La La Land (2016) Σκηνοθεσία: Ντάμιεν Σαζέλ | αναλυτική παρουσίαση, trailer, που παίζεται, η γνώμη των κριτικών

1Sheet_Master.qxd

Πρωταγωνιστούν: Έμα Στόουν, Ράιαν Γκόσλινγκ, Τζ. Κ. Σίμονς, Φιν Γουίτροκ, Ρόζμαρι Ντεβίτ, Σονόια Μιζούνο, Τζον Λέτζεντ, Τζέσικα Ροθ, Τομ Έβερετ Σκοτ, Τζος Πενς

Είδος: Μιούζικαλ, Αισθηματική, Κωμωδία, Δράμα

Ημερομηνία Εξόδου: 22 Δεκεμβρίου 2016  

Εργαστήρι Κινηματογράφου Δήμου Ζωγράφου 2017  (δεν απευθύνεται μόνο σε δημότες ζωγράφου, ξεκινάει στις 8 Γενάρη 2017, στις 11.00 το πρωί, στη Βίλα Βουγά, απευθυνθείτε έγκαιρα στο δήμο ζωγράφου)

ergastiri-kinimatografou-dimou-zografou-2017-afisa-a4

ΣΥΝΟΨΗ

Ένας πιανίστας της τζαζ, ο Σεμπάστιαν (Ράιαν Γκόσλινγκ), γνωρίζει μία φιλόδοξη ηθοποιό, τη Μία (Έμμα Στόουν), και ερωτεύονται παράφορα. Η σχέση τους θα αποδειχθεί καταλυτική, τόσο για τις αποφάσεις που καλούνται να πάρουν για την επαγγελματική τους ζωή, όσο και για την προσωπική. Θα καταφέρει ο έρωτάς τους να επιβιώσει από την σκληρή καθημερινότητα;

(2016) on IMDb 8.9/10

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

http://www.lalaland.movie/

73ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας 2016

ΒΡΑΒΕΙΟ ΚΑΛΥΤΕΡΗΣ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑΣ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ: Emma Stone

Για τρίτη φορά ζευγάρι μετά τα «Crazy, Stupid, Love.» και «Gangster Squad», ο Ράιαν Γκόσλινγκ και η Έμμα Στόουν τραγουδούν, χορεύουν και συγκινούν στο υπέροχο «La La Land», υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Νταμιέν Σαζέλ («Whiplash»).

Η ταινία που συμμετείχε στο διαγωνιστικό πρόγραμμα της 73ης Μόστρα, παρακολουθεί τη ζωή μιας νέας, πολλά υποσχόμενης ηθοποιού (Έμα Στοουν) που προσπαθεί να βρει το δρόμο της και του Ράιαν Γκόσλινγκ, ενός πιανίστα της τζαζ που κάνει τα πάντα για να επιβιώσει. Η κατάκτηση όμως του ονείρου από τους δύο πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες δεν σημαίνει απαραίτητα και την ευτυχή έκβαση του ειδυλλίου τους.

Ο διευθυντής του φεστιβάλ Βενετίας, Αλμπέρτο Μπαρμπέρα, επισημαίνει για την ταινία έναρξης της Μόστρα 2016:

Είναι ένα καταπληκτικό μιούζικαλ. Είναι ένας φόρος τιμής στα κλασικά χολιγουντιανά μιούζικαλ από την Λάιζα Μινέλι έως τον Μάρτιν Σκορσέζε, με σύγχρονη οπτική και σύγχρονη ευαισθησία.

Ο 31χρονος Σαζέλ, που έγινε γνωστός με το «Whiplash», που κέρδισε 3 Όσκαρ, δήλωσε στη συνέντευξη τύπου στη Βενετία ότι το μιούζικαλ είναι συνυφασμένο με την ελπίδα και την ανάγκη για αγάπη:

Σήμερα περισσότερο από ποτέ, έχουμε ανάγκη την ελπίδα και τον έρωτα στη μεγάλη οθόνη. Νομίζω ότι κάτι συμβαίνει με τα μιούζικαλ, που πετυχαίνουν κάτι που μόνο οι ταινίες μπορούν να πετύχουν. Αυτές οι ταινίες λειτουργούν ως ένας τόπος ονείρου, μετατρέπονται στη γλώσσα των ονείρων μας, εκφράζουν έναν κόσμο, στον οποίο πέφτεις πάνω στα τραγούδια, όπου τα αισθήματα αλλάζουν τους νόμους της πραγματικότητας.

