Τζέισον Μπορν (Jason Bourne) (2016) Σκηνοθεσία: Πολ Γκρίνγκρας | αναλυτική παρουσίαση – κριτικές για την ταινία

 

jason-bourne-greek-poster

Ηθοποιοί: Ματ Ντέιμον, Αλίσια Βικάντερ, Τζούλια Στάιλς, Τόμι Λι Τζόουνς, Βενσάν Κασέλ, Ριζ Αχμέντ

Είδος: Δράσης, Περιπέτεια, Θρίλερ

Ημερομηνία Εξόδου: 1 Σεπτεμβρίου 2016

ΗΠΑ. 2016. Διάρκεια: 123΄. Διανομή: U.I.P.

ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ 2016-2017

«120 Χρόνια Κινηματογράφου» σε 12 μαθήματα- Σεμινάριο Ιστορίας, Θεωρίας και Κριτικής Κινηματογράφου|| Έναρξη Οκτώβρης 2016

ΣΥΝΟΨΗ

Εννέα χρόνια μετά την ανάκτηση της μνήμης του και την εξαφάνισή του, ο πρώην ειδικός πράκτορας Τζέισον Μπορν ξαφνικά καλείται να επιστρέψει στο προσκήνιο, σε μια εποχή που ο κόσμος είναι πιο ασταθής από ποτέ, για να αποκαλύψει την κρυμμένη αλήθεια για το παρελθόν του και τη δολοφονία του πατέρα του. Την ίδια στιγμή, ένα νέο πρόγραμμα έχει δημιουργηθεί με σκοπό να ελέγχει κάθε διαθέσιμο δίκτυο επικοινωνίας και κατ’ επέκταση την παγκόσμια τρομοκρατία καθώς και όλα τα μέσα της νέας τεχνολογίας προς όφελος της αμερικανικής κυβέρνησης.  

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

INFO

Το 2002 γνωρίσαμε για πρώτη φορά τον υπερκατάσκοπο με τα αρχικά J.B: τον Jason Bourne (Τζέισον Μπορν) που έψαχνε εναγωνίως να μάθει ποιος είναι… Το 2004 ο άρτια εκπαιδευμένος δολοφόνος Τζέισον Μπορν επέστρεψε για να πάρει την εκδίκησή του, με τον Πολ Γκρίνγκρας να σκηνοθετεί, παίρνοντας τη σκυτάλη από τον Νταγκ Λάιμαν. Και το 2007 ήρθε η ώρα που ο Τζέισον Μπορν θυμήθηκε τα πάντα κι αναγκάστηκε να χαθεί από την ενεργό δράση προκειμένου να μην τον σκοτώσουν… εκείνοι που τον δημιούργησαν! Τώρα η ενεργοποίηση ενός νέου προγράμματος αναγκάζει τον Τζέισον Μπορν να βγει στην επιφάνεια και να προσπαθήσει να βρει ποιος σκότωσε τελικά τον πατέρα του και τον έκανε να καταταγεί εθελοντικά στο πειραματικό αυτό πρόγραμμα των Μυστικών Υπηρεσιών.

«Χωρίς Ταυτότητα», «Στη Σκιά των Κατασκόπων», «Το Τελεσίγραφο του Μπορν»: ο Τζέισον Μπορν κατάφερε και δημιούργησε τόσο φανατικό κοινό, που οι εισπράξεις των τριών ταινιών έφτασαν σχεδόν το ένα δισεκατομμύριο δολάρια στο παγκόσμιο box office!

O ειδικός πράκτορας Tζέισον Μπορν ήταν ήδη γνωστός στους αναγνώστες των best sellers του Ρόμπερτ Λάντλαμ, αλλά χάρη στην κινηματογραφική μεταφορά του, έγινε ιδιαίτερα δημοφιλής και στο κινηματογραφόφιλο κοινό και πλέον οι χορογραφημένες σκηνές ξέφρενης δράσης και καταδιώξεων είναι συνώνυμες με το franchise.

Το κοινό, επί δέκα χρόνια, απαιτούσε την επιστροφή του δημιουργικού διδύμου Ντέιμον-Γκρίνγκρας… οπότε, η επιθυμία του έγινε διαταγή! Μέσα σε αυτά τα χρόνια ο κόσμος έχει αλλάξει πολύ… Τα κοινωνικοπολιτικά γεγονότα που προκάλεσαν παγκόσμιες αλλαγές αποτέλεσαν την ιδανική αφορμή, για τους δημιουργούς, προκειμένου ο Μπορν (Ματ Ντέιμον) να εμφανιστεί και πάλι στο προσκήνιο. Στην μετα-Σνόουντεν εποχή, η διάκριση των καλών από τους κακούς είναι σχεδόν αδύνατη… Η ανάγκη για ασφάλεια και προστασία έρχεται σε σύγκρουση με την έννοια του ιδιωτικού, ενώ και η ανάγκη πλήρους διαφάνειας είναι ένα θέμα που έχει πολλές προσεγγίσεις όσον αφορά στο μέτρο που αυτή μπορεί να εφαρμοστεί.

Μπορεί να δήλωνε ο Ντέιμον πως «Δεν είμαι ακριβώς ο πρώτος ηθοποιός που σου έρχεται στο μυαλό όταν προσπαθείς να φανταστείς έναν υπερκατάσκοπο πέντε ηπείρων», αλλά πλέον σχολιάζει «Αγαπάμε τον Μπορν, όπως κι όλος ο κόσμος, και ψάχναμε αφορμή για να γυρίσουμε την επόμενη ταινία. Συζητούσαμε για πιθανές ιδέες και πάντα κάπου κολλούσαμε. Στο μεταξύ κάναμε μαζί μια άλλη ταινία (Green Zone). Η αλλαγή του κόσμου ήταν η ιδανική αφορμή για την επόμενη ταινία. Οπότε, το επόμενο βήμα ήταν να βρούμε πού ήταν ο ήρωας αυτά τα 12 χρόνια που μεσολάβησαν αφότου έφυγε από την υπηρεσία.» Και τον βρίσκουμε στα Ελληνοαλβανικά σύνορα, να επιδίδεται σε «στοιχηματικό» ξύλο, ελεύθερο από την ταυτότητα του Τζέισον Μπορν, αλλά όχι ήσυχο…

Στην ταινία ξαναβλέπουμε και την Τζούλια Στάιλς, που μπορεί στο Bourne Identity να νομίζαμε πως πέθανε, αλλά με ένα re-cut, 15 χρόνια μετά, τη βρίσκουμε και πάλι, τώρα μια δυναμική γυναίκα, να προσπαθεί να βγει κι εκείνη από τη σκιά και να αποκαλύψει όλα όσα κάνει η κυβέρνηση.

Στο ρόλο του «κακού» αυτή τη φορά βρίσκουμε τον Τόμι Λι Τζόουνς που ως αρχηγός της CIA θέλει να αποκτήσει πλήρη πρόσβαση σε ένα νέο σύστημα με το οποίο θα μπορεί να μπαίνει σε όλα τα αρχεία και τις συνομιλίες, ενώ η Αλίσια Βικάντερ αναλαμβάνει το ρόλο της μορφωμένης, σύγχρονης γυναίκας που κυνηγάει την καριέρα της κι η οποία θέλει να αφήσει το στίγμα της και να αποδείξει την αξία της, φέρνοντας πίσω στην Υπηρεσία τον Μπορν. Ο Βενσάν Κασέλ με τη σειρά του αναλαμβάνει το ρόλο του μυστικού εκτελεστικού οργάνου της CIA καθώς και μόνο η προοπτική να συνεργαστεί με τον Γκρίνγκρας ήταν αρκετή για να πει το ναι στην παραγωγή, ανεξαρτήτως ρόλου.

