Κάτω απ’ το ηφαίστειο (Under The Volcano, 1984) | Κριτική Βασίλη Ραφαηλίδη

under-the-volcano_1984 00

Βέβαια, ο Ήφαιστος, θεός της φωτιάς και δη­μιουργός κάθε τέχνης που χρειάζεται φωτιά, θεός γνωστός και στους Ρωμαίους σαν Βουλκάνους, δε θα μπορούσε να ξέρει, εκεί πάνω στον Όλυμπο που κατοικούσε κάποτε, πως στους νεότερους χρόνους η ελληνική γλώσ­σα και διά της λατινικής, όλες οι γλώσσες θα χρησιμοποιούσαν το ειρηνικό όνομα της κουτσής αφεντιάς του για να χαρακτηρίσουν ένα καταστροφικό γεωλογικό φαινόμενο που λέγεται «ηφαιστειακή δραστηριότητα».  

ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ 2016-2017

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Κάτω από το ηφαίστειο σε επανέκδοση από 18.8.2016

Ο Ήφαιστος ήταν παρακατιανός Θεός κι όλοι οι συνάδελφοι του στον Όλυμπο τον εί­χαν του κλότσου και του μπάτσου, που λέμε. Ίσως γιατί οι θεοί, σαν θεοί, δε χρειάζονταν τη φωτιά, και γι’ αυτό πιθανώς την έδωσαν στους ανθρώπους διά του Προμηθέα. Για τους εαυτούς τους, οι θεοί κράτησαν τη φω­τιά των ηφαιστείων, ίσα ίσα για να τρομο­κρατούν τους θνητούς κάθε φορά που τα α-νομήματά τους γίνονται τόσα πολλά, που πρέπει οπωσδήποτε «να πέσει φωτιά να τους κάψει» μαζί με τις αμαρτίες τους, ώστε οι ε­πιζώντες να συνεχίσουν να αμαρτάνουν με μεγαλύτερο ζήλο. Αυτός είναι ο μυθολογικός λόγος που η ηφαιστειακή δραστηριότητα δε σταματάει: αφού η αμαρτία ανανεώνεται συ­νεχώς, παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες των αγίων να την εξαφανίσουν οριστικά, έ­πρεπε να ανανεώνεται και η ηφαιστειακή δραστηριότητα. Πράγμα που συνεχίζει να γίνεται κάτω από την επίβλεψη του παλιού Θεού Ηφαίστου. Κι αυτό, παρά το γεγονός πως η νεότερη μυθολογία δεν του αναγνωρί­ζει δικαιώματα στην Κόλαση, τούτον τον κατ’ εξοχήν τόπο της φωτιάς. Ίσως γιατί ο Ήφαιστος παραήταν καλός και ειρηνικός για να αναλάβει το άχαρο έργο του αιώνιου φυσερού της αιώνιας φωτιάς στα αιώνια κα­ζάνια της Κόλασης, που μόνο ένας διάολος ξέρει πώς ακριβώς λειτουργούν.

Τα ηφαίστεια, λοιπόν, σημερινός τόπος κα­τοικίας του κουτσού Θεού, εκτός απ’ τους γεωλόγους ενδιέφεραν πάντα και τους ποιη­τές. Που πάντα προσπαθούσαν να μάθουν α­πό πού εκπορεύεται το κακό, χωρίς ευτυχώς να πολυκαταλαβαίνουν. Γιατί δουλειά των ποιητών δεν είναι να καταλαβαίνουν, αλλά να «δονούνται» με τρόπο, λίγο ως πολύ ηφαι­στειακό. Άλλωστε, ολόκληρη η τέχνη είναι μια «ηφαιστειακή δραστηριότητα».

