Toni Erdmann (2016) , της Μάρεν Άντε | Αναλυτική παρουσίαση, trailer, η γνώμη των κριτικών, κριτικές

toni-erdmann-banner

Η νέα ταινία της Μάρεν Άντε, Toni Erdmann, κυκλοφορεί στις ελληνικές αίθουσες από την Παρασκευή 27 Οκτωβρίου 2016 από την Seven films.

Σύνοψη

Ο αιώνια πλακατζής Γουίνφριντ λατρεύει να ενοχλεί την κόρη του. Τρυπώνει στη ζωή της, τις συναντήσεις και τις εξόδους της, προσπαθώντας να την πλησιάσει. Ενοχλημένη του ζητά να σταματήσει. Τότε συστήνεται το alter ego του Γουίνφριντ: ο Τόνι Έρντμαν. Ο Τόνι είναι ένας περίεργος τύπος με κακό κοστούμι, τραγική περούκα κι ακόμη χειρότερη οδοντοστοιχία. Όσο πιο εκκεντρικός γίνεται, τόσο η κόρη του φαίνεται να ανταποκρίνεται.  

«Να ζει κανείς ή να μη ζει;» (1942) του Έρνστ Λιούμπιτς το Σάββατο 3.12.2016 στις 20.00 στο Σχολείο του Σινεμά με ελεύθερη είσοδο ανάλυση και συζήτηση

Double Indemnity (Διπλή Αποζημίωση- Κολασμένη Αγάπη, 1944) του Μπίλι Γουάιλντερ την Κυριακή 4.12.2016 στις 20.00 στο Σχολείο του Σινεμά με ελεύθερη είσοδο ανάλυση και συζήτηση

|

Συνοπτική κριτική

Πικρή, τρυφερή, πρωτότυπη και ξεκαρδιστικά αστεία ιστορία διπλής «ενηλικίωσης», με εύστοχες ψυχαναλυτικές και κοινωνικές παρατηρήσεις. Βραβείο κριτικών στις Κάνες για την πιο απρόοπτη, συναισθηματική και κινηματογραφικά περίτεχνη ταινία της χρονιάς.

Η σκηνοθέτιδα σημειώνει:

Ο Τόνι Έρντμαν γεννήθηκε από την απελπισία. Το χιούμορ είναι συχνά ένας τρόπος να αντιμετωπίζουμε τα πράγματα και έτσι αυτό το καθιστά και προιόν πόνου. Ο Γουίνφριντ δεν μπορεί να επικοινωνήσει ουσιαστικά με την κόρη του με κανέναν άλλον τρόπο. Προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει την σχέση του μαζί της σαν πατέρας αλλά αποτυγχάνει και τώρα είναι αμήχανος, διχασμένος ανάμεσα στην επιθυμία του για περισσότερη οικειότητα με την Ινές και την πίκρα που αισθάνεται για το πρόσωπο της.  Βρίσκει λύση στο δίλλημα του με την άκομψη αμφίεση του Τόνι. To χιούμορ είναι το μόνο του όπλο και πλέον το χρησιμοποιεί στο μέγιστο. Έτσι παίζει ένα ακόμη πιο σκληρό παιχνίδι και αφού η Ινές είναι από τη φύση της σκληρή, ξαφνικά βρίσκεται να της μιλάει σε μια γλώσσα που καταλαβαίνει.

Φιλμογραφία της Μάρεν Άντε

2016 Τόνι ‘Ερντμαν – TONI ERDMANN

2009 Όλοι οι άλλοι – EVERYONE ELSE

2003 THE FOREST FOR THE TREES

2001 VEGAS (μικρού μήκους)

2000 EBENE 9 (μικρού μήκους)

Διάρκεια: 162’

toni-erdmann-i-gnomi-ton-kritikon

«Toni Erdmann»: Η γλυκόπικρη κωμωδία της Μάρεν Άντε

Η ταινία «Toni Erdmann» της Μάρεν Άντε κέρδισε τις εντυπώσεις στο φετινό φεστιβάλ Καννών, αλλά δεν κατάφερε να αποσπάσει κάποιο βραβείο, στο διαγωνιστικό πρόγραμμα.

Οι περισσότεροι κριτικοί επισήμαναν ότι ήτα η καλύτερη ταινία της φετινής διοργάνωσης. Τώρα το φιλμ βγαίνει στους γερμανικούς κινηματογράφους και ήδη θεωρείται η καλύτερη γερμανική ταινία της σεζόν.

Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκεται ο Γουίνφριντ, ένας χωρισμένος γερμανός δάσκαλος, γεμάτος τρυφερότητα και εκκεντρικό χιούμορ, ο οποίος αποφασίζει να ελαφρύνει την ζωή της εργασιομανούς κόρης του, κάνοντάς της μια έκπληξη, μια απρόσκλητη επίσκεψη στο Βουκουρέστι.

Η σεναριογράφος και σκηνοθέτιδα Μάρεν Άντε, σ’ αυτή την τρίτη της παραγωγή έκανε μεγάλη έρευνα σε σχέση με τους κωμικούς ηθοποιούς και τα alter ego τους για να συνθέσει τους χαρακτήρες της:

«Ο ακραίος τρόπος που ζούσε ο αμερικανός ηθοποιός Άντι Κάουφμαν και υποδυόταν τους ρόλους του με ενέπνευσε πολύ. Αυτό που με ενέπνευσε επίσης ήταν η οικογένειά μου, όπου γίνονταν μεγάλες πλάκες. Ο πατέρας μου έχει σχετικά καλό χιούμορ. Μια μέρα του χάρισα μερικά αντικείμενα για να κάνει πλάκες, όπως ψεύτικα δόντια, τα οποία χρησιμοποιούσε τακτικά».
Οι δύο ηθοποιοί που πρωταγωνιστούν η Σάντρα Χίλερ και ο Πέτερ Σιμόνισεκ αισθάνθηκαν αρκετές φορές αμήχανα, χωρίς να το περιμένουν:

«Κανείς δεν ήξερε πώς θα ήταν γυρίσματα. Κανένας μας. Το μόνο που γνωρίζαμε ήταν το πρόγραμμα και το περιεχόμενο. Γνωριζόμασταν ως συνάδελφοι, κάναμε πολλές πρόβες, κι όμως κανείς δεν ήξερε τι επρόκειτο να συμβεί, πώς θα λειτουργούσε όλο αυτό. Είναι σαν να έχεις ένα μικρό παιδί»
τόνισε η Σάντρα Χίλερ.

Παρότι φαίνεται σαν οι ηθοποιοί να αυτοσχεδιάζουν, οι χιουμοριστικές σκηνές ήταν γραμμένες ως την τελευταία τους λεπτομέρεια και αυτό επίσης αφορούσε τα ρούχα, τις γκριμάτσες και την γενικότερη παρουσία. Ο Πέτερ Σιμόνισεκ περιγράφει πόσο υπομονετική και απαιτητική ήταν ταυτόχρονα η σκηνοθέτιδα Μάρεν Άντε:

«Το να δουλεύεις μαζί της είναι σαν να ωθείς τα πάντα στα όρια. Έτσι συνέβη. Μίλησα στις Κάννες με τον τύπο που έφτιαξε τους υπότιτλους και είχε πάθει την πλάκα του μαζί της. Αλλά είπε επίσης: Δεν έχω δουλέψει ποτέ τόσο πολύ στη ζωή μου. Όποιος βρεθεί στο δρόμο της, πρέπει να είναι έτοιμος για καταβάλλει όλη του την ενέργεια».

Η ταινία καταφέρνει να προσφέρει μερικές ανεκτίμητες στιγμές που είναι ταυτόχρονα αστείες αλλά και πολύ συγκινητικές. Ισορροπεί με ακρίβεια ανάμεσα στην κωμωδία και το δράμα. Εγγυάται δάκρυα χαράς, γέλιου αλλά και στενοχώριας, καθώς η κόρη αντιλαμβάνεται τελικά ότι ίσως πρέπει να δώσει στο πατέρα της λίγο χώρο στη ζωή της.

Πηγή: euronews.

ΦΕΣΤΙΒΑΛ / ΒΡΑΒΕΙΑ 14 MAY / Γιώργος Κρασσακόπουλος
Η καλύτερη ταινία μέχρι τώρα στις Κάννες είναι μια γερμανική κωμωδία (ναι, ξέρουμε ότι βάλαμε τις δύο αυτές λέξεις στη σειρά), γεμάτη ανθρωπιά, μελαγχολία και υπέροχες, αλλόκοτες, τρυφερές ιδέες και εικόνες.

Ο Τόνι Ερντμαν, ο άνθρωπος που δανείζει το όνομά του στον τίτλο της τρίτης μεγάλου μήκους ταινίας της Μάρεν Αντε, δεν υπάρχει στην πραγματικότητα (της ταινίας). Είναι ένας χαρακτήρας που θα εφεύρει ο Γουίνφρεντ, ο μεσήλικος πατέρας της κεντρικής ηρωίδας Ινές, μιας πετυχημένης γυναίκας καριέρας, προσπαθώντας να χτίσει μια ουσιαστική σχέση μαζί της και να τη βοηθήσει να δει τη ζωή της με διαφορετική ματιά.

Στην πραγματικότητα, ο Γουίνφρεντ Κοράντι, ένας άντρας που δεν μπορεί παρά να δει το χιούμορ σε κάθε κατάσταση και που δείχνει να μην έχει περάσει ποτέ το κατώφλι της συναισθηματικής ενηλικίωσης, προσπαθεί να ξεπεράσει μια δική του κρίση όταν σε μια παρορμητική κίνηση θα αποφασίσει να επισκεφθεί την κόρη του στο Βουκουρέστι όπου δουλεύει, δίχως καμιά προειδοποίηση.

Όταν το σαββατοκύριακο που θα περάσουν μαζί θα αποδειχθεί καταστροφικό, εκείνος, αντί να επιστρέψει σπίτι του, θα μείνει και θα εφεύρει τον Τόνι Ερτνμαν, έναν τύπο που πολύ απλά δεν μπορείς να αγνοήσεις, προσθέτοντας στην καθημερινότητα της κόρης του μια ακόμη σειρά από προβλήματα, αλλά ίσως κι ένα διαφορετικό πρίσμα μέσα από το οποίο θα μπορούσε να κοιτάξει τη ζωή της.

Κι αν τα παραπάνω, ο εκνευριστικός, ανώριμος πατέρας, η ψυχρή, επαγγελματίας κόρη, θα μπορούσαν να είναι βγαλμένα από τον πρώτο τόμο της εγκυκλοπαίδειας των κινηματογραφικών κλισέ, εδώ γίνονται το όχημα για μια σειρά από υπέροχες σκηνές που μπορεί κατά στιγμές να λειτουργούν επεισοδιακά, αλλά που χτίζουν μια μεγαλύτερη εικόνα και ένα συναισθηματικό τοπίο που δεν φοβάται να κατακλύσει την οθόνη με ηχηρά γέλια, δουλεύοντας όμως στο παρασκήνιο κάτι βαθύτερο, πιο συγκινητικό, πιο τρυφερό και ακαταμάχητα ανθρώπινο.

Και κάπως έτσι, το φιλμ της Αντε κατορθώνει να γίνει κάτι πολύ πιο ευρύ από την ιστορία της σχέσης μιας κόρης και του πατέρα της, ή ένα σχόλιο για την οικογένεια: μια ματιά στα ήθη και την πραγματικότητα της ζωής μας στον σύγχρονο κόσμο, την κουλτούρα της επαγγελματικής καριέρας, τις αξίες που ορίζουμε ως σημαντικές, τον τρόπο που ζούμε επιλέγοντας να αγνοούμε τους άλλους γύρω μας. Κι αν θέλετε κι ακόμη περισσότερα: την κατακερματισμένη ανθρωπογεωγραφία της Ευρώπης, τις οικονομικές πρακτικές της δύσης, τον τρόμο απέναντι στον αληθινό εαυτό μας και ναι, όσο κι αν ακούγεται αφόρητα μπανάλ, το ίδιο το «νόημα της ζωής».

Τίποτα απ όλα αυτά δεν σχηματοποιείται με τρόπο προφανή, όμως, ο τόνος της ταινίας δεν είναι ποτέ διδακτικός. φτηνά μελοδραματικός ή εύκολα αστείος, ακόμη κι όταν το φιλμ στοχεύει σε δυνατά γέλια -και τα πετυχαίνει- κι ο συναισθηματικός κόσμος των χαρακτήρων του γίνεται σαφής μέσω του υπαινιγμού παρά της ξεκάθαρης σκιαγράφησης του.

Με δύο εξαιρετικούς ηθοποιούς στους πρωταγωνιστικούς ρόλους και μια σειρά από αξέχαστες σκηνές που ξεκινούν από το ξεκαρδιστικό και φτάνουν ως τα όρια του απόλυτα συγκινητικού (συχνά μέσα στην ίδια σεκάνς), με το σουρεαλιστικό, το σοκαριστικό, το γελοίο και το μεγαλειώδες να συνυπάρχουν -όπως και στην ίδια τη ζωή- το «Toni Erdmann» δεν είναι τίποτα λιγότερο από ένας μικρός κινηματογραφικός θρίαμβος.

Κι ακόμη κι αν δεν κερδίσει τον Χρυσό Φοίνικα, όπως κάλλιστα θα μπορούσε, έχει ήδη κερδίσει την καρδιά μας.

http://flix.gr/

toni-erdmann-poster

Κριτική

Toni Erdmann
Από Χρήστο Μήτση Χρήστο Μήτση – 27/10/2016

Ο εκκεντρικός Γουίνφρεντ, ο οποίος διασκεδάζει μεταμφιεζόμενος και σκαρώνοντας φάρσες, επισκέπτεται την καριερίστρια κόρη του στο Βουκουρέστι όπου εργάζεται και προσπαθεί να έρθει ξανά σε επαφή μαζί της με το δικό του ιδιαίτερο τρόπο. Πικρή, τρυφερή, πρωτότυπη και ξεκαρδιστικά αστεία ιστορία διπλής «ενηλικίωσης», με εύστοχες ψυχαναλυτικές και κοινωνικές παρατηρήσεις. Βραβείο κριτικών στις Κάνες για την πιο απρόοπτη και κινηματογραφικά περίτεχνη ταινία της χρονιάς.

Στην πρώτη σκηνή της ταινίας ο Γουίνφρεντ Κονράντι εμφανίζεται σαν κάποιος άλλος. Αφού πανικοβάλλει τον κούριερ που του παραδίδει ένα δέμα, επιστρέφει στη μοναχική ρουτίνα του, αυτήν ενός καθηγητή μουσικής ο οποίος ζει με τον αγαπημένο σκύλο του και σύντομα θα χάσει και τον τελευταίο μαθητή του. Ο 65χρονος Γουίνφρεντ, χωρισμένος και πατέρας της καριερίστριας Ίνες που δουλεύει σε μια πολυεθνική στο Βουκουρέστι (εκείνος νομίζει στη Βουδαπέστη ), διασκεδάζει σκαρώνοντας φάρσες, μεταμφιεζόμενος και προσποιούμενος πως είναι κάποιος άλλος. Παλιμπαιδίζει, συμπεριφέρεται αντικομφορμιστικά, αλλά πράγματι θα ήθελε να είναι κάποιος άλλος. Ακριβώς ποιος δεν έχει ανακαλύψει ακόμη…
Ο θάνατος του σκύλου του γίνεται η αφορμή να ξεκινήσει ένα ταξίδι με πολλαπλούς προορισμούς. Καταρχάς προς το Βουκουρέστι, όπου θα εμφανιστεί απροειδοποίητα μπροστά­ στην κόρη του, στους γνωστούς και τους συνεργάτες της με περούκα και ψεύτικη οδοντοστοιχία και θα συστηθεί ως Τόνι Έρντμαν. Ταυτόχρονα προς την Ίνες, με την οποία θέλει να (ξανα )έρθει σε επαφή. Και, τέλος, προς τον εαυτό του, για να συνειδητοποιήσει έστω και αργά ποιος πραγματικά είναι και ποιος θέλει να γίνει. Η Ίνες, από την άλλη, είναι μια κουμπωμένη, εργασιομανής και ψυχρή­ Βορειοευρωπαία σε αναζήτηση επαγγελματικής ευκαιρίας κάπου… τριτοκοσμικά.