Αν οι σκηνές καταδίωξης των τριών πρώτων ταινιών θεωρούνται χαρακτηριστικές του είδους, οι νέες ανατρέπουν τα δεδομένα! Έτσι, βασικά συστατικά και της ταινίας αυτής είναι, μεταξύ άλλων, οι ριψοκίνδυνες σκηνές καταδίωξης με μοτοσυκλέτα, αμάξι, αλλά και με τα πόδια, οι μάχες σώμα με σώμα, η έντονη δράση, η ίντριγκα και οι διπλές συνωμοσίες, ενώ η απειλή της παγκόσμιας τρομοκρατίας και του πανίσχυρου διαδικτύου καλύπτει όλη την πλοκή…

Η ταινία μας ταξιδεύει σε Ευρώπη κι Αμερική, αφού τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν σε Τενερίφη (όπου με πολλή «ανακατασκευή» πινακίδων δρόμων, αφισών και όλων των περιφερειακών στοιχείων που όφειλαν να μοιάζουν ελληνικά και σύγχρονα «παλαιωμένα», γυρίστηκαν οι σκηνές των διαδηλώσεων και των αναταραχών της «Αθήνας» αλλά χρησίμευσε και για τις σκηνές στη «Βηρυτό», τη «Ρώμη», το «Ρέικιαβικ»), Λονδίνο, Βερολίνο, Ουάσιγκτον και Λας Βέγκας…

Ο ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ

Ο Πολ Γκρίνγκρας είναι γνωστός για την ιδιαίτερη σκηνοθετική ματιά του, που είναι εμφανής στις ταινίες ντοκουμέντο που τον έχουν καθιερώσει στο χώρο.

Έγινε αρχικά γνωστός με την ταινία Bloody Sunday, που σάρωσε όλα τα βραβεία [Berlinale, Sundance Festival], δίνοντάς του το διαβατήριο για το Χόλυγουντ.

Η μεγάλη «έκπληξη» και η καταξίωσή του επήλθε με την ταινία United 93, για την οποία και προτάθηκε για Όσκαρ, ενώ το 2014 προτάθηκε για Χρυσή Σφαίρα για την ταινία Captain Phillips.

Έχει επίσης στο ενεργητικό του μερικές σειρές για τη βρετανική τηλεόραση, το επίσημο film του Live Aid, αρκετά ντοκιμαντέρ, καθώς και την ταινία Resurrected.

Παλαιότερες ταινίες: Resurrected, The Theory of Flight, Bloody Sunday, The Bourne Supremacy, United 93, The Bourne Ultimatum, Green Zone, Captain Phillips.

Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

H εφημερίδα Chicago Sun-Times έχει γράψει: «Μη διανοηθείς να ξεκινήσεις ένα βιβλίο του Ρόμπερτ Λάντλαμ, εάν έχεις να πας στη δουλειά το επόμενο πρωί…»

Η αρχή έγινε το 1986… και οι περιπέτειες του Τζέισον Μπορν παρέμειναν στη λίστα με τα πιο εμπορικά βιβλία των New York Times για 25 εβδομάδες, εκ των οποίων τις 8 στην κορυφή. Είναι ένα από τα 21 μυθιστορήματα του Νεοϋορκέζου συγγραφέα, ο οποίος πέθανε το Μάρτιο του 2001 σε ηλικία 74 ετών. Τα βιβλία του έχουν μεταφραστεί σε 32 γλώσσες και υπολογίζεται ότι παγκοσμίως έχουν σημειώσει πωλήσεις άνω των 210 εκατομμυρίων αντιτύπων.

ΤΟ ΚΑΣΤ

ΜΑΤ ΝΤΕΪΜΟΝ

Γεννήθηκε το 1970 στη Μασαχουσέτη.

Έκανε το ντεμπούτο του στη μεγάλη οθόνη το 1988, με ένα μικρό ρόλο στην ταινία Mystic Pizza στο πλευρό της Τζούλια Ρόμπερτς.

Ακολούθησε η συμμετοχή του στην ταινία School Ties, δίπλα στους Μπρένταν Φρέιζερ, Κρις Ο’ Ντόνελ και Μπεν Άφλεκ και στην ταινία Geronimo: An American Legend.

Με τον Μπεν Άφλεκ είναι επιστήθιοι φίλοι κι έχουν γράψει από κοινού το σενάριο για την ταινία Good Will Hunting που τους χάρισε και το Όσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου το 1997.

Έχει προταθεί 7 φορές για Χρυσή Σφαίρα (Good Will Hunting (σεναρίου και ηθοποιίας),The Talented Mr. Ripley, Invictus, The Informant!, Behind The Candelabra, The Martian) κερδίζοντάς την για την ταινία The Martian και 4 φορές για Όσκαρ (Good Will Hunting (σεναρίου και ηθοποιίας), Invictus, The Martian) κερδίζοντάς το για το σενάριο της ταινίας Good Will Hunting.

Παλαιότερες ταινίες: Mystic Pizza, School Ties, Geronimo: An American Legend, Good Will Hunting, Saving Private Ryan, Dogma, The Talented Mr Ripley, Ocean’s Eleven, The Majestic, The Bourne Identity, Confessions of a Dangerous Mind, Ocean’s Twelve, The Brothers Grimm, Syriana, The Departed, The Good Shepherd, Ocean’s Thirteen, The Bourne Ultimatum, The Informant!, Invictus, Green Zone, Hereafter, Contagion, Margaret, We Bought a Zoo, Promised Land, Elysium, The Zero Theorem, The Monuments Men, Interstellar, The Martian.

ΑΛΙΣΙΑ ΒΙΚΑΝΤΕΡ

Γεννήθηκε το 1988 στη Σουηδία.

Μετά από αρκετές σκανδιναβικές ταινίες, την πρωτοείδαμε στην ταινία A Royal Affair.

Κέρδισε Όσκαρ Β’ Γυναικείου Ρόλου για την ερμηνεία της στην ταινία The Danish Girl.

Παλαιότερες ταινίες: A Royal Affair, Anna Karenina, The Fifth Estate, Testament of Youth, Son of a Gun, Seventh Son, Ex Machina, The Man from U.N.C.L.E., The Danish Girl, Burnt.

ΤΟΜΙ ΛΙ ΤΖΟΟΥΝΣ

Γεννήθηκε το 1946 στο Τέξας και σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Harvard.

Έκανε το ντεμπούτο του με την ταινία Love Story.

Κέρδισε Όσκαρ β’ ρόλου και Χρυσή Σφαίρα για την ερμηνεία του στην ταινία The Fugitive, ενώ είχε προταθεί για Όσκαρ και για την ερμηνεία του στις ταινίες JFK, The Valley of Elah, Lincoln, καθώς και για Χρυσή Σφαίρα για την ερμηνεία του στις ταινίες Coal Mine’s Daughter, Lonesome Dove, Lincoln.

Το 1995 έκανε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο με την τηλεταινία The Good Old Boys.

Παλαιότερες ταινίες: Love Story, Life Study, Eliza’s Horoscope, Jackson County Jail, The Betsy, Eyes of Laura Mars, Coal Miner’s Daughter, Back Roads, The River Rat, Black Moon Rising, The Big Town, Stormy Monday, The Package, Fire Birds, JFK, Heaven & Earth, House of Cards, The Fugitive, The Client, Men In Black, U.S. Marshals, Double Jeopardy, Rules of Engagement, Space Cowboys, Men In Black II, The Hunted, The Missing, The Three Burials of Melquiades Estrada, In the Valley of Elah, The Company Men, Captain America: The First Avenger, Men in Black 3, Hope Springs, Emperor, Lincoln, The Family, The Homesman, Criminal.

TZOYΛΙΑ ΣΤΑΪΛΣ

Γεννήθηκε το 1981 στη Νέα Υόρκη.