Ο Ράιν Γκόσλινγκ και η Έμμα Στόουν συναντιούνται σε ένα αριστουργηματικό υπερθέαμα οσκαρικών προδιαγραφών και ο Ντάμιεν Σαζέλ (Whiplash) σκηνοθετεί τον κινηματογραφικό τους έρωτα.

Καλώς ήρθατε στη Χώρα του La La Land

To La La Land ξεκίνησε σαν ένα τρελό όνειρο. Ο Ντάμιεν Σαζέλ ήθελε να δει αν θα μπορούσε να δημιουργήσει μία ταινία η οποία θα κατάφερνε να μεταφέρει τη μαγεία και την ενέργεια των ρομαντικών γαλλικών και αμερικάνικων φιλμ της Χρυσής Εποχής στη δική μας, πιο περίπλοκη ζωή. Γιατί, όσο γρήγορα κι αν τρέχει ο κόσμος μας, όσο κι αν αλλάζουν τα πάντα γύρω μας με ιλιγγιώδεις ταχύτητες, όλοι παραμένουμε βαθιά ρομαντικοί, γοητευμένοι από κάποιες τυχαίες συναντήσεις, από τα όνειρα που πραγματοποιούνται και, φυσικά, από τον τρελό έρωτα.

Ο Σαζέλ αναρωτιόταν εάν ο αφηγηματικός τρόπος του μιούζικαλ θα μπορούσε να ξανακερδίσει εκείνο το κοινό που, ναι μεν αγαπάει τα παραμύθια και τη μαγεία, αλλά έχει εθιστεί και σε ένα πιο σκοτεινό και ψηφιακό είδος κινηματογράφησης. Το να ενώσει, λοιπόν, μερικά από τα αγαπημένα του στοιχεία από τις ταινίες των 40s, 50s και 60s – τη μουσική, τα έντονα χρώματα και τη γεμάτη ενέργεια ηθοποιία- με την αγαπημένη του πόλη, το Λος Άντζελες, ήταν ο δικός του σκηνοθετικός μονόδρομος.

«Το La La Land είναι ένα ερωτικό γράμμα προς το Λος Άντζελες, μεταξύ άλλων», σχολιάζει ο παραγωγός Μαρκ Πλατ. «Ο τρόπος που η ταινία τοποθετεί δύο ανθρώπους που ζουν πολύ μοντέρνες ζωές σε όλες αυτές τις ιστορικές τοποθεσίες του Χόλιγουντ είναι μοναδικός.»

Η ταινία ξεκινάει εκεί που ξεκινάνε όλα στο Λος Άντζελες: στη λεωφόρο. Εκεί ο Σεμπάστιαν συναντάει τη Μία. Αμφότεροι είναι απολύτως αφοσιωμένοι στις προσωπικές, ατελέσφορες φιλοδοξίες τους: Ο Σεμπάστιαν στο να κάνει τους ανθρώπους να αγαπήσουν τη τζαζ στον 21ο αιώνα και η Μία στο να καταφέρει να λάβει μέρος έστω σε μία μόνο οντισιόν, που θα της εξασφαλίσει το ρόλο των ονείρων της. Κανένας όμως από τους δύο δε περιμένει ότι η συνάντησή τους ήταν γραφτό να συμβεί και ότι μαζί θα καταφέρουν να πάρουν ρίσκα που μόνοι τους ποτέ δε θα μπορούσαν.

Μουσική, κάμερα, πάμε!

«Για εμένα, ήταν σημαντικό να φτιάξω μία ταινία για τους ονειροπόλους. Για δύο ανθρώπους που έχουν αυτά τα τεράστια όνειρα που τους καθοδηγούν και τους καθορίζουν, και είναι αυτά ακριβώς τα όνειρα που τους ενώνουν αλλά και τους χωρίζουν», τονίζει ο Σαζέλ.

