«Στέλλα κοιμήσου» του Γιάννη Οικονομίδη στο Εθνικό Θέατρο | Κριτική και εντυπώσεις Γιάννη Καραμπίτσου από τη γενική δοκιμή την Τετάρτη 12.10.2016

Ο Γιάννης Οικονομίδης γράφει και σκηνοθετεί στο θέατρο για πρώτη φορά με τη βοήθεια του μόνιμου συνεργάτη και φίλου του Βαγγέλη Μουρίκη ο οποίος επιμελείται το κείμενο. Ο Γιάννης Οικονομίδης όταν κάνει κινηματογράφο είναι σαν να κάνει και θέατρο, χωρίς οι ταινίες του να χάνουν στο ελάχιστο σε κινηματογραφικότητα και όταν κάνει θέατρο είναι σαν να κάνει και κινηματογράφο χωρίς να χάνει στο ελάχιστο σε θεατρικότητα.

Κοντολογίς παντρεύει θέατρο και κινηματογράφο με ιδανικό τρόπο. Όχι ακριβώς παντρεύει, θέατρο και κινηματογράφος στην κλασική τους εκδοχή μοιάζουν ιδανικά οχήματα για να μεταφέρουν το Οικονομιδικό σύμπαν. Έτσι λοιπόν το Στέλλα κοιμήσου, αποτελεί μια συνέχεια του προβληματισμού του Γιάννη Οικονομίδη, που περιέχει στοιχεία της έως τώρα Οικονομιδικής προβληματικής και την προεκτείνει.

stella-koimisou-01

Στέλλα κοιμήσου, του Γιάννη Οικονομίδη στο Εθνικό Θέατρο από τις 13 Οκτωβρίου 2016

«Close-Up»-Κοντινό Πλάνο (1990) Σκηνοθεσία: Αμπάς Κιαροστάμι με ελεύθερη είσοδο, ανάλυση και συζήτηση στο Σχολείο του Σινεμά το Σάββατο 15.10.2016 στις 19.15

Ο Οικονομίδης ξέρει να φτιάχνει δυνατά σύμπαντα, ζοφερά αλλά και ελκυστικά. Οι χαρακτήρες των έργων του ακόμα και οι πιο “κακοί” έχουν στοιχεία γοητευτικά, αποτελούν όλοι παιδιά του ισότιμα και αγαπημένα. Ο Γιάννης Οικονομίδης πατάει επάνω σε μια διαλεκτική, χεγκελιανής καταγωγής θα τολμούσα να πω, παρουσιάζει ανάγλυφες και δυναμικές τις αντιφάσεις που κουβαλάμε μέσα μας, τη φωτεινή και τη σκοτεινή πλευρά μας. Τα στοιχεία αυτά δεν λείπουν από το θεατρικό έργο ετούτο,  με το οποίο ο Οικονομίδης κερδίζει μια θέση στο θεατρικό στερέωμα άξια. Η απόλαυση πάντα είναι παρούσα στο έργο του Οικονομίδη, σε αυτό εδώ όμως είναι ενδεχόμενα λίγη παραπάνω από όσο η ισορροπία του έργου απαιτούσε. Το έργο θα είναι διαφορετικό κάθε μέρα σε ένα βαθμό. Πόσο μεγάλος είναι ο βαθμός αυτής της διαφορετικότητας δεν το γνωρίζω, γιατί αγνοώ πόσο διαφορετικό θα είναι το σενάριο από παράσταση σε παράσταση. Όπως και να έχει το εγχείρημα αυτό παρουσιάζει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Η πραγμάτωσή του στην παράσταση δικαιώθηκε αισθητικά, δραματουργικά, σκηνοθετικά, υποκριτικά. Ο κόσμος του Οικονομίδη παρουσιάζει φυσικότητα, οικειότητα, αυθεντικότητα, ρεαλιστικότητα παρόλο που από μια πρώτη ματιά μπορεί να ξενίζει και να μοιάζει σουρεαλιστικός. Είναι ο δικός μας