Η αναστάτωση την οποία θα προκαλέσει ο ανεπιθύμητος πατέρας στην τακτοποιημένη καθημερινότητά της θα τη σπρώξει προς μια ανάλογη αναζήτηση του αληθινού εαυτού της – ένα σεναριακό σχήμα που έχουμε συναντήσει πολλές φορές, όταν η αναγκαστική συμβίωση δύο αντίθετων χαρακτήρων ωριμάζει ή απελευθερώνει αμφότερους με έναν τρόπο απρόοπτο για τα αρχικά δεδομένα. Η τρίτη ταινία της Μάρεν Άντε (Αργυρή Άρκτος στο Βερολίνο για το «Alle Anderen» ) δουλεύει πάνω σε αυτό το μοτίβο, αλλά με μια εντελώς πρωτότυπη και κινηματογραφικά περίτεχνη μέθοδο. Πριν απ’ όλα δημιουργεί δύο ολοζώντανους τρισδιάστατους χαρακτήρες, παγιδευμένους σε αντιφάσεις, σκοτεινά κι αισιόδοξα τικ τα οποία οι ίδιοι δεν αντιλαμβάνονται.

Η σχέση τους χτίζεται αργά και μεθοδικά, συντηρώντας ένα ιδιότυπο ψυχολογικό σασπένς από μεταμφίεση σε μεταμφίεση και από παρεξήγηση σε παρεξήγηση. Την ίδια στιγμή ένας βαθύς σαρκασμός και μια υποδόρια μελαγχολία συνοδεύουν τις αμήχανες κινήσεις τους (σκηνή ανθολογίας αυτή του καραόκε ), ενώ γύρω τους ένας γεμάτος οικονομικές προοπτικές και άδειος από συναισθήματα κόσμος πασχίζει να τους κρατήσει σε απόσταση. Όλα αυτά αριστοτεχνικά ενορχηστρωμένα και δεμένα σε ένα σενάριο-ψιλοβελονιά, θα κορυφωθούν στην ευρηματικά στημένη, ξεκαρδιστική και απολαυστική στις πολλαπλές αναγνώσεις –από κοινωνικές μέχρι ψυχαναλυτικές– της σεκάνς του πάρτι, όπου ο καθένας ενδύεται ή εκδύεται την πραγματική του ταυτότητα και συμφιλιώνεται με τον άλλον. Τώρα η γλυκόπικρη σύμπλευση δύο γενιών, δύο στάσεων ζωής και δύο ολόκληρων κόσμων (γεωγραφικοί, πολιτικοί, συναισθηματικοί ) είναι πλέον δυνατή.
Γερμανία, Αυστρία. 2016. Διάρκεια: 162΄. Διανομή: SEVEN FILMS.

http://www.athinorama.gr/

ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 01, 2016 ● OLD BOY TALKS CINEMA
ΜΙΑ ΒΟΛΤΑ ΣΤΟ ΠΑΡΚΟ
Με αφορμή το «Toni Erdmann» της Μάρεν Άντε

Κείμενο: Old Boy
Email: oldboy@elculture.gr

Έχω την αίσθηση ότι πολλοί από εμάς, αν δεν έχουν στον κύκλο των φίλων και γνωστών τους, έχουν πάντως συναντήσει κάποτε έναν από αυτούς τους περίεργους τύπους που δεν είναι απλά χιουμορίστες ή χωρατατζήδες, που δεν λένε απλά αστεία, αλλά γίνονται οι ίδιοι το αστείο. Όταν λες ένα πετυχημένο αστείο μπορεί να προκαλείς μια στιγμιαία ευφρόσυνη έκρηξη, που έχει και αυτή κάτι το λυτρωτικό και το αποδομητικό, αλλά το αστείο δεν παύει να έχει αρχή και τέλος, παραμένοντας οριοθετημένο και εντός πλαισίου.

Το αστείο δεν παύει να έχει αρχή και τέλος, παραμένοντας οριοθετημένο και εντός πλαισίου

Ο κόσμος παραμένει σοβαρός, εσύ που το λες είσαι σοβαρός, εξακολουθώντας να παίζεις το ρόλο σου: είσαι ο εαυτός σου, η ιδιότητά σου, το όνομά σου, το πρόσωπό σου, η ηλικία σου. Όταν όμως παύεις να είσαι αυτός ο ρόλος και αρχίζεις να υποδύεσαι έναν άλλο, είναι σαν να αμφισβητείς τα ίδια τα θεμέλια της πραγματικότητας. Αυτού του είδους το έμπρακτο καραγκιοζιλίκι, όπου αρχίζεις και φέρεσαι απρόβλεπτα, προκαλώντας στους γύρω σου μια αμηχανία κι ένα ξεβόλεμα, ξεκινά από την αποδόμηση του εαυτού και επεκτείνεται και στην αποδόμηση του όλου σκηνικού: βάζω στο τραπέζι την ιδιορρυθμία μου, όχι για να γελάσουμε με μια επιμέρους πτυχή της ανθρώπινης συνθήκης, αλλά για να γελάσουμε συνολικά με αυτό που παριστάνουμε ότι είμαστε και αυτό που παριστάνουμε ότι συμβαίνει, για να αμφισβητήσουμε το ποιοι είμαστε, το τι κάνουμε, το γιατί ντε και καλά πρέπει να είμαστε διαρκώς σοβαροί και ο εαυτός μας. Ας γελάσουμε με αυτό που λέμε εαυτό, ας γελάσουμε με αυτό που υποτίθεται ότι είμαστε. Ας συνεχίσουμε να παίζουμε, μπαίνοντας διαρκώς σε άλλους ρόλους, όπως όταν είμαστε παιδιά. Τότε το κάναμε διαρκώς και μας φαινόταν φυσικό. Τώρα δεν το κάνουμε ποτέ και μας φαίνεται αφύσικο.

toni-erdmann-12

Όχι, δεν πρόκειται για παιδισμό, ούτε για άρνηση να μεγαλώσεις και να ωριμάσεις. Πρόκειται αντίθετα για την άρνηση να συνομολογήσεις ότι ωριμάζω σημαίνει φοράω παρωπίδες που με εμποδίζουν να κοιτάξω οπουδήποτε πέρα από την κοινωνική σύμβαση, που μου λένε αφού είσαι πια μεγάλος, κοίτα μόνο μπροστά σου στα δύο μέτρα, στην καθημερινότητά σου, στη δουλειά σου, στις υποχρεώσεις σου, στην καριέρα σου, μην κοιτάς προς τα πάνω ή προς τα κάτω ή προς τα πίσω, προς θεού μην κοιτάς λοξά και διαγώνια, τα πράγματα έχουν πάρει την πορεία τους, είσαι ένα εντελώς ορισμένο πλάσμα, η ταυτότητά σου λέει τι είσαι, η ταυτότητά σου ορίζει τη συμπεριφορά σου, τις χαρές σου και τα άγχη σου, η ταυτότητά σου δεν ασχολείται ούτε με το ότι δεν υπήρχες πριν, ούτε με το ότι δεν θα υπάρχεις μετά, ζήσε εντελώς σοβαρά στις δεκαετίες που σου αναλογούν και άσε τα καραγκιοζιλίκια.

Στα πρώτα λεπτά του «Τoni Erdmann», αυτής της τόσο παράξενης και ξεχωριστής ταινίας, ο ήρωας επιδίδεται σε ένα κρεσέντο, όπου τίποτα μα τίποτα από αυτά που λέει δεν ισχύουν. Δεν τον ξέρεις ακόμα, προσπαθείς να τον μάθεις, ψάχνεις να δεις αν είναι λασκαρισμένος. Δεν είναι όμως. Στέκει στα λογικά του όσο κανείς. Επίσης, νομίζω ότι δεν προσπαθεί να εκτονώσει κάποια προσωπική οδύνη με αυτή τη συμπεριφορά. Υπαρξιακή αναζήτηση, ναι ίσως. Δεν είναι προβληματικός. Προβληματικό είναι ότι δεν φέρονται και οι άλλοι γύρω του όπως αυτός. Και μπορεί στην πορεία της ταινίας να γεννά τον Τόνι Έρντμαν στην προσπάθειά του να ξαναφτιάξει τη σχέση του με την κόρη του, αλλά δε φέρεται έτσι ούτε επειδή είναι μόνος, ούτε επειδή προσπαθεί να σώσει την κόρη του. Προφανέστατα τον απασχολεί η αποξένωσή του με την κόρη του και η ευτυχία της κόρης του, αλλά και ευτυχισμένη να τη θεωρούσε και πολύ δεμένοι να ήταν, πάλι τον κλόουν θα έκανε. Δεν οδηγεί τις κινήσεις του η απόγνωση. Την τάση που έχει θα τη διοχέτευε αλλιώς. Μπορεί τότε να κορόιδευαν μαζί με την κόρη του άλλους σοβαροφανείς και κυρίως τη συνολική παράσταση της σοβαροφάνειας, μπορεί τότε να γινόταν η κόρη του η «Εντιμότατη Φίλη» του.

Η κόρη του λοιπόν. Δε ζει στη Γερμανία εδώ και χρόνια. Τα τελευταία χρόνια ζει στο Βουκουρέστι. Υψηλόβαθμο στέλεχος σε μεγάλη εταιρία που κάνει Μanagement Consulting. Σύμβουλοι Επιχειρήσεων που αναλύουν σε πολυεθνικές τα κόστη της μίας ή της άλλης επιλογής. Εν προκειμένω σε έναν πετρελαϊκό κολοσσό. Δουλειά της είναι να πείσει τον -επίσης Γερμανό- διευθύνοντα σύμβουλο του κολοσσού για την πιο συμφέρουσα οικονομικά λύση. Κι επειδή οι πιο συμφέρουσες οικονομικά λύσεις για τους κολοσσούς είναι συνήθως λύσεις που συνεπάγονται μαζικές απολύσεις, δουλειά της είναι ακόμη να γίνει αυτή η κακή που θα την προτείνει. Δεν έχει κανένα απολύτως πρόβλημα να γίνει η κακή, καμία απολύτως ενοχή περιβαλλοντική ή ταξική. Αυτά ανήκουν στην εποχή που ο πατέρας της ήταν νέος, «Πράσινος», στην εποχή που ακόμη οι άνθρωποι ήλπιζαν στον Ντανιέλ Κον Μπεντίτ και τον Γιόσκα Φίσερ.

Είναι λοιπόν στο άλλο άκρο από τον πατέρα της, που στην κανονική του ζωή είναι ένας ταπεινός δάσκαλος μουσικής σε σχολείο. Απορροφημένη από την κουλτούρα των πολυεθνικών και της ελίτ των μεγαλοστελεχών. Σοβαρή και σφιγμένη και στοχοπροσηλωμένη. Αλλά, αν ο πατέρας της υπονομεύει διαρκώς τον εαυτό του και βγαίνει από αυτόν για πλάκα, το δικό της άλλο άκρο την οδηγεί να αρνείται κι εκείνη τον εαυτό της, καθώς τείνει χαμαιλεοντικά και σαν τον Ζέλινγκ να συμφωνεί αμέσως με ό,τι λέει ο πελάτης, ακόμη και όταν έχει μόλις διαφωνήσει με αυτό που εκείνη μόλις είπε («Άσπρο». «Μαύρο». «Μα φυσικά έχετε δίκιο, εννοούσα το άσπρο που υπάρχει μέσα στο μαύρο και κάνει το μαύρο τόσο υπέροχο»). Κι εκείνη λοιπόν σαν τον μπαμπά της φοράει ψεύτικη οδοντοστοιχία, ψεύτικο πρόσωπο, ψεύτικα ρούχα. Κι εκείνη ρόλο παίζει. Κι όλοι μας. Αλλά όντας εκτελεστικό όργανο που προσπαθεί να αναρριχηθεί στα πολύ ψηλά της πυραμίδας, φέρεται αντίστοιχα απαξιωτικά στους υφιστάμενούς της. Οι οποίοι, αποδεχόμενοι τους κανόνες του παιχνιδιού, τρώνε με τη σειρά τους τους εξευτελισμούς. «Όλα περιλαμβάνονται στην τιμή», θα πει σε μια στιγμή. Με το μισθό εξαγοράζονται όλα. Και μολονότι αυτό στην ταινία αναφέρεται σε σχέση με το πάνω πάνω ράφι, ότι αφού παίρνεις ένα σκασμό λεφτά αγοράζουμε και το τσαλάκωμα της αξιοπρέπειάς σου, το ίδιο ισχύει και σε μισθούς κατώτατους, υποκατώτατους, χαρτζιλίκια: «όλα περιλαμβάνονται στην τιμή».

Τα ρούχα, τα κουστούμια, οι στολές, έχουν κεντρικό ρόλο στην ταινία. Λερώθηκε το πουκάμισό μου, γδύσου εσύ κατώτερή μου, να φορέσω το δικό σου. Φόρα εσύ το λερωμένο δικό μου. Τα ρούχα που ενίοτε γίνονται υπερβολικά στενά. Η σεκάνς του πάρτι μας δείχνει όλον τον παραλογισμό του κομφορμισμού, όλη τη σχετικότητά του, απογυμνώνει τις νόρμες και μας λέει πως αν φερόμαστε όλοι με ένα τρόπο, αυτό δεν γίνεται επειδή ο τρόπος είναι ο αυτονόητος, αλλά επειδή οι άνθρωποι κομφορμιστικά και μιμητικά τείνουμε να φερθούμε όπως οι δίπλα μας, σαν να είμαστε αγέλη, αισθανόμενοι μέσα της μια σιγουριά τελετουργική. Δεν έχει σημασία πόσο παράλογοι είναι οι κανόνες συμπεριφοράς. Αρκεί να υπάρχουν κι αρκεί να τους ακολουθούν κι οι άλλοι.

Το «Τοni Erdmann» μας δείχνει μια Ρουμανία πριβέ, μια executive Ρουμανία

Μιλάγαμε πρόσφατα για το ρουμάνικο σινεμά. Οι σκηνοθέτες του μας δείχνουν την κανονική Ρουμανία, τη Ρουμανία που ζουν οι κανονικοί Ρουμάνοι. Το «Τοni Erdmann» μας δείχνει μια Ρουμανία πριβέ, μια executive Ρουμανία, τη Ρουμανία που οι ντόπιες και κυρίως οι ξένες ελίτ, ζουν σε μια ξεκομμένη από την υπόλοιπη χώρα φούσκα. Η γυναίκα τρόπαιο του πετρελαιά θα πει μια από τις σημαντικότερες πολιτικές ατάκες της εποχής, αναφερόμενη στη Γερμανία: «Αγαπώ τις χώρες που έχουν ακόμα μεσαία τάξη. Με ανακουφίζουν». Ακόμη και οι ελίτ αρχίζουν να νιώθουν άβολα με τον κόσμο που έφτιαξαν. Ο «Τοni Erdmann» είναι έτσι, εκτός των άλλων και μια ταινία για την απομονωμένη ελίτ, που η πατρίδα της είναι τα όπου γης ξενοδοχεία, κλαμπ, εστιατόρια και εμπορικά κέντρα που την αφορούν, μια ταινία πάνω στα ερείπια της ευρωπαϊκής μεσαίας τάξης που εξαχνώνεται, μια ταινία πάνω στον αποικιοποιημένη Ευρώπη των μεταρρυθμίσεων και των διαρθρωτικών αλλαγών. Ο ήρωάς της, ερχόμενος από τη Γερμανία που ακόμα έχει μεσαία τάξη, έχει και τη δυνατότητα να περάσει λίγες εβδομάδες με άδεια στο Βουκουρέστι, έχει τη δυνατότητα να υπάρξει και να αμφισβητήσει με τον πλαστό εαυτό του και τις φάρσες του έναν κόσμο που κινείται στα δικά του αυτονομημένα μονοπάτια.