Η παραγωγή μιας αυθεντικής 40s-50s ταινίας με σύγχρονη ματιά είναι μία δύσκολη υπόθεση. Αρχικά, είναι η μουσική, οι στίχοι και η ενορχήστρωση. Στη συνέχεια είναι οι ηθοποιοί που πρέπει να μάθουν τα τραγούδια και τα χορευτικά κομμάτια και, τέλος, είναι όλα τα οπτικά στοιχεία που ολοκληρώνουν αυτή τη μαγική αίσθηση: ο φωτισμός, τα σκηνικά, η γκαρνταρόμπα. «Η ιδέα ήταν να δημιουργήσουμε αυτή την αίσθηση του παλαιομοδίτικου Χόλιγουντ μιούζικαλ. Ένα από τα βασικά στοιχεία ήταν η εύρεση του τέλειου ζεύγους, όπως ήταν κάποτε ο Φρεντ Αστέρ και η Τζίντζερ Ρότζερς ή ο Μπόγκαρντ και η Μπακόλ. Δε μπορούσα να φανταστώ κάποιους άλλους, εκτός από τον Γκόσλινγκ και την Στόουν γι’ αυτούς τους ρόλους», λέει ο Σαζέλ.

Ο Ράιν Γκόσλινγκ εξέπληξε σκηνοθέτη, παραγωγούς και συμπρωταγωνιστές με την ευκολία που έμαθε να παίζει πιάνο για τις ανάγκες της ταινίας. «Τον ζήλευα!», λέει ο Τζον Λέτζεντ, «τον έβλεπα να παίζει πιάνο και σκεφτόμουν πόσο απίστευτα ωραία παίζει μέσα σε μερικούς μόλις μήνες εξάσκησης».

Με τη σειρά της, η Έμμα Στόουν συνεπήρε τον σκηνοθέτη με τις χορευτικές τις ικανότητες και την ηθοποιία της. «Ο τρόπος που χορεύει, τραγουδάει και μεταφέρει τόσες συναισθηματικές διακυμάνσεις είναι απίστευτος. Θεωρώ ότι είναι μία από τις κορυφαίες ηθοποιούς της εποχής μας και ότι μπορείς να δημιουργήσεις κάτι μαζί της χωρίς διάλογο, μόνο και μόνο με τη γλώσσα του σώματός της και το πρόσωπό της», λέει ο Σαζέλ.

Το La La Land είναι ένα σύγχρονο, λυρικό αριστούργημα. Η μουσική του Τζάστιν Χούρβιτζ που ξετυλίγεται παράλληλα και άρρητα με την υπόθεση της ταινίας, η φωτογραφία που παραπέμπει σε χολιγουντιανό old-school ύφος και η εξωπραγματική χημεία των δύο πρωταγωνιστών θα φέρει σταθερά την ταινία στα σκαλοπάτια των φετινών Όσκαρ.

la-la-land-001

Συνοπτική κριτική (αθηνόραμα)

Ο σκηνοθέτης του «Χωρίς Μέτρο» θυμάται τα μιούζικαλ της χρυσής εποχής και με φαντασμαγορικά μεταμοντέρνο, γήινο και ονειρικό (αν και βαρυφορτωμένο) τρόπο διασκευάζει άλλο ένα γλυκόπικρο success story με φόντο τον κόσμο του θεάματος. Βραβεία κριτικών, επτά υποψηφιότητες για Χρυσές Σφαίρες και σίγουρη οσκαρική επιτυχία (η Έμα Στόουν ακλόνητο φαβορί για τον α΄ ρόλο).  [ Μια σπουδαία λυρική ταινία, μια συναρπαστική επίσης ταινία. Ανάπλαση των μιούζικαλ του Χόλιγουντ κλπ. Δεν θα πούμε όχι προφανώς. Η δική μου οπτική γωνία επικεντρώνει στον άξονα εκδηλωτικότητα, αυθορμητισμός, εκφραστικότητα, διαφορετικότητα των χαρακτήρων. Δεν ξέρω αν είναι θέμα ονείρου μόνο και φαντασίας. Είναι θέμα ζω αληθινή ζωή και δεν ζω αληθινή ζωή. Έχω προσωπικό όραμα και ενταγμένο στην καθημερινότητά μου το «καλλιτεχνικώς» ζην. Ανεξάρτητα αν υπάρχει κρίση και πόση εμβέλεια έχει αυτή. Η ζωή είναι μία, την ζω πρωταγωνιστικά, την ζω συναρπαστικά, την ζω μυθιστορηματικά, με περιπετειώδη τρόπο, ότι και αν συμβεί. Επίσης ζωή με περιεχόμενο και με αρμονική μορφή και ύφος. Διαλεκτικά συνδεδεμένα και συναρμολογημένα. Μια απογείωση είναι η ταινία, μια απογείωση που δεν συμβαίνει μόνο στις ταινίες, αλλά θα μπορούσε να συμβεί στην ζωή του καθενός μας Γ.Κ. 4/5]

la-la-land-i-gnomi-ton-kritikon

Που παίζεται η ταινία

ΚΕΝΤΡΟ – ΚΟΛΩΝΑΚΙ

Έμπασσυ Novacinema Odeon

  Πατρ. Ιωακείμ 5 & Ηροδότου, Κολωνάκι (ΜΕΤΡΟ Ευαγγελισμός)

