Διπλή (κινηματογραφική) απόλαυση | «Double Idemnity», σε σκηνοθεσία του Μπίλι Γουάϊλντερ | του Πολυχρόνη Γριβέα

double-indemnity1

Την Κυριακή, 4/12/2016, το βραδάκι, βρεθήκαμε στην καθιερωμένη κινηματογραφική προβολή, στο Σχολείο του Σινεμά, στα Εξάρχεια, για να δούμε την ταινία «Double Idemnity», σε σκηνοθεσία του Μπίλι Γουάϊλντερ, παραγωγής 1944, με πρωταγωνιστές τους Φρεντ ΜακΜάρεϊ, Μπάρμπαρα Στάνγουϊκ και Έντουαρντ Τζέϊ Ρόμπινσον.

double-indemnity-01

Βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Τζέημς Κέϊν και στη σεναριακή διασκευή, που υπέγραψαν ο Ρέημοντ Τσάντλερ και ο σκηνοθέτης. Ένας ασφαλιστής ερωτεύεται μια παντρεμένη γυναίκα και μπλέκει σε μια υπόθεση φόνου και ασφαλιστικής απάτης με απρόβλεπτες συνέπειες. Πρόκειται για ένα σκοτεινό, ατμοσφαιρικό και απαισιόδοξο δραματικό θρίλερ – ίσως το καλύτερο φιλμ νουάρ της κλασικής χολιγουντιανής εποχής. Προτάθηκε για επτά όσκαρ, ένα εκ των οποίων για την αξεπέραστη, femme fatale, Μπάρμπαρα Στάνγουικ, σε έναν από τους κορυφαίους γυναικείους ρόλους της κινηματογραφικής ιστορίας.

Για μια ακόμα φορά αποδείχθηκε η «σοφή» επιλογή του δάσκαλου – εισηγητή, Γιάννη Καραμπίτσου, τόσο σε ότι αφορά την ταινία όσο και σε ότι αφορά τη διεξαγωγή της προβολής, που αρχίζει με σύντομη εισήγηση, από το δάσκαλο, ακολουθεί η προβολή (πάντα σε εξαιρετική ποιότητα) και μετά ακολουθεί συζήτηση μεταξύ των θεατών. Και πάντα, με ελεύθερη είσοδο.

Οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι στη συγκεκριμένη προβολή, όλα τα παραπάνω συνέβαλαν ώστε η απόλαυση της θέασης, που νιώσαμε, να φτάσει στο απόγειο της.

Κατ αρχάς η επιλογή της ταινίας. ΤΟ φίλμ νουάρ.

Το σενάριο, έχοντας όλα τα στοιχεία, του μαύρου αστυνομικού μυθιστορήματος (δεν θα μπορούσε άλλωστε να γίνει διαφορετικά, όταν το συνυπογράφει ο μέγιστος συγγραφέας νουάρ αστυνομικών μυθιστορημάτων, Ρέημοντ Τσάντλερ), που η απαράμιλλη σκηνοθετική ιδιοφυΐα, που ακούει στο όνομα Μπίλι Γουάϊλντερ, χρησιμοποιεί ως καμβά, πάνω στον οποίο «πλέκει» με ψιλό βελονάκι και με τη δεξιοτεχνία, που έπλεκαν, τα παλιά χρόνια, οι κεντήστρες, το κοπανέλι.

Κατά δεύτερον, η εισήγηση. Μαθαίνουμε (η αλήθεια είναι ότι και στο σεμινάριο, που παρακολουθούμε, Ιστορία και Θεωρία του Κινηματογράφου σε 12 μαθήματα, μας έχει μιλήσει, σχετικά) ότι την εποχή που γυρίστηκε η ταινία, στο Χόλυγουντ, ίσχυε ο Κώδικας Χέηζ. Πρόκειται για ένα είδος αυτολογοκρισίας, που είχαν επιβάλει οι εταιρείες, στον εαυτό τους και είχε να κάνει, κυρίως, με τον αυστηρό έλεγχο των διαλόγων και των σκηνών, για τυχόν «ανήθικες» λέξεις ή περιπτύξεις των ηθοποιών.

Και μέσα από αυτά τα δύο, πρώτα, στοιχεία, η ταινία απέκτησε στα μάτια μας, άλλη διάσταση, τόσο για την εκπληκτική χρήση των εκφραστικών μέσων του κιν/φου, από τον (θα το ξαναπούμε) ιδιοφυή Μπίλι Γουάϊλντερ, όσο και από τον τρόπο, με τον οποίο, τηρώντας τις δεσμεύσεις του Κώδικα, καταφέρνει να περάσει ένα σωρό υπονοούμενα, τόσο στη δραματουργική επεξεργασία όσο και στη γενικότερη κοινωνική κατάσταση.

Και πρώτα απ όλα, η αλυσιδίτσα στο πόδι της Μπάρμπαρα Στάνγουικ. Της απόλυτης femme fatale. Που γίνεται για πρώτη φορά, στον κινηματογράφο και έκτοτε, εκατομμύρια γυναίκες στον πλανήτη, χρησιμοποιούν ως αξεσουάρ. Και για να μην παρεξηγηθούμε, για τυχόν σεξισμό, δεν εννοούμε ότι είδαμε τη γυναίκα, ως αντικείμενο, που μας ξύπνησε τις φετιχιστικές μας τάσεις, αλλά ότι ο Γουάιλντερ, με αυτόν τον έξυπνο (να μας επιτραπεί, η λέξη) τρόπο καταφέρνει να τονίσει τόσο τη σεξουαλικότητα όσο και το μοιραίο, που κουβαλάει η ηρωίδα του, ξεπερνώντας τις απαγορεύσεις του Κώδικα και χωρίς να προβάλει τα λοιπά σωματικά της κάλλη.