κόσμος, παρόλο που όπως και στον Μαχαιροβγάλτη έχω μια μικρή διαφωνία για την γενίκευση που ο Οικονομίδης κυρίως στα κείμενά και τις συνεντεύξεις του επιχειρεί σχετικά με την αρνητική αύρα των χαρακτήρων. Για να μην υπάρξει κάποια παρανόηση εννοώ ότι ο Οικονομίδης θεωρεί ότι οι χαρακτήρες των έργων του εκφράζουν σχεδόν με απόλυτο τρόπο την ζοφερή κατάσταση που επικρατεί σε όλη την κοινωνία. Στο βασικό του συμπέρασμα δεν διαφωνώ, στην ουσία αυτού που λέει είμαι πολύ κοντά, αλλά π.χ. Στον Μαχαιροβγάλτη και κυρίως στο Στέλλα κοιμήσου δεν μπορείς να ισχυριστείς ότι αυτή η πλούσια με μαφιόζικα χρήματα οικογένεια και τα μέλη της είναι μια πιστή απεικόνιση αυτού που κυριαρχεί σήμερα στην κοινωνία, ότι απεικονίζει δηλαδή όλο το εύρος της. Σίγουρα εκφράζει την κυρίαρχη κοινωνική τάση όπου αξιοπρέπεια, ηθική τάξη και συναισθήματα θεωρούνται πολυτέλεια. Στις ταινίες και τώρα στο θεατρικό η γενίκευση αυτή κατά τη γνώμη μου, δεν είναι τόσο απόλυτη όσο ο δημιουργός τους θεωρεί. Τα έργα του έχουν μεγαλύτερη δυναμική και εμβέλεια, είναι συνθετότερα από την λίγο προβοκατόρικα πιο απλοϊκή παρουσίασή τους από τον δημιουργό τους. Πάντα πίστευα ότι ο Γιάννης Οικονομίδης εκτός από ένας ικανότατος καλλιτέχνης κινηματογραφιστής είναι και ένας πολύ ικανός προωθητής των έργων του. Άρα το πιθανότερο είναι ότι δεν μπορεί να γνωρίζω εγώ περισσότερα από εκείνον για την ουσία και το βάθος τους.

Και περνάμε στην παράσταση. Ξεκινάμε με την Έλλη Τρίγγου. Περιέργεια να δω αν η εντύπωση η καταπληκτική της ταινίας Suntan θα διατηρηθεί και στο Στέλλα Κοιμήσου. Και είναι άψογη η εντύπωση που μου μένει στο τέλος. Η ταλαντούχα ηθοποιός υποδύεται  έξοχα την Ανθή του έργου αποδίδοντας με συνέπεια, πειστικότητα αλλά και χάρη το ρόλο της λογικής αδελφής, της υποταγμένης στο κατεστημένo, στην πατρική εξουσία και στο συμφέρον, της κάπως ψυχρής και κυνικής καλής κοπέλας της οικογένειας και καταφέρνει πολύ σύντομα να μας κάνει να ξεχάσουμε την περσόνα του Suntan. Δεν ξέρω αν ευθύνεται η τόσο γλυκιά παρουσία της ηθοποιού για το γεγονός ότι δεν αντιπαθούμε εντελώς τον χαρακτήρα που υποδύεται ή αυτό που προαναφέραμε, ο τρόπος δηλαδή που παρουσιάζει τους ήρωές του ο Οικονομίδης. Μάλλον και τα δύο ισχύουν συν ένα τρίτο. Οι σουρεαλιστικές πινελιές με τις οποίες είναι εμποτισμένη η παράσταση που πολλές φορές προκαλούν αβίαστα το γέλιο. Παρόλο το ανησυχητικό των καταστάσεων και της αναμονής του ερχομού του στυγνού μαφιόζου πατέρα-αφέντη για να επιληφθεί της καταστάσεως και να βάλει τα πράγματα στη θέση τους. Την