Η εφημερίδα Los Angeles Times έχει γράψει ότι πρόκειται για «μία από τις πιο ταλαντούχες και ατρόμητες ηθοποιούς του Χόλυγουντ»!

Έχει καταφέρει να συνεργαστεί με έγκριτους σκηνοθέτες του ανεξάρτητου κυκλώματος, αλλά ταυτόχρονα συμμετέχει και σε παραγωγές των μεγάλων στούντιο.

Έχει προταθεί για Χρυσή Σφαίρα και Emmy για την ερμηνεία της στην τηλεοπτική σειρά Dexter.

Παλαιότερες ταινίες: I Love You I Love You Not, The Devil’s Own, Wicked, Wide Awake, 10 Things I Hate About You, Down To You, Hamlet, State and Main, Save the Last Dance, The Business of Strangers, 0, The Bourne Identity, Mona Lisa Smile, The Prince & Me, The Bourne Supremacy, Edmond, A Little trip to Heaven, The Omen, The Bourne Ultimatum, Gospel Hill, The Cry of the Owl, It’s A Disaster, Girl Most Likely, Silver Linings Playbook, Between Us, Closed Circuit, Out of the Dark, Blackway, Misconduct.

i-gnomi-ton-kritikon-jason-bourne

Συνοπτική κριτική (Γιάγκος Αντίοχος Αθηνόραμα 2,5/5)

Δεν λείπει κάποιο συστατικό από την επιτυχημένη συνταγή του παρελθόντος στην πέμπτη ταινία της σειράς. Η κουνημένη κάμερα του Γκρίνγκρας και η διαπεραστική ματιά του Ντέιμον, παρούσες και στο franchise, αβαντάρουν εκ νέου το φαντασμαγορικό θέαμα. Αυτά που μοιάζουν να έχουν χαθεί είναι η ενέργεια και το νεύρο που έβγαζε κάθε σκηνή στην πρώτη τριλογία. (Ποιος μπορεί π.χ. να ξεχάσει την καταδίωξη της Ταγγέρης;) Το πρόβλημα εστιάζεται στο σενάριο, με τις υποπλοκές και τους νέους χαρακτήρες να δείχνουν ανήμποροι να υποστηρίξουν το σασπένς και τη δράση. Μοναδική εξαίρεση η Αλίσια Βικάντερ στο ρόλο του φιλόδοξου στελέχους της CIA Χίδερ Λι, η οποία καταφέρνει να συνθέσει μαζί με τον Ματ Ντέιμον ένα δίδυμο με ψαχνό, γεμάτο ηθικές, πολιτικές και ψυχολογικές αντιθέσεις.

http://www.athinorama.gr/

Τζέισον Μπορν

Jason Bourne

του Πολ Γκρίνγκρας

ΚΡΙΤΙΚΗ Λήδα Γαλανού 15 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2016 [3/5 ]

Ο Ματ Ντέιμον επιστρέφει στο franchise που αγάπησε με ακόμη μια περιπέτεια που φτάνει μέχρι τηνΑθήνα.

Αν θεωρήσουμε το «The Bourne Legacy» του 2012, με τον Τζέρεμι Ρένερ, ως μια ελαφρώς άνοστη παρένθεση, το δίδυμο Πολ ΓκρίνγκραςΜατ Ντέιμον επιστρέφουν στην οθόνη εννέα χρόνια μετά την τελευταία τους περιπέτεια, για ναποδείξουν ότι, σταλήθεια, εκείνοι έχουν τον έλεγχο τηςκληρονομιάς του Τζέισον Μπορν. Και το κάνουν με ένταση και θαυμάσια σκοτεινή διάθεση.

Με την έναρξη της ταινίας, τα πράγματα είναι ξεκάθαρα: ο Μπορν, ο χωρίς μνήμη έκπτωτος πράκτορας, είναι κατεστραμμένος, έχει καταντήσει να παίζει σε βρώμικους αγώνες πάλης στα ελληνοαλβανικά σύνορα για να βιοπορίζεταικαι να αυτοτιμωρείται. Ο δρόμος θα τον οδηγήσει στην ταραγμένη από τις διαδηλώσεις Αθήνα (όχι, τα γυρίσματα δεν έγιναν εδώ, η παραγωγή, χωρίς κίνητρο από την ελληνική πολιτεία, προτίμησε την Ισπανία), όπου θα συναντήσει μια παλιά μας φίλη, τη Νίκι Πάρσονς, η οποία έχει περάσει «από την άλλη πλευρά» και θα του δώσει αρχεία με κρατικά μυστικά, «πιο αποκαλυπτικά κι απτου Σνόουντεν». Ετσι, ο Τζέισον θα βρεθεί αντιμέτωπος με την παγκόσμια κατασκοπεία, με το παρελθόν του που ξετρυπώνει στις πιο ανεπιθύμητες στιγμές, με την αλήθεια για τον πατέρα του και με μια νεαρή προσθήκη στη CIA, με τη μορφή της Αλίσια Βικάντερ, φιλόδοξη κι αποφασισμένη, η οποία χρησιμοποιεί όλη τη διεισδυτική τεχνολογία για να τον εντοπίσει και να τον παγιδεύσει. Την ίδια ώρα, ο διοικητής της CIA, ο Ρόμπερτ Ντιούι του Τόμι Λι Τζόουνς, κάνει πλάτες σέναν καινούριο, έτοιμο να κατακτήσει τον κόσμο, επιχειρηματία του διαδικτύου (ο Ριζ Αχμέντ του «The Night of»), ζητώντας ως απλό αντάλλαγμα πρόσβαση στα προσωπικά στοιχείαολόκληρης της ανθρωπότητας.

Διατρέχοντας αποστάσεις από την Αθήνα στο Λονδίνο κι από το Ρέικιαβικ στην αμερικανική Δυτική Ακτή, ο Πολ Γκρίνγκρας δε χάνει ούτε για ένα δευτερόλεπτο τη συγκέντρωση στις προθέσεις του. Αυτός εδώ ο Τζέισον Μπορν φέρει το βάρος και τον επιπλέον μηδενισμό της ηλικίας του, η αντιηρωική διάστασή του είναι ακόμα πιο πικρή και η συνομωσία επίκαιρα παγκόσμια. Η δράση είναι διαρκής, ξετυλίγεται χωρίς ανάσα, αλλά και χωρίς κινήσεις εντυπωσιασμού: διοχετεύεται στους μεγάλους, πολυσύχναστους αστικούς δρόμους, για να νιώσουμε ότι τίποτα γύρω μας δεν είναι ασφαλές. Η αγωνία είναι εντατική και βρώμικη, μένα ύφος ξεχωριστά ρεαλιστικό για mainstream περιπέτεια. Κι αν η αναπαράσταση της Αθήνας είναι εκπληκτική, από τις διαφημίσεις των οπτικών Ορασις ως τις στάσεις λεωφορείων και τη μηχανή της ελληνικής αστυνομίας που καβαλάει ο ήρωας, άλλο τόσο αληθοφανές είναι ολόκληρο το σύμπαν του: απειλητικό και χωρίς διέξοδο.