Κατά δεύτερο, η σκοτεινή ατμόσφαιρα, στην οποία είναι βουτηγμένοι, οι δύο εραστές. Με την εκπληκτική φωτογραφία και τους ανυπέρβλητους φωτισμούς και χωρίς να το «φωνάζει» καταφέρνει να μας κάνει να νοιώσουμε τόσο την τραγικότητα όσο και το πάθος, που διακατέχει τους ήρωες του.

Και αυτό ανεξάρτητα, από το αν η γυναίκα δείχνεται, σε πρώτο επίπεδο, διαβολική και από το αν ο εραστής της, όσο περνάει η ώρα, «κονταίνει», μπροστά στα κάλλη της και στη σφοδρή επιθυμία, που τον έχει καταλάβει για να την κάνει «δική του». Σε αυτό συμβάλει, τα μάλλα, η κίνηση της κάμερας και η λήψη των κοντινών πλάνων, στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών.

Από την άλλη, οι εκπληκτικές φωτοσκιάσεις, πάνω στους ήρωες του, στις σκηνές που βρίσκονται σε κάποιο κλειστό χώρο, με τη βοήθεια των μισάνοιχτων περσίδων, που αφήνουν να μπει φως, απ έξω, δημιουργούν την αίσθηση κάγκελων φυλακής, στην οποία έχουν μπει από τη στιγμή που αποφασίζουν να δολοφονήσουν το σύζυγο της «μοιραίας γυναίκας» και που θα τους οδηγήσει στο τραγικό τέλος.

Κατά τρίτον, η αφήγηση, με τη χρήση «voice over», από τον εραστή, που ενώ μας κάνει γνωστό, από την πρώτη σκηνή, το τέλος, δε μας αφήνει ούτε λεπτό να ησυχάσουμε από την αγωνία και η οποία όσο περνάει η ώρα κλιμακώνεται, κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον μας.

Τελευταίο, αλλά όχι έσχατο, η σκηνή του τέλους της ταινίας. Ο τραγικός εραστής, πέφτει εξαντλημένος στην πόρτα της εισόδου της ασφαλιστικής εταιρείας ενώ πίσω του έρχεται ο άνθρωπος της εταιρείας, που αποκάλυψε το φόνο. Πρόκειται για μια από τις κορυφαίες σκηνές στην ιστορία του κινηματογράφου. Κοντινό πλάνο στα πρόσωπα των δύο πρωταγωνιστών. Ο «δολοφόνος» καθισμένος στο πάτωμα, βάζει στο στόμα του τσιγάρο. Τον πλησιάζει, ο έξοχος Έντουαρντ Τζέϊ Ρόμπινσον, που υποδύεται το στέλεχος της ασφαλιστικής εταιρείας που ερευνά τις συνθήκες του «ατυχήματος» και βοηθά στην ανακάλυψη των ενόχων, σκύβει και με το σπίρτο που ανάβει, του δίνει φωτιά για να ανάψει το τσιγάρο.

Δύο άνθρωποι, που, μέχρι πριν λίγες στιγμές, συνεργάζονταν και υπηρετούσαν τα συμφέροντα της εταιρείας τους έχουν βρεθεί αντιμέτωποι γι αυτά τα συμφέροντα και ο θρίαμβος του ενός είναι η πανωλεθρία του άλλου. Στα πρόσωπα τους όμως θριαμβεύει η αγάπη και η αίσθηση της μοίρας, που τους ξεπερνάει.

Για το τέλος αφήσαμε την κοινωνική διάσταση της ταινίας. Που το ξαναλέμε, πρέπει να γίνει αντιληπτή μέσα από το πρίσμα του ξεπεράσματος του Κώδικα Χέηζ. Στην ταινία κυριαρχούν οι λευκοί. Τόσο στους πρωταγωνιστικούς όσο και στους δεύτερους ρόλους. Οι μόνες σκηνές στις οποίες εμφανίζονται μαύροι, είναι αυτές όπου ο πρωταγωνιστής αφήνει το αυτοκίνητο του να το πλύνουν στο γκαράζ και εκείνη στην οποία επιβιβάζεται στο τρένο και δίνει τις αποσκευές του για να τις μεταφέρουν στην καμπίνα του. Ε, λοιπόν τόσο ο υπάλληλος του γκαράζ, όσο και ο αχθοφόρος του τρένου είναι μαύροι.

Τι άλλο να πει κανείς γι αυτήν την ταινία. Τι άλλο να πει κανείς για τη σπουδαία δουλειά που γίνεται στο Σχολείο του Σινεμά. Μόνο ένα μεγάλο ευχαριστώ σ αυτούς τους δύο μεγάλους καλλιτέχνες και δασκάλους. Ευχαριστούμε, Μπίλι. Ευχαριστούμε, Γιάννη.

Πολυχρόνης Δ. Γριβέας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s