2107215944

Δευτ.-Παρ. € 7,50, Σάβ., Κυρ. € 8,00, μέλη του club Cineφίλοι & παιδ. Δευτ.-Παρ. € 6,50, Σάβ., Κυρ. € 7,00

Πέμ.-Τετ.: 16.45/ 19.30/ 22.20

ΑΜΠΕΛΟΚΗΠΟΙ

Γαλαξίας

  Μεσογείων 6 (ΜΕΤΡΟ Αμπελόκηποι)

2107773319

€ 8,00. Φοιτ., άνεργοι & άνω των 65 € 6,50. Κάθε Τετ., Πέμ. είσ. € 5,00.

Αίθουσα 1 Πέμ.-Τετ.: 17.30/ 20.00/ 22.30 

ΛΕΩΦ. ΠΑΤΗΣΙΩΝ

Αλεξάνδρα Europa Cinemas Digital

  Πατησίων 77-79 & Λεωφ. Αλεξάνδρας (στάση ΗΣΑΠ Βικτώρια)

2108219298

DOLBY DIG

€ 7,50, άνεργοι € 5,00. Δύο φοιτητές με ένα εισιτήριο € 7,50. Άτομα τρίτης ηλικίας € 6,00. Κάθε Δευτ. & Τρ. 2 άτομα με ένα εισιτήριο.

Πέμ.-Τετ.: 17.30/ 20.00/ 22.30 

ΜΑΡΟΥΣΙ – ΚHΦΙΣΙΑ

Novacinema Odeon Μαρούσι

  Λεωφ. Κηφισίας 215, Μαρούσι (απέναντι από το Άλσος Συγγρού)

Δευτ.-Παρ. € 7,50, Σάβ., Κυρ. € 8,00, μέλη του club Cineφίλοι & παιδ. Δευτ.-Παρ. € 6,50, Σάβ., Κυρ. € 7,00. Προβολές 3D € 10, Cinefiloi & παιδικό € 9,00

Αίθουσα 1 Πέμ.-Τετ.: 18.10/ 21.00

Αίθουσα 2 Πέμ.-Τετ.: 19.10/ 22.00

Village 15 Cinemas @ The Mall

  Aνδρέα Παπανδρέου (παραπλεύρως Αττικής Οδού) ΗΣΑΠ Νερατζιώτισσα, Μαρούσι

Τηλ. 14848 (χρέωση 0,49€/min (από σταθερό) και 0,98€/min (από κινητό).

€ 7,50, προβολές 3D : € 9,50. Φοιτ., στρατιωτικό: Δευτ., Τρ. € 5,50. Προβολές Dolby Atmos € 9,50

Αίθουσα 11 Πέμ.-Τετ.: 19.40/ 22.20

Ν. ΚΟΣΜΟΣ – ΦΙΞ – Ν. ΣΜΥΡΝΗ – Π. ΦΑΛΗΡΟ

Odeon Starcity – Λ. Συγγρού

  Λεωφ. Συγγρού 111 & Λεοντίου, Ν.Κόσμος

DTS/DOLBY DIGITAL

€ 7,50, 3D προβολές € 10. Μέλη του club Cineφίλοι, παιδικό & φοιτ. € 6,50, προβολές 3D € 9,00.

Vodafone Αιθουσα 7 Πέμ.-Τετ.: 19.20/ 22.00

Αίθουσα 1 Πέμ.-Τετ.: 20.20/ 23.00

Αίθουσα 4 Πέμ. & Σάβ.-Τετ. 18.10

ΓΛΥΦΑΔΑ – ΒΑΡΚΙΖΑ

Novacinema Odeon Γλυφάδα

  Ζέππου 14, Πλ. Ξενοφώντος

2109650318

€ 7,50. Σάβ., Κυρ. & αργίες € 8,00. Μέλη του club Cineφίλοι & παιδ.-φοιτ. € 6,50.

