Ο κύριος Βερντού (1947) του Τσάρλι Τσάπλιν, ένα αναρχικό, καθηλωτικό αριστούργημα

Ο κύριος Βερντού χάνει τη δουλειά του εξαιτίας της μεγάλης οικονομικής κρίσης. Για να συντηρήσει την ανάπηρη γυναίκα του και το γιο του, αρχίζει να παντρεύεται πλούσιες χήρες και ύστερα να τις εξαφανίζει. Δύο απόπειρές του, μάλιστα, επιτυγχάνουν αλλά είναι πιο «άτυχος» με τη θεότρελη Αναμπέλα… Από μια ιδέα του Όρσον Ουέλς ο Τσάρλι Τσάπλιν έπλασε μια «κωμωδία φόνων», που ήταν τόσο μοντέρνα και τολμηρή για την εποχή της, ώστε οι Αμερικανοί την αγνόησαν. Με τα χρόνια η ταινία αναγνωρίστηκε ως μια τρομερή και πικρότατη σάτιρα. Άλλωστε, η ταινία όταν γυρίστηκε, το 1947, τρία μόλις χρόνια μετά τη λήξη του πολέμου, αποτέλεσε τότε μια γερή γροθιά σε όλους αυτούς που χαχάνιζαν με τον κλόουν Σαρλό, έχοντας πια να αντιμετωπίσουν έναν …αναρχικό κύριο Βερντού. Εκείνη την εποχή ο Τσάπλιν είναι πεπεισμένος ότι τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξει και ότι η ανισόρροπη ισορροπία θα αποκατασταθεί σε ένα επίπεδο ανάλογο με το παλιό: Οι πολεμικές βιομηχανίες θα συνεχίσουν την παραγωγή τους, ο εργάτης θα είναι «βιδωμένος» στο σύστημα, το κεφάλαιο θα συνεχίσει τη συσσώρευση βάσει αδυσώπητων νόμων, οι ηθικολόγοι δε θα σταματήσουν τα κηρύγματά τους και οι …Σαρλό θα αγωνίζονται πάντα για μια θέση στον ήλιο, χωρίς ποτέ να τη βρίσκουν. Παίζουν οι Τσάρλι Τσάπλιν, Μάντι Κορέλ, Οντρεϊ Μπετζ.

http://www.rizospastis.gr/  

[η ταινία θα προβληθεί και αναλυθεί με ελεύθερη είσοδο το Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2016, στις 18.00 στο Σχολείο του Σινεμά (Τσαμαδού 26-28, Εξάρχεια).  Λόγω περιορισμένου αριθμού θέσεων καλό θα ήταν να επιβεβαιώσετε τη συμμετοχή σας στα τηλέφωνα 2130159816, 6944143564 ή στο e-mail: schoolofcinemagr@gmail.com. Η ταινία προβάλλεται στο πλαίσιο της παρουσίασης -ανοιχτού μαθήματος του σεμιναρίου «121 Χρόνια Κινηματογράφου σε 12 Μαθήματα» που θα ξεκινήσει στις 16.00 και που στη διάρκεια του θα προβληθούν σχολιαστούν και αναλυθούν αποσπάσματα από αντιπροσωπευτικές ταινίες όλων των βασικών κινηματογραφικών ρευμάτων. ]

monsieur_verdoux-poster

Monsieur Verdoux (Ο κύριος Βερντού-1947)

(Από τον Πάνο Λιάκο)

Για μια από τις πιο περίεργες αλλά και συνάμα καλύτερες ταινίες του Τσάρλι Τσάπλιν θα προσπαθήσουμε να μιλήσουμε σήμερα. Ο λόγος για τη μαύρη κωμωδία »Ο κύριος Βερντού», τη δεύτερη ομιλούσα ταινία του κωμικού που βασίζεται σε μια ιδέα του Όρσον Γουέλς.

Αρχικά ο Όρσον Γουέλς είχε γράψει το σενάριο βασιζόμενος πάνω στην πραγματική ιστορία του γάλλου δολοφόνου Ντεζιρέ Λαντρού και πρότεινε στον Τσάπλιν να πρωταγωνιστήσει στην ταινία του. Ο τελειομανής κωμικός δεν μπόρεσε τελικά να εμπιστευτεί κάποιον άλλο σκηνοθέτη πέρα από τον εαυτό του και αγόρασε το σενάριο από τον έτερο μεγάλο σκηνοθέτη γράφοντας ξανά από την αρχή ένα μέρος του αλλά διατηρώντας στους τίτλους αρχής τη μνεία στον εμπνευστή του. Ο Όρσον Γουελς κάθε άλλο παρά ενοχλήθηκε με τον Τσάρλι Τσάπλιν αφού θεωρούσε πως το σενάριο που είχε αρχικά γράψει δεν ήταν και ιδιαίτερα σημαντικό.

Όποια και να είναι η άποψη του Όρσον Γουέλς για την αρχική εκδοχή του σεναρίου του, μπορούμε να πούμε ότι στα χέρια του Τσάρλι Τσάπλιν μετατρέπεται σε μια από τις πλέον ιδιόμορφες μαύρες κωμωδίες όλων των εποχών με απίστευτες στιγμές γέλιου, αστυνομικού μυστηρίου αλλά και πολιτικoύ λόγου που αρθρώνει ο ιδιοφυής κωμικός. Παράλληλα, ο Τσάπλιν, δεν διστάζει να πάρει και ένα μεγάλο ρίσκο. Όλες οι ταινίες του μέχρι εκείνη την εποχή παρουσίαζαν στο κοινό τις περιπέτειες του γνωστού σε όλους μας Αλήτη που αγαπήθηκε όσο λίγοι κινηματογραφικοί ήρωες. Σε αυτή την πανέξυπνη κωμωδία γνωριζόμαστε με την περσόνα ενός ανθρώπου που στην εποχή της οικονομικής κρίσης του 1930 εξαπατά πλούσιες κυρίες και έπειτα τις σκοτώνει για να κρατήσει τα λεφτά τους. Στην αμέσως προηγούμενη από τον »Κύριο Βερντού» ταινία του, δηλαδή τον »Μεγάλο δικτάτορα» (η πρώτη ομιλούσα του κωμικού) συναντάμε επίσης έναν ήρωα που ναι μεν δεν είναι ακριβώς ο Αλήτης αλλά στα περισσότερα στοιχεία του μας τον θυμίζει.

Ο ήρωας που χτίζει εδώ ο Τσάρλι Τσάπλιν είναι και η πιο τρανταχτή απόδειξη όχι μόνο της κωμικής ευφυίας του αλλά και γενικότερα της υποκριτικής του δεινότητας. Είναι από τους λίγους ηθοποιούς (για να μην πω ο μόνος) σε παγκόσμια κλίμακα που καταφέρνει πραγματικά και σε παρασέρνει με τη μαγεία του. Ενώ ξέρεις ότι ο ήρωας που υποδύεται εδώ είναι ένας δολοφόνος παρόλα αυτά παρασύρεσαι μαζί του στις ρομαντικές του σκηνές από τους λεπτούς τρόπους του και σχεδόν ξεχνάς τις αποτρόπαιες πράξεις του. Σε ενθουσιάζει ακόμα και ο τρόπος που μετρά τα χρήματα που αποσπά από τις κυρίες. Σε οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια εκεί που αυτός θέλει. Ακόμα και σε μια μαύρη κωμωδία όπως είναι αυτή βρίσκει όσο περισσότερα κωμικά ευρήματα μπορεί όχι μόνο για τον εαυτό του μα και για του συμπαίκτες και κυρίως τις γοητευτικές συμπαίκτριές του.

Και καταλήγει σε ένα φινάλε όπου και πάλι με έναν λόγο (χωρίς να γίνεται βαρετά διδακτικός) δεν διστάζει να καταδικάσει τα πολιτικά συστήματα που δημιουργούν πολέμους αλλά και πολίτες σαν και του λόγου του. Γι’αυτό και αντιμετώπισε προβλήματα εκείνη την εποχή με την επιτροπή της λογοκρισίας στην Αμερική. Δεν διστάζει με τον δικό του ξεχωριστό τρόπο να εναντιωθεί στη θανατική ποινή (ποιοι είμαστε που θα αποφασίσουμε το πότε θα πεθάνει/εκτελεστεί ένας συμπολίτης μας;) παρουσιάζοντας τον ήρωά του ακόμη και την ύστατη στιγμή να αναζητά καινούριες εμπειρίες (αφού για πρώτη φορά πίνει ρούμι λίγο πριν μεταφερθεί στην αίθουσα όπου θα εκτελεστεί) -ένδειξη της δίψας κάποιου για ζωή. Σύμφωνα και με τα δικά του λεγόμενα, η ταινία αποτελεί μια διαμαρτυρία για τη δημιουργία της ατομικής βόμβας. Και όχι άδικα αφού μας παρουσιάζει ακόμη και τον κεντρικό ήρωα να χρησιμοποιεί κάποιες σημαντικές επιστημονικές ανακαλύψεις για να προκαλέσει κακό. Το ίδιο δεν συνέβη και με την κατασκευή της βόμβας ή και άλλων πολεμικών επιτευγμάτων από το Β’Παγκόσμιο πόλεμο και μετά; Οπότε εδώ ο μεγάλος Τσάπλιν μας υπενθυμίζει και την ηθική που επιβάλλεται να διέπει τον επιστήμονα.