Όσο για τη δουλειά που κάνει η κόρη του, προφανώς έχει ενστάσεις, αλλά δεν θα της κάνει στιγμή κήρυγμα. Εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι να είναι το κορίτσι ευτυχισμένο. Κι εκείνο που της προσφέρει δεν είναι λόγια, είναι η στάση ζωής του, το έμπρακτο βγάλσιμο της γλώσσας. Κι ακόμη περισσότερο, της προσφέρει την παρουσία του. Είναι εκεί, είναι παρών. Αλλά το άγχος του πατέρα νομίζω αφορά εκείνον μόνο. Δε νομίζω ότι πρέπει να μας αφορά η ευτυχία της κόρης. Αν όλο αυτό το πάουερ γκέιμ και η αναρρίχηση στην κορυφή κάνει τους αναρριχώμενους δυστυχισμένους, μπορεί να είναι ειρωνικό, αλλά κρίμα δε θα πούμε κιόλας. Ό,τι γνώμη κι ό,τι στάση κι αν παίρνει η σκηνοθέτις για την ηρωίδα, προσωπικά αγαπώ την ταινία που έφτιαξε, αγαπώ τον ήρωά της, αλλά επιλέγω να μισώ βαθιά και δίχως αστερίσκο την κόρη του, στην οποία εύχομαι κάθε δυστυχία.

Από την πλήρη έλλειψη μουσικής υπόκρουσης ως την καθοριστική στιγμή του ενός τραγουδιού, μέχρι το μετεωριζόμενο τέλος, συναντάμε στο «Toni Erdmann» στοιχεία που θα μπορούσαμε να βρούμε σε ταινία του Λάνθιμου. Από την άλλη, η ταινία έχει μια σεκάνς που κι εγώ και ολόκληρη η αίθουσα κλαίγαμε από τα γέλια. Πρέπει να έχω να γελάσω έτσι σε ταινία από το «Κάτι τρέχει με την Μαίρη». Και ελάχιστες στιγμές μετά το γέλιο μέχρι δακρύων υπάρχει μια σκηνή στο πάρκο, όπου το σινεμά είναι μαζί πειραματισμός κι απόλυτη εκπλήρωση. Η Άντε είχε φιλμάρει ατέλειωτες ώρες, το έργο που μοντάρισε τελικά κρατάει σχεδόν τρεις. Η Άντε κάνει μια πολύ σημαντική ταινία μην ποντάροντας στην αρτιότητα, στο αψεγάδιαστο, στην τελειότητα του κατασκευάσματός της. Δεν είναι τέλεια η ταινία της. Αλλά είναι και η έλλειψη της τελειότητάς της, το ότι η σκηνοθέτης δεν το είχε φτιάξει στην αρχή όλο στο μυαλό της, το ότι έψαξε στην πορεία και βρήκε, που καθιστά το «Τοni Erdmann» μια εντελώς συναρπαστική κινηματογραφική εμπειρία, γεμάτη μα γεμάτη χυμούς. Ζήτω.

http://www.elculture.gr/

«Το χιούμορ συχνά προκύπτει από απόγνωση»

Η Γερμανίδα σκηνοθέτις Μάρεν Άντε Η Μάρεν Αντε εξελίσσεται σ’ έναν από τους δημιουργούς που μοιάζουν ότι θα σημαδέψουν το σινεμά (γυναικείο ή μη) της δεκαετίας | ΕΡΑ / IVAN LANGSDON
31.10.2016, 20:00 | Ετικέτες: κινηματογράφος, ταινίες, σκηνοθέτες, φεστιβάλ, Γερμανία
Συντάκτης: Λήδα Γαλανού
Εδώ και χρόνια, η Μάρεν Αντε στήνει αργά, σταθερά και διακριτικά, τη βάση των φανατικών θαυμαστών της: με τις δυο ταινίες που σκηνοθέτησε, το «The Forest for the Trees» (2003) και το «Everyone Else» (2009), ή με την ευθύνη του παραγωγού στο 6ωρο έπος του Πορτογάλου Μιγκέλ Γκόμες, «Νύχτες της Αραβίας». Φέτος, όμως, είναι η χρονιά της.

Με αφετηρία το Φεστιβάλ Κανών, όπου η νέα της ταινία, το «Toni Erdmann», απογειώθηκε από το κοινό και την κριτική και προκάλεσε άνευ προηγουμένου οργή που έφυγε από το φεστιβάλ χωρίς βραβείο, η Μάρεν Αντε εξελίσσεται σ’ έναν από τους δημιουργούς που μοιάζουν ότι θα σημαδέψουν το σινεμά (γυναικείο ή μη, για να ξεμπερδεύουμε και μ’ αυτόν τον χαρακτηρισμό) της δεκαετίας.

Το «Toni Erdmann» είναι η ιστορία της Ινες (την υποδύεται η ισοπεδωτική Σάντρα Χίλερ) και του Γουίνφριντ (στον ρόλο ο εξαιρετικός Αυστριακός ηθοποιός Πέτερ Σιμόνιτσεκ), μιας κόρης κι ενός πατέρα που προσπαθούν να βρουν πώς θ’ αγαπηθούν.

Για να προσεγγίσει την κόρη του, ο Γουίνφριντ φέρνει στην εξίσωση τον «Τόνι Ερντμαν», μια τραγελαφική περσόνα που, παραδόξως, καταφέρνει ν’ αγκαλιάσει την Ινες με τη ζεστασιά που χρειάζεται.

Αφορμές για τη δημιουργία του Γουίνφριντ/Τόνι η Μάρεν Αντε δανείστηκε κι απ’ τον δικό της μπαμπά:

«Κι ο δικός μου πατέρας είναι λίγο τρελός καμιά φορά. Φυσικά μ’ ενέπνευσε, έχει πολύ καλό χιούμορ, πολύ ενδιαφέρον… ρεπερτόριο. Το χιούμορ του έκανε “παρέα” και σε μένα και σε όλη μου την οικογένεια καθώς μεγαλώναμε. Οταν ήμουν στην εφηβεία, έκανε αυτό το αστείο: Σταματούσε ανθρώπους με το αυτοκίνητο στον δρόμο για οδηγίες.

»Είχε ένα πατρόν για φορέματα και τους έδειχνε το πατρόν και τους έλεγε, είμαστε εδώ, χρειαζόμαστε να πάμε εδώ, ξέρετε τον δρόμο; Τότε χιλιοντρεπόμουν, αλλά τώρα που έχω μεγαλώσει διασκεδάζω που το θυμάμαι. Αυτά τα μικροπράγματα όντως τα δανείστηκα από εκείνον για την ταινία, αλλά δεν ήταν ποτέ ο Τόνι, ούτε κι εγώ η Ινες».

Πέτερ Σιμόνισεκ, Σάντρα Χίλερ, στο «Toni Erdmann» της Μάρεν Άντε
Μπορεί ο χαρακτηρισμός «γερμανική κωμωδία» ν’ ακούγεται, πολιτιστικά, σχήμα οξύμωρο, η Μάρεν Αντε, ωστόσο, έχει τους δικούς της λόγους να τον αμφισβητεί:

«Το χιούμορ συχνά για μένα προκύπτει από απόγνωση, από πόνο. Η σχέση της Ινες και του Γουίνφριντ στην αρχή βρίσκεται σε αδιέξοδο και για εκείνον είναι το μόνο του όπλο, η μόνη πιθανότητα που έχει να επαναπροσδιορίσει τη σχέση του με την κόρη του. Μου φάνηκε ενδιαφέρον να κάνω μια κωμωδία, αλλά γράφοντάς την ανακάλυψα ότι χρειάζεται πολύ περισσότερη προσοχή στα σοβαρά θέματα που βρίσκονται από κάτω.

»Στη διάρκεια των γυρισμάτων είπα στην παραγωγό μου, νομίζω θα είναι μια πολύ, πολύ λυπημένη ταινία, συγγνώμη, την πουλήσαμε σαν κωμωδία αλλά νομίζω πως όλοι θα κλαίνε!».

Αν και η Μάρεν Αντε επέλεξε να κάνει μια ταινία για μια γυναίκα ηρωίδα που αναζητά τη θέση της στο πεδίο του επαγγελματικού ανταγωνισμού, μοιάζει ν’ απορρίπτει μεμιάς τους χαρακτηρισμούς:

«Φεμινιστικό φιλμ; Η απελευθέρωση της καριερίστα; Αν ρωτούσες την Ινες αν είναι φεμινίστρια δεν θα σου έλεγε ναι, αρχικά, γιατί λειτουργεί σ’ ένα κατ’ εξοχήν ανδροκρατούμενο περιβάλλον. Αυτό είναι και το θέμα, σκέφτεται ότι είναι, ούτως ή άλλως, πιο έξυπνη από τους άντρες συναδέλφους της και, σιγά σιγά, παύει ν’ αντιδρά στα χαζά σεξιστικά αστεία τους.

»Το αστείο είναι ότι ο πατέρας της, που δεν ξέρει στ’ αλήθεια αν είναι ευχαριστημένη στη δουλειά και τη ζωή της, τη βοηθά μέσω της περσόνας του Τόνι να γίνει πιο δυνατή. Βέβαια, αν εκείνη ήταν γιος, πιθανόν ο πατέρας δεν θα την ένιωθε τόσο ευαίσθητη, δεν θα είχε καν χρειαστεί να της κάνει αυτές τις ερωτήσεις».

Η ιστορία είναι τοποθετημένη στη Ρουμανία, με την Ινες να εργάζεται για μια μεγάλη γερμανική εταιρεία στο Βουκουρέστι:

«Κάνοντας την έρευνα για την ταινία, ένιωσα ότι είναι πιο φυσικό για την Ινες να έχει αυτή τη συμπεριφορά ως Γερμανίδα στα Βαλκάνια, η ιεραρχία μεταξύ των χωρών, ένας υπόγειος σνομπισμός, υπάρχει ακόμα μέσα στις εταιρείες, ενώ θα έπρεπε να υπάρχει πια η ισότητα.

»Για παράδειγμα, βρήκα πολύ ενδιαφέρον ότι στις ρουμανικές επιχειρήσεις εργάζονται πολύ περισσότερες γυναίκες απ’ ό,τι στις γερμανικές, είναι πολύ δυναμικές και, ταυτόχρονα, δεν έχουν πρόβλημα να φορούν ψηλά τακούνια και θηλυκά ρούχα.

»Εχουν μια πολύ πιο ισορροπημένη ιδέα τού να είσαι γυναίκα και, ταυτόχρονα, σκληρή στη δουλειά σου. Κι αυτό μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρον».

http://www.efsyn.gr/

Η ΜΑΡΕΝ ΑΝΤΕ ΜΙΛΑ ΣΤΟ FLIX ΓΙΑ το «Toni Erdmann» και για την αγαπημένη της λέξη: «αμηχανία»

Η Μάρεν Αντε έκλεισε φέτος τα 40 της χρόνια. Τα τελευταία 15 δουλεύει στο σινεμά, σιγά-σιγά, κάνοντας τη δουλειά της αντιληπτή με γεωμετρική πρόοδο. Ως παραγωγός στήριξε το έπος του Μιγκέλ Γκόμες, «Arabian Nights». Ως σκηνοθέτης, με τις δυο μεγάλου μήκους ταινίες της, «The Forest for the Trees» (2003) και «Everyone Else» (2009), συγκέντρωσε γύρω της έναν ολοένα αυξανόμενο σε αριθμό κύκλο θαυμαστών. Λες και, εδώ και μιάμιση δεκαετία, ετοιμαζόταν, ήρεμα κι οργανωμένα, για τον κριτικό θρίαμβο που θα την αγκάλιαζε στο φετινό Φεστιβάλ Καννών. Γιατί η νέα της ταινία, το «Toni Erdmann», μπορεί να μην κέρδισε κανένα βραβείο, πράγμα που αποτέλεσε και το μεγαλύτερο σκάνδαλο της διοργάνωσης, έχει όμως ήδη κατακτήσει τον τίτλο της ευρωπαϊκής ταινίας της χρονιάς.

Το «Toni Erdmann» είναι μια από αυτές τις ταινίες – κωμωδία στη σκοτεινή πλευρά της ζωής – που μπορούν να σου αλλάξουν τη ζωή αν τις αφήσεις. Είναι η ιστορία της Ινες (η αριστουργηματική Σάντρα Χίλερ στο ρόλο), που δουλεύει ως στέλεχος γερμανικής εταιρείας στη Ρουμανία, προσπαθώντας, όχι πολύ πετυχημένα, να κερδίσει το σεβασμό και την αναγνώριση των συναδέλφων της. Και του πατέρα της, του χωρατατζή Γουίνφριντ (ερμηνεύει ο Πέτερ Σιμόνισεκ), που, μη βρίσκοντας άλλον τρόπο να την προσεγγίσει, δημιουργεί την περσόνα του αξιολάτρευτου και ταυτόχρονα ενοχλητικού Τόνι Ερντμαν και τρυπώνει στη ζωή της, στις συναντήσεις της, τις εξόδους της. Ο Τόνι είναι ένας περίεργος τύπος με κακό κοστούμι, τραγική περούκα κι ακόμη χειρότερη οδοντοστοιχία. Ομως όσο πιο εκκεντρικός γίνεται, τόσο η κόρη του φαίνεται να ανταποκρίνεται.

Αμέσως μετά την απρόσμενα ενθουσιώδη υποδοχή του «Toni Erdmann» στο Φεστιβάλ Καννών, η Μάρεν Αντε μίλησε για το Flix για την ταινία της, τους ήρωές της και… τον ηρωισμό που χρειάζεται, κάθε μέρα, μια ζωή με χιούμορ. Διαβάστε παρακάτω όσα μας είπε.

Για τη θεαματική επιτυχία της ταινίας Τη Δευτέρα μίξαρα ακόμα την ταινία και το Σάββατο ήταν η πρεμιέρα στις Κάννες. Ολα μου φαίνονται ξαφνικά, πρωτόγνωρα και λίγο τρομακτικά, μ’ έναν ωραίο τρόπο. Ενιωσα ότι κάπου προσγειώθηκα, αλλά όχι ακριβώς ομαλά, περισσότερο σαν κάποιος να με πέταξε έξω από το αεροπλάνο.

Για τις αναφορές στο δικό της πατέρα Κι ο δικός μου πατέρας είναι λίγο τρελός καμιά φορά. Φυσικά μ’ ενέπνευσε, έχει πολύ καλό χιούμορ, πολύ ενδιαφέρον… ρεπερτόριο. Το χιούμορ του έκανε «παρέα» και σε μένα και σε όλη μου την οικογένεια καθώς μεγαλώναμε. Πάνε χρόνια, αλλά μία φορά πράγματι του έκανα δώρο μια μασέλα, σαν αυτή που φοράει ο Τόνι στην ταινία και τη χρησιμοποιούσε τόσο συχνά που χρειάστηκε να του ξαναπάρω άλλες δυο φορές, ήταν από φτηνό πλαστικό κι απ’ την πολλή χρήση έσπαγε. Αυτά τα μικροπράγματα όντως τα δανείστηκα από κείνον για την ταινία, αλλά δεν ήταν ποτέ ο Τόνι, ούτε κι εγώ η Ινες.