αγωνία τον φόβο την ανησυχία αλλά και την προσμονή των χαρακτήρων για την έλευση του πατέρα συμμερίζεται και ο θεατής που έχει την περιέργεια που όλο και μεγαλώνει για το ποια θα είναι η στάση του πατέρα, που πήρε την πρωτοβουλία να καλέσει τον Μάριο Αγγελή στο σπίτι, και πόσο αμείλικτη θα είναι. Ο Γιάννης Νιάρρος ως Γιώργος, ο γιος της οικογένειας, αποτυχημένος συνθέτης και ναρκομανής ξεκινάει στην παράσταση με κόντρα με την αδελφή του Ανθή. Του ζητάει να κλείσει το λάπτοπ στο οποίο συνθέτει μια επίπεδη εκνευριστική ηλεκτρονική μουσική για να μπορέσει να διαβάσει το βιβλίο της. Η Ανθή κλείνει το καπάκι του λάπτοπ όταν αυτός βγαίνει από το δωμάτιο και εκείνος της επιτίθεται βίαια. Η Ανθή του αντεπιτίθεται έντονα με λογική και επίμονη λογοδιάρροια με μπόλικα μπινελίκια με επιχειρήματα όχι χωρίς ενδιαφέρον, ψυχρής συμφεροντολογικής λογικής ενδιαφέρον. Όσο εξελίσσεται το έργο ο Γιώργος γίνεται αστείος, γελοίος μερικές φορές. Μια κάπως ανάλαφρη κωμική αλλά και τραγική φιγούρα που χαλαρώνει τις ζοφερές καταστάσεις που υλοποιούν οι “σοβαροί” χαρακτήρες της παράστασης. Ο Γιάννης Νιάρρος αποδίδει ικανοποιητικά το ρόλο του, σύμφωνα με τις σκηνοθετικές οδηγίες του Γιάννη Οικονομίδη και τον προκύψαντα αυτοσχεδιασμό. Η Ιωάννα Κολλιοπούλου ως Στέλλα που στο τέλος του έργου ο πατέρας-αφέντης της φωνάζει “Στέλλα ξύπνα” ενώ η Στέλλα πολύ θα επιθυμούσε να αποκοιμηθεί μπορεί και για πάντα εκείνη την στιγμή. Η Ιωάννα Κολλιοπούλου υποδύεται καταπληκτικά την εύθραυστη, ευαίσθητη μεγάλη κόρη της οικογένειας, που τόλμησε να αγαπήσει αυτόν που έκανε κέφι η ψυχούλα της και να φέρει τα πάνω κάτω αναστατώνοντας και διαταράσσοντας μια για πάντα την επιφανειακή επίπλαστη οικογενειακή γαλήνη απειλώντας να ακυρώσει τον επερχόμενο αρραβώνα με τον γιο πολιτικού που θα ξέπλενε το στίγμα το μαφιόζικο από την οικογένεια και θα άνοιγε τον δρόμο στον πατέρα-αφέντη για την πολιτική . Ο Γιάννης Οικονομίδης με τα λόγια κυρίως της Ανθής (εδώ να θυμόμαστε ότι οι ηθοποιοί αυτοσχεδιάζουν σε ένα βαθμό πάνω σε ένα δοσμένο σενάριο) δεν αφήνει στο απυρόβλητο τον χαρακτήρα της Στέλλας. Δεν υπάρχουν στο έργο του Οικονομίδη απόλυτα θετικοί ή απόλυτα αρνητικοί χαρακτήρες. Στο υπάρχον βέβαια έργο οι χαρακτήρες θεία και θείος (Μάγια Κώνστα, Αντώνης Ιορδάνου) , η αδελφή του πατέρα αφέντη και ο άνδρας της, ειδικά η αδελφή, είναι χαρακτήρες μονοσήμαντοι σε ένα μεγάλο βαθμό, από τη φύση του ρόλου τους, για αυτό και οι ερμηνείες δεν απογειώνονται. Το ίδιο ισχύει με την “πέτρα του σκανδάλου” τον Μάριο