1970, Skidoo 1970, Hurry Sundown1967, Bunny Lake Is Missing 1965, In Harm’s Way 1965, The Cardinal 1963, Advise & Consent 1962, Exodus 1960, Ανατομία ενός εγκλήματος 1959, Porgy and Bess 1959, Bonjour tristesse 1958, Jeanne d’Arc 1957, The Making of ‘Saint Joan’ 1957, The Court-Martial of Billy Mitchell 1955, The Man with the Golden Arm 1955, Producers’ Showcase 1954, Carmen Jones 1954, Ποτάμι χωρίς επιστροφή1954, Die Jungfrau auf dem Dach 1953, The Moon Is Blue 1953, Angel Face 1952, The 13th Letter 1951, Kilides sto pezodromio 1950, O gremos 1949, The Fan 1949, That Lady in Ermine 1948, Daisy Kenyon 1947, Forever Amber 1947, Centennial Summer 1946, Fallen Angel 1945, A Royal Scandal 1945, Laura 1944, In the Meantime, Darling 1944, Margin for Error 1943, Kidnapped 1938, Danger – Love at Work 1937, Nancy Steele Is Missing! 1937, Under Your Spell 1936, Die große Liebe 1931.

otto-preminger

4 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 2015

ΟΤΤΟ ΠΡΕΜΙΝΓΚΕΡ: Ο ΤΡΕΛΟΣ ΒΙΕΝΝΕΖΟΣ

Το μέλος της Ταινιοθήκης της ΕΡΤ3 Κώστας Τσιναρίδης μας πληροφορεί για τον Όττο Πρέμινγκερ.

Αυτό το παρατσούκλι δόθηκε στον Πρέμινγκερ για την αφηγηματική του οξύτητα. Και δικαίως. Ο Πρέμινγκερ υπήρξε ιδανικός στην απεικόνιση χαρακτήρων μέσα σε εξαιρετικές καταστάσεις. Νεκροφιλία (Λάουρα), προικοθηρία (Άγγελοι στο βούρκο), ύπνωση (Ο γκρεμός), ναρκωεξάρτηση (Ο άνθρωπος με το χρυσό χέρι), βιασμός (Ανατομία ενός εγκλήματος), ομοφυλοφιλία (Θύελλα στην Ουάσινγκτον).Γεννήθηκε το 1905 στην πρώην Αυστροουγγαρία. Γνώρισε από νωρίς την περιπλοκότητα της εξουσίας, καθως και τις ανεπίστρεπτες συνέπειες των αποφάσεών της, μια και ο πατέρας του ήταν εισαγγελέας. Ο ίδιος σπούδασε νομική, αλλά δεν άσκησε ποτέ το επάγγελμα επειδή τον κέρδισε από νωρίς η αγάπη για το θέατρο. Μάλιστα, κινδύνευσε πολλές φορές να μείνει στην ίδια τάξη επειδή το έσκαγε από το σχολείο για να παρακολουθεί θεατρικές παραστάσεις! Έπειτα από μια πορεία ως ηθοποιός και σκηνοθέτης, του δόθηκε η ευκαιρία να σκηνοθετήσει και στον κινηματογράφο. Με την άνοδο του Ναζισμού, αναγκάστηκε να φύγει από την κατεχόμενη Αυστρία για τις ΗΠΑ.
Ύστερα από μερικές ταινίες ρουτίνας, σκηνοθέτησε το 1944 την πρώτη του μεγάλη επιτυχία, τη Λάουρα, αποσπώντας την πρώτη του υποψηφιότητα για Όσκαρ. Μ’ εκείνη την ταινία, που για πολλούς θεωρείται η καλύτερή του, καθώς και με την επόμενη, τους Αγγέλους στο βούρκο, καθιερώθηκε ως ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες του Χόλιγουντ. Συνέχισε να σκηνοθετεί σπουδαία νουάρ (Ο γκρεμός, Κηλίδες στο πεζοδρόμιο, Δωσ’ μου τα χείλη σου), αλλά και μεγάλες εμπορικές επιτυχίες (Ποτάμι χωρίς επιστροφή, Κάρμεν Τζόουνς), αποσπώντας υποψηφιότητες για διάφορα βραβεία.
Με τον Άνθρωπο με το Χρυσό Χέρι (1955), ασχολήθηκε για πρώτη φορά με το θέμα-ταμπού των ναρκωτικών, ενώ η εμπειρία του μακαρθισμού τον ώθησε στην αναζήτηση περισσότερο πολιτικών θεμάτων. Η ανάμνηση του εισαγγελέα πατέρα του και οι σπουδές του τον βοήθησαν να ξεδιπλώσει έναν απαράμιλλο ρεαλισμό σε δικαστικά δραμάτα, ξεκινώντας από το Με καταδίκασαν να σιωπήσω, παραβολή για τον μακαρθισμό, μέχρι τη Θύελλα στην Ουάσινγκτον, με πιο σαφείς αιχμές πάνω στο ζήτημα. Φυσικά, καλύτερη όλων παραμένει η σπουδαία Ανατομία ενός εγκλήματος, μία ιστορία εξοργιστικής ανατροπής κάθε δικαστικού κανόνα. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στην επική του Έξοδο, καθώς ήταν η πρώτη ταινία, μαζί με τον Σπάρτακο, που έσπασε επίσημα τη “μαύρη λίστα”.
Οι πολλές επιτυχίες των προηγούμενων χρόνων του έδωσαν τη δυνατότητα να σκηνοθετήσει παραγωγές μεγάλου προϋπολογισμού στη δεκαετία του ’60. Κοινό στοιχείο όλων η ανθρωποκεντρικότητα και ένας τόνος καταγγελίας των πλεγμάτων εξουσίας μέσα στις οποίες κινούνται οι ήρωές του. Καλύτερη όλων η υπέροχη Πρώτη Νίκη, με τον Τζον Γουέιν σε έναν ξεχασμένο ρόλο, ως ατιμασμένου αξιωματικού του αμερικανικού ναυτικού που προσπαθεί να αποκαταστήσει τη διαλυμένη του επαγγελματική και οικογενειακή ζωή, κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Τέτοια ήταν η επιρροή του Πρέμινγκερ στους κινηματογραφικούς κύκλους που συνέχισε να σκηνοθετεί αξιόλογες παραγωγές μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70, με κύκνειο άσμα του τον Ανθρώπινο παράγοντα, καταγγελία των μεθόδων των μυστικών υπηρεσιών. Πέθανε το 1986, πριν ολοκληρώσει το τελευταίο του εγχείρημα, την Ανοιχτή εξέταση, πάνω στην περίπτωση του ζεύγους Ρόζενμπεργκ που χάθηκε στην περίοδο του μακαρθισμού, καταδικασμένοι άδικα για κατασκοπία υπέρ της Σοβιετικής Ένωσης.
Ένας αληθινός καλλιτέχνης, αφοσιωμένος στο έργο του, που το υπηρέτησε με δύναμη και πάθος.