Μέσα σαυτόκαι μέχρι, τουλάχιστον, την αυτοκινητοκαταδίωξη του φινάλε που μοιάζει βγαλμένη από άλλη, πιο fast και πιο furious, ταινίαο Ματ Ντέιμον αναδεικνύεται ζοφερός βασιλιάς. Κοντά του, αντίθετα, η Τζούλια Στάιλς είναι απλώς περαστική, ο Τόμι Λι Τζόουνς πατενταρισμένος, ο Ριζ Αχμέντ ενσαρκώνει έναν ήρωα στερεοτυπικό, ο Βενσάν Κασέλ μοιάζει να έχει μπερδέψει ποια, ακριβώς, καρικατούρα υποδύεται αυτή τη φορά. Μόνο η Αλίσια Βικάντερ, ψυχρή, συγκρατημένη και ατμοσφαιρική, περνά τις εξετάσεις που θα την οδηγήσουν, υποθέτουμε, να ξανασυναντήσει τον Τζέισον Μπορν και στην επόμενη κινηματογραφική περιπέτειά του.

http://flix.gr/

Κριτική [2,5/5]

Τζέισον Μπορν

Από Γιάγκο Αντίοχο – 01/09/2016

Η Νίκι Πάρσονς εμφανίζεται ξαφνικά στη ζωή του Τζέισον Μπορν, έχοντας στα χέρια της ένα στικάκι με πληροφορίες σχετικά με σκοτεινές επιχειρήσεις της CIA. Η συνάντησή τους στη φλεγόμενη από αντιμνημονιακές κινητοποιήσεις Αθήνα θα πάρει απροσδόκητη τροπή, με τον πρώην πράκτορα να ταξιδεύει σε Βερολίνο, Λονδίνο και, τέλος, στην πατρίδα του. Σκοπός του να αναμετρηθεί με το παρελθόν και να σταματήσει το μυστικό πρόγραμμα της CIA που θέλει να ελέγξει τον κυβερνοχώρο, σε μια περιπέτεια με τεχνικά άρτια δράση, αλλά χωρίς την ενέργεια και το νεύρο του παρελθόντος.

Οι ταινίες με πρωταγωνιστή τον αμνησιακό πράκτορα Τζέισον Μπορν δημιούργησαν κινηματογραφική τομή στο είδος των περιπετειών τον 21ο αιώνα. Καταρχάς, το φρενήρες σκηνοθετικό στιλ (shaky cam ) του Πολ Γκρίνγκρας άνοιξε νέους ορίζοντες στο χώρο της action υπερπαραγωγής, ενώ ο Ματ Ντέιμον έθεσε καινούργια στάνταρντ στον σύγχρονο αντιήρωα. Παράλληλα η σειρά ταινιών περιείχε εύστοχα ηθικά ερωτήματα πάνω στις μεθόδους που χρησιμοποίησαν οι μυστικές υπηρεσίες στον περίφημο «πόλεμο ενάντια στην τρομοκρατία» του Τζορτζ Μπους. Εννιά χρόνια μετά το εξαιρετικό φινάλε της πρώτης τριλογίας με το «Τελεσίγραφο του Μπορν» και μία τετραετία μετά την «Κληρονομιά του Μπορν», που προσπάθησε, αλλά δεν κατάφερε να καλύψει την απουσία των Γκρίνγκρας – Ντέιμον, ο αγαπημένος πρώην κατάσκοπος επιστρέφει στην οθόνη.

Μάλιστα, το καινούργιο κινηματογραφικό ταξίδι του τον φέρνει στη χώρα μας (τα γυρίσματα βέβαια έγιναν στην Τενερίφη ), όπου αγωνίζεται σε παράνομους αγώνες μποξ για να βγάλει τα προς το ζην. Η Νίκι Πάρσονς εμφανίζεται ξαφνικά στη ζωή του, έχοντας στα χέρια της ένα στικάκι με πληροφορίες για σκοτεινές επιχειρήσεις της CIA. Η συνάντησή τους στη φλεγόμενη από αντιμνημονιακές κινητοποιήσεις Αθήνα θα πάρει απροσδόκητη τροπή, με τον πρώην πράκτορα να ταξιδεύει σε Βερολίνο, Λονδίνο και, τέλος, στην πατρίδα του για να αναμετρηθεί με το παρελθόν αλλά και να σταματήσει το μυστικό πρόγραμμα της CIA που θέλει να ελέγξει τον κυβερνοχώρο.

Η σειρά ταινιών εκσυγχρονίζεται λοιπόν, περνώντας από την περίοδο Μπους στη μετα-Σνόουντεν εποχή, όπου το ζήτημα της ελευθερίας στις νέες τεχνολογίες βρίσκεται στο προσκήνιο. Μόνο που το εξελιγμένο κινηματογραφικό λογισμικό το οποίο «τρέχει» η πέμπτη ταινία του Μπορν δεν ενθουσιάζει. Όχι ότι λείπει κάποιο συστατικό από την επιτυχημένη συνταγή του παρελθόντος… Η κουνημένη κάμερα­ του Γκρίνγκρας και η διαπεραστική­ ματιά του Ντέιμον, παρούσες στο franchise, αβαντάρουν εκ νέου το φαντασμαγορικό θέαμα. Αυτά που μοιάζουν να έχουν χαθεί είναι η ενέργεια και το νεύρο που έβγαζε κάθε σκηνή στην πρώτη τριλογία. (Ποιος μπορεί π.χ. να ξεχάσει την καταδίωξη της Ταγγέρης; ) Το πρόβλημα εστιάζεται στο σενάριο, με τις υποπλοκές και τους νέους χαρακτήρες να δείχνουν ανήμποροι να υποστηρίξουν το σασπένς και τη δράση.

Η υπόθεση του προγραμματιστή Άαρον Καλούρ είναι ξεκρέμαστη και αφελής, το αδικαιολόγητα επαναλαμβανόμενο φλας μπακ της δολοφονίας του πατέρα του Μπορν ανώφελο, ενώ έχουμε σίγουρα δει τον Τόμι Λι Τζόουνς και σε καλύτερες ερμηνευτικές στιγμές. Μοναδική εξαίρεση η Αλίσια­ Βικάντερ στο ρόλο του φιλόδοξου στελέχους της CIA Χίδερ Λι, η οποία καταφέρνει να συνθέσει μαζί με τον Ματ Ντέιμον ένα δίδυμο με ψαχνό, γεμάτο ηθικές, πολιτικές και ψυχολογικές αντιθέσεις.

http://www.athinorama.gr/

Ο πιο επικίνδυνος πρώην πράκτορας της CIA αφήνει την κρυψώνα του για να ανακαλύψει επικίνδυνα μυστικά από το παρελθόν του.

ΚΡΙΤΙΚΗ Από τον ΘΟΔΩΡΗ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟ [4/5]

Η γενικότερη εικόνα του πέμπτου επεισοδίου των περιπετειών του Τζέισον Μπορν είναι η ψευδαίσθηση της πλήρους ασφάλειας των απαράβατων προσωπικών δεδομένων σε μια περίοδο ψηφιακής ελευθερίας, στη μετα-Σνόουντεν εποχή: ο ήρωας, ένας ικανότατος κατάσκοπος χωρίς ταυτότητα, εξακολουθεί να κυκλοφορεί ασύλληπτος, σαν ρακοσυλλέκτης χωρίς προοπτική, και μάλιστα στα βόρεια σύνορα της Ελλάδας, παίζοντας ξύλο επί πληρωμή σε υπαίθριες μονομαχίες σώμα με σώμα, εξασκώντας τα ένστικτα επιβίωσής του με τον πιο ταπεινό τρόπο, την ίδια στιγμή που τα αρχεία της CIA προσβάλλονται από μια ακτιβίστρια (Τζούλια Στάιλς) στο Ρέικιαβικ, με άμεσο κίνδυνο δημοσιοποίησης, γεγονός που κινητοποιεί τον διευθυντή της υπηρεσίας, Ντιούι (πάντα βλοσυρός και πικρός σαν φαρμάκι ο Τόμι Λι Τζόουνς στον ρόλο της παλιάς καραβάνας με τις περιορισμένες επιλογές). Με αστραπιαίες κινήσεις, η δράση μεταφέρεται στην πολιτικά ταραγμένη Αθήνα, όπου ο Μπορν μπλέκει ξανά, ενεργοποιώντας μια προσωπική θυρίδα μνήμης, αποσπασματικά «βλέποντας» στο παρελθόν τον πατέρα του να τον αποχαιρετά ανήσυχος, για τελευταία και βαρέως προειδοποιητική φορά, πριν από την, υποτιθέμενη, τρομοκρατική ανατίναξη του αυτοκινήτου του στη Βηρυτό. Παράλληλα, ένας νέος Τζομπς λανσάρει με θεαματική αυτοπεποίθηση μια ψηφιακή πλατφόρμα με τον εύστοχο τίτλο Deep Dream, έναν τεχνολογικό παράδεισο για τα social media.