Αν και στην εποχή της δεν θεωρήθηκε επιτυχημένo και ο κόσμος κυρίως στην Αμερική γύρισε την πλάτη του σε αυτό το αριστουργηματικό φιλμ, τώρα πλέον θεωρείται ως καλτ αλλά και από τις πιο ενδιαφέρουσες και πειραματικές στιγμές στην ιστορία του ιδιοφυή κωμικού.

http://kritiki-gr.blogspot.gr/

Το φιλμ προτάθηκε για Όσκαρ πρωτότυπου σεναρίου. Κέρδισε τη Γαλάζια κορδέλα (Τόκιο, 1953) για την καλύτερη, ξενόγλωσση ταινία. Κέρδισε το βραβείο Bodil (Δανία, 1949) για καλύτερη ταινία και σκηνοθεσία και το βραβείο καλύτερης ταινίας από το National Bord of Reveur.

Η υπόθεση είναι η ακόλουθη: Ένας τύπος χάνει τα πάντα κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης και για να βοηθήσει την άρρωστη γυναίκα του περιπλανάται. Γνωρίζει διάφορες γυναίκες, τις παντρεύεται, τις σκοτώνει και εκμεταλλεύεται την περιουσία τους για να επιβιώσει.

Μ’ αυτή την ταινία του αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τις ΗΠΑ ο μέγας καλλιτέχνης. Χαρακτηρίστηκε κομμουνιστής και του επιτέθηκαν οι πάντες σε μια ταραγμένη εποχή.
Ο κύριος Βερντού είναι ένα σπάνιο, καθηλωτικό αριστούργημα. Συνδυάζει τα νουάρ στοιχεία, την κοινωνική κριτική, τη «μαύρη» σάτιρα και τη συγκλονιστική τραγωδία. Αθάνατη δημιουργία.

ΤΣΑΡΛΥ ΤΣΑΠΛΙΝ Ο ΜΕΓΙΣΤΟΣ

Για να χαρακτηρισθείς ολοκληρωμένος δημιουργός ,πρέπει να μπορείς να έχεις επέμβαση στο σύνολο του έργου σου, από την παραγωγή ως το τελικό μοντάζ (final cut).Ο μέγιστος Τσάρλυ Τσάπλιν έγραψε 87 σενάρια, σκηνοθέτησε 72 φίλμ, έπαιξε σε 86 ταινίες, μοντάρισε 56,έκαμε Soundtrack σε 43,παρήγαγε 37.Κέρδισε ΜΟΝΟΝ ΄Οσκαρ μουσικής («Τα φώτα της ράμπας» 1952) και τιμητικό (1973).Βρετανός ,γεννήθηκε το 1899 πέθανε στα 1977 και μισήθηκε από το αμερικανικό σύστημα ενώ συγκλόνισε το κοινό. Λάτρευε τις γυναίκες και το τελευταίο του παιδί το έκαμε σε βαθειά γεράματα. Εκκίνησε στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και μετά από 53 χρόνια δημιουργίας σταμάτησε το 1967.

Το μοναδικό κατάμαυρο αριστούργημα κορυφής της Τσαπλινικής προβληματικής είναι «Ο κύριος Βερντού» (1947).Προβάλλεται την Δευτέρα 20 Ιανουαρίου από την ταινιοθήκη της ΕΡΤ-3 στον Αλέξανδρο με δωρεάν είσοδο.

Συγκλονιστική ταινία «Ο μεγάλος διδάκτωρ» (1940) προβλήθηκε ήδη από την ταινιοθήκη της ΕΡΤ-3.Σπουδαία δημιουργία οι προφητικοί «Μοντέρνοι καιροί»(1936),συγκινητικά «Τα φώτα της πόλης(1931) ,πολύ καλό το «Τσίρκο»(1928)εντυπωσιακός ο «Χρυσοθήρας»(1925).Το 1952 γυρίζει το συγκλονιστικό «Τα φώτα της ράμπας»,συνεχίζει με το «΄Ενας βασιλιά στη Νέα Υόρκη»(1957),κλείνει με την μετριότατη «Κόμισα του Χόνγκ Κόνγκ »(1967).

Ο Τσάπλιν ενδυματολογικά εξέφρασε το δισυπόστατο του καπιταλισμού:Με σμόκιν και παπιγιόν από την μέση και πάνω, με άθλια εμφάνιση (τρύπια παπούτσια κ.λ.π.) από την μέση και κάτω. ΄Ετσι δεν είναι και ο καπιταλισμός; «Λάμπει» στην κορυφή, βρωμοκοπάει στην βάση όπου παράγεται η αθλιότητα στην κοινωνία. Σπουδαίος πολιτικός και ψυχαγωγικός δημιουργός διαχρονικός, μοντέρνος με αλήθειες που ακόμα καίνε ,όπως ο «Βερντού».

https://kemes.wordpress.com/

Τσάπλιν και Μπρεχτ. Του Κωστή Σκαλιόρα

07:45 | 21 Οκτ. 2013

Στη μνήμη του Κωστή Σκαλιόρα, που μας αποχαιρέτισε για πάντα το Σάββατο 5 Οκτωβρίου, δημοσιεύουμε σήμερα μια από τις επιφυλλίδες του. Είχε δημοσιευτεί στο Βήμα, στις 26 Νοεμβρίου 1972. Και από το μικρό αυτό κείμενο, ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει, πιστεύουμε, την καλλιέργεια, το λαμπερό ύφος και το πνεύμα του Σκαλιόρα. Μιας σπουδαίας μορφής των γραμμάτων μας, μορφής σοβαρής, ευγενικής και μειλίχιας συνάμα, που αποτελούσε, όπως έγραψε ο Βαγγέλης Καραμανωλάκης, «σημάδι ενός κόσμου που φεύγει: γαλήνια, αθόρυβα, μια και υπάρχουν και θάνατοι αθόρυβοι που ταιριάζουν σε ζωές που κύλισαν χωρίς κρότο, αλλά γεμάτες ουσιαστικό έργο». Στρατής Μπουρνάζος

Βγαίνοντας πριν από λίγες μέρες από μια προβολή τουΔικτάτορα αναζητούσα με στενοχώρια τις πιθανές αιτίες της απογοήτευσής μου. Θυμόμουν, βέβαια, ότι και την πρώτη φορά που είχα δει την ταινία, πριν από πολλά χρόνια, δεν σκέφτηκα να την τοποθετήσω στο ίδιο επίπεδο με τον Χρυσοθήρα ή το Τσίρκο. Ο θαυμασμός μου, ωστόσο, για τον Τσάπλιν υποδαύλιζε την ελπίδα μιας μεταστροφής — που δεν πραγματοποιήθηκε. Γιατί η νέα επαφή με το έργο επιβεβαίωσε την αρχική εντύπωση, ενισχύοντας μάλιστα την αίσθηση της πολιτικής του καχεξίας.

Σ’ αυτήν την τελευταία διαπίστωση υπήρχε ίσως μια προτροπή για ορισμένες συσχετίσεις. Έτσι έφτασα ν’ αναρωτηθώ, εντελώς φυσιολογικά, για τον ρόλο που μπορεί να είχε παίξει στην διαμόρφωση μιας τέτοιας αντίδρασης, η παρεμβολή ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη –για μένα– προβολή του Δικτάτορα, μιας άλλης, πολιτικά δραστικότερης γελοιογράφησης του Χίτλερ. Εννοώ, φυσικά, την Αντιστάσιμη άνοδο του Αρτούρο Ούι.

Γραμμένο την ίδια περίπου εποχή που γυρίστηκε και η ταινία, το έργο του Μπρεχτ προοριζόταν κι αυτό για ένα κοινό που δεν γνώριζε από πρώτο χέρι την τυραννία του ναζισμού. Ο εξόριστος συγγραφέας ήθελε «να εξηγήσει στον καπιταλιστικό κόσμο την άνοδο του Χίτλερ». Υπολογίζοντας στις προσλαμβάνουσες παραστάσεις του μακρινού του θεατή, χρησιμοποιούσε την θεατρική παραβολή, μετατόπιζε την δράση στην Αμερική και μετέβαλε τα ηγετικά στελέχη του εθνικοσοσιαλισμού σε γκανγκστερική συμμορία.

Τι λογάριαζε να πετύχει μ’ αυτόν τον τρόπο ο Μπρεχτ; Στις σημειώσεις του διαβάζουμε πως σκόπευε να καταστρέψει τον σεβασμό που εμπνέουν οι φονιάδες. Παρατηρούσε ότι «η αντίληψη της ιστορίας των αστών (και των προλεταρίων, όσο δεν έχουν άλλη) είναι σε μεγάλο βαθμό ρομαντική». Συνέβαινε λοιπόν να δημιουργούν οι δολοφόνοι την ψευδαίσθηση του μεγαλείου με μόνη την έκταση των εγχειρημάτων τους. Πώς μπορεί να πολεμήσει μια τέτοια κατάσταση ένας συγγραφέας; Συνθλίβοντας τους μεγάλους πολιτικούς εγκληματίες κάτω απ’ το βάρος του γελοίου. «Καθότι δεν είναι διόλου μεγάλοι πολιτικοί εγκληματίες, αλλά δράστες μεγάλων πολιτικών εγκλημάτων, πράγμα που διαφέρει».