Αγγελή, τον άνθρωπο που ερωτεύεται η Στέλλα και που υποδύεται ο Αλέξανδρος Μαυρόπουλος. Ο Στάθης Σταμουλακάτος (Μαχαιροβγάλτης) από τα μαχαίρια μεταπήδησε στα πιστόλια. Δεν τα χρησιμοποίησε όμως κατά τη διάρκεια της πλοκής της παράστασης (τα χρησιμοποίησε αλλά εκφοβιστικά). Φαίνεται να τα χρησιμοποιεί πολύ κατά τη διάρκεια της ιστορίας της παράστασης. Ο ρόλος που όλοι περιμένουν χαρακτήρες και θεατές να εμφανισθεί και να ισορροπήσει στο δεύτερο μέρος του έργου, να το κορυφώσει και να το οδηγήσει στην κάθαρση. Ο Στάθης Σταμουλακάτος όπως όλοι οι Οικονομιδικοί ηθοποιοί δεν παίζει , βιώνει το ρόλο και τον αποδίδει κυριολεκτικά με ένα σαρωτικό και εκρηκτικό τρόπο. Ταυτίζεται με αυτόν, με την κατάσταση που το έργο δημιουργεί, βγάζει ένα μέρος του εαυτού του στον ρόλο. Δεν υποκρίνεται, είναι ο εαυτός του. Εδώ είναι η ουσία της φιλοσοφίας , της σκέψης, της ιδεολογίας του έργου του Γιάννη Οικονομίδη. Οι ιστορίες που αναπαριστά δεν είναι ιστορίες κατασκευασμένες. Είναι οι πραγματικές που βιώνουμε καθημερινά και πρωταγωνιστές αυτών είμαστε όλοι μας μη εξαιρουμένου του ίδιου του δημιουργού. Οι συνθήκες σέρνουν τον χορό και οι άνθρωποι εμείς , ο καθένας με το δικό του ταμπεραμέντο (Λίτσης στο Σπιρτόκουτο, Σταμουλακάτος τώρα και όλοι οι υπόλοιποι χαρακτήρες) αντιδρούν στις συνθήκες αυτές άλλοι πολύ έντονα, άλλοι έντονα, άλλοι λιγότερο έντονα. Το έντονα παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στον Οικονομίδη. Όλοι έχουμε μια κρυμμένη βία μέσα μας. Και δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά γιατί οι καπιταλιστικές καθημερινές συνθήκες γεννάν αυτή τη βία και οι άνθρωποι δεν έχουν τα όπλα τις περισσότερες φορές, την καλλιέργεια την παιδεία που θα τους οδηγήσει στην αντίδραση, στην αντίσταση, στην ανυπακοή. Έτσι στους πιο έντονους χαρακτήρες του Οικονομίδη αυτό όλο ξεσπάει σαν τσαμπουκάς, ένας τσαμπουκάς απέναντι στην κοινωνία και στους ταγούς της, απέναντι στον άλλο, απέναντι στον εαυτό τους τον ίδιο. Βέβαια στο βάθος αυτοί οι χαρακτήρες με έναν τρόπο είναι αντισυστημικοί. Στο “Στέλλα κοιμήσου” οι δυνατοί αντίπαλοι χαρακτήρες φαίνεται να είναι οι Πατέρας-Αφέντης και Η Ερωτευμένη -Κόρη. Στην εκδοχή που είδαμε να εξελίσσεται μπρος στα μάτια μας ο πατέρας αφού τα έχει κάνει όλα γης μαδιάμ τίνει το χέρι στην σιωπηλή από ώρα κόρη, στην κοιμισμένη κόρη, που όταν τους ξαποστέλνει όλους για κατσικάκι εκείνη μένει ακίνητη εκεί.. Παραδέχεται ότι η κόρη του υπήρξε, είναι σκληρός αντίπαλος, ανυπάκουος. Δεν γνωρίζω αν αυτή η χειρονομία υπήρχε στο σενάριο