Κι ενώ ο Άαρον Καλούρ υπόσχεται να βυθίσει τους μελλοντικούς πελάτες του σε έναν βαθύ ύπνο μακάριας πλοήγησης, η CIA ονειρεύεται τον ιδανικότερο δυνατό έλεγχο μέσω του Διαδικτύου, με έτοιμο πελατολόγιο, και κρατάει γερά τον Καλούρ με προηγούμενες διευκολύνσεις που του παρείχε. Ο καθένας έχει τη δική του ατζέντα και στον ανταγωνισμό προστίθενται ένας προδομένος, πρώην συνάδελφος του Μπορν στην αποτυχημένη μαύρη επιχείρηση Blackbriars (ο Βενσάν Κασέλ) και μια φιλόδοξη υπάλληλος της CIA (Αλίσια Βικάντερ), η οποία αυτοπροωθείται, εκμεταλλευόμενη την αδυναμία του αφεντικού της να καθαρίσει την υπόθεση. Σε απόλυτα μεγέθη, η περίπτωση του Μπορν που συνέρχεται σταδιακά από την αμνησία του και ανακτά την καταγωγή του πρισματικά και ανορθόδοξα, σαν σπασμένο γυαλί που κολλά άτσαλα (όταν δεν σπάει τον λαιμό κάποιου, οποιουδήποτε αντιπάλου του), δεν εξελίσσεται θεαματικά. Ωστόσο, η ένταξή του σε έναν γενικότερο κοινωνικό προβληματισμό, σε ένα περιβάλλον διαβολής και διαπλοκής, βοηθά σημαντικά την ταινία «Τζέισον Μπορν» να συνέλθει από τη νωθρότητα της αμέσως προηγούμενης, «Η κληρονομιά του Μπορν», που υπέφερε από έλλειψη στόχου και άτυχης σύγκρισης του Τζέρεμι Ρένερ με τον αυθεντικό, σθεναρό, ολόψυχα και ολόσωμα δοσμένο στον χαρακτήρα, Ματ Ντέιμον. Κυρίως, όμως, δεν χωράει αμφιβολία πως ο Πολ Γκρίνγκρας που επανέρχεται στα σκηνοθετικά ηνία, στο σενάριο και στην παραγωγή είναι η κινητήρια δύναμη πίσω από ένα καταιγιστικό concept περιπέτειας για ενηλίκους, χορταστικό και αγωνιώδες όσο ποτέ. Στα πρώτα δύο επεισόδια ο Άγγλος σκηνοθέτης έδειξε πως δεν υπάρχει καλύτερος στην κινηματογράφηση σωματικής μάχης, με το μοντάζ σχεδόν εξαφανισμένο ανάμεσα στους δράστες. Εδώ αποδεικνύει περίτρανα πως δεν υπάρχει άλλος που να ταρακουνά τόσο πολύ την κάμερα χωρίς να εκνευρίζει ή να προκαλεί την αίσθηση της περιττής έντασης. Με έκδηλο το κοντράστ ανάμεσα στους στατικούς «παρακολουθητές» πίσω από τα μόνιτορ των υπηρεσιών και τους υπολογιστές που κατεβάζουν αρχεία, και στους υπερκινητικούς πρωταγωνιστές ξεκαθαρίσματος λογαριασμών, ο Γκρίνγκρας στήνει γιγαντιαίες σεκάνς καταδίωξης που αποδίδουν τα μέγιστα. Όπως είναι γνωστό, οι σκηνές των αθηναϊκών διαδηλώσεων γυρίστηκαν στην Τενερίφη, και, μολονότι σίγουρα οι παρατηρητικοί θα γκρινιάξουν για μερικές αναληθοφάνειες, το στήσιμο είναι πειστικό στο σύνολό του και η αίσθηση της σύγχρονης ελληνικής πρωτεύουσας, από τις εναέριες λήψεις, τις ταραχές στη Βουλή και το κυνηγητό μπροστά στο φανταστικό άγαλμα της Αθηνάς και την υποτιθέμενη οδό Σολωμού, θα μπορούσαν να έχουν γυριστεί εδώ, αν και εφόσον…. Πηγή: www.lifo.gr

ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΙΑΝΝΗ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ

Στο «Jason Bourne» (ΗΠΑ, 2016) ο Ματ Ντέιμον υποδύεται για τέταρτη φορά στην καριέρα του τον πράκτορα του τίτλου τον οποίο γνωρίσαμε για πρώτη φορά στο σινεμά το 2002 στο «Χωρίς ταυτότητα» (είχε προηγηθεί μια τηλεταινία αδιάφορη με τον Ρίτσαρντ Τσαμπερλέιν). Εκεί ο Μπορν, αποσυρμένος από την υπηρεσία που τον καταζητούσε, αναζητούσε τον εαυτό του έχοντας χάσει τη μνήμη του. Σήμερα εξακολουθεί να είναι αποσυρμένος από την υπηρεσία (που εξακολουθεί να θέλει να τον σκοτώσει) ενώ τα ερωτήματά του συνεχίζονται. Ενα από τα οποία είναι η σχέση που είχε ο ίδιος ο πατέρας του με τη στρατολόγησή του στη CIA. Και όλα δείχνουν ότι ο νυν διευθυντής της CIA (ο Τόμι Λι Τζόουνς στα μοχθηρά του) έχει λερωμένη τη φωλιά του. Αυτό θα σημάνει κατά μέτωπο επίθεση του Μπορν, ο οποίος δεν συνηθίζει να χαρίζεται αν πεισμώσει και έχει πάντα την ικανότητα να τα καταφέρνει με το μυαλό αλλά και τη σωματική δύναμή του.
Για μία ακόμη φορά η δράση είναι ασταμάτητη, με εξαιρετικά δύσκολες σκηνές κυνηγητών αυτοκινήτων και μοτοσικλετών στο Βερολίνο, στο Λονδίνο, στο Λας Βέγκας. Υπάρχουν ακόμη και σκηνές με φόντο την Αθήνα, με τη διαφορά ότι γυρίστηκαν στην Τενερίφη και εν συνεχεία μονταρίστηκαν έτσι ώστε να φαίνεται ότι γυρίστηκαν μέσα σε επεισόδια διαδηλώσεων στο Σύνταγμα. Το αποτέλεσμα είναι εντελώς ψεύτικο (φαίνεται το «πείραγμα»), ενώ όση προσπάθεια και να έχει γίνει, η ταινία δεν μπορεί να καλύψει τη γεύση του ξαναζεσταμένου φαγητού και της επανάληψης. Βλέπεις ξανά τα ίδια και τα ίδια, με διαφορετικά πρόσωπα, αν εξαιρέσεις τον Ντέιμον: η Αλίσια Βικάντερ κρατά τον ρόλο της νεαρής πράκτορος που δείχνει να θέλει να τον βοηθήσει και ο Βενσάν Κασέλ τον «εξωτερικό» σύνδεσμο της CIA που έχει λάβει εντολή να σκοτώσει τον Μπορν.