Σχεδίαζε λοιπόν να γελοιοποιήσει τους δήμιους ο Μπρεχτ. Κι ως εδώ τραβούσε τον ίδιο δρόμο με τον Τσάπλιν — τον οποίο θαύμαζε. Σε ποιο σημείο αρχίζουν να μακραίνουν ο ένας από τον άλλον; Ο διαχωρισμός είναι φανερός στο στάδιο κιόλας των δηλωμένων προθέσεων. «Η φρίκη δεν πρέπει να πάψει ούτε στιγμή να είναι αισθητή», γράφει ο δραματουργός του Αρτούρο Ούι. Κι αυτό είναι κάτι που απουσιάζει από τον Δικτάτορα.

Στην «ιστορία της ζωής μου» του Τσάπλιν υπάρχουν μερικά διαφωτιστικά αποσπάσματα σχετικά με τη γένεση του έργου και την από μέρους του αντιμετώπιση του Χίτλερ ως αντικειμένου διακωμώδησης. Η αρχική παρακίνηση χρονολογείται από το 1937 και προήλθε από τον Αλεξάντερ Κόρντα, ο οποίος συνέστησε στον Τσάπλιν να κάνει μια ταινία που θα βασιζόταν σε μια σύγχυση προσώπων, «μια και ο Χίτλερ είχε το ίδιο μουστάκι με τον Σαρλώ». Στην σκέψη του Άγγλου παραγωγού ο Τσάπλιν θα μπορούσε να παίζει και τους δύο ρόλους, πράγμα που έθελξε τον ενδιαφερόμενο, γιατί του έδινε ανάμεσα σ’ άλλα την δυνατότητα να εξασφαλίσει ένα πέρασμα από τον βωβό στον ομιλούντα. «Στον ρόλο του Χίτλερ θα μπορούσα να απευθύνομαι στα πλήθη σε μια “γλώσσα” που θα επινοούσα ο ίδιος. Και στον ρόλο του Σαρλώ θα μπορούσα να μένω, λίγο-πολύ, σιωπηλός». Ένα σενάριο για τον Χίτλερ προσφερόταν για γελοιογράφηση και για παντομίμα.

Σ’ ένα άλλο σημείο των απομνημονευμάτων, οι καρικατούρες σχεδιάζονται πια με ακρίβεια. «Ο Βάντερμπιλτ (φίλος του δημοσιογράφος, που του είχε μιλήσει για τα βασανιστήρια στα οποία υπέβαλλαν οι ναζιστές τους κρατουμένους των στρατοπέδων) μου έδειξε μια σειρά φωτογραφιών που παριστάνουν τον Χίτλερ να μιλάει. Το πρόσωπό του ήταν τρομερά κωμικό: μια κακή απομίμηση του Σαρλώ, με το γελοίο μουστάκι του, τ’ αχτένιστα μαλλιά του που κρέμονταν σ’ αηδιαστικά τσουλούφια, το μικρό του στόμα. Δεν κατάφερνα να τον πάρω στα σοβαρά. Κάθε φωτογραφία τον έδειχνε σε διαφορετική πόζα. Στην μια απευθυνόταν στα πλήθη με τα χέρια του σφιγμένα σαν τανάλιες, σε μιαν άλλη είχε το ένα χέρι ανεβασμένο και το άλλο κατεβασμένο σαν τον παίκτη του κρίκετ που ετοιμάζεται να χτυπήσει, σε μια τρίτη είχε τα χέρια ενωμένα μπροστά του, σαν να έκανε άρση φανταστικών βαρών. Ο χιτλερικός χαιρετισμός, με το χέρι ανεστραμμένο στον ώμο και την παλάμη να κοιτάει τον ουρανό, μου γεννούσε την επιθυμία ν’ ακουμπήσω επάνω ένα δίσκο με άπλυτα πιάτα. «Πρόκειται για τρελό», συλλογίστηκα. Αλλά όταν ο Αϊνστάιν και ο Τόμας Μαν υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν την Γερμανία, το πρόσωπο του Χίτλερ δεν μου φάνηκε πια κωμικό, αλλά αποτρόπαιο».

Να που συναντιόμαστε ξανά με την φρίκη που ο Μπρεχτ θεωρούσε αναπόσπαστο μέρος της σάτιράς του. Εδώ όμως έχουμε να κάνουμε με κάτι που ένιωσε ο Τσάπλιν σαν άνθρωπος, και που δεν διοχετεύτηκε στο έργο του. Ο Χίνκελ του Δικτάτορα είναι ένας Χίτλερ τον οποίο δεν καταφέρνουμε, ούτε εμείς, να πάρουμε στα σοβαρά. Η απαίσια όψη του καλύπτεται από την δεξιοτεχνία με την οποία σχεδιάζεται η κωμική φιγούρα. Αν εξαιρέσουμε άλλωστε την απολαυστική διαπόμπευση της χιτλερικής ρητορείας με την επινόηση ενός «ιδιώματος» που κατορθώνει να παραπέμπει στο πρότυπο, η εκφραστική κλίμακα του Χίνκελ μας παροτρύνει να τον δούμε σαν μεταμφιεσμένο Σαρλώ. Αυτή η συγγενικότητα δεν θα είχε προφανώς τις ίδιες συνέπειες αν η πολιτική σάτιρα ήταν ουσιαστικότερη. Στην προκειμένη όμως περίπτωση τείνει σ’ έναν παροπλισμό. Διαπιστώνουμε ότι μερικά βλήματα δεν είναι άσφαιρα, ακούμε τον Χίνκελ να διατάζει την ομαδική εκτέλεση απεργών, και η μνεία παραμένει πέρα για πέρα ατελέσφορη για να την περιτυλίγει αμέσως το επόμενο «χορογραφικό» εύρημα.

Αν ανατρέξουμε πάλι στ’ απομνημονεύματα θα δούμε ότι Τσάπλιν είχε την φρόνηση να χαράξει ο ίδιος τα όριά του. «Έπρεπε να γελάσουμε με τον Χίτλερ. Αν είχα γνωρίσει την πραγματική φρίκη των γερμανικών στρατοπέδων δεν θα μπορούσα να κάνω τονΔικτάτορα, δεν θα μπορούσα να περιπαίξω την φονική παραφροσύνη των ναζιστών». Ο Τσάπλιν εκείνης της εποχής, ειλικρινής πολέμιος του φασισμού και βαθύτατα αλληλέγγυος με τα θύματά του, δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε –οι συνθήκες στην Αμερική δεν ήταν, πάντως, ευνοϊκές — να προχωρήσει σε μια ριζικότερη πολιτική καταγγελία. Στάθηκε απέναντι στον Χίτλερ όπως κι απέναντι στις φωτογραφίες του. Κι αφέθηκε στους ακαταμάχητα κωμικούς συνειρμούς του, επισυνάπτοντας στο τέλος και τον συναισθηματικά γενναιόδωρο φιλελευθερισμό του. Το γέλιο που χάρισε όμως στο κοινό του έμοιαζε πιο πολύ με ξόρκι, παρά με όπλο. Δεν είναι επομένως περίεργο που ο σημερινός θεατής βρίσκει το έργο λειψό. Ιδίως αν συμβαίνει να πιστεύει πως «είναι ακόμα γόνιμη η κοιλιά, απ’ όπου βγήκε το κακό» –όπως λέει ο Μπρέχτ στον επίλογο του Αρτούρο Ούι.

Η απουσία κριτικής οξύτητας ή μελανού χιούμορ, που διακρίνει τον Δικτάτορα, μπορεί να ξαφνιάσει όποιον ρίξει μια ματιά στη φιλμογραφία του Τσάπλιν και διαπιστώσει ότι το αμέσως επόμενο έργο του ήταν ο Κύριος Βερντού. Η αλήθεια είναι ότι ανάμεσα στις δυό ταινίες μεσολαβούν μερικά χρόνια. Ο Δικτάτωρ τελειώνει τον Ιούλιο του 1940 κι ο Τσάπλιν δεν καταπιάνεται με τον Βερντού παρά τον Δεκέμβριο του 1944 για να τον παραδώσει έτοιμο δύο χρόνια αργότερα.

Κοιτάζοντας τον Δικτάτορα από την κυνική αιχμή του Βερντού, βλέπουμε πως είχε πολλαπλώς μεταβατικό χαρακτήρα. Δεν αποτέλεσε μόνο πέρασμα από τον βωβό στον ομιλούντα, αλλά έδωσε στον Τσάπλιν την ευκαιρία ν’ αποδεσμευτεί, εν μέρει, από τον «ανθρωπάκο» του. Το νέο πρόσωπο με το οποίο παρουσιάζεται στην οθόνη δεν, είναι, κατ’ αρχήν, πρόσωπο θύματος. Ο Βερντού είναι ο Λαντρύ. Στην ταινία του Τσάπλιν εμφανίζεται σαν άσημος τραπεζικός υπάλληλος που έχασε την θέση του τον καιρό της κρίσης. Προκειμένου να λύσει το οικονομικό του πρόβλημα και να συντηρήσει την νόμιμη –και ανάπηρη– γυναίκα του, παντρεύεται, στη σειρά, γριές γεροντοκόρες και τις δολοφονεί για να ιδιοποιηθεί την περιουσία τους. Παραφράζοντας τον Κλάουζεβιτς, ο Τσάπλιν παρατηρεί σχετικά ότι «το έγκλημα είναι η συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας με διαφορετικές μεθόδους».