Όμως, «ηφαιστειακή δραστηριότητα» είναι επίσης και ο ανθρώπινος ψυχισμός. Κάθε τό­σο, ξερνούμε «πύρινη λάβα», που οι αγιογρά­φοι την παρασταίνουν με πηχτή και συμπαγή φλόγα που τρέχει απ’ το στόμα. Με όρους πε­ρισσότερο επιστημονικούς, τούτες οι εκρήξεις δεν είναι παρά εκρήξεις του υποσυνειδήτου. Να, λοιπόν, που ο Φρόιντ εντόπισε τη σύγ­χρονη κατοικία του παλιού Σατανά: η Κόλα­ση λέγεται και υποσυνείδητο. Και το υποσυ­νείδητο λειτουργεί όπως περίπου και το ηφαί­στειο: εκρήγνυται περιοδικά κι αφήνει τη «φωτιά» του να βγει προς τα έξω, για να μην καούμε μόνοι μας. Βέβαια, μπορεί να κάψουμε κάποιους άλλους τυχαία. Όπως τυχαία καίει τους παροικούντες η λάβα του ηφαιστείου, το οποίο, ωστόσο, δεν έχει καμιά «πρόθεση» να κάψει κανέναν. Απλώς «θέλει» να βγάλει απ’ τα σπλάχνα του το περίσσευμα της φωτιάς.

Άνθρωποι με περίσσια ενεργητικότητα λέ­γονται «ηφαιστειώδεις». Πιο σωστά, πρόκει­ται για ανθρώπους με δυνατά ένστικτα και συναισθήματα, που συχνά παρασύρουν και καταστρέφουν τη νόηση, χωρίς όμως να έ­χουν μια τέτοια πρόθεση. Πιο σαφής γίνεται η δραστηριότητα του ηφαιστείου, που είναι το υποσυνείδητο, στη «γυναίκα-ηφαίστειο», όπως λέμε πολύ παραστατικά στη γλώσσα μας το θηλυκό ον που βρίσκεται σε συνεχή «ηφαιστειακή δραστηριότητα», συμβολοποιώντας έτσι με τρόπο συναρπαστικό την ίδια τη φύση, αλλά και το υποσυνείδητο που εί­ναι φύση σε τελική ανάλυση.

Ένα σωρό κοινωνικά καθορισμένες απα­γορεύσεις δημιουργούν το λογοκριτικό «υ­περεγώ», που δεν επιτρέπει στο υποσυνείδη­το να εκρήγνυται με άνεση, κάθε φορά που θα μεγαλώσει η εντός του πίεση. Κι έτσι δη­μιουργούνται οι ψυχικές ασθένειες, φανερές και δηλωμένες και, συχνότερα, αφανείς και αδήλωτες. Οι τελευταίες, που όλες μαζί συνι­στούν αυτό που ονομάζουμε υστερία, αποτε­λούν το αντικείμενο μελέτης της ψυχανάλυ­σης. Οι πρώτες, που όλες μαζί συνιστούν αυ­τό που λέμε τρέλα, αποτελούν το αντικείμε­νο μελέτης της ψυχιατρικής. Αυτό σημαίνει πως «ποιος λίγο, ποιος πολύ, όλοι είμαστε τρελοί». Διότι το υπερεγώ βουλώνει κάθε τό­σο τις δικλίδες ασφαλείας. Και κάποτε σκάμε, όπως ακριβώς σκάει και το καζάνι, όταν η πίεση του ατμού ξεπεράσει τα όρια αντοχής των τοιχωμάτων.

Όταν οι δικλίδες δεν ανοίγουν αυτόματα, όπως γίνεται σε όλες τις μελετημένες μηχα­νολογικές κατασκευές και σε όλους τους αν­θρώπους που δε στράβωσαν εντελώς κάτω απ’ την επίδραση του κατηχητή, τότε τις α­νοίγουμε με… κατσαβίδι. Το πιο πρόχειρο ψυχοκατσαβίδι είναι το αλκοόλ! Με ένα ουί­σκι λύνεται η γλώσσα σου, με πέντε το… ζω­νάρι σου (όχι μόνο για καβγά) και με δέκα το… βρακί σου. (Οι δόσεις μπορεί να αυξη­θούν, ανάλογα με το βαθμό της ψυχικής αρ­τηριοσκλήρωσης.)

Ο μεθυσμένος κι ο τρελός είναι πρώτα ξα­δέλφια. Με μια πάρα πολύ ουσιαστική διαφο­ρά, ωστόσο: ο τρελός είναι μονίμως «μεθυ­σμένος», και συνεπώς δεν έχει ανάγκη από αλκοόλ για να ανοίξει τις βαλβίδες ασφαλεί­ας, ώστε να τρέξει προς τα έξω το πυκνό, πε­ριεχόμενο του υποσυνειδήτου. Ο τρελός έχει ανοίξει τις βαλβίδες του μια και καλή και αρ­νείται να τις κλείσει. Γιατί αν τις κλείσει, θα… τρελαθεί απ’ την αρχή.