Βαθμολογία: 2 /5

http://www.tovima.gr/

Τζέισον Μπορν

TYLER DURDEN 1 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2016

Ο Τζέισον Μπορν (Ματ Ντέιμον) κάνει την επανεμφάνισή του και στην CIA εμφανίζονται δύο τάσεις. Εκείνη που εκπροσωπεί ο διευθυντής της υπηρεσίας, Ρόμπερτ Ντιούι (ο οποίος θέλει πάση θυσία νεκρό τον Μπορν) και εκείνη που αναδύεται μέσω της Χέδερ Λι, ειδική στις κυβερνοεπιθέσεις (τον πρώτο ερμηνεύει ο Τόμι Λι Τζόουνς, τη δεύτερη η Αλίσια Βικάντερ). Η Λι πιστεύει ότι μπορεί να φέρει πίσω στην υπηρεσία τον Μπορν, την κατάλληλη στιγμή. Ο πρώην πράκτορας, όμως, βασανίζεται από νέες αποκαλύψεις: όταν η Νίκι Πάρσονς εμφανίζεται στην Αθήνα με ένα στικάκι που περιέχει πληροφορίες για το παρελθόν του Μπορν και για τον πατέρα του.

Κάμερα στο χέρι, νευρική σκηνοθεσία, έμφαση στον κεντρικό πρωταγωνιστή: ο Πολ Γκρίνγκρας αναλαμβάνει και πάλι τα ηνία του Μπορν (μετά το μικρό διάλειμμα με την Κληρονομιά του Μπορν του Τόνι Γκιλρόι με πρωταγωνιστή τον Τζέρεμι Ρένερ) και προσφέρει όλα αυτά στα οποία μάς έχει συνηθίσει. Εντυπωσιακές και «βρώμικες» σκηνές γεμάτες από κυνηγητά και μάχες σώμα με σώμα.

Το σενάριο είναι κάτι λιγότερο από υποτυπώδες. Ο Τζέισον Μπορν λαμβάνει κάποια καινούρια στοιχεία και συνεχίζει την πορεία προς την εκδίκηση. Η υπόθεση συνοψίζεται στη μία γραμμή, αλλά δεν είναι αυτή που έχει σημασία. Σημασία για τον Γκρίνγκρας είναι να αναδειχθεί η διαφορά της παλιάς σχολής από την καινούρια (η πρώτη θέλει κατά μέτωπον επίθεση, η δεύτερη παρασκηνιακές κινήσεις). Η Αλίσια Βικάντερ είναι ιδανική στο να ερμηνεύσει αυτόν τον ρόλο (και υπέροχο ήταν και το γεγονός ότι σε όλη την ταινία την βλέπαμε με το κλιπ στα μαλλιά της -επιτέλους και μία γυναίκα σε θέση ισχύος που δεν προσπαθεί να σαγηνεύσει, αλλά κάνει απλά και σωστά τη δουλειά της).

Ωστόσο, παρά τις αναφορές στην υπόθεση NSA (η CIA προσπαθεί να αναπτύξει ένα πρόγραμμα που θα παρακολουθεί τους πάντες), η ταινία δεν καταφέρνει να μην κουράσει με τη συνεχή δράση της. Κι ενώ η σκηνή δράσης στην «Αθήνα» (σε εισαγωγικά γιατί η ταινία γυρίστηκε στην Τενερίφη) είναι εντυπωσιακή -και μάλιστα η παραγωγή «κλέβει» πολύ έξυπνα και θα πείσει τους μη έχοντες μεγάλη γνώση της ελληνικής πρωτεύουσας ότι η ταινία γυρίστηκε εδώ, διαθέτει νεύρο, κάθε νέα σκηνή δράσης χάνει κάτι από την έντασή της (ίσως η χειρότερη έρχεται στο τέλος, στην αναμέτρηση ανάμεσα στον Μπορν και τον «Συνεργάτη» (τον ερμηνεύει ο Βενσάν Κασέλ).

Βέβαια, η ταινία δεν εκμεταλλεύεται καθόλου τις διαδηλώσεις στην Αθήνα. Ενώ στην τηλεοπτική σειρά Mr Robot τέτοιου είδους κινητοποιήσεις γίνονται όχημα που εξελίσσουν την πλοκή, στον Μπορν αποτελούν απλά ένα «πολύχρωμο» background για να δοθεί περισσότερη ένταση. Πόσο πιο πλούσιο θα μπορούσε να είναι όμως το φιλμ, αν λάμβανε υπόψη τους λόγους για τους οποίους γίνονται αυτές οι διαδηλώσεις… Κρίμα. Μια χαμένη ευκαιρία.

Οι φαν της σειράς ταινιών θα την παρακολουθήσουν ευχάριστα, σίγουρα, αλλά η ταινία αυτή δεν καταφέρνει να σταθεί στο ύψος της αρχικής τριλογίας, αλλά ούτε και να πει κάτι καινούριο για τον Μπορν. Ίσως ήρθε η ώρα, αυτό το franchise να ολοκληρωθεί σιγά σιγά…

http://cinepivates.gr/

Review: Τζέισον Μπορν – Jason Bourne

Κυριακή, Σεπτεμβρίου 04, 2016 Γιώργος Κόνιαρης

Ο πρώην πράκτορας της CIA, Τζέισον Μπορν επιστρέφει στη δράση, ώστε να ανακαλύψει αλήθειες που κρύβονται πίσω από το θάνατο του πατέρα του και το δικό του παρελθόν.

Η παλιά συνεργάτιδά του Νίκι Πάρσονς (Julia Stiles, Misconduct) έχει στην κατοχή της απόρρητα αρχεία σχετικά με μυστικές επιχειρήσεις της Υπηρεσίας, μέσα στα οποία υπάρχουν και στοιχεία για το παρασκήνιο που καθόρισε τη ζωή του γνωστού πράκτορα.

Μόλις οι δύο τους εντοπίζονται από το «νέο αίμα» στη CIA, Χέδερ Λι (Alicia Vikander, Burnt) και τον σκληροτράχηλο Διευθυντή Ντιούι (Tommy Lee Jones, The Mechanic: Ressurrection), τότε ένα ανελέητο ανθρωποκυνηγητό ξεκινάει και το παρελθόν με το παρόν/μέλλον φτάνουν σε θανάσιμες συγκρούσεις.

Ο Βρετανός σκηνοθέτης Paul Greengrass (Captain Phillips) και ο πρωταγωνιστής Matt Damon (The Martian) επιστρέφουν στις κατασκοπευτικές περιπέτειες του δημοφιλούς χαρακτήρα που έπλασε πρώτα ο συγγραφέας Robert Ludlum.

Το σενάριο σχολιάζει έμμεσα και άμεσα τον σύγχρονο κόσμο του κυβερνοχώρου και το λεπτό θέμα του προσωπικού απορρήτου μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τις υπόγειες συνεργασίες των δημιουργών τους με τα μυστικές υπηρεσίες πληροφοριών και διάφορα απόρρητα κρατικά προγράμματα παρακολουθήσεων.

Στο κομμάτι αυτό κερδίζει αρκετά σημεία η ταινία.

Η προσθήκη του πάντα απολαυστικού Tommy Lee Jones (αν και είναι πια τετριμμένη διανομή του σε ρόλους κυνηγού φυγάδων) και της ραγδαία ανερχόμενης Σουηδής Vikander αποδίδουν και πλάθουν οι δύο τους ρόλους αληθινούς και στιβαρούς.

Η συνεχής δράση δεν αφήνει περιθώρια ανίας και μαστόρικα έχει οικοδομηθεί το σασπένς και οι σκηνές δράσεις με τις ομολογουμένως εντυπωσιακότατες σεκάνς καταδίωξης έχουν χορογραφηθεί και κινηματογραφηθεί με περίσσια δεξιοτεχνία, αν και το μεγαλύτερο μέρος αυτών είναι ανούσιο και ίσως ενοχλήσει τα αυτιά ορισμένων θεατών το εκκωφαντικό μπάχαλο που προκαλούν.

Γενικότερα το Jason Bourne αποτελεί ένα πρώτης τάξεως συνδυασμό κατασκοπευτικού θρίλερ με κλασικό action movie, δίχως να παρουσιάζει σημεία έκπληξης, ενώ πέφτει σε παγίδες εντυπωσιασμού.