Σ’ αυτήν την διαβρωτική σάτιρα, ένας από τους πιο έγκυρους σχολιαστές του Μπρεχτ, ο Μπερνάρ Ντoρτ, βλέπει ένα έργο «υποδειγματικά μπρεχτικό». Κι εξηγεί: «Στον Κύριο Βερντού ο Τσάπλιν δεν καταδικάζει εκ των προτέρων, για λόγους ηθικούς ή συναισθηματικούς, την κοινωνία. Κάνει κάτι καλύτερο: την ξεσκεπάζει. Η λογική της στάσης του Βερντού αποκαλύπτει, σε τελευταία ανάλυση, την ιστορική λογική αυτής της συγκεκριμένης κοινωνίας. Κι η καταδίκη του Βερντού από αυτήν την κοινωνία όχι μόνο δεν την αθωώνει, αλλά στρέφεται εναντίον της». Ο Ντορτ αισθάνεται ωστόσο την ανάγκη να επισημάνει, καταλήγοντας μια διαφορά. «Στον Κύριο Βερντού δεν υπάρχει κανένα από τα θετικά στοιχεία, που συνδέονται, κατά τον Μπρεχτ, με την ύπαρξη του λαού – του λαού που μπορεί να γελιέται, να γίνεται συνένοχος των καταπιεστών, αλλά που μέλλει να είναι, τελικά, πηγή του θετικού.

http://tvxs.gr

Οι 10 ταινίες του θρυλικού Τσάρλι Τσάπλιν

Αν αυτό που λένε ότι το γέλιο αυξάνει το προσδόκιμο ζωής ισχύει, τότε ο υπέρτατος κωμικός Τσάρλι Τσάπλιν (ή Σαρλό, όπως τον γνωρίζουμε συχνά στην Ελλάδα) είναι υπεύθυνος σε μεγάλο βαθμό για την αύξηση του προσδόκιμου αυτού τον τελευταίο αιώνα! Και το καλύτερο: ο ίδιος, και κατά συνέπεια οι ταινίες του, ήταν κάτι πολύ παραπάνω από αυτό…

220px-CharlieChaplinportraitO Charles Spencer Chaplin γεννήθηκε στην Αγγλία (μάλλον στο Λονδίνο) το 1889 και είχε δύσκολη παιδική ηλικία. Από μικρός, όμως, έδειξε έφεση στην τέχνη της υποκριτικής, ιδιαίτερα στην παντομίμα και την κωμωδία των κινήσεων. Το 1910 ταξίδεψε για πρώτη φορά στην Αμερική, ως μέλος ενός Βρετανικού θιάσου που περιλάμβανε μεταξύ άλλων και τον Stan Laurel (τον «Λιγνό» του κωμικού διδύμου «Χοντρός-Λιγνός»), και, αν και θεωρητικά η επίσκεψή του θα ήταν σύντομη, έμεινε εκεί για περισσότερα από 40 χρόνια. Εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι ο κινηματογράφος τότε δε διέθετε ήχο, και ο ίδιος τα πήγαινε καλύτερα με τις κινήσεις παρά με τους διαλόγους, υπέγραψε το πρώτο του κινηματογραφικό συμβόλαιο το 1914. Εκείνη τη χρονιά εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε ταινία, και για 4 χρόνια έκανε αναρίθμητες μικρού μήκους κωμωδίες με την Essenay, την Mutual Film Corporation και την First National. Με την τελευταία γύρισε και τις πρώτες του ταινίες ως σκηνοθέτης, καθώς και τις πρώτες μεγάλου μήκους. Το 1919 ίδρυσε την επιτυχημένη εταιρία United Artists, την πρώτη που ίδρυσαν άνθρωποι της τέχνης και όχι παραγωγοί, και συγκεκριμένα ο ίδιος μαζί με τους ηθοποιούς Douglas Fairbanks και Mary Pickford και τον πρωτοπόρο σκηνοθέτη D.W. Griffith. Η τελευταία του ταινία με τη First National ήταν και η πρώτη που έμεινε στην ιστορία: το Χαμίνι (1921). Από κει και πέρα ο Τσάπλιν γύριζε μόνο ταινίες στις οποίες πρωταγωνιστούσε, έγραφε το σενάριο και τη μουσική και σκηνοθετούσε ο ίδιος, οπότε ο αριθμός τους περιορίστηκε. Αν και ο κινηματογράφος απέκτησε ήχο στα τέλη του 1927, ο Τσάπλιν γύριζε μέχρι το 1936 (λίγες) ταινίες χωρίς ήχο, και τότε γύρισε μια ταινία που ανέμειξε υπέρτιτλους και διαλόγους: τους Μοντέρνους Καιρούς (1936). Η πρώτη του ανοιχτά πολιτικοποιημένη ταινία, αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τα επόμενα έργα του, που επιτέλους διέθεταν ήχο και ήταν εμφανώς πιο ώριμα, αν και απλώς εξίσου επιτυχημένα. Το 1952 αναγκάστηκε να φύγει από τις ΗΠΑ, καθώς κατηγορήθηκε ως κομμουνιστής, και επέστρεψε μόνο για να παραλάβει ένα τιμητικό Όσκαρ το 1972. Η εικόνα του «Σαρλό», την οποία δημιούργησε ο ίδιος και αποτέλεσε συνώνυμο της επιτυχίας του επί δεκαετίες, εγκαταλείφθηκε λόγω των συνθηκών στις τελευταίες ταινίες του, που όπως όλες, εκτός από χιούμορ περιείχαν σημαντικά κοινωνικά και πολιτικά μηνύματα.

Δουλεύοντας μέχρι και στην 9η δεκαετία της ζωής του, ο Τσάπλιν πέθανε τα Χριστούγεννα του 1977 στην Ελβετία, όντας παγκοσμίως αναγνωρισμένος. Αν και οι ταινίες του γυρίστηκαν σχεδόν πριν έναν αιώνα και μοιάζουν παράξενες και απλοϊκές στον απλό θεατή, σχεδόν όλες αποτελούν αριστουργήματα και μνημονεύονται σήμερα όσο λίγες. Εκτός από σπουδαίος σκηνοθέτης, ηθοποιός και σεναριογράφος, ο Τσάπλιν υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους ανθρώπους του 20ού αιώνα. Στις γραμμές που ακολουθούν θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε τις 10 σημαντικότερες ταινίες που γύρισε ο Τσάπλιν (ουσιαστικά, όλα τα μεγάλου μήκους έργα του) και να φέρουμε το κοινό σε επαφή με τις ταινίες αυτές, που αποτελούν σχεδόν στο σύνολό τους δείγματα του τι είναι ικανή να μας προσφέρει η τέχνη του κινηματογράφου, αν υπάρχουν οι σωστοί άνθρωποι να τη χειριστούν…

Το Χαμίνι (The Kid, 1921)

Διάρκεια: 68΄
Είδος: Κωμωδία, δράμα
Πρωταγωνιστούν: Charlie Chaplin, Edna Purviance, Jackie Coogan
Υπόθεση: Ο Σαρλό αναλαμβάνει την ανατροφή ενός μικρού αγοριού που περιπλανιόταν στους δρόμους, αλλά η σχέση τους τίθεται σε κίνδυνο από διάφορα γεγονότα.

Η τελευταία ταινία που γύρισε ο Τσάπλιν με την First National είχε αρχικά σχεδιαστεί να είναι «μία από τα ίδια», μια μικρού μήκους ταινία δηλαδή με κυρίαρχο σκοπό να κάνει το θεατή να γελάσει. Βλέποντας τις δυνατότητες του σεναρίου όμως, ο ευφυής κωμικός, επέμεινε να σκηνοθετήσει ο ίδιος το φιλμ, και έπεισε τους παραγωγούς να αυξήσουν το μπάτζετ ώστε να αυξήσει τη διάρκεια της ταινίας και να προσθέσει στοιχεία στο σενάριο που θα συγκινούσαν το κοινό. Η πρώτη «σοβαρή» ταινία του Τσάπλιν, πιθανότατα η πρώτη σοβαρή κωμωδία του Χόλιγουντ, ίσως η πρώτη μεγάλη ταινία γενικότερα. Ο Βρετανός κωμικός διέθετε απίστευτα ελάχιστα μέσα, συγκριτικά με τα σημερινά (κατ΄ αναλογία θα μπορούσαμε να συγκρίνουμε το… γαϊδουράκι με το διαστημόπλοιο ως μέσα μεταφοράς), ήχος δεν υπήρχε, μουσική δε θα υπήρχε αν δεν πρόσθετε ο ίδιος, γενικά δεν είχε πολλές δυνατότητες, πριν από 94 ολόκληρα χρόνια. Και απέδειξε πως δεν του χρειάζονταν πολλές. Η ιστορία που περιγράφει η ταινία, η σχέση δηλαδή του άστεγου αλλά καλόκαρδου Σαρλό με το επίσης άστεγο μικρό παιδάκι (Jackie Coogan), δε χρειάζεται ούτε ήχο, ούτε χρώμα, ούτε πολύχρωμα ειδικά εφέ. Ο Τσάπλιν, έχοντας προσωπικά βιώματα από τη δική του απαίσια παιδική ηλικία, απέδωσε την ιστορία του με έναν απίθανο συνδυασμό χιούμορ και συγκίνησης, που κάνει και τις πέτρες να λυγίζουν. Ακόμη και αυτοί που έχουν δει δεκάδες φορές την ταινία, είναι δύσκολο να μην ξεσπάσουν σε λυγμούς στο τέλος, όταν οι δυο ήρωες αποχωρίζονται. Τα όποια ελαττώματα της ταινίας συνίστανται απλά στο γεγονός ότι τα μέσα της εποχής δεν επέτρεπαν πολλές «μανούβρες», κατά τ΄ άλλα πρόκειται για σπάνιο αριστούργημα.