Το πατρόν Οταν ήμουν στην εφηβεία, ο μπαμπάς μου έκανε αυτό το αστείο. Σταματούσε ανθρώπους με το αυτοκίνητο στο δρόμο για οδηγίες. Είχε ένα πατρόν για φορέματα στο πορτ μπαγκάζ και τους έδειχνε και τους έλεγε, είμαστε εδώ, χρειαζόμαστε να πάμε εδώ, ξέρετε το δρόμο; Και τους έδειχνε το πατρόν. Τότε χιλιοντρεπόμουν, αλλά τώρα που έχω μεγαλώσει διασκεδάζω που το θυμάμαι.

Για το (γερμανικό) χιούμορ Δε νομίζω ότι υπάρχει κάποιο τυπικό, αντιπροσωπευτικό τέτοιο. Το χιούμορ συχνά για μένα προκύπτει από απόγνωση, από πόνο. Για τον Γουίνφριντ στην ταινία είναι το μόνο του όπλο, η μόνη πιθανότητα που έχει να επαναπροσδιορίσει τη σχέση του με την κόρη του. Αρχικά μου φάνηκε ενδιαφέρον να κάνω μια κωμωδία, αλλά γράφοντάς την ανακάλυψα ότι χρειάζεται πολύ περισσότερη προσοχή στα σοβαρά θέματα που βρίσκονται από κάτω. Στη διάρκεια των γυρισμάτων είπα στην παραγωγό μου, νομίζω θα είναι μια πολύ, πολύ λυπημένη ταινία, συγγνώμη, την πουλήσαμε σαν κωμωδία αλλά νομίζω όλοι θα κλαίνε! Οπότε μου ήρθε ως ευχάριστη έκπληξη την πρώτη φορά που είδα την ταινία στις Κάννες σε μια αίθουσα γεμάτη κοινό και συνειδητοποίησα ότι το κωμικό στοιχείο υπερτερεί, αντανακλά στον κόσμο. Τώρα όλοι λένε ότι είναι κωμωδία κι εγώ το νιώθω ως δράμα!

Για τη χρήση του»The Greatest Love of All» στην ταινία Σκέφτηκα ότι είναι καλό να έχω ένα τραγούδι που η Ινές θα μπορούσε να ήθελε να τραγουδά ως έφηβη. Τη βλέπεις και τη φαντάζεσαι στα 14. Επίσης μ’ αρέσουν οι στίχοι, ότι εκείνη τραγουδά με ειρωνεία, αλλά οι στίχοι έχουν αυτή την απίστευτη αθωότητα κι αυτό δημιουργεί μια πετυχημένη αντίθεση. Δε χρησιμοποιώ μουσική στις ταινίες μου και νομίζω ότι όταν έχεις μουσική, πρέπει να είναι κάτι με τη δύναμη μιας μεγάλη επιτυχίας.

Φεμινιστική ταινία; Σίγουρα το «Toni Erdmann» δεν είναι μια ταινία για την απελευθέρωση μιας καριερίστα. Αν ρωτούσες την Ινές αν είναι φεμινίστρια δε θα σου έλεγε ναι, αρχικά, γιατί λειτουργεί σ’ ένα κατεξοχήν ανδροκρατούμενο περιβάλλον. Αυτό είναι και το θέμα, μπορείς ν’ αστειευτείς μ’ αυτό 5-6 φορές αλλά μετά γίνεται ενοχλητικό. Αρχίζεις και νιώθεις υπερβολική όταν αντιδράς στα σεξιστικά αστεία, οπότε δέχεσαι ότι τα σχόλια γίνονται «για πλάκα». Το πιο αστείο είναι ότι ο πατέρας της, που δεν ξέρει στ’ αλήθεια αν είναι ευχαριστημένη στη δουλειά και τη ζωή της, τη βοηθά μέσω της περσόνας του Τόνι να γίνει πιο δυνατή. Βέβαια, αν εκείνη ήταν γιος, πιθανόν ο πατέρας δε θα την ένιωθε τόσο ευαίσθητη, δε θα είχε καν χρειαστεί να της προσφέρει, με τον τρόπο του, βοήθεια.

Οι αμήχανες στιγμές Μου αρέσει πολύ η λέξη «αμηχανία», στα γερμανικά δεν την έχουμε, έχουμε μόνο τη λέξη «ντροπή» κι είναι κάπως διαφορετικό. Η μεγαλύτερη αμηχανία στην ταινία προκύπτει επειδή η ηρωίδα, η Ινες, φέρνει τον πατέρα της μέσα στον κόσμο της. Είναι παράξενο, οι γονείς μας πάντα αποτελούν ένα πρόβλημα, ακόμα κι όταν δεν κάνουν τίποτα, όταν είναι απλώς συμπαθητικοί. Οταν είναι οι γονείς σου δίπλα σου, νιώθεις αμήχανα, όπως όταν ήσουν παιδί. Είναι κάτι πολύ ιδιωτικό οι γονείς, λένε πολλά για σένα, από πού έρχεσαι, πολύ προσωπικά πράγματα, όμορφα αλλά, όπως λέμε: αμήχανα.

Για την κινηματογραφική τεχνική Δεν πιστεύω στην τεχνική, δεν είναι σημαντική για μένα, για το σινεμά που κάνω. Το λέω πάντα στην αρχή στους συνεργάτες μου, για να το ξεκαθαρίζω πριν ξεκινήσω μια ταινία, για να καταλάβουν όλοι ότι δεν είμαι χαζή, δεν είμαι ανίδεη, απλώς για μένα δεν είναι σημαντική η τεχνική. Δε θέλω σε μια ταινία να βλέπω την τεχνική. Το λέω νωρίς, για να το βγάζω από τη μέση.

Πηγή: http://flix.gr/articles/maren-ade-interview-toni-erdmann.html

Σινε-MiC
Τόνι Έρντμαν, της Maren Ade
Toni Erdmann [2016 Γερμανία /Αυστρία, 165λ] Μάρεν Άντε
Τι θεωρείται(ε) άραγε «σουρεαλισμός»; Όχι, δεν αναφέρομαι τόσο στο καλλιτεχνικό κίνημα των αρχών του 20ου αιώνα, στους διάφορους Μπρετόν και Κοκτώ-δες. Ας μείνουμε στην καθημερινότητά μας, αυτή που καμιά φορά διηγούμαστε σε φίλους ως «άκου ρε ένα σουρεαλιστικό σκηνικό». Αν, για παράδειγμα, λέμε τώρα, εμφανιζόταν ο πατέρας σας, φάντης μπαστούνι στο σπίτι, στη δουλειά και στους φίλους σας, μεταμφιεσμένος οικτρά σαν ξεπεσμένος πλεϊμπόι, με μια μασέλα με προτεταμένα άσχημα δόντια, με διάθεση για φάρσες και αστεία και χοντράδες και «κουλές» μεταμφιέσεις, δεν θα χαρακτηρίζατε την όλη φάση τουλάχιστον «σουρεαλιστική»; Από την άλλη μεριά το γεγονός ότι εσείς οι ίδιοι μπορεί να κυνηγάτε μια καριέρα, να πρέπει να περνάτε τη ζωή σας σε σφιχτά γραβατοφορεμένα και σπουδαιοφανή μύτινγκ για πάντα σοβαρές «μπίζνες», δίπλα σε ανθρώπους που υπό άλλες συνθήκες δεν θα τους πλησιάζατε καν, να πιάνετε και γκόμενο/α έναν συνάδελφο φίδι για να έχετε τουλάχιστον ένα μέτωπο λιγότερο, να γλείφετε πελάτες και αφεντικά (ναι, βέβαια, εγκχμμ, ο γάιδαρος πετάει, ναι, φυσικά αυτό εννοούσα!), όλα αυτά λοιπόν, πώς θα τα χαρακτηρίζατε άραγε; Που ο ρεαλισμός και που ο σουρεαλισμός;

Σε ένα τέτοιο δίπολο κινείται αυτή η πολύ ιδιαίτερη ταινία της γερμανίδας Maren Ade, την οποία είχαμε εκτιμήσει τα μάλα με το «Όλοι οι Άλλοι» («Alle Anderen», που ξανείδαμε στις φετινές Νύχτες Πρεμιέρας), τώρα όμως με το έργο αυτό δρέπει τις δάφνες που τις αξίζουν (κι ας τις έλειψαν οι …φοίνικες στο φετινό φεστιβάλ των Καννών, όπου θεωρήθηκε μακράν η πιο αδικημένη από την επιτροπή). Και ο Toni Erdmann της είναι ακριβώς αυτός ο μπαμπάς που μνημονεύσαμε, ο άνθρωπος που έσπαγε πλάκα (για να θυμηθούμε και την παλιά παρακμιακή κωμωδία του Λάμπρου Κωνσταντάρα), κουβαλάει και τη δική του σκοτεινιά βέβαια, μεγαλώνει, είναι χωρισμένος, βασικά άνεργος, πέθανε και ο αγαπημένος του σκύλος, όσο για την σχέση με την κόρη… Η κόρη δουλεύει ως σύμβουλος επιχειρήσεων στο Βουκουρέστι (εκεί που οι γερμανικές εταιρείες επέδραμαν μετά την πτώση του κομμουνισμού για να διδάξουν τα ιδανικά της ελευθερίας και των …φίλων αυτής), προσπαθεί να χτίσει καριέρα μακριά από την πατρική φωλιά, λεφτά βγάζει, σκληρή είναι, ατσαλάκωτη προσπαθεί να είναι, διασκεδάζει με ποτά στα κλαμπ με υποψήφιους πελάτες, έχει έναν συνάδελφο εραστή σε άγονο έρωτα με το σπέρμα να καταλήγει πάνω στα …πτι-φουρ, η ταινία σχεδόν σε κάνει να το νιώθεις το υπαρξιακό κενό. Και κάπου να σου απρόσκλητος ο μπαμπάς της και της κάνει την τακτοποιημένη ζωή (και όπως ψυχανεμίζεται όχι ιδιαίτερα ευτυχισμένη) άνω-κάτω.

Για κωμωδία καθαρή ξεκίνησε η ταινία, αλλά στον δρόμο προέκυψε το δράμα, όπως ζωή δηλαδή, αυτά τα δύο πάνε μαζί αλληλένδετο, χεράκι-χεράκι. Και από 120 ώρες γυρισμάτων, έμειναν …μόνο 164 λεπτά (ποπκόρν μηρυκαστικά ας κρατήσουν αποστάσεις, θα βαρεθούν πιθανότατα). Η Sandra Hüller και ο Peter Simonischek συνθέτουν επί οθόνης ένα δίδυμο εκπληκτικής χημείας (ή …μη-χημείας όταν χρειάζεται), το σενάριο είναι εξαιρετικό, με δόσεις χιούμορ, συγκίνησης και σαρκασμού σε ισορροπία και ένα εύρος νύξεων για ένα σωρό θέματα της εποχής (μέχρι και την φτώχεια και τις απολύσεις στις παρυφές της ΕΕ) χωρίς σε καμία στιγμή να διολισθαίνει σε εύκολο καταγγελτικό λόγο. Στο μεταξύ, οι γερμανοί χαίρονται και ονειρεύονται την αναγέννηση του σινεμά τους, οι αγγλοσάξονες αναρωτιούνται ποιος ηθοποιός θα μπορούσε να παίξει τον Toni σε ένα πιθανό (ωχ-ωχ) remake (ο Bill Murray; ο Jack Nicholson;), όσο για μας, αν αφήσει κανένα ερωτηματικό, κανέναν προβληματισμό για το τι κάνουμε στις ζωές μας, καλό θα είναι…

Σκηνή Ανθολογίας: Ο μπαμπάς υποδύεται τον γερμανό …πρέσβη σε μια άσχετη μάζωξη, ένα πιάνο παίζει και η κόρη αφήνεται να ξεσπάσει σε ένα «The Greatest Love of All» της Whitney.

Βαθμός: 8.5

Αντώνης Ξαγάς


… ή πώς βλέπει η [επίσημη] Γερμανία την Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση

Βλέποντας το τρέιλερ είχα την εντύπωση ότι πρόκειται μάλλον για ξενέρωτη κωμωδία, με τον τρόπο που οι γερμανοί [δεν] ξέρουν να κάνουν χιούμορ. Στην σκοτεινή αίθουσα όμως αποκαλύφθηκε η έντονη κριτική στάση της φεμινίστριας/παραγωγού/σεναριογράφου/σκηνοθέτισσας Μάρεν Άντε απέναντι στη ζωή των συμπατριωτών της και στον τρόπο που εκμεταλλεύονται τα ευρωπαϊκά ιδεώδη και τους «αδελφούς» λαούς για ίδιον όφελος.

Φυσικά και υπάρχουν εξαιρέσεις και μια απ’ αυτές είναι ο (αντί)ήρωας της ταινίας αυτής. Ένας «πράσινος» μπαμπάς [Peter Simonischek], συνταξιούχος δάσκαλος μουσικής, ο οποίος ζει ουσιαστικά αποκομμένος, με μόνη συντροφιά έναν υπέργηρο σκύλο. Φαίνεται μιας-εξαρχής ότι η κόρη του, Ινές [Sandra Hueller], όχι μόνο δεν έπεσε κάτω απ’ τη μηλιά αλλά εξελίχθηκε σε σημαίνον στέλεχος της παγκοσμιοποιημένης άυλης επιχειρηματικότητας με διεθνή δράση και υπερπόντιες προοπτικές. Κόρη η οποία σνομπάρει τις οικογενειακές αξίες που παρακμάζουν και αργοπεθαίνουν μαζί με τους συγγενείς της.

Για να πάρουμε αποστάσεις [και διαστάσεις] από το θέμα, η μονομαχία των δυο τρόπων σκέψης μεταφέρεται στην πρωτεύουσα της Ρουμανίας, μια τρομαχτικά σύγχρονη μεγαλούπολη μιας χώρας που υποφέρει από την κάθετη καπιταλιστική «ευμάρεια» της μετά-Τσαουσέσκου εποχής της. Ο μπαμπάς-εισβολέας αφήνει πίσω το μακιγιάζ του αποτυχημένου Τζόκερ [με τη διπλή έννοια, του διασκεδαστή και του αντιπάλου δέους του Μπάτμαν] και μεταμορφώνεται σε Τόνι Έρντμαν, άνθρωπος (προς)γειωμένος και δούρειος ίππος συνάμα, προσπαθώντας με δονκιχωτικό και ανορθόδοξο τρόπο να αφυπνίσει τα ιδεώδη με τα οποία γαλούχησε την κόρη του.

Εγείρονται και κυματίζουν μεσίστια επικούρεια ζητήματα περί ζωής, αγάπης και ευτυχίας. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ουσία της ευτυχίας/ευδαιμονίας και στον/στους τρόπους επιδίωξής της από τον καθημερινό άνθρωπο που ζει και χαίρεται τη στιγμή, το σήμερα, το τώρα, το εδώ. Και δεν παύει να φιλοσοφεί τη ζωή του, την ύπαρξη του, τη θέση του στον κόσμο και την άμεση συνάρτηση της δικής του ευδαιμονίας με την ευτυχία των οικείων και των αγαπημένων του. Φυσικά και φυσιολογικά οι μύδροι κατευθύνονται κυρίως προ τους αυθάδεις και αλαζόνες συμπατριώτες αλλά όλο και κάποιο ξώφαλτσο κοτρόνι έρχεται και προς τα δω, σε όσους είναι παραδομένοι μοιρολάτρες.