ή αν είναι μια στιγμιαία σκέψη του ηθοποιού στο πλαίσιο του αυτοσχεδιασμού. Δεν έχει σημασία όμως. Η κόντρα των δύο αδελφών εφόσον η Ανθή ενεργεί σαν φερέφωνο του Πατέρα, είναι μια προσομοίωση στο πρώτο μέρος της παράστασης της κόντρας που θα ακολουθήσει στο δεύτερο. Επίσης μια πρόβα αυτής της κόντρας. Το φερέφωνο όμως ποτέ δεν είναι σαν αυτόν που φέρει φωνή. Αυτός ξέρει να κρατά την προσοχή στραμμένη επάνω του, ξέρει και να εκπλήσσει, να δημιουργεί σασπένς και να λύνει δυναμικά τα θέματα. Να εκφράζει τον τσαμπουκά του, να εκδηλώνει τη βία που έχει μέσα του, να ασκεί σωματική και λεκτική βία, ενώ το φερέφωνο Ανθή στο πρώτο μέρος έχει υποστεί σωματική βία από το υποθετικά πιο ανυπεράσπιστο μέλος της οικογένειας τον αδελφό της που έχει μεγαλώσει στα φουστάνια της μάνας του, που είναι ναρκομανής και προσπαθεί να γίνει καλλιτέχνης, ενώ ασκεί σε αυτόν λεκτική βία (μιλάει, μιλάει πολύ η Ανθή τονίζοντας και καθορίζοντας συνεχώς τους κανόνες του παιχνιδιού και τι θα γίνει όταν ο πατέρας -“υπάρχει και θεός” αναφωνεί όταν εμφανίζεται- εμφανιστεί). Βέβαια εδώ δεν συντελείται τελικά κάποια ανατροπή, δεν υπάρχει κάποια λύση, παρά η επιβεβαίωση αυτού που όλοι περιμέναμε να συμβεί εντέλει με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο. Στο σύμπαν του Οικονομίδη δεν υπάρχει η διέξοδος από την κόλαση. Η μάνα-σύζυγος (Καλλιρρόη Μυριαγκού) δείχνει να βρίσκεται σε ασίγαστο πόλεμο με την αδελφή της και εξαιτίας αυτού περισσότερο, να μπαίνει λίγο καθυστερημένα στην υπεράσπιση της κόρης της, αφού και η ίδια είχε ζήσει κάτι παρόμοιο δέκα χρόνια πριν. Οι δύο αδελφές (Ανθή και Στέλλα) παλεύουν στα λόγια και οι δύο άλλες αδελφές (Βάσω και Ελένη αδελφή και σύζυγος του πατέρα αφέντη) έρχονται στα χέρια σε παράλληλες δράσεις που δεν είναι οι μόνες στην παράσταση (σε πολλά σημεία της μιλούν όλοι μαζί σε χορογραφημένες δράσεις που ο αυτοσχεδιασμός των ηθοποιών δεν τους στερεί την αισθητική συγκίνηση, αλλά αντίθετα την αυξάνει) και που αποτελούν ένα από τα πολλά προτερήματα της παράστασης “Στέλλα κοιμήσου”. Η Ελένη Γερακάρη πλήρωσε την ανυπακοή της και από τότε λογίζεται μάλλον ως ένα νευρόσπαστο φερέφωνο του πατέρα αφέντη. Η Στέλλα σε μια σκηνή που με προβλημάτισε λίγο επιτίθεται στη μάνα της παρόλο που εκείνη την στιγμή δείχνει να την υπερασπίζεται και να υπολογίζει περισσότερο την αδελφή της που όμως από την αρχή είναι εναντίον της πράξης της να ερωτευθεί και να τα τινάξει όλα στον αέρα. Ο λόγος είναι ότι η Στέλλα δεν πιστεύει , δεν πείθεται ότι αληθινά η μάνα της την