Ο Χρυσοθήρας (The Gold Rush, 1925)

Διάρκεια: 95΄
Είδος: Κωμωδία, περιπέτεια
Πρωταγωνιστούν: Charlie Chaplin, Georgia Hale, Mack Swain, Tom Murray
Υπόθεση: Ένας φτωχός ανθρωπάκος πηγαίνει στο Klondike για να βρει χρυσάφι κατά τη διάρκεια του «πυρετού του χρυσού».

Το έργο αυτό έχουμε αναλύσει ξανά στο blog μας, υπό άλλο πρίσμα, στο πρώτο μέρος του αφιερώματός μας στην εξέλιξη της κωμωδίας. Θυμηθείτε την ανάλυση αυτή εδώ.

Στα 4 χρόνια που μεσολάβησαν μετά το Χαμίνι, είχαν αλλάξει αρκετά για τον Τσάρλι Τσάπλιν. Η εταιρία που ίδρυσε ο ίδιος (United Artists) είχε καλά οικονομικά αποτελέσματα, οπότε εκτός από πρωταγωνιστής, σκηνοθέτης, σεναριογράφος και συνθέτης, μπορούσε να είναι και παραγωγός. Τίποτα πια δεν τον περιόριζε, καθώς ήταν ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα στο Χόλιγουντ και η έλλειψη ήχου περισσότερο τον εξυπηρετούσε παρά τον εμπόδιζε να πετύχει τους στόχους του. Το 1923, όμως, η πρώτη του ταινία με τη United Artists (Μια γυναίκα στο Παρίσι), στην οποία δεν έπαιζε ο ίδιος, απέτυχε παταγωδώς, και σήμερα αγνοείται – μάλλον δικαίως – από την πλειοψηφία του κοινού. Πεισμωμένος και αποφασισμένος όσο ποτέ, ο Τσάπλιν γύρισε στη συνέχεια ένα «έπος», όπως χαρακτήρισε το Χρυσοθήρα, μια υπερπαραγωγή απίστευτου για την εποχή μπάτζετ με θέμα τον «πυρετό του χρυσού» στις ΗΠΑ και τον Καναδά στα τέλη του 19ου αιώνα. Το έργο είναι μάλλον η πιο γνήσια κωμωδία του Τσάπλιν, η πιο ανάλαφρη και ευχάριστη ταινία του (και αυτή με το πιο χαρούμενο τέλος) μέσα από την οποία δεν επιδιώκει να συγκινήσει ή να περάσει μηνύματα. Το έργο ενός κωμικού στο απόγειο της δόξας του, ο Χρυσοθήρας παραμένει μια από τις πιο αναγνωρισμένες ταινίες όλων των εποχών, και μερίδιο της επιτυχίας κατέχει η δουλειά που έκανε ο ίδιος ο Τσάπλιν το 1942, όταν πρόσθεσε αφήγηση και ηχητικά εφέ στο φιλμ για να το κάνει πιο προσιτό στο, μη εξοικειωμένο με το βωβό κινηματογράφο, σύγχρονο κοινό. Η ταινία έχει μείνει επίσης στην ιστορία για δύο χαρακτηριστικές σκηνές, τις οποίες μπορείτε να απολαύσετε στα βίντεο που ακολουθούν.

O Σαρλό μαγειρεύει και τρώει το… παπούτσι του.

Αν και έφαγαν το παπούτσι, ο Τσάπλιν και ο ογκώδης σύντροφός του εξακολουθούν να πεινάνε, οπότε ο τελευταίος βλέπει τον πρώτο σαν… κοτόπουλο.

Το Τσίρκο (The Circus, 1928)

Διάρκεια: 70΄
Είδος: Κωμωδία, δράμα
Πρωταγωνιστούν: Charlie Chaplin, Al Ernest Garcia, Merna Kennedy, Henry Bergman
Υπόθεση: Ο Σαρλό βρίσκει δουλειά – και το κορίτσι των ονείρων του – σ΄ ένα μάλλον αποτυχημένο τσίρκο.

ΟΚ, στο Χρυσοθήρα ο Τσάπλιν ήταν άνετος και ωραίος, έκανε ό,τι ήθελε και πέτυχε. Τρία χρόνια αργότερα, τα γυρίσματα της νέας ταινίας του, αντιμετώπισαν ό,τι εμπόδιο μπορείτε να φανταστείτε. Κατά τη διάρκεια τους ο Τσάπλιν πληροφορήθηκε το θάνατο της μητέρας του, χώρισε με άσχημο (προσωπικά και οικονομικά) τρόπο με τη δεύτερη σύζυγό του Lita Grey, ενεπλάκη σε μια διαμάχη με την εφορία που τον πλήγωσε οικονομικά και, τέλος, είδε το στούντιο στο οποίο γυριζόταν η ταινία να παίρνει φωτιά και το μπάτζετ της ταινίας να αυξάνει επικίνδυνα. Τελικά, όταν το έργο ήταν επιτέλους έτοιμο για προβολή, στους κινηματογράφους σάρωνε η πρώτη ομιλούσα ταινία στην ιστορία του σινεμά, ο Τραγουδιστής της Τζαζ και μια ταινία όπως το Τσίρκο που δεν περιείχε διαλόγους (εκτός από ένα τραγούδι στους τίτλους έναρξης) και βασιζόταν αποκλειστικά στο visual χιούμορ θα αντιμετώπιζε πρόβλημα αν κυκλοφορούσε τότε. Τελικά, η πρεμιέρα της ταινίας έγινε τον Ιανουάριο του 1928, ένα χρόνο μετά την αρχική ημερομηνία. Μ΄ όλα αυτά τα προβλήματα, όμως, ο απίθανος Τσάπλιν κατάφερε πάλι να γυρίσει μια ταινία σχεδόν αριστουργηματική. Τα προσωπικά του βιώματα (κυρίως η ενδοοικογενειακή βία που υπέστη) εμφανίζονται ξανά με συγκλονιστικό τρόπο, ο αθώος, παιδικός έρωτας είναι ξανά σήμα κατατεθέν, αλλά η ταινία ουσιαστικά αποτελεί μια κατάθεση της άποψης του Τσάπλιν για το χιούμορ και την κωμωδία. Με την ταινία του αυτή ο Τσάπλιν προσπαθεί να αποδείξει πως είναι αδύνατο κάποιος να είναι αστείος «κατά παραγγελία», είναι απαραίτητο να έχει έμπνευση και να μην εκβιάζει το χιούμορ, απλά να το έχει. Μια από τις πιο προσωπικές ταινίες του μεγάλου δημιουργού, σχετικά ξεχασμένη συγκριτικά με τα άλλα αριστουργήματά του, αλλά αναμφίβολα αξιόλογη.

Απολαύστε δύο επικές σκηνές και από αυτήν την ταινία:

Για να ξεφύγει από έναν γάιδαρο ο οποίος, χωρίς λόγο και αιτία, τον κυνηγάει όποτε τον βλέπει, ο Σαρλό μπαίνει κατά λάθος στο κλουβί ενός λιονταριού. Το τι ακολουθεί απλά δεν περιγράφεται.

Στην πιο φημισμένη σκηνή του έργου, ο Σαρλό προσπαθεί να ολοκληρώσει ένα νούμερο σχοινοβασίας, αλλά δέχεται την επίθεση παιχνιδιάρικων μαϊμούδων.

Τα Φώτα της Πόλης (City Lights, 1931)

Διάρκεια: 87΄
Είδος: Ρομαντική κωμωδία
Πρωταγωνιστούν: Charlie Chaplin, Virginia Cherrill, Florence Lee, Harry Myers
Υπόθεση: Ο Σαρλό προσπαθεί να βοηθήσει μια τυφλή νεαρή κοπέλα την οποία έχει ερωτευτεί να ξαναβρεί την όρασή της, με τη βοήθεια ενός αλκοολικού πάμπλουτου μεγιστάνα.