Στο περιθώριο της προσπάθειας, βλέπουμε μέσα από διάφορα παράθυρα και μπαλκόνια, έναν άλλο κόσμο, ως ντοκιμαντερικό βεριτέ σχόλιο. Επιπλέον, η κάμερα πλησιάζει πρόσωπα και πράγματα με ωμό ρεαλισμό και αίσθηση διαστροφικού χιούμορ, όπως κάνουν σύγχρονοι ρουμάνοι σκηνοθέτες. Η πολυεπίπεδη και πλειότιμη ματιά της Άντε έχει εξελιχθεί από τότε που [αν] μας πρωτοπαρουσιάστηκε στις Ημέρες Ανεξαρτησίας – Κάποιος να τους Προσέχει στο 50ο ΦΚΘ [Το δάσος για τα δέντρα, Όλοι οι άλλοι]. Ακόμη και η άποψή της για την απελευθερωτική δύναμη της μουσικής έχει ωριμάσει. Αντιδιαστέλλει εφήμερα τραγουδάκια με το ιδιαίτερο βάρος ενός The Greatest Love of All ή ενός Plainsong [1989] που προέρχεται από ένα ψυχοθεραπευτικό Disintegration των Cure [έστω κι αν ακούγεται αυτούσιο μόνο στους τίτλους τέλους].

Οι ερμηνείες των δυο πρωταγωνιστών σκίζουν. Η ανατολικογερμανή Σάντρα Χίλερ, με υιοθετημένο φυζίκ ανορεκτικής Γκουίνεθ Πάλτροου, ξεδιπλώνει όλη τη γκάμα της μεγιστοποιώντας την απόλαυση και την ψυχαγωγία μας. Ο αυστριακός Πέτερ Σιμόνισεκ είναι φαντασμα(γορι)καταπληκτικός. Απερίγραπτος. Να θυμίσω δυο ταινίες του που επίσης αξίζει να αναζητήσετε. Το μεταμοντέρνο μπεργκμανικό δράμα Οκτώβριος-Νοέμβριος [2013, Oktober November] του Goetz Spielmann. Και το τσεχοφικό ποίημα Αγάπη και Φόβος [1988, Three Sisters /Paura e amore] της Margarethe von Trotta με τις «τρεις αδερφές» Fanny Ardant, Greta Scacchi και Valeria Golino.

Η ιδιόρρυθμη πικρόξινη χαμηλόφωνη σάτιρα Τόνι Έρτνμαν είναι υποψήφια για το Βραβείο Lux που απονέμεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Για το λόγο αυτό προβάλλεται επίσης στο πλαίσιο του 57ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Βαθμός: εννιά [9]

Κώστας Γ. Καρδερίνης

Σινε-MiC
Τόνι Έρντμαν, της Maren Ade
Toni Erdmann [2016 Γερμανία /Αυστρία, 165λ] Μάρεν Άντε
Τι θεωρείται(ε) άραγε «σουρεαλισμός»; Όχι, δεν αναφέρομαι τόσο στο καλλιτεχνικό κίνημα των αρχών του 20ου αιώνα, στους διάφορους Μπρετόν και Κοκτώ-δες. Ας μείνουμε στην καθημερινότητά μας, αυτή που καμιά φορά διηγούμαστε σε φίλους ως «άκου ρε ένα σουρεαλιστικό σκηνικό». Αν, για παράδειγμα, λέμε τώρα, εμφανιζόταν ο πατέρας σας, φάντης μπαστούνι στο σπίτι, στη δουλειά και στους φίλους σας, μεταμφιεσμένος οικτρά σαν ξεπεσμένος πλεϊμπόι, με μια μασέλα με προτεταμένα άσχημα δόντια, με διάθεση για φάρσες και αστεία και χοντράδες και «κουλές» μεταμφιέσεις, δεν θα χαρακτηρίζατε την όλη φάση τουλάχιστον «σουρεαλιστική»; Από την άλλη μεριά το γεγονός ότι εσείς οι ίδιοι μπορεί να κυνηγάτε μια καριέρα, να πρέπει να περνάτε τη ζωή σας σε σφιχτά γραβατοφορεμένα και σπουδαιοφανή μύτινγκ για πάντα σοβαρές «μπίζνες», δίπλα σε ανθρώπους που υπό άλλες συνθήκες δεν θα τους πλησιάζατε καν, να πιάνετε και γκόμενο/α έναν συνάδελφο φίδι για να έχετε τουλάχιστον ένα μέτωπο λιγότερο, να γλείφετε πελάτες και αφεντικά (ναι, βέβαια, εγκχμμ, ο γάιδαρος πετάει, ναι, φυσικά αυτό εννοούσα!), όλα αυτά λοιπόν, πώς θα τα χαρακτηρίζατε άραγε; Που ο ρεαλισμός και που ο σουρεαλισμός;

Σε ένα τέτοιο δίπολο κινείται αυτή η πολύ ιδιαίτερη ταινία της γερμανίδας Maren Ade, την οποία είχαμε εκτιμήσει τα μάλα με το «Όλοι οι Άλλοι» («Alle Anderen», που ξανείδαμε στις φετινές Νύχτες Πρεμιέρας), τώρα όμως με το έργο αυτό δρέπει τις δάφνες που τις αξίζουν (κι ας τις έλειψαν οι …φοίνικες στο φετινό φεστιβάλ των Καννών, όπου θεωρήθηκε μακράν η πιο αδικημένη από την επιτροπή). Και ο Toni Erdmann της είναι ακριβώς αυτός ο μπαμπάς που μνημονεύσαμε, ο άνθρωπος που έσπαγε πλάκα (για να θυμηθούμε και την παλιά παρακμιακή κωμωδία του Λάμπρου Κωνσταντάρα), κουβαλάει και τη δική του σκοτεινιά βέβαια, μεγαλώνει, είναι χωρισμένος, βασικά άνεργος, πέθανε και ο αγαπημένος του σκύλος, όσο για την σχέση με την κόρη… Η κόρη δουλεύει ως σύμβουλος επιχειρήσεων στο Βουκουρέστι (εκεί που οι γερμανικές εταιρείες επέδραμαν μετά την πτώση του κομμουνισμού για να διδάξουν τα ιδανικά της ελευθερίας και των …φίλων αυτής), προσπαθεί να χτίσει καριέρα μακριά από την πατρική φωλιά, λεφτά βγάζει, σκληρή είναι, ατσαλάκωτη προσπαθεί να είναι, διασκεδάζει με ποτά στα κλαμπ με υποψήφιους πελάτες, έχει έναν συνάδελφο εραστή σε άγονο έρωτα με το σπέρμα να καταλήγει πάνω στα …πτι-φουρ, η ταινία σχεδόν σε κάνει να το νιώθεις το υπαρξιακό κενό. Και κάπου να σου απρόσκλητος ο μπαμπάς της και της κάνει την τακτοποιημένη ζωή (και όπως ψυχανεμίζεται όχι ιδιαίτερα ευτυχισμένη) άνω-κάτω.

Για κωμωδία καθαρή ξεκίνησε η ταινία, αλλά στον δρόμο προέκυψε το δράμα, όπως ζωή δηλαδή, αυτά τα δύο πάνε μαζί αλληλένδετο, χεράκι-χεράκι. Και από 120 ώρες γυρισμάτων, έμειναν …μόνο 164 λεπτά (ποπκόρν μηρυκαστικά ας κρατήσουν αποστάσεις, θα βαρεθούν πιθανότατα). Η Sandra Hüller και ο Peter Simonischek συνθέτουν επί οθόνης ένα δίδυμο εκπληκτικής χημείας (ή …μη-χημείας όταν χρειάζεται), το σενάριο είναι εξαιρετικό, με δόσεις χιούμορ, συγκίνησης και σαρκασμού σε ισορροπία και ένα εύρος νύξεων για ένα σωρό θέματα της εποχής (μέχρι και την φτώχεια και τις απολύσεις στις παρυφές της ΕΕ) χωρίς σε καμία στιγμή να διολισθαίνει σε εύκολο καταγγελτικό λόγο. Στο μεταξύ, οι γερμανοί χαίρονται και ονειρεύονται την αναγέννηση του σινεμά τους, οι αγγλοσάξονες αναρωτιούνται ποιος ηθοποιός θα μπορούσε να παίξει τον Toni σε ένα πιθανό (ωχ-ωχ) remake (ο Bill Murray; ο Jack Nicholson;), όσο για μας, αν αφήσει κανένα ερωτηματικό, κανέναν προβληματισμό για το τι κάνουμε στις ζωές μας, καλό θα είναι…

Σκηνή Ανθολογίας: Ο μπαμπάς υποδύεται τον γερμανό …πρέσβη σε μια άσχετη μάζωξη, ένα πιάνο παίζει και η κόρη αφήνεται να ξεσπάσει σε ένα «The Greatest Love of All» της Whitney.

Βαθμός: 8.5

Αντώνης Ξαγάς


… ή πώς βλέπει η [επίσημη] Γερμανία την Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση

Βλέποντας το τρέιλερ είχα την εντύπωση ότι πρόκειται μάλλον για ξενέρωτη κωμωδία, με τον τρόπο που οι γερμανοί [δεν] ξέρουν να κάνουν χιούμορ. Στην σκοτεινή αίθουσα όμως αποκαλύφθηκε η έντονη κριτική στάση της φεμινίστριας/παραγωγού/σεναριογράφου/σκηνοθέτισσας Μάρεν Άντε απέναντι στη ζωή των συμπατριωτών της και στον τρόπο που εκμεταλλεύονται τα ευρωπαϊκά ιδεώδη και τους «αδελφούς» λαούς για ίδιον όφελος.

Φυσικά και υπάρχουν εξαιρέσεις και μια απ’ αυτές είναι ο (αντί)ήρωας της ταινίας αυτής. Ένας «πράσινος» μπαμπάς [Peter Simonischek], συνταξιούχος δάσκαλος μουσικής, ο οποίος ζει ουσιαστικά αποκομμένος, με μόνη συντροφιά έναν υπέργηρο σκύλο. Φαίνεται μιας-εξαρχής ότι η κόρη του, Ινές [Sandra Hueller], όχι μόνο δεν έπεσε κάτω απ’ τη μηλιά αλλά εξελίχθηκε σε σημαίνον στέλεχος της παγκοσμιοποιημένης άυλης επιχειρηματικότητας με διεθνή δράση και υπερπόντιες προοπτικές. Κόρη η οποία σνομπάρει τις οικογενειακές αξίες που παρακμάζουν και αργοπεθαίνουν μαζί με τους συγγενείς της.

Για να πάρουμε αποστάσεις [και διαστάσεις] από το θέμα, η μονομαχία των δυο τρόπων σκέψης μεταφέρεται στην πρωτεύουσα της Ρουμανίας, μια τρομαχτικά σύγχρονη μεγαλούπολη μιας χώρας που υποφέρει από την κάθετη καπιταλιστική «ευμάρεια» της μετά-Τσαουσέσκου εποχής της. Ο μπαμπάς-εισβολέας αφήνει πίσω το μακιγιάζ του αποτυχημένου Τζόκερ [με τη διπλή έννοια, του διασκεδαστή και του αντιπάλου δέους του Μπάτμαν] και μεταμορφώνεται σε Τόνι Έρντμαν, άνθρωπος (προς)γειωμένος και δούρειος ίππος συνάμα, προσπαθώντας με δονκιχωτικό και ανορθόδοξο τρόπο να αφυπνίσει τα ιδεώδη με τα οποία γαλούχησε την κόρη του.

Εγείρονται και κυματίζουν μεσίστια επικούρεια ζητήματα περί ζωής, αγάπης και ευτυχίας. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ουσία της ευτυχίας/ευδαιμονίας και στον/στους τρόπους επιδίωξής της από τον καθημερινό άνθρωπο που ζει και χαίρεται τη στιγμή, το σήμερα, το τώρα, το εδώ. Και δεν παύει να φιλοσοφεί τη ζωή του, την ύπαρξη του, τη θέση του στον κόσμο και την άμεση συνάρτηση της δικής του ευδαιμονίας με την ευτυχία των οικείων και των αγαπημένων του. Φυσικά και φυσιολογικά οι μύδροι κατευθύνονται κυρίως προ τους αυθάδεις και αλαζόνες συμπατριώτες αλλά όλο και κάποιο ξώφαλτσο κοτρόνι έρχεται και προς τα δω, σε όσους είναι παραδομένοι μοιρολάτρες.

Στο περιθώριο της προσπάθειας, βλέπουμε μέσα από διάφορα παράθυρα και μπαλκόνια, έναν άλλο κόσμο, ως ντοκιμαντερικό βεριτέ σχόλιο. Επιπλέον, η κάμερα πλησιάζει πρόσωπα και πράγματα με ωμό ρεαλισμό και αίσθηση διαστροφικού χιούμορ, όπως κάνουν σύγχρονοι ρουμάνοι σκηνοθέτες. Η πολυεπίπεδη και πλειότιμη ματιά της Άντε έχει εξελιχθεί από τότε που [αν] μας πρωτοπαρουσιάστηκε στις Ημέρες Ανεξαρτησίας – Κάποιος να τους Προσέχει στο 50ο ΦΚΘ [Το δάσος για τα δέντρα, Όλοι οι άλλοι]. Ακόμη και η άποψή της για την απελευθερωτική δύναμη της μουσικής έχει ωριμάσει. Αντιδιαστέλλει εφήμερα τραγουδάκια με το ιδιαίτερο βάρος ενός The Greatest Love of All ή ενός Plainsong [1989] που προέρχεται από ένα ψυχοθεραπευτικό Disintegration των Cure [έστω κι αν ακούγεται αυτούσιο μόνο στους τίτλους τέλους].

Οι ερμηνείες των δυο πρωταγωνιστών σκίζουν. Η ανατολικογερμανή Σάντρα Χίλερ, με υιοθετημένο φυζίκ ανορεκτικής Γκουίνεθ Πάλτροου, ξεδιπλώνει όλη τη γκάμα της μεγιστοποιώντας την απόλαυση και την ψυχαγωγία μας. Ο αυστριακός Πέτερ Σιμόνισεκ είναι φαντασμα(γορι)καταπληκτικός. Απερίγραπτος. Να θυμίσω δυο ταινίες του που επίσης αξίζει να αναζητήσετε. Το μεταμοντέρνο μπεργκμανικό δράμα Οκτώβριος-Νοέμβριος [2013, Oktober November] του Goetz Spielmann. Και το τσεχοφικό ποίημα Αγάπη και Φόβος [1988, Three Sisters /Paura e amore] της Margarethe von Trotta με τις «τρεις αδερφές» Fanny Ardant, Greta Scacchi και Valeria Golino.