Ο αλκοολικός τώρα προσπαθεί απεγνωσμέ­να να μιμηθεί πλήρως τον τρελό. Κι αυτό γιατί δεν τα καταφέρνει να τρελαθεί, ώστε να σωθεί μια και καλή.

malcolm_lowry

Ο μεγάλος πεζογράφος Μάλκολμ Λόουρι ή­ταν ένας εξαιρετικά ευαίσθητος άνθρωπος που, ωστόσο, δεν μπόρεσε να τρελαθεί Και γι’ αυτό έπινε. Αλλά όχι στο βαθμό του ήρωα του, του Πρόξενου, στο περίφημο μυθιστό­ρημα του Κάτω απ’ το ηφαίστειο που γράφτηκε το 1947 και που η δράση του τοποθετείται στο Μεξικό λίγο πριν από τον πόλεμο, τότε που όλοι ζούσαν κάτω από ένα ηφαίστειο που δεν είχε εκραγεί ακόμα. Το «ομαδικό α­συνείδητο» της μισότρελης ανθρωπότητας δεν έπαιρνε αέρα από πουθενά. Οι φασίστες, που είχαν απλώσει το μακρύ τους χέρι μέχρι το Μεξικό των Μάγια, είχαν βουλώσει όλες τις τρύπες.

Στο μυθιστόρημα Ο πρόξενος της Αγγλίας, σε μια μικρή πόλη του Μεξικού, δεν είναι α­πλώς ένας εξαιρετικά ευφυής και καλλιεργη­μένος αλκοολικός, αλλά και κάτι σαν προφή­της για τα δεινά του κόσμου που ήδη κυοφο­ρούνται μέσα στη φαιά πανούκλα του φασι­σμού. Στην ταινία του Τζον Χιούστον, ο Πρόξενος είναι περισσότερο αλκοολικός και λιγότερο προφήτης. Και πολύ σωστά. Γιατί αυτά που λέει τα λέει λίγο πριν από έναν πό­λεμο που έγινε κι όχι τώρα (λίγο πριν) από έ­ναν πόλεμο που θα γίνει. Αν ο Πρόξενος συ­νέχιζε και στην ταινία να μιλάει σαν προφή­της, θα έπρεπε ν’ αλλάξει τον τόνο του και να κουρδίσει το παραλήρημα του στο ντο μα­τζόρε της Υδρογονοβόμβας, πράγμα που θα αλλοίωνε περισσότερο από όσο τώρα το γράμμα, και κυρίως το πνεύμα του Λόουρι.

Όπως και να ‘ναι πάντως, ο Πρόξενος δεν παύει να ζει «κάτω απ’ το ηφαίστειο». Όχι μόνο γιατί εκεί κοντά υπάρχει πράγματι ένα ηφαίστειο, που όμως δεν παίζει κανένα ρόλο στη μυθοπλασία, αλλά διότι το «μέσα του η­φαίστειο» βρίσκεται σε συνεχή αναβρασμό: του έχει φύγει η γυναίκα του (Ζακλίν Μπισέ) και τώρα που επιστρέφει κοντά του μαζί με τον κομμουνιστή αδελφός του, που αυτός επιστρέφει απ’ την Ισπανία, είναι εντελώς α­δύνατον πια να κλείσει η τρύπα απ’ όπου υ­περχειλίζει η αυτοκαταστροφική του ευαι­σθησία. Άλλωστε, ο Πρόξενος είναι απ’ την αρχή καταδικασμένος σε θάνατο, γιατί είναι αδύνατον να υποταχτεί στην περίφημη φρο­ϋδική «αρχή της πραγματικότητας» που κά­νει τους καλούς νοικοκυραίους.

Και τούτη η πραγματικότητα, πέρα απ’ τη γενικότητα του φροϋδικού ορισμού, δεν πε­ριέχει μόνο χο φασισμό ως μια πολύ πραγμα­τική απειλή θανάτου, αλλά κι ένα σκανδαλω­δώς «θανατερό» αρχαίο πολιτισμό, αυτών των Μάγια, που απ’ την αρχή σημαδεύει τα βήματα τούτου του Άγγλου μέσα στο παρά­ξενο Μεξικό, χώρα που δεν έχασε, εξαιτίας της ισπανικής κατάκτησης τον ιθαγενή της χαρακτήρα και που παραμένει πάντα η Χώρα των Μάγια.