Η πλειοψηφία των κριτικών και αναλυτών, αλλά και του κινηματογραφικού κοινού, θεωρεί τα Φώτα της Πόλης την καλύτερη ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν, την πιο ανθρώπινη, συγκινητική και ρομαντική. Παρότι θα συμφωνήσω μόνο με το τελευταίο, η ταινία είναι αδιαμφισβήτητα εξαιρετική. Αν και, όπως ανέφερα και πριν, ο ήχος είχε εισέλθει στην έβδομη τέχνη το 1927, και όταν γυρίστηκε η ταινία κυριαρχούσε σε τέτοιο βαθμό που δε γυρίζονταν πια καμία ταινία χωρίς αυτόν, ο Τσάπλιν ρίσκαρε και γύρισε το έργο χωρίς διαλόγους, ελπίζοντας να αποδείξει πως αυτοί δε χρειάζονταν για να πετύχει αυτό που ήθελε. Έτσι κι αλλιώς, ο Τσάπλιν ήταν πάντοτε αντίθετος με τη χρήση του ήχου στον κινηματογράφο, αν και αργότερα κατάφερε να τον αξιοποιήσει με μεγάλη επιτυχία. Στην ταινία αυτή, όμως, η έλλειψη ήχου εξυπηρετεί τα σχέδιά του: κάνει την υπόθεση πιο απλοϊκή, πιο άφθαρτη, αφαιρεί τα περιττά στοιχεία, και προωθεί το slapstick χιούμορ του, που εδώ εναλλάσσεται συνεχώς με συγκινητικές σκηνές, που με τη σειρά τους συνοδεύονται από ανάλογη μουσική. Το μυστικό της ταινίας κρύβεται στο πανέξυπνο σενάριο: από τη μία, η συγκινητική ιστορία της τυφλής, φτωχής νεαρής που ο Σαρλό προσπαθήσει να βοηθήσει οικονομικά (ξέρω, θυμίζει μελόδραμα κατώτερου επιπέδου, αλλά πιστέψτε με, δεν είναι) και, από την άλλη, ο άγνωστος, ανώνυμος πάμπλουτος άνδρας, που θεωρεί φίλο του το Σαρλό και έχει κάθε πρόθεση να τον βοηθήσει, αλλά μόνο όταν είναι μεθυσμένος (όταν δεν είναι, δεν τον γνωρίζει καν!). Μέσα σ΄ όλα αυτά, απίστευτες σκηνές «καρτουνίστικου» χιούμορ και εξαιρετικές εναλλαγές κωμωδίας και δράματος. Η ταινία που καταξίωσε οριστικά τον Τσάπλιν, και πειστικότερη απόδειξη γι΄ αυτό το γεγονός πως στην πρεμιέρα της ταινίας τον συνόδεψε ο Άλμπερτ Αϊνστάιν.

.

Φυσικά, στο τέλος παραθέτουμε δύο σκηνές και από το έργο αυτό:

Προσπαθώντας να μαζέψει λεφτά ενώ ο μεθυσμένος πλούσιος λείπει στην Ευρώπη, ο Σαρλό παίρνει μέρος σ΄ έναν αγώνα μποξ με περίεργη εξέλιξη.

Η τελευταία σκηνή της ταινίας, αναγνωρισμένη ως μια από τις πιο συγκινητικές στην ιστορία του σινεμά.

Μοντέρνοι Καιροί (Modern Times, 1936)

5-stars

220px-Moderntimes

Διάρκεια: 87΄
Είδος: Κωμωδία
Πρωταγωνιστούν: Charlie Chaplin, Paulette Goddard, Henry Bergman, Stanley Sandford
Υπόθεση: Ο Σαρλό προσπαθεί να επιβιώσει στη βιομηχανική αμερικανική κοινωνία των 30΄s, που έχει πληγεί ανεπανόρθωτα από το κραχ του 1929, με τη βοήθεια μιας όμορφης νεαρής κοπέλας.

Από το 1920 και μετά ο Τσάρλι Τσάπλιν γύριζε μία ταινία κάθε 3-4 χρόνια, αποδεικνύοντας την έμφαση που έδινε στη λεπτομέρεια και τη φιλοδοξία του να δημιουργήσει αριστουργήματα και όχι απλώς καλές ταινίες. Μετά τα Φώτα της Πόλης πέρασαν 5 ολόκληρα χρόνια για να ξαναεμφανιστεί στους κινηματογράφους ο θρυλικός Σαρλό, μάλλον στην τελευταία του εμφάνιση (στην επόμενη ταινία του ο Τσάπλιν υποδύεται έναν παρόμοιο, αλλά όχι ίδιο, χαρακτήρα). Οι Μοντέρνοι Καιροί είναι μια ταινία-ορόσημο στην καριέρα του κορυφαίου κωμικού, το τέλος μιας εποχής και η αρχή μιας άλλης. Είναι η τελευταία «απλή» ταινία του, με σχετικά μικρή διάρκεια, χωρίς διαλόγους (αν και υπάρχουν αρκετά ηχητικά εφέ), το τελευταίο του έργο που αναπτύσσεται γύρω από το χαρακτήρα του Σαρλό και ακολουθεί το μοτίβο των προηγούμενων. Ταυτόχρονα, είναι η πρώτη ταινία του στην οποία ακούμε τη φωνή του (σ΄ ένα ακαταλαβίστικο τραγούδι στο φινάλε), η πρώτη γενικότερα στην οποία ο Τσάπλιν αξιοποιεί τον ήχο για να βελτιώσει το επίπεδο του έργου και η πρώτη με έντονο πολιτικό περιεχόμενο, το οποίο κυριαρχεί στις μετέπειτα παραγωγές του. Ουσιαστικά, είναι η πρώτη «σύγχρονη» ταινία του Τσάπλιν, η πρώτη του προσπάθεια να εναρμονιστεί με τις επιταγές της εποχής του στον κινηματογράφο, διατηρώντας ταυτόχρονα το μοναδικό στιλ του. Αυτός ο συνδυασμός που αναλύσαμε καθιστά την ταινία ένα ανεπανάληπτο αριστούργημα, καθώς, μαζί με την επόμενη, είναι οι μοναδικές του Τσάπλιν που συνδυάζουν όλα όσα πέτυχε στην καριέρα του ο ιδιοφυής κωμικός σε μια ταινία και δεν αφήνουν κανένα κενό. Ένας Τσάπλιν στα καλύτερά του, για άλλη μια φορά ερωτευμένος (και στην πραγματικότητα) με την συμπρωταγωνίστριά του και μετέπειτα σύζυγό του Paulette Goddard, μια μοναδική ταινία με απίθανο χιούμορ, συγκίνηση και ένα πλήθος πολιτικών και κοινωνικών μηνυμάτων, αλλά και μαθημάτων ζωής, η πλειοψηφία των οποίων ισχύει ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που ίσχυε και τότε, οκτώ δεκαετίες πριν. Απλά μαγικό…

Από αυτό το αριστούργημα του Τσάπλιν, σας έχουμε – εκτός από το τραγούδι του – μια ανεπανάληπτη σκηνή, στην οποία ο εργάτης Σαρλό δοκιμάζει, μάλλον παρά τη θέληση του, μια μηχανή φαγητού. Η μηχανή υποτίθεται πως ταϊζει τον εργαζόμενο ενώ δουλεύει, εξοικονομώντας χρόνο. Μια δοκιμή θα σας πείσει…

Το αφιέρωμά μας στο θρυλικό κωμικό Τσάρλι Τσάπλιν, έναν από τους σημαντικότερους ανθρώπους του κινηματογράφου από τις απαρχές της έβδομης τέχνης, φτάνει στο δεύτερο και τελευταίο μέρος του. Στο μέρος αυτό, θα ασχοληθούμε με τις ταινίες που γύρισε ο μεγάλος κωμικός μετά την έναρξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Συντονιστείτε, παρακαλώ.

Ο Μεγάλος Δικτάτορας (The Great Dictator, 1940)

5-stars

Διάρκεια: 124′
Είδος: Πολιτική κωμωδία/σάτιρα, δράμα
Πρωταγωνιστούν: Charlie Chaplin, Paulette Goddard, Jack Oakie, Billy Gilbert
Υπόθεση: Τη στιγμή που ο δικτάτορας Adenoid Hynkel προσπαθεί να επεκτείνει την αυτοκρατορία του, ένας Εβραίος κουρέας προσπαθεί να αποφύγει την καταδίωξη από το καθεστώς του.

Έχω γράψει τόσα γι΄ αυτήν την ταινία σε παλαιότερο αφιέρωμα, που δε νομίζω πως χρειάζεται να προσθέσω κάτι ιδιαίτερο εδώ. Μια σχεδόν αψεγάδιαστη παραγωγή, η πρώτη 100% ομιλούσα ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν είναι και μια από τις πρώτες χολιγουντιανές παραγωγές που αντιμετωπίζουν τη Ναζιστική Γερμανία ως εχθρό, όχι μόνο των ΗΠΑ, αλλά και της ανθρωπότητας συνολικά, σε μια εποχή που οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν ακόμη ουδέτερες και οι θηριωδίες των Ναζί άγνωστες στο ευρύ κοινό. Ο Τσάπλιν εδώ υποδύεται για τελευταία φορά έναν χαρακτήρα που προσεγγίζει τον κλασικό Σαρλό, και συγκεκριμένα ένα φιλήσυχο και αμνησιακό Εβραίο κουρέα που λόγω της αμνησίας του αδυνατεί να συνειδητοποιήσει τι υφίστανται αυτός και οι ομόθρησκοί του από τους Ναζί. Ταυτόχρονα, όμως, υποδύεται και τον δικτάτορα Hynkel (η λογοκρισία της εποχής δεν του επέτρεψε να χρησιμοποιήσει πραγματικά ονόματα), μια εύστοχη και ξεκαρδιστική έκδοση του Χίτλερ, έναν βίαιο και αιμοδιψή δικτάτορα που έχει στόχο να δημιουργήσει έναν κόσμο με ξανθούς ανθρώπους και… μελαχρινό δικτάτορα. Ίσως η καλύτερη κωμωδία όλων των εποχών, μια ταινία που, 75 χρόνια μετά, φαντάζει πιο επίκαιρη από ποτέ.