Η ιδιόρρυθμη πικρόξινη χαμηλόφωνη σάτιρα Τόνι Έρτνμαν είναι υποψήφια για το Βραβείο Lux που απονέμεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Για το λόγο αυτό προβάλλεται επίσης στο πλαίσιο του 57ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Βαθμός: εννιά [9]

Κώστας Γ. Καρδερίνης

Σινε-MiC
Τόνι Έρντμαν, της Maren Ade
Toni Erdmann [2016 Γερμανία /Αυστρία, 165λ] Μάρεν Άντε
Τι θεωρείται(ε) άραγε «σουρεαλισμός»; Όχι, δεν αναφέρομαι τόσο στο καλλιτεχνικό κίνημα των αρχών του 20ου αιώνα, στους διάφορους Μπρετόν και Κοκτώ-δες. Ας μείνουμε στην καθημερινότητά μας, αυτή που καμιά φορά διηγούμαστε σε φίλους ως «άκου ρε ένα σουρεαλιστικό σκηνικό». Αν, για παράδειγμα, λέμε τώρα, εμφανιζόταν ο πατέρας σας, φάντης μπαστούνι στο σπίτι, στη δουλειά και στους φίλους σας, μεταμφιεσμένος οικτρά σαν ξεπεσμένος πλεϊμπόι, με μια μασέλα με προτεταμένα άσχημα δόντια, με διάθεση για φάρσες και αστεία και χοντράδες και «κουλές» μεταμφιέσεις, δεν θα χαρακτηρίζατε την όλη φάση τουλάχιστον «σουρεαλιστική»; Από την άλλη μεριά το γεγονός ότι εσείς οι ίδιοι μπορεί να κυνηγάτε μια καριέρα, να πρέπει να περνάτε τη ζωή σας σε σφιχτά γραβατοφορεμένα και σπουδαιοφανή μύτινγκ για πάντα σοβαρές «μπίζνες», δίπλα σε ανθρώπους που υπό άλλες συνθήκες δεν θα τους πλησιάζατε καν, να πιάνετε και γκόμενο/α έναν συνάδελφο φίδι για να έχετε τουλάχιστον ένα μέτωπο λιγότερο, να γλείφετε πελάτες και αφεντικά (ναι, βέβαια, εγκχμμ, ο γάιδαρος πετάει, ναι, φυσικά αυτό εννοούσα!), όλα αυτά λοιπόν, πώς θα τα χαρακτηρίζατε άραγε; Που ο ρεαλισμός και που ο σουρεαλισμός;

Σε ένα τέτοιο δίπολο κινείται αυτή η πολύ ιδιαίτερη ταινία της γερμανίδας Maren Ade, την οποία είχαμε εκτιμήσει τα μάλα με το «Όλοι οι Άλλοι» («Alle Anderen», που ξανείδαμε στις φετινές Νύχτες Πρεμιέρας), τώρα όμως με το έργο αυτό δρέπει τις δάφνες που τις αξίζουν (κι ας τις έλειψαν οι …φοίνικες στο φετινό φεστιβάλ των Καννών, όπου θεωρήθηκε μακράν η πιο αδικημένη από την επιτροπή). Και ο Toni Erdmann της είναι ακριβώς αυτός ο μπαμπάς που μνημονεύσαμε, ο άνθρωπος που έσπαγε πλάκα (για να θυμηθούμε και την παλιά παρακμιακή κωμωδία του Λάμπρου Κωνσταντάρα), κουβαλάει και τη δική του σκοτεινιά βέβαια, μεγαλώνει, είναι χωρισμένος, βασικά άνεργος, πέθανε και ο αγαπημένος του σκύλος, όσο για την σχέση με την κόρη… Η κόρη δουλεύει ως σύμβουλος επιχειρήσεων στο Βουκουρέστι (εκεί που οι γερμανικές εταιρείες επέδραμαν μετά την πτώση του κομμουνισμού για να διδάξουν τα ιδανικά της ελευθερίας και των …φίλων αυτής), προσπαθεί να χτίσει καριέρα μακριά από την πατρική φωλιά, λεφτά βγάζει, σκληρή είναι, ατσαλάκωτη προσπαθεί να είναι, διασκεδάζει με ποτά στα κλαμπ με υποψήφιους πελάτες, έχει έναν συνάδελφο εραστή σε άγονο έρωτα με το σπέρμα να καταλήγει πάνω στα …πτι-φουρ, η ταινία σχεδόν σε κάνει να το νιώθεις το υπαρξιακό κενό. Και κάπου να σου απρόσκλητος ο μπαμπάς της και της κάνει την τακτοποιημένη ζωή (και όπως ψυχανεμίζεται όχι ιδιαίτερα ευτυχισμένη) άνω-κάτω.

Για κωμωδία καθαρή ξεκίνησε η ταινία, αλλά στον δρόμο προέκυψε το δράμα, όπως ζωή δηλαδή, αυτά τα δύο πάνε μαζί αλληλένδετο, χεράκι-χεράκι. Και από 120 ώρες γυρισμάτων, έμειναν …μόνο 164 λεπτά (ποπκόρν μηρυκαστικά ας κρατήσουν αποστάσεις, θα βαρεθούν πιθανότατα). Η Sandra Hüller και ο Peter Simonischek συνθέτουν επί οθόνης ένα δίδυμο εκπληκτικής χημείας (ή …μη-χημείας όταν χρειάζεται), το σενάριο είναι εξαιρετικό, με δόσεις χιούμορ, συγκίνησης και σαρκασμού σε ισορροπία και ένα εύρος νύξεων για ένα σωρό θέματα της εποχής (μέχρι και την φτώχεια και τις απολύσεις στις παρυφές της ΕΕ) χωρίς σε καμία στιγμή να διολισθαίνει σε εύκολο καταγγελτικό λόγο. Στο μεταξύ, οι γερμανοί χαίρονται και ονειρεύονται την αναγέννηση του σινεμά τους, οι αγγλοσάξονες αναρωτιούνται ποιος ηθοποιός θα μπορούσε να παίξει τον Toni σε ένα πιθανό (ωχ-ωχ) remake (ο Bill Murray; ο Jack Nicholson;), όσο για μας, αν αφήσει κανένα ερωτηματικό, κανέναν προβληματισμό για το τι κάνουμε στις ζωές μας, καλό θα είναι…

Σκηνή Ανθολογίας: Ο μπαμπάς υποδύεται τον γερμανό …πρέσβη σε μια άσχετη μάζωξη, ένα πιάνο παίζει και η κόρη αφήνεται να ξεσπάσει σε ένα «The Greatest Love of All» της Whitney.

Βαθμός: 8.5

Αντώνης Ξαγάς


… ή πώς βλέπει η [επίσημη] Γερμανία την Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση

Βλέποντας το τρέιλερ είχα την εντύπωση ότι πρόκειται μάλλον για ξενέρωτη κωμωδία, με τον τρόπο που οι γερμανοί [δεν] ξέρουν να κάνουν χιούμορ. Στην σκοτεινή αίθουσα όμως αποκαλύφθηκε η έντονη κριτική στάση της φεμινίστριας/παραγωγού/σεναριογράφου/σκηνοθέτισσας Μάρεν Άντε απέναντι στη ζωή των συμπατριωτών της και στον τρόπο που εκμεταλλεύονται τα ευρωπαϊκά ιδεώδη και τους «αδελφούς» λαούς για ίδιον όφελος.

Φυσικά και υπάρχουν εξαιρέσεις και μια απ’ αυτές είναι ο (αντί)ήρωας της ταινίας αυτής. Ένας «πράσινος» μπαμπάς [Peter Simonischek], συνταξιούχος δάσκαλος μουσικής, ο οποίος ζει ουσιαστικά αποκομμένος, με μόνη συντροφιά έναν υπέργηρο σκύλο. Φαίνεται μιας-εξαρχής ότι η κόρη του, Ινές [Sandra Hueller], όχι μόνο δεν έπεσε κάτω απ’ τη μηλιά αλλά εξελίχθηκε σε σημαίνον στέλεχος της παγκοσμιοποιημένης άυλης επιχειρηματικότητας με διεθνή δράση και υπερπόντιες προοπτικές. Κόρη η οποία σνομπάρει τις οικογενειακές αξίες που παρακμάζουν και αργοπεθαίνουν μαζί με τους συγγενείς της.

Για να πάρουμε αποστάσεις [και διαστάσεις] από το θέμα, η μονομαχία των δυο τρόπων σκέψης μεταφέρεται στην πρωτεύουσα της Ρουμανίας, μια τρομαχτικά σύγχρονη μεγαλούπολη μιας χώρας που υποφέρει από την κάθετη καπιταλιστική «ευμάρεια» της μετά-Τσαουσέσκου εποχής της. Ο μπαμπάς-εισβολέας αφήνει πίσω το μακιγιάζ του αποτυχημένου Τζόκερ [με τη διπλή έννοια, του διασκεδαστή και του αντιπάλου δέους του Μπάτμαν] και μεταμορφώνεται σε Τόνι Έρντμαν, άνθρωπος (προς)γειωμένος και δούρειος ίππος συνάμα, προσπαθώντας με δονκιχωτικό και ανορθόδοξο τρόπο να αφυπνίσει τα ιδεώδη με τα οποία γαλούχησε την κόρη του.

Εγείρονται και κυματίζουν μεσίστια επικούρεια ζητήματα περί ζωής, αγάπης και ευτυχίας. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ουσία της ευτυχίας/ευδαιμονίας και στον/στους τρόπους επιδίωξής της από τον καθημερινό άνθρωπο που ζει και χαίρεται τη στιγμή, το σήμερα, το τώρα, το εδώ. Και δεν παύει να φιλοσοφεί τη ζωή του, την ύπαρξη του, τη θέση του στον κόσμο και την άμεση συνάρτηση της δικής του ευδαιμονίας με την ευτυχία των οικείων και των αγαπημένων του. Φυσικά και φυσιολογικά οι μύδροι κατευθύνονται κυρίως προ τους αυθάδεις και αλαζόνες συμπατριώτες αλλά όλο και κάποιο ξώφαλτσο κοτρόνι έρχεται και προς τα δω, σε όσους είναι παραδομένοι μοιρολάτρες.

Στο περιθώριο της προσπάθειας, βλέπουμε μέσα από διάφορα παράθυρα και μπαλκόνια, έναν άλλο κόσμο, ως ντοκιμαντερικό βεριτέ σχόλιο. Επιπλέον, η κάμερα πλησιάζει πρόσωπα και πράγματα με ωμό ρεαλισμό και αίσθηση διαστροφικού χιούμορ, όπως κάνουν σύγχρονοι ρουμάνοι σκηνοθέτες. Η πολυεπίπεδη και πλειότιμη ματιά της Άντε έχει εξελιχθεί από τότε που [αν] μας πρωτοπαρουσιάστηκε στις Ημέρες Ανεξαρτησίας – Κάποιος να τους Προσέχει στο 50ο ΦΚΘ [Το δάσος για τα δέντρα, Όλοι οι άλλοι]. Ακόμη και η άποψή της για την απελευθερωτική δύναμη της μουσικής έχει ωριμάσει. Αντιδιαστέλλει εφήμερα τραγουδάκια με το ιδιαίτερο βάρος ενός The Greatest Love of All ή ενός Plainsong [1989] που προέρχεται από ένα ψυχοθεραπευτικό Disintegration των Cure [έστω κι αν ακούγεται αυτούσιο μόνο στους τίτλους τέλους].

Οι ερμηνείες των δυο πρωταγωνιστών σκίζουν. Η ανατολικογερμανή Σάντρα Χίλερ, με υιοθετημένο φυζίκ ανορεκτικής Γκουίνεθ Πάλτροου, ξεδιπλώνει όλη τη γκάμα της μεγιστοποιώντας την απόλαυση και την ψυχαγωγία μας. Ο αυστριακός Πέτερ Σιμόνισεκ είναι φαντασμα(γορι)καταπληκτικός. Απερίγραπτος. Να θυμίσω δυο ταινίες του που επίσης αξίζει να αναζητήσετε. Το μεταμοντέρνο μπεργκμανικό δράμα Οκτώβριος-Νοέμβριος [2013, Oktober November] του Goetz Spielmann. Και το τσεχοφικό ποίημα Αγάπη και Φόβος [1988, Three Sisters /Paura e amore] της Margarethe von Trotta με τις «τρεις αδερφές» Fanny Ardant, Greta Scacchi και Valeria Golino.

Η ιδιόρρυθμη πικρόξινη χαμηλόφωνη σάτιρα Τόνι Έρτνμαν είναι υποψήφια για το Βραβείο Lux που απονέμεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Για το λόγο αυτό προβάλλεται επίσης στο πλαίσιο του 57ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Βαθμός: εννιά [9]

Κώστας Γ. Καρδερίνης

Σινε-MiC
Τόνι Έρντμαν, της Maren Ade
Toni Erdmann [2016 Γερμανία /Αυστρία, 165λ] Μάρεν Άντε
Τι θεωρείται(ε) άραγε «σουρεαλισμός»; Όχι, δεν αναφέρομαι τόσο στο καλλιτεχνικό κίνημα των αρχών του 20ου αιώνα, στους διάφορους Μπρετόν και Κοκτώ-δες. Ας μείνουμε στην καθημερινότητά μας, αυτή που καμιά φορά διηγούμαστε σε φίλους ως «άκου ρε ένα σουρεαλιστικό σκηνικό». Αν, για παράδειγμα, λέμε τώρα, εμφανιζόταν ο πατέρας σας, φάντης μπαστούνι στο σπίτι, στη δουλειά και στους φίλους σας, μεταμφιεσμένος οικτρά σαν ξεπεσμένος πλεϊμπόι, με μια μασέλα με προτεταμένα άσχημα δόντια, με διάθεση για φάρσες και αστεία και χοντράδες και «κουλές» μεταμφιέσεις, δεν θα χαρακτηρίζατε την όλη φάση τουλάχιστον «σουρεαλιστική»; Από την άλλη μεριά το γεγονός ότι εσείς οι ίδιοι μπορεί να κυνηγάτε μια καριέρα, να πρέπει να περνάτε τη ζωή σας σε σφιχτά γραβατοφορεμένα και σπουδαιοφανή μύτινγκ για πάντα σοβαρές «μπίζνες», δίπλα σε ανθρώπους που υπό άλλες συνθήκες δεν θα τους πλησιάζατε καν, να πιάνετε και γκόμενο/α έναν συνάδελφο φίδι για να έχετε τουλάχιστον ένα μέτωπο λιγότερο, να γλείφετε πελάτες και αφεντικά (ναι, βέβαια, εγκχμμ, ο γάιδαρος πετάει, ναι, φυσικά αυτό εννοούσα!), όλα αυτά λοιπόν, πώς θα τα χαρακτηρίζατε άραγε; Που ο ρεαλισμός και που ο σουρεαλισμός;

Σε ένα τέτοιο δίπολο κινείται αυτή η πολύ ιδιαίτερη ταινία της γερμανίδας Maren Ade, την οποία είχαμε εκτιμήσει τα μάλα με το «Όλοι οι Άλλοι» («Alle Anderen», που ξανείδαμε στις φετινές Νύχτες Πρεμιέρας), τώρα όμως με το έργο αυτό δρέπει τις δάφνες που τις αξίζουν (κι ας τις έλειψαν οι …φοίνικες στο φετινό φεστιβάλ των Καννών, όπου θεωρήθηκε μακράν η πιο αδικημένη από την επιτροπή). Και ο Toni Erdmann της είναι ακριβώς αυτός ο μπαμπάς που μνημονεύσαμε, ο άνθρωπος που έσπαγε πλάκα (για να θυμηθούμε και την παλιά παρακμιακή κωμωδία του Λάμπρου Κωνσταντάρα), κουβαλάει και τη δική του σκοτεινιά βέβαια, μεγαλώνει, είναι χωρισμένος, βασικά άνεργος, πέθανε και ο αγαπημένος του σκύλος, όσο για την σχέση με την κόρη… Η κόρη δουλεύει ως σύμβουλος επιχειρήσεων στο Βουκουρέστι (εκεί που οι γερμανικές εταιρείες επέδραμαν μετά την πτώση του κομμουνισμού για να διδάξουν τα ιδανικά της ελευθερίας και των …φίλων αυτής), προσπαθεί να χτίσει καριέρα μακριά από την πατρική φωλιά, λεφτά βγάζει, σκληρή είναι, ατσαλάκωτη προσπαθεί να είναι, διασκεδάζει με ποτά στα κλαμπ με υποψήφιους πελάτες, έχει έναν συνάδελφο εραστή σε άγονο έρωτα με το σπέρμα να καταλήγει πάνω στα …πτι-φουρ, η ταινία σχεδόν σε κάνει να το νιώθεις το υπαρξιακό κενό. Και κάπου να σου απρόσκλητος ο μπαμπάς της και της κάνει την τακτοποιημένη ζωή (και όπως ψυχανεμίζεται όχι ιδιαίτερα ευτυχισμένη) άνω-κάτω.