Ο Πρόξενος κουβαλάει απ’ την πατρίδα του μια λανθάνουσα χριστιανική αντίληψη για τη ζωή και το θάνατο, ριζικά διαφορετι­κή απ’ αυτήν των ιθαγενών Μεξικανών. Για τους Μάγια, η ζωή κι ο θάνατος είναι το ίδιο πράγμα, και δεν τους χρειάζεται καμιά επέμ­βαση κανενός σωτήρα για να νικήσουν έναν ήδη νικημένο θάνατο. Ο χριστιανισμός ποτέ δε ρίζωσε καλά στο Μεξικό. Τούτοι οι εκπλη­κτικοί περιφρονητές του θανάτου τα βολεύ­ουν μια χαρά διασκεδάζοντας με το θάνατο… έως θανάτου!

Στην πρώτη σκηνή της ταινίας, ο Πρόξε­νος περιφέρεται στους χώρους της τρομερής (για μας τους ψοφοειδείς) γιορτής των νε­κρών. Πρόκειται για τον ίδιο ακριβώς χώρο που περιγράφει και ο Αϊζενστάιν στο Κε βίβα Μεξικό και γύρω απ’ τον οποίο είναι κεντρωμένο αυτό το ημιτελές αριστούργημα.

Η γιορτή των νεκρών για τους Μεξικα­νούς δεν έχει καμιά σχέση με το δικό μας «Ψυχοσάρβατο», όπως συχνά γράφηκε, ίσως από αδυναμία να κατανοήσουμε ριζικά δια­φορετικούς απ’ τους δικούς μας πολιτιστι­κούς και ηθικούς κώδικες. Η γιορτή των νε­κρών για τους Μεξικανούς είναι ένα πανηγύ­ρι της ζωής που είναι θάνατος.

Ο μεγάλος πολιτισμός των Μάγια είναι πράγματι διαλεκτικός, κι αυτό ο Αϊζενστάιν, ο κατ’ εξοχήν διαλεκτικός του κινηματογρά­φου, το είχε καταλάβει καλά: τα δύο αντίθε­τα είναι μια διαλεκτική ενότητα και όχι μια διάζευξη, όπως στο χριστιανισμό, όπου η ενό­τητα τελείται σε «χώρους» που δεν είναι του κόσμου τούτου.

Ο Πρόξενος, λοιπόν, ζει κάτω απ’ το ηφαί­στειο του θανάτου, στη μεξικανική εκδοχή που δεν είναι και η δική του: αυτός συνεχίζει να φοβάται το θάνατο. Και όντας εντελώς α­νίκανος να παίξει μαζί του, όπως ο Μεξικα­νός, όντας ακόμα εντελώς ανίκανος να ανοί­ξει τη δικλίδα ασφαλείας της δυτικής μετα­φυσικής με τους σωτήριους μύθους της, κα­ταφεύγει στην τεχνητή δικλίδα του αλκοόλ. Όμως, παραείναι έξυπνος για να δημιουργή­σει μ’ αυτό έναν τεχνητό Παράδεισο.

Ο Πρόξενος είναι, λοιπόν, έξυπνος, αλκοο­λικός, άθεος και Ευρωπαίος. Είναι, δηλαδή, το τέλειο μοντέλο του δυστυχισμένου, που έ­χει την επιπλέον ατυχία να ζει στο Μεξικό, δηλαδή σε μια χώρα που η παρουσία του θα­νάτου, νοούμενου ως γιορτή, κάνει αντιστι­κτικά πολύ πιο έντονη την αίσθηση του δικού του επικείμενου θανάτου. (Κάθε θάνα­τος, κάθε ανθρώπου,, είναι πάντα επικείμε­νος.) Ο Χιούστον σωστά κατάλαβε πως έχου­με να κάνουμε εδώ με το θάνατο ενός Ευρω­παίου στο Μεξικό, που δεν είναι καθόλου ο ί­διος με το θάνατο ενός Ευρωπαίου στην Ευ­ρώπη και το θάνατο ενός Μεξικανού στο Με­ξικό. ‘Εχει και ο θάνατος τη γεωγραφία του. «Έθνος», 25-11-1984.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s