Στο αφιέρωμα αυτό έχει γίνει παράδοση να σας παραθέτουμε βίντεο από τις ταινίες του Τσάρλι Τσάπλιν που σχολιάζουμε για να… μπείτε στο κλίμα. Από το Μεγάλο Δικτάτορα σας έχουμε:

  1. Κούρεμα και περιποίηση προσώπου… μετά μουσικής, από τον Εβραίο κουρέα που υποδύεται ο Τσάπλιν.
  2. Εκτός από τον απίθανα ανθρώπινο λόγο του στο τέλος της ταινίας (που μπορείτε να βρείτε στην παλαιότερη ανάλυση της ταινίας), ο Chaplin-Hynkel είχε εκφωνήσει προηγουμένως στην ταινία και κάποιους… λιγότερο ανθρώπινους. Δείτε τον πιο χαρακτηριστικό.

Ο Κύριος Βερντού (Monsieur Verdoux, 1947)

Διάρκεια: 124′
Είδος: Μαύρη κωμωδία
Πρωταγωνιστούν: Charles Chaplin, Martha Raye, William Frawley, Marilyn Nash
Υπόθεση: Ένας κυνικός μεσόκοπος άνδρας γίνεται δολοφόνος γυναικών για να συντηρήσει την οικογένεια του, αλλά το επάγγελμα του αποδεικνύεται κάπως επικίνδυνο…

Μετά το Μεγάλο Δικτάτορα, ο Τσάρλι Τσάπλιν παρέμεινε δραστήριος, δουλεύοντας σε παλαιότερες ταινίες του (όπως με την επανέκδοση του Χρυσοθήρα το 1942) και προσπαθώντας να… νοικοκυρέψει τα οικονομικά της εταιρίας του, United Artists. Δε γύρισε όμως κάποια ταινία μέχρι το 1947, και μάλιστα όταν αποφάσισε να πρωταγωνιστήσει στον Κύριο Βερντού, το αρχικό σχέδιο ήταν να σκηνοθετήσει το έργο ο κορυφαίος Όρσον Γουέλς (Πολίτης Κέιν), στον οποίο ανήκε και η ιδέα. Ο Γουέλς όμως δεν… καιγόταν να μετατρέψει την – μέτρια, κατά τον ίδιο – ιδέα του σε πράξη, ενώ και ο Τσάπλιν τελικά αποφάσισε πως θα του ήταν πολύ δύσκολο να δέχεται εντολές από κάποιον άλλο. Όταν τελικά προβλήθηκε η ταινία, προκάλεσε σάλο, καθώς ο ίδιος άνθρωπος που είχε ταυτιστεί στη μνήμη του κοινού με τον αθώο και συμπαθητικό Σαρλό υποδύεται εδώ έναν στυγνό δολοφόνο, που με το εξαιρετικό (γαλλικό) φλερτ του κατακτά τις γυναίκες (πάντοτε μεσόκοπες και πολύ πλούσιες), και κατόπιν τις δολοφονεί για να αποκτήσει την περιουσία τους. Η προσπάθεια του Τσάπλιν να εξανθρωπίσει έναν τέτοιο χαρακτήρα προκάλεσε αντιδράσεις στο αυστηρών αρχών (επιφανειακά, τουλάχιστον) Χόλιγουντ της εποχής, καθώς ο ήρωάς του, ο Ανρί Βερντού, δεν είναι τόσο κακός όσο φαίνεται. Σκοτώνει, βέβαια, αλλά όχι από απληστία, απλώς γιατί δεν έχει άλλο μέσο επιβίωσης. Όσο προχωράει η ταινία, δείχνει σημάδια ανθρωπιάς και αγάπης, ιδίως όταν αποφασίζει να μη δολοφονήσει μια νεαρή γυναίκα που είχε μαζέψει από τους δρόμους με σκοπό να τη χρησιμοποιήσει σ΄ ένα θανάσιμο πείραμα, καθώς και όταν βρίσκεται με την ανάπηρη γυναίκα του και το γιο του, που φυσικά δε γνωρίζουν την.. πηγή εσόδων του. Το μήνυμα του Τσάπλιν, όμως, βρίσκεται στο φινάλε, όταν κατηγορεί τους ισχυρούς πως δολοφονούν εκατομμύρια ανθρώπους (είχε μόλις προηγηθεί ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος) και γίνονται ήρωες, ενώ ο ήρωάς του που δολοφόνησε 14 θεωρείται τέρας και οδηγείται στη γκιλοτίνα. Μια ριζοσπαστική ταινία, με λίγο ακραίες ιδέες, αλλά αναμφίβολα έξυπνη και με τρομερό μαύρο χιούμορ.

Το γεγονός πως η ταινία δεν είναι τόσο κωμική και αστεία όσο παλαιότερες παραγωγές του Τσάπλιν δε σημαίνει πως δε διαθέτει και σκηνές που ο δημιουργός… θυμάται τις παλιές καλές μέρες του. Σ΄ αυτήν που παραθέτουμε εδώ, ο κύριος Verdoux κατορθώνει να οδηγήσει την αφελή δεύτερη σύζυγό του (όχι αυτήν που αναφέραμε στην ανάλυση) σ΄ ένα ερημικό μέρος με σκοπό να τη δολοφονήσει, αλλά η τύχη του γυρίζει την πλάτη με τον πιο ξεκαρδιστικό τρόπο…

Τα Φώτα της Ράμπας (Limelight, 1952)

Διάρκεια: 137′
Είδος: Δράμα, κωμωδία
Πρωταγωνιστούν: Charlie Chaplin, Claire Bloom, Nigel Bruce, Buster Keaton
Υπόθεση: Ένας γερασμένος κωμικός συναντά μια χορεύτρια με αυτοκτονικές τάσεις, και μαζί προσπαθούν να βρουν δύναμη να αντιμετωπίσουν τα προβλήματά τους και να πετύχουν επαγγελματικά.

Σε μια ταραγμένη εποχή όπως οι αρχές του ΄50, ο Τσάπλιν ήταν πολύ πικραμένος και δυσαρεστημένος από την αντικομμουνιστική υστερία που κυριαρχούσε στις ΗΠΑ (Μακαρθισμός), μια υστερία που είχε οδηγήσει δεκάδες συναδέλφους του στο ταμείο ανεργίας και είχε αρχίσει να βάζει και τον ίδιο στο στόχαστρο. Ταυτόχρονα, όπως αναφέρει στην αυτοβιογραφία του, συχνά αισθανόταν πως είχε μεγαλώσει αρκετά και οι καλύτερες μέρες του βρίσκονταν πίσω του. Όλα αυτά επηρέασαν βαθύτατα τα Φώτα της Ράμπας, τη λιγότερο αστεία και ταυτόχρονα πιο προσωπική ταινία του Τσάπλιν. Τοποθετημένη στον τόπο γέννησης του κωμικού, το Λονδίνο του 1914, ο Τσάπλιν υποδύεται τον Καλβέρο, έναν άλλοτε διάσημο και επιτυχημένο κλόουν που έχει καταλήξει άνεργος και αλκοολικός και προσπαθεί με κάθε τρόπο να κάνει ένα μεγάλο comeback για να διασώσει την καριέρα του. Στην πορεία γλιτώνει μια νεαρή χορεύτρια (Claire Bloom) από την αυτοκτονία και, προσπαθώντας να προωθήσει τη δική της καριέρα, παίρνει ο ίδιος δύναμη και αυτοπεποίθηση για τη ζωή του. Στο συγκλονιστικό και εξίσου βιωματικό φινάλε, ο Καλβέρο πετυχαίνει επιτέλους το comeback, έχοντας στο πλευρό του έναν εξίσου γερασμένο και προβληματικό πρώην συνεργάτη του, που υποδύεται ο θρυλικός Buster Keaton. Η σκηνή όπου οι δύο μεγαλύτεροι κωμικοί των αρχών του 20ού αιώνα, Τσάρλι Τσάλπιν και Buster Keaton, εμφανίζονται μαζί στη σκηνή έχει ξεχωριστή αξία για κάθε οπαδό του είδους. Η ταινία, αν και αξιόλογη, είναι δυσκολοχώνευτη για κάποιον που έχει συνηθίσει να βλέπει Τσάρλι Τσάλπιν και να γελάει, κάτι που εδώ δύσκολα συμβαίνει. Ο δημιουργός της ταξίδεψε στο Λονδίνο – τη γενέτειρά του – για την πρεμιέρα της ταινίας και κατόπιν πληροφορήθηκε πως του απαγορεύτηκε η επανείσοδος στις ΗΠΑ, τις οποίες δεν επισκέφτηκε για 20 χρόνια. Ένας πολύ πικρός και καταθλιπτικός, αν και σχετικά αισιόδοξος στο φινάλε, Τσάπλιν, σε μια ταινία που δεν είναι απ΄ τις καλύτερες του, αλλά είναι τουλάχιστον αξιόλογη.

Ένας Βασιλιάς στη Νέα Υόρκη (A King in New York, 1957)

Διάρκεια: 110′
Είδος: Μαύρη κωμωδία
Πρωταγωνιστούν: Charlie Chaplin, Dawn Addams, Maxine Audley, Jerry Desmonde
Υπόθεση: Ένας έκπτωτος μονάρχης ενός κρατιδίου της Ευρώπης βρίσκει καταφύγιο στις ΗΠΑ, όπου χωρίς να το καταλάβει θα γίνει σταρ της τηλεόρασης και κατόπιν θα κατηγορηθεί ως κομμουνιστής.