Για κωμωδία καθαρή ξεκίνησε η ταινία, αλλά στον δρόμο προέκυψε το δράμα, όπως ζωή δηλαδή, αυτά τα δύο πάνε μαζί αλληλένδετο, χεράκι-χεράκι. Και από 120 ώρες γυρισμάτων, έμειναν …μόνο 164 λεπτά (ποπκόρν μηρυκαστικά ας κρατήσουν αποστάσεις, θα βαρεθούν πιθανότατα). Η Sandra Hüller και ο Peter Simonischek συνθέτουν επί οθόνης ένα δίδυμο εκπληκτικής χημείας (ή …μη-χημείας όταν χρειάζεται), το σενάριο είναι εξαιρετικό, με δόσεις χιούμορ, συγκίνησης και σαρκασμού σε ισορροπία και ένα εύρος νύξεων για ένα σωρό θέματα της εποχής (μέχρι και την φτώχεια και τις απολύσεις στις παρυφές της ΕΕ) χωρίς σε καμία στιγμή να διολισθαίνει σε εύκολο καταγγελτικό λόγο. Στο μεταξύ, οι γερμανοί χαίρονται και ονειρεύονται την αναγέννηση του σινεμά τους, οι αγγλοσάξονες αναρωτιούνται ποιος ηθοποιός θα μπορούσε να παίξει τον Toni σε ένα πιθανό (ωχ-ωχ) remake (ο Bill Murray; ο Jack Nicholson;), όσο για μας, αν αφήσει κανένα ερωτηματικό, κανέναν προβληματισμό για το τι κάνουμε στις ζωές μας, καλό θα είναι…

Σκηνή Ανθολογίας: Ο μπαμπάς υποδύεται τον γερμανό …πρέσβη σε μια άσχετη μάζωξη, ένα πιάνο παίζει και η κόρη αφήνεται να ξεσπάσει σε ένα «The Greatest Love of All» της Whitney.

Βαθμός: 8.5

Αντώνης Ξαγάς


… ή πώς βλέπει η [επίσημη] Γερμανία την Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση

Βλέποντας το τρέιλερ είχα την εντύπωση ότι πρόκειται μάλλον για ξενέρωτη κωμωδία, με τον τρόπο που οι γερμανοί [δεν] ξέρουν να κάνουν χιούμορ. Στην σκοτεινή αίθουσα όμως αποκαλύφθηκε η έντονη κριτική στάση της φεμινίστριας/παραγωγού/σεναριογράφου/σκηνοθέτισσας Μάρεν Άντε απέναντι στη ζωή των συμπατριωτών της και στον τρόπο που εκμεταλλεύονται τα ευρωπαϊκά ιδεώδη και τους «αδελφούς» λαούς για ίδιον όφελος.

Φυσικά και υπάρχουν εξαιρέσεις και μια απ’ αυτές είναι ο (αντί)ήρωας της ταινίας αυτής. Ένας «πράσινος» μπαμπάς [Peter Simonischek], συνταξιούχος δάσκαλος μουσικής, ο οποίος ζει ουσιαστικά αποκομμένος, με μόνη συντροφιά έναν υπέργηρο σκύλο. Φαίνεται μιας-εξαρχής ότι η κόρη του, Ινές [Sandra Hueller], όχι μόνο δεν έπεσε κάτω απ’ τη μηλιά αλλά εξελίχθηκε σε σημαίνον στέλεχος της παγκοσμιοποιημένης άυλης επιχειρηματικότητας με διεθνή δράση και υπερπόντιες προοπτικές. Κόρη η οποία σνομπάρει τις οικογενειακές αξίες που παρακμάζουν και αργοπεθαίνουν μαζί με τους συγγενείς της.

Για να πάρουμε αποστάσεις [και διαστάσεις] από το θέμα, η μονομαχία των δυο τρόπων σκέψης μεταφέρεται στην πρωτεύουσα της Ρουμανίας, μια τρομαχτικά σύγχρονη μεγαλούπολη μιας χώρας που υποφέρει από την κάθετη καπιταλιστική «ευμάρεια» της μετά-Τσαουσέσκου εποχής της. Ο μπαμπάς-εισβολέας αφήνει πίσω το μακιγιάζ του αποτυχημένου Τζόκερ [με τη διπλή έννοια, του διασκεδαστή και του αντιπάλου δέους του Μπάτμαν] και μεταμορφώνεται σε Τόνι Έρντμαν, άνθρωπος (προς)γειωμένος και δούρειος ίππος συνάμα, προσπαθώντας με δονκιχωτικό και ανορθόδοξο τρόπο να αφυπνίσει τα ιδεώδη με τα οποία γαλούχησε την κόρη του.

Εγείρονται και κυματίζουν μεσίστια επικούρεια ζητήματα περί ζωής, αγάπης και ευτυχίας. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ουσία της ευτυχίας/ευδαιμονίας και στον/στους τρόπους επιδίωξής της από τον καθημερινό άνθρωπο που ζει και χαίρεται τη στιγμή, το σήμερα, το τώρα, το εδώ. Και δεν παύει να φιλοσοφεί τη ζωή του, την ύπαρξη του, τη θέση του στον κόσμο και την άμεση συνάρτηση της δικής του ευδαιμονίας με την ευτυχία των οικείων και των αγαπημένων του. Φυσικά και φυσιολογικά οι μύδροι κατευθύνονται κυρίως προ τους αυθάδεις και αλαζόνες συμπατριώτες αλλά όλο και κάποιο ξώφαλτσο κοτρόνι έρχεται και προς τα δω, σε όσους είναι παραδομένοι μοιρολάτρες.

Στο περιθώριο της προσπάθειας, βλέπουμε μέσα από διάφορα παράθυρα και μπαλκόνια, έναν άλλο κόσμο, ως ντοκιμαντερικό βεριτέ σχόλιο. Επιπλέον, η κάμερα πλησιάζει πρόσωπα και πράγματα με ωμό ρεαλισμό και αίσθηση διαστροφικού χιούμορ, όπως κάνουν σύγχρονοι ρουμάνοι σκηνοθέτες. Η πολυεπίπεδη και πλειότιμη ματιά της Άντε έχει εξελιχθεί από τότε που [αν] μας πρωτοπαρουσιάστηκε στις Ημέρες Ανεξαρτησίας – Κάποιος να τους Προσέχει στο 50ο ΦΚΘ [Το δάσος για τα δέντρα, Όλοι οι άλλοι]. Ακόμη και η άποψή της για την απελευθερωτική δύναμη της μουσικής έχει ωριμάσει. Αντιδιαστέλλει εφήμερα τραγουδάκια με το ιδιαίτερο βάρος ενός The Greatest Love of All ή ενός Plainsong [1989] που προέρχεται από ένα ψυχοθεραπευτικό Disintegration των Cure [έστω κι αν ακούγεται αυτούσιο μόνο στους τίτλους τέλους].

Οι ερμηνείες των δυο πρωταγωνιστών σκίζουν. Η ανατολικογερμανή Σάντρα Χίλερ, με υιοθετημένο φυζίκ ανορεκτικής Γκουίνεθ Πάλτροου, ξεδιπλώνει όλη τη γκάμα της μεγιστοποιώντας την απόλαυση και την ψυχαγωγία μας. Ο αυστριακός Πέτερ Σιμόνισεκ είναι φαντασμα(γορι)καταπληκτικός. Απερίγραπτος. Να θυμίσω δυο ταινίες του που επίσης αξίζει να αναζητήσετε. Το μεταμοντέρνο μπεργκμανικό δράμα Οκτώβριος-Νοέμβριος [2013, Oktober November] του Goetz Spielmann. Και το τσεχοφικό ποίημα Αγάπη και Φόβος [1988, Three Sisters /Paura e amore] της Margarethe von Trotta με τις «τρεις αδερφές» Fanny Ardant, Greta Scacchi και Valeria Golino.

Η ιδιόρρυθμη πικρόξινη χαμηλόφωνη σάτιρα Τόνι Έρτνμαν είναι υποψήφια για το Βραβείο Lux που απονέμεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Για το λόγο αυτό προβάλλεται επίσης στο πλαίσιο του 57ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Βαθμός: εννιά [9]

Κώστας Γ. Καρδερίνης

http://www.mic.gr/

TONI ERDMANN (2016)
ΕΙΔΟΣ: Δράμα
ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Μάρεν Άντε
ΚΑΣΤ: Σάντρα Χούλερ, Πίτερ Σιμόνιστσεκ, Μίχαελ Βίτενμπορν, Τρίσταν Πούτερ, Ίνγκριντ Μπίζου, Βλαντ Ιβάνοφ
ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 162′
ΔΙΑΝΟΜΗ: SEVEN FILMS

του Ηλία Φραγκούλη

Ο Βίνφριντ είναι ένας πατέρας με μια μοναχοκόρη που αισθάνεται πως δεν είναι πια «δική του». Η Ίνες είναι μια κοπέλα εργασιομανής, ψυχρή σε όλα της, που αισθάνεται πως δεν έχει ανάγκη από κανέναν άνθρωπο στη ζωή της. Ή μπορεί και να κάνουν λάθος. Και οι δύο.

Υπάρχει μια σκηνή στην οποία ο Βίνφριντ λέει στην κόρη του πως δεν είναι άνθρωπος. Κατάμουτρα. Δημόσια. Εκείνη δείχνει να προσβάλλεται κάπως, με μια έκπληξη απορίας στο βλέμμα, λες και ο χαρακτηρισμός τής ήταν πρωτάκουστος. Καταλαβαίνουμε ότι μπορεί και να μην πληγώθηκε τόσο. Δεν έχουν μια τέτοια, βαθιά σχέση, αν κι εκείνος είναι ο πατέρας της. Για την Ίνες, το μόνο που μετράει είναι η επαγγελματική αναρρίχηση και η καταξίωση. Δεν έχει οικογένεια, δεν έχει προσωπικές σχέσεις, δεν έχει πατρίδα. Ναι. Δεν είναι άνθρωπος.

Το «Toni Erdmann» είναι ένα από τα πιο σκληρά κινηματογραφικά έργα που θυμάμαι να έχω παρακολουθήσει εδώ και πολλά χρόνια. Μοιάζει κάπως ανάλαφρο αρχικά, όμως όσο ελπίζεις ότι το πλησίασμα που επιχειρεί να κάνει ο Βίνφριντ προς την Ίνες θα καρποφορήσει θετικά, άλλο τόσο πιο επίπονο και άκαρδο είναι αυτό που εισπράττεις ως αποτέλεσμα. Κι ας προσπαθούν για το αντίστροφο οι δύο ήρωες. Η Μάρεν Άντε δεν σηκώνει αστεία! Κρίνει τις διαπροσωπικές σχέσεις, όσο και μια ευρύτερη κοινωνία του σήμερα, ως ένα σύνολο της Ευρώπης που αποχαιρετά ολοκληρωτικά κάθε έννοια ανθρωπισμού. Μιας Ευρώπης που θέλει να μοιάζει περισσότερο με… «Βρυξέλλες», που εισβάλλει «μεταρρυθμιστικά» στις ζωές των ανθρώπων στα Βαλκάνια (η Ίνες εργάζεται για λογαριασμό πολυεθνικής στο Βουκουρέστι, ενώ ελπίζει για «μετάθεση» προς Ασία μεριά για τα επόμενα χρόνια), αφαιρώντας κάθε σημάδι ταυτότητας, συνείδησης, συναισθημάτων, φροντίδας για τον συνάνθρωπο. Το μέλλον ανήκει στα λογιστικά, όχι στους ίδιους τους ανθρώπους, που είναι απλά αναλώσιμοι και μπορούν να απολυθούν ανά πάσα στιγμή, δια ασήμαντον αφορμή. Αυτός είναι ο κόσμος της Ίνες, στην καθημερινότητά της αλλά και μέσα της.

Ο Βίνφριντ θα δοκιμάσει να την πλησιάσει, μετά από χρόνια. Θα προσπαθήσει να θυμηθεί και να μάθει την κόρη του. Ο χρόνος έχει αρχίσει να δείχνει τα δόντια του, βλέπεις. Η μητέρα του μάλλον είναι στα τελευταία της και ο ίδιος δεν χαίρει άκρας υγείας, επίσης. Ένα παιδί το έχει. Οι άμυνές του έχουν «κάψει» ασφάλειες μέσα του, από καιρό. Η συνείδηση χτύπησε κόκκινο για μια ζωή δίχως στόχους και σημασία (που θα έπρεπε να δίνει) στην κάθε ξεχωριστή στιγμή της μέρας. Δεν του μένουν στιγμές, πια. Και αντιδρά κάνοντας φάρσες, μεταξύ σοβαρού και αστείου, στους πάντες γύρω του. Ο Βίνφριντ είναι ένας χαρακτήρας που μοιάζει σα να απέδρασε από την παρέα των «σπαστικών» μεγαλοαστών του Λαρς φον Τρίερ, από τους «Ηλίθιους» (1998). Οι πράξεις του, όμως, δεν μοιάζουν με προκλήσεις ή «ασκήσεις» θάρρους. Δεν διαγωνίζεται σε κάτι. Πλάθει έναν δικό του ήρωα, τον Τόνι Έρντμαν, φορά μια άθλια μασέλα και μια ολοφάνερα γελοία περούκα, και περιφέρεται σαν ένα ανήλικο πειραχτήρι που «τρολάρει» την κόρη του, τα αφεντικά της, τους συνεργάτες της, οποιονδήποτε πέσει στην αντίληψή του. Ο Βίνφριντ έχει βρει το δικό του «ελιξίριο» για μια καλύτερη ποιότητα ζωής και αυτό λέγεται… Τόνι Έρντμαν.

Φυσικά, ο Τόνι Έρντμαν κάνει χαλάστρα στη ζωή (αν μπορούμε να πούμε ότι υφίσταται αυτό…) και την επαγγελματική καριέρα της Ίνες, η οποία δεν δύναται να τον απομακρύνει, απλά και μόνο λόγω της συγγένειας. Θα αισθάνεται πάντοτε άβολα δίπλα του, δεν θα του δίνει καμία σημασία (έως και σαφώς σκόπιμα) και θα προσπαθεί διαρκώς να τον κάνει να φύγει από κοντά της, ειδικά όταν εμφανίζεται για «επίσκεψη» στη Ρουμανία. Εκεί κατανοούμε καλύτερα τα καθημερινά άγχη της ηρωίδας, που δεν μοιράζεται με άλλον άνθρωπο τίποτα δικό της – ακόμη και τη σεξουαλική επαφή σχεδόν, με έναν υποτιθέμενο εραστή που αυνανίζεται μπροστά στο καλυμμένο αιδοίο της, γονατισμένος στο πάτωμα, δίχως να αντιλαμβάνεται την προσβολή την οποία υφίσταται. Η Ινές είναι ένα τόσο άκαρδο, άψυχο τέρας.