ακούει και την συντρέχει. “Λέω ότι αγάπησα και κανείς δεν με ακούει”. Ο ρόλος της μάνας, της αντίφασης που βιώνει ως χαρακτήρας και της εσωτερικής σύγκρουσης, δίνει τη δυνατότητα στην Καλλιρρόη Μυριαγκού να δώσει μια ενδιαφέρουσα ερμηνεία. Με το τέλος της παράστασης δεν μου μένει ξεκάθαρο ποια είναι ακριβώς η Ελένη Γερακάρη. Η Θεία-Βάσω (Μάγια Κώνστα) αν και από τη φύση του ρόλου της εκνευριστικά μονότονη, επιτυγχάνει να μας δημιουργήσει τα αντιπαθητικά συναισθήματα για αυτήν που η παράσταση ήθελε να μας περάσει. Ο Αλέξανδρος Μαυρόπουλος και ο Αντώνης Ιορδάνου τα καταφέρνουν μια χαρά αναφορικά με τον κάπως χλιαρό και άχαρο ρόλο τους όπως αναδείχτηκε μέσα από το σενάριο της παράστασης που είδαμε και ενδεχόμενα τη σκηνοθετική γραμμή. Ο ρόλος του Μάριου Αγγελή (Αλέξανδρος Μαυρόπουλος) μου φάνηκε λίγο αμήχανος (τον περίμενα ενδεχόμενα πιο δυναμικό), αλλά αμήχανη και αδιέξοδη είναι και η κατάσταση στην οποία βρέθηκε να κολυμπάει. Το “Στέλλα κοιμήσου” κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον σε όλη τη διάρκειά του. Μια παράσταση που κάθε μέρα θα είναι διαφορετική, παρακολουθείται με κομμένη την ανάσα ενώ όταν τελειώσει νιώθεις σοκαρισμένος, εξουθενωμένος θα τολμούσα να πω. Η αισθητική συγκίνηση που γεννάει και η απόλαυση που σου προκαλεί το εντάσσουν στις πιο συναρπαστικές και ιδιαίτερες θεατρικές παραστάσεις που έχω δει. Ο Γιάννης Οικονομίδης, καταφέρνει πάνω από όλα, να μεταφέρει, να αναπλάσει, να ζωντανέψει και στο θέατρο το Οικονομιδικό σύμπαν. Ένα σύμπαν που παρόλο που εμφανίζεται ζοφερό είναι ελκυστικό και εθιστικό. Πρέπει να ανησυχούμε άραγε για αυτό; [Πίσω από τον σκληρό κόσμο που αναδεικνύουν τα έργα του Οικονομίδη (ταινίες και θεατρικά) κρύβεται ένας αληθινά ευαίσθητος άνθρωπος και δημιουργός, μια πληγωμένη από τον παράλογο κόσμο τρυφερή ψυχή που φτιάχνοντας ένα αισθητικό ανησυχαστικό σύμπαν προσπαθεί να μας ταρακουνήσει μέσω της τέχνης και να θέσει τις βάσεις της μεταμόρφωσής μας σε κάτι που αληθινά αξίζουμε να είμαστε]. Με το συνταρακτικό Σπιρτόκουτο ο Οικονομίδης εισχωρεί δυναμικά στον χώρο του κινηματογράφου, με το Στέλλα Κοιμήσου πραγματοποιεί μια εξίσου δυναμική είσοδο στο χώρο του θεάτρου. Αφού η παράσταση δεν είναι ίδια ποτέ, ο θεατής μπορεί να την ξαναδεί και να την βιώσει πάλι, αφού το βίωμα στα έργα του Οικονομίδη δεν αφορά μόνο τους χαρακτήρες αλλά και τους θεατές. Ένα βίωμα που με ένα μαγικό τρόπο καθίσταται λυτρωτικό για το θεατή, ενδεχόμενα και για τον ηθοποιό. 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s