Το 1936, ο Τσάρλι Τσάπλιν κατάφερε αριστουργηματικά να στηλιτεύσει και να σατιρίσει την καταπίεση των εργατών στις ΗΠΑ την εποχή της κρίσης, καθώς και την αδυναμία-απροθυμία των βιομηχάνων και της κυβέρνησης να βελτιώσουν τις συνθήκες εργασίες. Το 1940 έκανε το ίδιο, ακόμη πιο αριστουργηματικά, με το απάνθρωπο ναζιστικό καθεστώς του Χίτλερ, του οποίου εύστοχα προέβλεψε την κατάρρευση. Αυτό που έκανε σ΄ αυτή την ταινία, όμως, είναι ακόμη πιο σημαντικό. Γυρίζοντάς την στη Μ.Βρετανία (οι ΗΠΑ του είχαν κλείσει τις πόρτες από το 1952), ασχολείται με τις συνθήκες που τον έδιωξαν από την Αμερική: την αντικομμουνιστική υστερία με τις συνεχείς αναίτιες διώξεις αθώων πολιτών που στη χώρα της «ελευθερίας» δικάζονταν και φυλακίζονταν ως δήθεν κομμουνιστές και «εχθροί της πατρίδας». Το πιο ευφυές, όμως, είναι ότι ταυτόχρονα σατιρίζει και τον τρόπο ζωής στην Αμερική των 50΄s, προσαρμόζοντας ταυτόχρονα το χιούμορ και τις ιδέες του στις συνθήκες της εποχής. Ένα πρόβλημα πολλών μεγάλων δημιουργών είναι πως όσο περνούν τα χρόνια δυσκολεύονται να προσαρμόσουν το στιλ και τις εμπνεύσεις τους στα νέα δεδομένα και κινδυνεύουν να μείνουν «πίσω από την εποχή». Ο Τσάρλι Τσάπλιν, προσπαθώντας να ερμηνεύσει τις ραγδαίες αλλαγές στο μεταπολεμικό δυτικό κόσμο, όχι μόνο δεν πέφτει στην παγίδα, αλλά στην πραγματικότητα εμφανίζεται πολύ μπροστά από την εποχή του! Χαρακτηριστικό παράδειγμα το γεγονός πως κυρίαρχο ρόλο στην ταινία διαδραματίζει η τηλεόραση, μια εφεύρεση που ο Τσάπλιν δε γνώριζε μέχρι να γίνει 60 χρονών. Αυτός, όμως, δεν αντιλαμβάνεται απλώς την αξία και το ρόλο του νέου μέσου ψυχαγωγίας στην καθημερινότητα του ανθρώπου, αλλά προβλέπει και τις συνέπειες που αυτό θα φέρει όταν «ωριμάσει», δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στις τηλεοπτικές διαφημίσεις, που τότε βρίσκονταν σε πρώιμο στάδιο. Για άλλη μια φορά, δηλαδή, ο Τσάπλιν μας δείχνει την ικανότητά του να προβλέπει εξελίξεις του μέλλοντος, που εμείς τώρα τις ξέρουμε, αλλά οι άνθρωποι της εποχής έμεναν με ανοικτό το στόμα! Πέρα από αυτά, τώρα, η ταινία είναι μια άρτια παραγωγή, ο Τσάπλιν στον τελευταίο του πρωταγωνιστικό ρόλο δίνει ρέστα, η Dawn Addams προσθέτει γοητεία αλλά και αρκετό χιούμορ, και η ταινία είναι ακόμη ένα αριστούργημα, από τα πολλά που μας έχει χαρίσει ο μεγάλος κωμικός.

Σε μια χαρακτηριστική σκηνή, ένα 10χρονο παιδί (Michael Chaplin, ο γιος του Charlie) παραδίδει μαθήματα στο βασιλιά Σαχντόφ (Charlie Chaplin) για το πώς η λεγόμενη ελεύθερη αγορά δεν είναι και τόσο ελεύθερη τελικά. Άσχετα αν συμφωνείτε ή διαφωνείτε, η προσπάθεια του μικρού είναι τουλάχιστον αξιομνημόνευτη.

Η Κόμισσα από το Χονγκ Κονγκ (A Countess from Hong Kong, 1967)

Διάρκεια: 120′
Είδος: Ρομαντική κομεντί
Πρωταγωνιστούν: Marlon Brando, Sophia Loren, Sydney Earl Chaplin, Tippi Hedren
Υπόθεση: Μια Ρωσίδα πρώην κόμισσα προσπαθεί να ταξιδέψει από το Χονγκ Κονγκ στις ΗΠΑ, και καταλήγει λαθρεπιβάτης στην καμπίνα ενός πλοίου, στην οποία διαμένει ένας γοητευτικός Αμερικανός διπλωμάτης.

Το κύκνειο άσμα του μεγάλου Τσάρλι Τσάπλιν είναι δυστυχώς μια αποτυχία. Ο 78χρονος δημιουργός επιλέγει σωστά να μην πρωταγωνιστήσει (αν και εμφανίζεται για λίγα δευτερόλεπτα στο έργο), έχει μια έξυπνη σεναριακή ιδέα, δύο μεγάλα ονόματα να πρωταγωνιστούν (Marlon Brando – Sophia Loren), και η ταινία του διαθέτει αρκετές έξυπνες ατάκες και μερικές όμορφες στιγμές χιούμορ και έρωτα. Δυστυχώς, όμως, στο μεγαλύτερο μέρος της είναι εξαιρετικά βαρετή και προβλέψιμη ενώ, όσο μεγάλοι ηθοποιοί κι αν είναι ο Brando και η Loren, το χιούμορ και η κωμωδία δεν ήταν ποτέ το δυνατό τους στοιχείο. Ο Τσάπλιν σκόπευε αναμφίβολα να γυρίσει μια κωμωδία με ρομαντικές… πινελιές, αντ΄ αυτού το έργο αποτελεί μια ανάλαφρη ρομαντική κομεντί, από τις εκαντοντάδες που κυκλοφορούν από τις απαρχές της τέχνης. Σε αντίθεση με το προηγούμενο φιλμ του, αυτή τη φορά ο Τσάπλιν δυσκολεύεται να προσαρμόσει το χιούμορ και τις ιδέες του στις συνθήκες της εποχής, και οι πρωταγωνιστές δείχνουν αρκετά μπερδεμένοι. Το φινάλε είναι τόσο κλισέ όσο… δεν πάει, το υπόλοιπο καστ δε μπορεί να σε κάνει ούτε να χαμογελάσεις (ο Sydney Earl Chaplin, γιος του δημιουργού, είναι φιλότιμος αλλά δεν τον πολυβοηθάει ο ρόλος και η Tippi Hedren (γιαγιά της πρωταγωνίστριας των Πενήντα Αποχρώσεων του Γκρι Dakota Johnson, για όσους δεν το γνωρίζατε) απλούστατα δε διαθέτει αίσθηση του χιούμορ), γενικά το σύνολο δεν πείθει. Φυσικά, κανείς δε μπορεί να κατηγορήσει τον Τσάπλιν. Η έμπνευσή του ήταν καλή, είχε ιδέες και έξυπνες ατάκες, οι πρωταγωνιστές που επέλεξε ήταν ικανότατοι και κατάλληλοι για τους ρόλους τους, απλά τελικά δεν του βγήκε. Η ταινία βλέπεται σχετικά ευχάριστα μία φορά, αλλά για κάποιον που έχει δει και απολαύσει τα προηγούμενα έργα του Τσάπλιν, συνιστά μια απογοήτευση. Δεν πειράζει, όμως. Μακάρι όλοι οι σκηνοθέτες στα 78 τους να μπορούν να γυρίζουν έστω τέτοιες ταινίες, και ακόμη καλύτερα αν έχουν γυρίσει μέχρι τότε τόσο μεγάλες ταινίες όσο ο μοναδικός κωμικός…

Το βίντεο που ακολουθεί περιέχει 53 χρόνια ιστορίας μέσα σε δύο λεπτά. Συγκεκριμένα, περιλαμβάνει την πρώτη και την τελευταία κινηματογραφική εμφάνιση του Τσάρλι Τσάπλιν, από τις ταινίες Making a Living (1914) και A Countess from Hong Kong (1967). Ένας ολόκληρος κόσμος άλλαξε σ΄ αυτά τα χρόνια, αλλά ο θρυλικός Τσάρλι Τσάπλιν παρέμεινε, για παραπάνω από μισό αιώνα, στο προσκήνιο. Και ακόμη καλύτερα, παραμένει ακόμα εκεί…

Αυτές είναι οι ταινίες του μοναδικού και ανεπανάληπτου Τσάρλι Τσάπλιν. Πρωταγωνιστής, σκηνοθέτης, σεναριογράφος, παραγωγός και συνθέτης, μόνο τους… καφέδες για το συνεργείο δεν έφερνε στις ταινίες του. Και είναι σχεδόν όλες αριστουργήματα, από εμπορικής, καλλιτεχνικής και ποιοτικής πλευράς, όλες μπορούν να μας κάνουν να γελάσουμε, να συγκινηθούμε, να προβληματιστούμε, όλες είναι τόσο απίστευτα επίκαιρες, επτά και οκτώ δεκαετίες μετά. Δεν υπάρχει άλλος Τσάρλι Τσάπλιν, και δεν ξέρω αν θα υπάρξει ποτέ…

http://blogs.auth.gr/

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s