Επιλεγμένη φιλμογραφία:

1944 Λάουρα (Laura) Υποψηφιότητα για Όσκαρ Σκηνοθεσίας
1954 Κάρμεν Τζόουνς (Carmen Jones) Υποψηφιότητα για Χρυσό Φοίνικα, Μπρούντζινη Άρκτος στο Φεστιβάλ Βερολίνου, Βραβείο Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο, Βραβείο Σκηνοθεσίας του Κύκλου Κριτικών Νέας Υόρκης
1955 Ο άνθρωπος με το χρυσό χέρι (Man with the golden arm) Βραβείο Σκηνοθεσίας του Κύκλου Κριτικών Νέας Υόρκης
1955 Με καταδίκασαν να σιωπήσω (The court-martial of Billy Mitchell) Βραβείο Σκηνοθεσίας του Κύκλου Κριτικών Νέας Υόρκης
1959 Ανατομία ενός εγκλήματος (Anatomy of a murder) Yποψηφιότητες για Όσκαρ και Χρυσή Σφαίρα Σκηνοθεσίας, Υποψηφιότητα για BAFTA Καλύτερης Ταινίας, Υποψηφιότητα για Χρυσό Λιοντάρι στο Φεστιβάλ Βενετίας, Υποψηφιότητα για Βραβείο Σκηνοθεσίας της Αμερικανικής Ένωσης Σκηνοθετών
1962 Θύελλα στην Ουάσινγκτον (Advise and Consent) Υποψηφιότητα για Χρυσό Φοίνικα
1963 Ο Καρδινάλιος (The Cardinal) Υποψηφιότητες για Όσκαρ και Χρυσή Σφαίρα Σκηνοθεσίας
1970 Πες μου πως μ’ αγαπάς, Τζούνι (Tell me that you love me, Junie Moon) Υποψηφιότητα για Χρυσό Φοίνικα
https://kemes.wordpress.com/

Λάουρα *****

Laura. ΗΠΑ, 1944. Σκηνοθεσία: Οτο Πρέμινγκερ. Σενάριο: Τζέι Ντάτλερ, Σάμιουελ Χόφενσταϊν, Μπέτι Ράινχαρτ, από μυθ. Βέρα Κάσπαρι. Ηθοποιοί: Ντάνα Αντριους, Τζιν Τίρνεϊ, Κλίφτον Γουέμπ, Βίνσεντ Πράις, Τζούντιθ Αντερσον. 88′

Κριτική του Νίνου Φενέκ Μικελίδη

Από τα πιο ατμοσφαιρικά φιλμ νουάρ στην ιστορία του αμερικανικού κινηματογράφου, η «Λάουρα» του Ότο Πρέμινγκερ, που προβάλλεται σε επανέκδοση, παρουσιάζει μία από τις πιο πρωτότυπες νεκροφιλικές ερωτικές ιστορίες που μας έδωσε το Χόλιγουντ. Η πλοκή της ταινίας αναφέρεται στις έρευνες ενός αστυνομικού ντετέκτιβ να εξιχνιάσει τη δολοφονία της Λάουρα Χαντ, αν και, όπως θ’ ανακαλύψει στη συνέχεια, η Λάουρα είναι ζωντανή, ενώ στη θέση της έχει δολοφονηθεί μια άλλη γυναίκα.