Βλέπεται και ξεχνιέται εύκολα.

Η δε πολυσυζητημένη σεκάνς στην Αθήνα (στην πραγματικότητα είναι γυρισμένη στην Τενερίφη, λόγω της παλαιολιθικής αντίληψης της σύγχρονης ελληνικής πολιτείας) δεν πείθει τον Έλληνα θεατή, καθώς αναφέρονται πραγματικά ονόματα οδών που ούτε ο χειρότερος σύμβουλος δεν θα πρότεινε, ενώ κάποιες ελληνικές ατάκες ακούγονται σαν μετάφραση μέσω google.

Η ταμπέλα στους σταθμούς τραίνων, μετρό είναι και ανορθόγραφες σε μερικές περιπτώσεις!!

Στους κινηματογράφους από 1η Σεπτεμβρίου.

Γιώργος Κόνιαρης

http://www.filmboy.gr/

Τζέισον Μπορν – Jason Bourne ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΟΛΥΔΩΡΟΣ

Σύνοψη: Εννέα χρόνια μετά την ανάκτηση της μνήμης του και την εξαφάνισή του, ο πρώην ειδικός πράκτορας Τζέισον Μπορν ξαφνικά καλείται να επιστρέψει στο προσκήνιο, σε μια εποχή που ο κόσμος είναι πιο ασταθής από ποτέ, για να αποκαλύψει την κρυμμένη αλήθεια για το παρελθόν του και τη δολοφονία του πατέρα του. Την ίδια στιγμή, ένα νέο πρόγραμμα έχει δημιουργηθεί με σκοπό να ελέγχει κάθε διαθέσιμο δίκτυο επικοινωνίας και κατ’ επέκταση την παγκόσμια τρομοκρατία καθώς και όλα τα μέσα της νέας τεχνολογίας προς όφελος της αμερικανικής κυβέρνησης (Διανομή: U.I.P.)

Κριτική: Στα χνάρια του άλλου αήττητου πράκτορα, με τον οποίο συμπτωματικά τα ονόματά τους έχουν τα ίδια αρχικά, ο Τζέισον Μπορν επιστρέφει αειθαλής και ας έχουν περάσει εννιά ολόκληρα χρόνια από την προηγούμενη περιπέτειά του. Τουλάχιστον, ο Τζέιμς Μποντ εμφανιζόταν κάθε δυο χρόνια και δεν τον ξεχνούσαμε.

Το νέο περιβάλλον της ταινίας είναι σαφώς επηρεασμένο από τη μετά-Σνόουντεν εποχή (παρακολουθήσεις και χάκινγκ δικτύων, αποκαλύψεις εγγράφων και συνομωσιών), διανθισμένη μάλιστα και ολίγον από τη σύγχρονη κοινωνική και οικονομική κρίση. Χαρακτηριστικές είναι οι διαδηλώσεις στην πλατεία Συντάγματος μπροστά στη Βουλή των Ελλήνων, τις οποίες χρησιμοποιεί ο Μπορν για να καλύψει μια συνάντησή του, ενώ οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών καταγράφουν δορυφορικά κάθε κίνηση. Της τοπικής αστυνομίας, των συνεργατών τους και των διαδηλωτών, ενώ την ίδια στιγμή τα δικά τους αυτοκίνητα και οι πράκτορές τους, κινούνται με εξωφρενική άνεση ανάμεσά τους. Μην ανησυχείτε όμως. Ούτε μια σκηνή δεν έχει γυριστεί στην Αθήνα και εκεί βγάζω το καπέλο μου στο σκηνοθέτη και τον υπεύθυνο του μοντάζ, παρά τα μικρο-λάθη που εντόπισα.

Κατά τα άλλα, η συνταγή καλά κρατεί: Ριψοκίνδυνες σκηνές καταδίωξης με μοτοσυκλέτα, με αυτοκίνητο, μάχες σώμα με σώμα, έντονη δράση, ίντριγκα και διπλοπροσωπίες. Όλα σε πολύ γρήγορο ρυθμό και με τη κάμερα να μη κάθεται ούτε μια στιγμή ακίνητη.

Ο Ματ Ντέιμον επαναλαμβάνεται, αν και εννέα ετών μεγαλύτερος, η Αλίσια Βικάντερ υποτίθεται ότι προσπαθεί να κάνει καριέρα στη μυστική υπηρεσία, με αφορμή την επανεμφάνιση του Μπορν, ενώ ο Βενσάν Κασέλ είναι ο «σκληρός» εξωτερικός συνεργάτης της υπηρεσίας με εντολή να σκοτώσει τον Μπορν. Ο Τόμι Λι Τζόουνς ως επικεφαλής της υπηρεσίας, απλά δεν βλέπεται.

(Κριτική μου για το myfilm.gr)

1/9/16

Τζέισον Μπορν (Jason Bourne) – Review / Κριτική

Bourne To Be Alive!

του zerVo (@moviesltd)

Η περίπτωση Bourne γεννήθηκε μαζί με κάμποσες άλλες παρόμοιες (πλην Ίθαν Χαντ, σε όλους τους τομείς υποδεέστερες) κάπου εκεί λίγο μετά το Μιλένιουμ, όταν ο κορυφαίος του κατασκοπικού είδους 007 άρχισε να κουράζεται, να αλλάζει μορφή, να δείχνει πως βρίσκεται στο μεταίχμιο μιας καινούργιας εποχής. Ανάγκη για το σινεφίλ κοινό που σε μεγάλο ποσοστό κάλυψαν τα Identity, Ultimatum, Supremacy, σχηματίζοντας στο πανί μια δυναμική πρακτορική περσόνα – φονικό όπλο που είχε σαν εφόδιο του μια πανίσχυρη σεναριακή ιδέα. Με την αποκατάσταση της τάξης και την επαναφορά στην (πραγματική) δράση του Μποντ, χρειάζεται όμως για να διατηρηθούν στην κινηματογραφική ζωή οι επίδοξοι διάδοχοι του, μια δυνατή ένεση έμπνευσης που θα κάνει την διαφορά. Δυστυχώς το φιλόδοξο ριμπούτ του Τζέισον, αυτή δεν την διαθέτει…

Τζέισον Μπορν (Jason Bourne) Wallpaper

Μια ολόκληρη δεκαετία μετά το ξεσκέπασμα των αμαρτωλών πράξεων της CIA, που παραλίγο να του στοιχίσουν την ίδια του την ζωή, ο Τζέισον Μπορν έχει καταφέρει να επιβιώνει έχοντας διαγράψει εαυτόν από τις κεραίες της (πρώην του) Υπηρεσίας, βγάζοντας τα προς το ζην συμμετέχοντας σε παράνομους αγώνες πάλης, στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Η επιμονή της παλιάς του συνεργάτιδας και πανέξυπνης χάκερ Νίκι Πάρσονς να εντοπίσει συσχετισμούς ανάμεσα στο παρελθόν του και τις τωρινές διαπλοκές του Λάνγκλευ, θα την οδηγήσουν μέχρι την φλεγόμενη από τις κοινωνικές εξεγέρσεις Αθήνα, ώστε να τον βρει και να του παραδώσει όσα στοιχεία έχει στην κατοχή της. Στοιχεία που αναμένεται να ξυπνήσουν ακόμη ένα κομμάτι της κλειδωμένης μνήμης του πράκτορα, ώστε να μάθει επιτέλους ποια ήταν η πραγματική στάση στο πείραμα που συμμετείχε, των παλιών του συνεργατών, των υψηλόβαθμων αφεντικών, ακόμη και του ίδιου του του πατέρα…