Η συνύπαρξή τους, ως πατέρας και κόρη, θα μάθει πράγματα και στους δύο. Και ο θεατής (μάλλον) θα έχει μια κρυφή ελπίδα, όλο αυτό να ολοκληρωθεί σε μορφή θετικού διδάγματος και παραδείγματος προς μίμηση, ως αναφορά ταύτισης και σε συσχετισμούς με το τι βιώνει εκεί έξω. Αλλά η ελπίδα αυτή θα μοιάζει με το να ζητάς από μια… Βελκουλέσκου, για παράδειγμα, να (παρα)κάμψει τις οδηγίες που εκτελεί για λογαριασμό των αφεντικών της και να σε αντιμετωπίσει ως άνθρωπο. Εδώ είναι που γελάς! Και το φιλμ έχει και τέτοιες στιγμές. Που σβήνουν άδοξα, όταν το «αστείο» ακουμπάει εσωτερικά, σε συνείδηση, ψυχισμό. Γελάς όταν η Ίνες αρχίζει να τραγουδά το «The Greatest Love of All» σ’ ένα λαϊκό σπίτι στο Βουκουρέστι, χωρίς καν την πολυτέλεια της χρήσης karaoke, με τον πατέρα της στο πιάνο. Στην αρχή. Μέχρι το τέλος του τραγουδιού, όμως, αισθάνεσαι πόσο άβολα παρακολουθείς (και) αυτή τη σκηνή, η οποία υπενθυμίζει ξανά τη συγγένεια του φιλμ με τους «Ηλίθιους».

Η Μάρεν Άντε σίγουρα αποφεύγει τα κλισέ, ειδικά τα δραματικά. Και αυτό είναι ένα μεγάλο plus στο «Toni Erdmann». Υπήρξε μερίδα της κριτικής, μετά την πρεμιέρα των Καννών, που υποδέχθηκε το φιλμ ως… κωμωδία! Δεν μπορώ να συμφωνήσω με αυτή την άποψη. Το χαμόγελο του Βίνφριντ με τη μασέλα τού Τόνι «σχολιάζει» από μόνο του μια τέτοια αντίληψη οπτικής σε τούτο το έργο. Εδώ υπάρχει ένας αδυσώπητος κυνισμός, όχι χιούμορ. Και αυτό γίνεται κατανοητό στο φινάλε, που απογειώνει την ταινία κυριολεκτικά στο «παρά πέντε», συγχωρώντας έτσι κάποιες κοιλιές στον ρυθμό (η διάρκεια δεν δικαιολογείται πραγματικά) ή την (κάπως αδικαιολόγητα) αιφνιδιαστική εξέλιξη του σπιτικού party τής (σε breakdown) Ίνες, επίσης λίγο πριν το τέλος. Που έρχεται σαν σφαλιάρα ακύρωσης του συναισθήματός σου. Εν μέρει δίκαιο. Και σκληρό. Αξέχαστα σκληρό. Αφού το σκεφτείς σοβαρά βγαίνοντας από την αίθουσα, μπορεί και να χαμογελάσεις. Εξαρτάται από το πόσο εκδικητικά βλέπεις τη ζωή (σου).

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;
Ένα από τα φιλμ που θα στιγματίσουν έντονα τη σεζόν και θα συζητηθούν ουσιαστικά, αρκεί… να τολμήσει ο κόσμος να μπει μέσα στις αίθουσες! Το «Toni Erdmann» δεν είναι μια… «βόλτα στο πάρκο», δεν είναι ταινία για χάχανο αλλά ούτε και για (δραματικό) ψυχοπλάκωμα. Είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση. Με αφήγηση βραδείας καύσης, που χτίζει την ψυχολογία των χαρακτήρων της και σου τους ξεγυμνώνει ολοκληρωτικά στην πορεία. Όντως, η πιο κοντινή σύγκριση που μπορώ να δω, για να μεταφέρω καλύτερα το τι πρέπει να περιμένει κανείς, είναι οι «Ηλίθιοι» του Τρίερ. Δεν πρόκειται περί «δύσβατου», θεωρητικού έργου. Αλλά αποτελεί κάτι σαν… ψυχολογικό test, που μερικοί θα το αισθανθούν στο πετσί τους, άλλοι θα αγανακτήσουν, άλλοι θα απορήσουν για τον όλο (φεστιβαλικό) ντόρο. Η «δυσκολία» του έχει να κάνει με το πού θα σε «βρει». Και η απάντηση σε αυτό μπορεί να σε «χαλάσει». Όπως κάνουν τα φιλμ που αξίζει να υπάρχουν και να παρακολουθούμε σε ένα τόσο στείρο σήμερα.

http://freecinema.gr/

ΠΕΜΠΤΗ, 27 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2016
Το «Toni Erdmann» είναι μια υπαρξιακή κωμωδία που λέει μόνο αλήθειες για τη ζωή σου

Η άποψή μας για την ταινία της χρονιάς.
Θυμάστε τι κάνατε πριν από τρεις ή τέσσερις μέρες; Ή ακόμη και τι φάγατε χθες; Ακόμη περισσότερο, όταν βλέπετε παλιές φωτογραφίες σας, δε σας φαίνεται πως βλέπετε έναν ξένο ο οποίος καμία σχέση δεν έχει με τον τωρινό εαυτό σας; Και το ίδιο θα συμβεί μετά από κάποια χρόνια κοιτάζοντας φωτογραφίες που τραβήχτηκαν αυτή τη στιγμή ή προσπαθώντας να θυμηθείτε πράγματα που τώρα σας φαίνονται ακόμη πολύ έντονα. Έτσι είναι άλλωστε η φυσιολογική πορεία της ζωής. Η στιγμή δεν είναι παρά το παρελθόν που αφήνει τη θέση του στο μέλλον και δεν μπορείς να μείνεις σε αυτή.
Είναι κάπως λυπητερό, αλλά κυνηγώντας μια καριέρα ή μια καλή ζωή δε σημαίνει ότι έχουμε και περισσότερο χρόνο από τους υπόλοιπους. Ό,τι και να αποφασίσεις να κάνεις ο χρόνος θα κυλά με τους ίδιους ρυθμούς και θα σου φεύγει μέσα από τα χέρια. Είναι μια αλήθεια που την αγνοούμε ή την κρύβουμε απλά κάτω από το χαλάκι των ανασφαλειών μας, αυτό όμως δε σημαίνει ότι παύει να υπάρχει. Το μεγαλείο του σινεμά είναι ότι καταφέρνει και απηχεί αυτές ακριβώς τις αλήθειες, τις μετατρέπει σε τέχνη και μας τις επιστρέφει πίσω σε μια μορφή που δεν μπορούμε παρά να αντιμετωπίσουμε κατάματα.

Θα το θέσουμε λοιπόν πολύ απλά και θα πούμε ότι το «Toni Erdmann» της Μάρεν Άντε είναι μια από τις πιο άρτιες ταινίες που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια και αν και είναι ακόμη νωπή η στιγμή που την παρακολουθήσαμε, τολμούμε να την τοποθετήσουμε δίπλα στο «Amour» του Χάνεκε ως την πιο δυνατή κινηματογραφική εμπειρία της δεκαετίας που σου μένει χαραγμένη στη μνήμη και σε βάζει σε σκέψεις για τη ζωή σου.
Το σινεμά της Άντε έχει σπουδάσει τις ανθρώπινες σχέσεις (βλέπε το «Alle Anderen») και στο «Toni Erdmann» μέσα από την ιδιαίτερη σχέση ενός πατέρα (ο φανταστικός Πίτερ Σιμόνισεκ) με την κόρη του (Σάντρα Χίλερ) μιλά πια για την ίδια τη ζωή. Το φιλμ διαρκεί σχεδόν τρεις ώρες, αλλά το νιώθεις λιγότερο και από 90 λεπτά. Ο Γουίνφρεντ είναι ένας χωρισμένος καθηγητής μουσικής και ελεύθερο πνεύμα που ζει στην Γερμανία και μόλις πεθάνει ο σκύλος του θα πάει να βρει την κόρη του η οποία ζει στο Βουκουρέστι ως μια επιτυχημένη 30-something μπίζνες-γούμαν. Καθώς είναι πλακατζής, θα φορέσει μια μασέλα και μια περούκα και θα επινοήσει τη σουρεαλιστική περσόνα του Τόνι Έρντμαν, καταστρέφοντας τα επαγγελματικά της ραντεβού. Αυτό που όμως ουσιαστικά κάνει και που η ίδια δεν το συνειδητοποιεί είναι ότι ξεγυμνώνει το κενό που έχει στο κέντρο της ζωής της.

Όταν το «Toni Erdmann» είναι κωμωδία, θα γελάσεις όπως δεν έχεις γελάσει με καμιά αμερικανική αντίστοιχη του είδους εδώ και χρόνια. Υπάρχουν περιστατικά που θα σε κάνουν να σκάσεις στα γέλια με την ψυχή σου και που με την πρωτοτυπία τους παραδίδουν μαθήματα για το πώς με δημιουργικότητα και φαντασία μπορείς να αφήσεις πίσω σου τα κλισέ. Όταν η ταινία είναι δράμα, είναι τόσο καθηλωτική που σου δημιουργεί κόμπο στο λαιμό και στο στομάχι και σε κάνει να αναλογιστείς όλες τις επιλογές που έχεις πάρει και στη δική σου ζωή. Μέσα στην αίθουσα υπήρχε κόσμος που χρησιμοποιούσε χαρτομάντηλα και δεν ήξερες αν το κάνει για να σκουπίσει τα δάκρυα από τα γέλια ή από το κλάμα. Και αυτό γιατί πολλές φορές συμβαίνουν και τα δύο ταυτόχρονα, σε σημείο που θα χαρακτηρίζαμε το φιλμ ως υπαρξιακή κωμωδία.
Είναι ανεξήγητο γιατί αυτή η ταινία δεν κατέκτησε τον Χρυσό Φοίνικα στις φετινές Κάννες, αυτό δεν πρόκειται ωστόσο να την περιορίσει την πορεία της να καθιερωθεί ως μια χρυσή σελίδα στην ιστορία του σινεμά του 21ου αιώνα. Κάποιοι θα ήθελαν να τελειώσει 15 λεπτά νωρίτερα και πράγματι θα είχε ένα από τα πιο όμορφα και εμβληματικά φινάλε που έχουμε δει, είναι πολύ πιο ταιριαστό όμως όπως αποφασίζει να κλείσει η Άντε.

Η τελική στιχομυθία της κόρης με τον πατέρα της είναι μια ψυχρή σκηνή ζεστασιάς, στην οποία εκτός από το ότι επιστρέφουμε στην αρχή της ταινίας και ερμηνεύεται ολόκληρη η ιστορία, υπάρχουν πολλά να σκεφθεί κανείς γύρω από το πέρασμα του χρόνου και τη σημασία του να σπάμε τους κανόνες της ζωής που έχουμε μάθει ως ιδανική αλλά το μόνο που κάνει είναι να μας δημιουργεί περισσότερα κενά και να μη μας αφήνει αναμνήσεις. Σπάνια βλέπεις μια ταινία που σε «γραπώνει» με τέτοιον τρόπο και σε κάνει να περάσεις με την ίδια ένταση όλο τον κύκλο των συναισθημάτων, ενώ την ίδια στιγμή έχει πει τα πάντα γύρω από τη ζωή. Η Μάρεν Άντε δημιούργησε ένα συγκλονιστικό και αψεγάδιαστο αριστούργημα που έχει κερδίσει ήδη τη θέση που του αξίζει.
Η ταινία «Toni Erdmann» κυκλοφορεί στις αίθουσες από την Seven Films.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΟΣΧΟΣ / ymoschos@clickatlife.gr

Toni Erdmann (2016)

Κριτική από το Cine.gr

Δευτέρα 23 Μαΐου 2016

Τρίτη μεγάλου μήκους ταινία για τη γερμανίδα Μάρεν Άντε, της οποίας το σκηνοθετικό ντεμπούτο Το Δάσος για τα Δέντρα (2003) έφυγε από το φεστιβάλ του Σάντανς με το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής, ενώ η δεύτερη ταινία της με τίτλο Όλοι οι Άλλοι (2009) απέσπασε την Αργυρή Άρκτο (Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής) στην Μπερλινάλε καθώς και το βραβείο γυναικείας ερμηνείας. Για τα επόμενα χρόνια ασχολήθηκε με την παραγωγή, επιλέγοντας ταινίες ιδιαίτερου καλλιτεχνικού ενδιαφέροντος όπως το Χαμένος Παράδεισος (Tabu) ή την τριλογία Arabian Nights, προκαλώντας μεγάλες προσδοκίες για την μετέπειτα καριέρα της. Φέτος διαγωνίζεται στις Κάννες με μια κομεντί, γύρω από τον Γουίνφριντ έναν πατέρα -στον ρόλο ο αυστριακός ηθοποιός Πίτερ Σιμόνισεκ – που αποφασίζει να αιφνιδιάσει την αποξενωμένη κόρη του, Ινές (την υποδύεται η Σάντρα Χούλερ), μια σοβαρή καριερίστα που εργάζεται ως στρατηγικός σύμβουλος σε μεγάλη εταιρία στο Βουκουρέστι, με μια απροειδοποίητη επίσκεψη. Το πρώτο κοινό τους 24ωρο αποδεικνύεται καταστροφικό, αλλά ο Γουίνφριντ δεν το βάζει κάτω. Αποφασίζει να μείνει στην πόλη και να «ξανασυστηθεί» στην κόρη του και το περιβάλλον της μέσα από έναν φανταστικό χαρακτήρα, αυτόν του «Τόνι Έρντμαν». Σκοπός του πλακατζή πατέρα είναι να τραβήξει την προσοχή της μονίμως απασχολημένης κόρης του, να τη βοηθήσει να αλλάξει τη στρεσογόνα ρουτίνα της και να διεκδικήσει μια θέση στην ζωή της.

Τα 162 λεπτά του φιλμ φαντάζουν απαγορευτικά, ωστόσο το Toni Erdmann είναι μια ταινία που κανείς δεν πρέπει να χάσει. Κι αν την πρώτη μία ώρα, αναρωτιέστε αν αξίζει τόσος ντόρος, το δεύτερο μισό θα έρθει για να σας επιβεβαιώσει για το αντίθετο. Μια γερμανική κωμωδία που πέρα από το γέλιο, ασκεί κριτική στις πολυεθνικές εταιρείες, όσον αφορά την αφοσίωση που απαιτούν από τους εργαζομένους και την εξουσία που διαθέτουν ώστε να κινούν σαν πιόνια τις μοίρες εκατοντάδων ανθρώπων, καθώς και στον στρεσογόνο τρόπο ζωής του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου, έχοντας στο επίκεντρο μια απίθανη αλλά παράλληλα στοργική ιστορία ανάμεσα σε πατέρα και κόρη. Στιγμές ανθολογίας που προκαλούν γέλιο στους θεατές και αμηχανία στους κεντρικούς ήρωες, εναλλάσσονται με σκηνές που θίγουν σοβαρά ζητήματα, με απόλυτη ισορροπία και μεγάλη δεξιοτεχνία. Το πρωταγωνιστικό δίδυμο αποδεικνύεται υπέροχο και με έντονη χημεία. Η βραβευμένη στο φεστιβάλ του Βερολίνου για την ερμηνεία της στην ταινία Ρέκβιεμ, Σάντρα Χούλερ, φαντάζει ιδανική για τον ρόλο της ψυχρής καριερίστα Ινές και καταφέρνει να ξεχωρίσει χωρίς να κρυφτεί από τη σκιά του γίγαντα Πίτερ Σιμόνισεκ.

Μια feelgood κωμωδία από τη Γερμανία που αναβλύζει τρυφερότητα, ενώ παράλληλα μας καλεί να αναλογιστούμε τη ζωή που έχουμε δημιουργήσει, και αν χρειαστεί, να πραγματοποιήσουμε την προσωπική μας επανάσταση ώστε να διεκδικήσουμε το καλύτερο για εμάς. Α! Έχει και υπέροχο kinder έκπληξη λούτρινο δωράκι!

Νάνσυ Μιχαηλίδου

Βαθμολογία: 4/5

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s