Ο Πρέμινγκερ, με βάση το μυθιστόρημα της Βέρα Κάσπαρι, μας εισάγει σ’ έναν κόσμο διανοουμένων, νεόπλουτων και γενικά ανθρώπων της καλής κοινωνίας, όπου κυριαρχεί ένα πλούσιο, άπλετα φωτισμένο (από την ατμοσφαιρική μαυρόασπρη φωτογραφία του εξαίρετου Τζόζεφ ΛαΣελ) ντεκόρ. Πίσω όμως από τα φωτεινά αυτά ντεκόρ, κρύβονται τα ίδια πάθη, τα ίδια μυστικά, τα ίδια ύπουλα, υποκριτικά πρόσωπα, με τους ίδιους ψυχολογικούς και άλλους αναβρασμούς, που συναντάμε σε όλα τα φιλμ νουάρ. Ο ντετέκτιβ ΜακΦέρσον του Ντάνα Άντριους δεν είναι ο συνηθισμένος ζεν πρεμιέ των φιλμ νουάρ, αλλά ένας σκληρός, ζηλόφθονος, σχεδόν σαδιστής μπάτσος και ο σκηνοθέτης δεν χάνει την ευκαιρία να μας παρουσιάσει διακριτικά το μίσος του για τους διανοουμένους, όπως ο σνομπ Λάιντεκερ (με τον Κλίφτον Γουέμπ να τονίζει, με το φλεγματικό του τρόπο, την ειρωνική, κυνική πλευρά του), ο μισητός ζιγκολό Σέλμπι (Βίνσεντ Πράις), ερωτευμένοι και οι δύο με τη Λάουρα, ή η πλούσια, κάποιας ηλικίας, θεία της Λάουρα, Αν Τρέντγουελ (Τζούντιθ Αντερσον), ερωτευμένη με τον Σέλμπι. Ακόμη και η ίδια η Λάουρα δεν είναι, όπως αρχικά πιστεύαμε, η αγνή, καλή κοπέλα αλλά μια φιλόδοξη, αδίστακτη γυναίκα.

Ο Πρέμινγκερ χρησιμοποιεί την πλοκή για να φτιάξει αξέχαστους χαρακτήρες και να δημιουργήσει σκηνές που σε στοιχειώνουν με το στημένο με μαστοριά στιλ και την όλη τους ατμόσφαιρα -με την υποβλητική μουσική του Ντέιβιντ Ράσκιν να συμβάλλει στη δημιουργία της έντασης και του σασπένς. Εκπληκτική είναι η σκηνή της πρώτης εμφάνισης της Λάουρας, με τη νεκροφιλική ερωτική, ταυτόχρονα ονειρική, ατμόσφαιρα που θυμίζει τις ταινίες του Μπουνιουέλ. Με τον ντετέκτιβ του Άντριους να ψάχνει στο δωμάτιο της υποτιθέμενης νεκρής Λάουρας, να ανακατεύει τα συρτάρια, να αγγίζει τα εσώρουχά της και να αναπνέει το άρωμά της, ώσπου κάθεται σε μια πολυθρόνα και τον παίρνει ο ύπνος. Όταν ξαφνικά ανοίγει η πόρτα και μπροστά στον αγουροξυπνημένο ντετέκτιβ εμφανίζεται μια γοητευτική γυναίκα, που δεν είναι άλλη από τη… νεκρή Λάουρα. Σημαντική είναι η παρουσία της πανέμορφης Τζιν Τίρνεϊ που κυριολεκτικά κλέβει την «παράσταση» στο ρόλο της Λάουρας: γοητευτική, απόμακρη, σίγουρη για τον εαυτό της, σαν βασίλισσα μέλισσα, δίνει με την παρουσία της το ξεχωριστό εκείνο άρωμα, μαζί και τη φλόγα και τον έντονο ερωτισμό, που τόσο έχουν συνδεθεί με το φιλμ νουάρ. Έχω δει, μέχρι σήμερα, την ταινία έξι με εφτά φορές και πρέπει να πω πως κάθε φορά μου προσφέρει την ίδια υπνωτική, μαγική εμπειρία, από τις σπάνιες που μας προσφέρει ο αμερικανικός κινηματογράφος.
http://www.enet.gr/

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s