Κι εκεί που είχε αποφασίσει να ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του, αηδιασμένος από τις ανήθικες μεθοδεύσεις που λαμβάνουν χώρα πίσω από τα σφαλισμένα παράθυρα της Central Intelligence, νάσουτον και πάλι να ρίχνεται στην μάχη ο καλός μας ο παγκόσμιος στρατιώτης, παρακινούμενος από την εσωτερική του δίψα να μάθει μια και καλή το τι ακριβώς του συνέβη. Με αφετηρία τις παραινέσεις της πανέτοιμης να θυσιαστεί για πάρτη του καμαράτ – εδώ σφαλίζεται ο κανόνας πως όλες οι γυναίκες στην περίμετρο του Μπορν, έχουν την ίδια τύχη – ο Τζέισον θα ξεκινήσει ένα μακρύ ταξίδι από την Μεσόγειο, στο (δεν γίνεται spy movie χωρίς αυτό) Βερολίνο και με γέφυρα τις όχθες του Τάμεση θα φτάσει ίσαμε το λαμπερό Λας Βέγκας, ψάχνοντας την αλήθεια. Σε ολόκληρη αυτή την Υπερατλαντική του πορεία, με την χρήση ψεύτικων ταυτοτήτων που θα ανανεώσουν την εσωτερική του ανάγκη για πραγματική δράση, στο κατόπι του θα βρεθούν μανιασμένα και με προθέσεις να τον αφανίσουν, οι ίδιοι οι δημιουργοί του, οι φιλοπόλεμοι και ανακατωσούρηδες, πανίσχυροι Παρακρατικοί…

…που δεν θα έλεγαν και όχι πάντως να τον επανεντάξουν στο δυναμικό τους, αν και εφόσον καμφθούν οι αντιστάσεις του αμφιλεγόμενου Τσιφ Ντιουι (μετριότατη η επιλογή του Tommy Lee Jones, που στα 70 του πλέον δεν παίζει) που έχει ορκιστεί να σβήσει οτιδήποτε έχει σχέση με πειραματόζωα σαν αυτόν. Για την εξέλιξη της πλοκής. μοιάζει κάπως παράξενο αν οι προστιθέμενοι καινούργιοι χαρακτήρες της, είναι ότι το καλύτερο πήγασε από την σκέψη των σεναριογράφων που κλήθηκαν να ντυθούν το κοστούμι του ενός και μοναδικού Tony Gilroy. Κι αυτό γιατί, ας πούμε, από την μια μεριά μπορεί να μοιάζει σαν (έστω) αποδεκτός ο προδομένος υποτίθεται από την στάση του Μπορν, διώκτης – δολοφόνος Ασέτ, στην πλέον λιγομίλητη ερμηνευτική στιγμή στην καριέρα του Vincent Cassel, δεν συμβαίνει το ίδιο και με την εισαγωγή στο παζλ μιας ρούκι στην θεωρία, wanabe να φτάσει μέχρι την κορυφή της ιεραρχίας της CIA, πράκτορος Χέδερ Λι, που αν αντιλήφθηκα καλά ήρθε για να μείνει. Χωρίς χρώμα, χωρίς υπόσταση, χωρίς σχεδόν λόγο ύπαρξης η κοπελιά, δεν δίνει και το ανάλογο βήμα έκφρασης στην Οσκαρούχα Alicia Vikander. Και ειλικρινά αναζητώ τον τρόπο που θα συνεχίσει να υπάρχει στο franchie, έχοντας απολέσει παντελώς την εμπιστοσύνη του βασικού ήρωα. Ως η κακιά της υπόθεσης? Μπα, δεν ταιριάζει…

Η αλήθεια είναι πως οι φανατικοί της σειράς, δεν έδειξαν να νοιάζονται τόσο για την απώλεια εκείνου που φαντάστηκε την Τριλογία, αλλά περισσότερο για την επιστροφή στην καρέκλα του ντιρέκτορα εκείνου που έφτασε τον τίτλο στο απόγειο του. Με έλλειψη φρεσκάδας όμως ο Paul Greengrass, μοιάζει σαν παγιδευμένος στις παλιές του συνήθειες αναπαράστασης ενός fuzzy πανικού στο εκράν, χωρίς κάποιο συγκεκριμένο στόχο και αιτία. Ταχύτατες οι μολοτοφικές λήψεις στην (ντεμέκ) Πλατεία Συντάγματος, ακόμη πιο εκρηκτικές στην κεντρική λεωφόρο της Νεβάδας. Η ουσία ποια είναι όμως? Να μάθουμε πως μέσα στο μυαλό του Μπορν επικρατεί πανζουρλισμός από το σβήσιμο των αναμνήσεων και το reset ακόμη κι αν συμβεί δεν πρόκειται να έχει αποτελέσματα? Μα αυτό ακριβώς δεν έχουμε παρακολουθήσει για ένα εξάωρο μέχρι τώρα – αφαιρώ από το άθροισμα την παρεμβολή με τον Renner, που έτσι κι αλλιώς δεν υπολογίζει κανείς – βάζοντας το ένα παζλάκι δίπλα στο άλλο, μπας και βγάλουμε ένα κάποιο νόημα για το τρέχει στην ζωή του Τζέισον? Και εντάξει όλα τα άλλα, αυτό το παραπλανητικό υποστόρυ με τους παρατρεχάμενους κομπιουτεράδες που (μάλλον) στήνουν ένα νέο experiment πατρότητος CIA που ακριβώς λειτουργεί θετικά στο σύνολο και δεν παραπλανά γενικότερα?

Ακόμη κι αυτές τις ατασθαλίες του καινούργιου Jason Bourne, θα τις ξεπερνούσα αν έβλεπα τον πρωταγωνιστή να δέχεται με διάθεση και κέφι να αποδώσει τον ρόλο που εκτόξευσε την σταρική του αξία. Ο Matt Damon όμως, κοντά δέκα χρόνια μετά, μοιάζει απίστευτα κουρασμένος από την τροπή που έχουν πάρει τα πράγματα και δεν δείχνει το ίδιο σθένος για να προβεί σε αποκαλύψεις όπως κάποτε. Περιορισμένος έκδηλα σε ατάκες από το «δώσε κινούμενη κάμερα στον λαό» σκριπτ, ο 45χρονος Βοστονεζος αποδίδει κάτι σαν σκιά του ρόλου που καθήλωσε το κοινό σε τρεις καταπληκτικές συνέχειες και χωρίς προφανή θέληση, παλμό, μαχητικότητα, πάθος, σερβίρει έναν νέο Bourne To Be Alive, μάλλον αχρείαστο και μη ζητούμενο. Εν ολίγοις το σίκουελ που πολλοί εκτίμησαν πως θα εμφανιστεί ανανεωμένο και μοντέρνο, έπραξε το ακριβώς αντίθετο εμμένοντας πάνω στην γνώριμη συνταγή, κάτι σαν συνδετικός κρίκος του (δεδομένα πανάξιου) παλιού με το (πιθανότατα) επερχόμενο. Εκτιμώ πως συνολικά το πλάνο αστόχησε. Και σε αυτή την φοβισμένη κίνηση αδυναμίας του Μπορν, νιώθω πως το τρίξιμο των δοντιών τόσο του Bond, όσο και των M.I. που από καιρό τον προσπέρασαν, δεν είναι διόλου αμέτοχο…

http://www.moviesltd.gr/

One thought on “Τζέισον Μπορν (Jason Bourne) (2016) Σκηνοθεσία: Πολ Γκρίνγκρας | αναλυτική παρουσίαση – κριτικές για την ταινία

  1. Reblogged στις Media-Groupart. και σχολίασε
    Ένα ακόμα παράδειγμα του πόσο «απλά» είναι τα πράγματα στη χώρα μας ,που μετέτρεψαν το μετρό του Λονδίνου ,ώστε να μοιάζει με αυτό της Αθήνας (αφού έτσι είναι στο σενάριο) ,όπου τους ήταν πιο εύκολο απ’το να έρθουν στην ίδια την Αθήνα …

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s