Αίθουσα 1 Πέμ.-Τετ.: 19.20/ 22.00

ΧΑΛΑΝΔΡΙ – ΧΟΛΑΡΓΟΣ

Αβάνα

  Λεωφ. Κηφισίας 234 & Λυκούργου 3

2106756546

DOLBY DIG

€ 8,00, φοιτ.-παιδ. & κάθε Τετ. € 6,00

Πέμ.-Τετ.: 17.30/ 20.00/ 22.30

ΔΑΦΝΗ – ΑΓ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ – ΑΡΓΥΡΟΥΠΟΛΗ

Odeon Ατλαντίς 

  Λεωφ. Βουλιαγμένης 245 (στάση μετρό Δάφνη)

2109711511, 2109750936

DOLBY DIGITAL SRD EX

€ 7,50, παιδ.-φοιτ. & άνω των 65 € 6,00. Κάθε Τετ. € 4,00. Κάθε Πέμ. μαθητ.-φοιτ. € 5,00. Μέλη του club Cineφίλοι € 6,50, προβ. 3D € 7,50.

Αίθουσα 1 Γιώργος Τζιώτζιος Πέμ.-Τετ.: 19.30/ 22.00

Αίθουσα 2 Πέμ.-Τετ.: 18.00

ΑΓ. ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ – ΙΛΙΟΝ

Ster Cinemas Ίλιον

  Λεωφ. Δημοκρατίας 67Α, Ίλιον

2108092690, 801 8017837

Δευτ.-Πέμ. € 7,00, 3D: € 8,50. Παρ.-Κυρ. € 8,00, 3D: € 9,50. Οικογ. εισιτ., παιδ. (άνω των 3 ατόμων) & άνεργοι € 5,00 (για 3D επιπλέον € 1,50). ΑμεΑ € 4,50. Άτομα άνω των 60 € 6,00.

Αίθουσα 1 Πέμ.-Τετ.: 20.20/ 23.00

Αίθουσα 7 Πέμ. & Σάβ.-Τετ. 18.10

la-la-land-2016-poster-001

«La La Land»: Η μαγεία επιστρέφει χορεύοντας στο Χόλιγουντ 

Από   Γιάγκο Αντίοχο – 22/12/2016

Ο Ντάμιεν Σαζέλ του «Χωρίς Μέτρο» παρουσιάζει ένα μοντέρνο μιούζικαλ, ένα άκρως ελκυστικό μουσικοχορευτικό παραμύθι, το οποίο αποτελεί το απόλυτο φετινό οσκαρικό φαβορί.

Δεν υπάρχει πιο παρεξηγημένο κινηματογραφικό είδος από το μιούζικαλ. Μπορεί αυτό να οφείλεται στις αμιγώς θεατρικές καταβολές του, την άρρηκτη σχέση του με το θέαμα ή τις εμπορικές συμβάσεις που απέκτησε στα χρυσά του χρόνια, οι οποίες μετατράπηκαν εντέλει σε ανυπέρβλητες αγκυλώσεις. Υπήρξαν όμως αρκετοί σκηνοθέτες­ που αντιλήφθηκαν ότι το μιούζικαλ αποτελεί ένα πολυμορφικό κινηματογραφικό υβρίδιο –συνδυασμός πρόζας, τραγουδιού και χορού– που διαθέτει απεριόριστες δυνατότητες (μετα )μοντέρνων παρεμβάσεων και υπερβάσεων. Για να φτάσουμε σε αυτές, πρέπει να αφήσουμε για λίγο στην άκρη το «Τραγουδώντας στη Βροχή» (1952 ) των Στάνλεϊ Ντόνεν και Τζιν Κέλι, το «West Side Story» (1961 ) των Ρόμπερτ Γουάιζ και Τζέρομ Ρόμπινς ή τη «Μελωδία της Ευτυχίας» (1965 ) του Ρόμπερτ Γουάιζ, τις κλασικές ταινίες που οριοθέτησαν ουσιαστικά το είδος.

Weird musical

Κοιτάζοντας προσεκτικά την ιστορία της 7ης τέχνης, θα δούμε ότι αρκετοί δημιουργοί συνειδητοποίησαν νωρίς ότι «πειράζοντας» έστω κι ένα μέρος της συναρπαστικής κινηματογραφικής εξίσωσης του μιούζικαλ μπορείς να κάνεις μικρά κινηματογραφικά θαύματα – γι’ αυτά δεν μιλάει εξάλλου το είδος; Για παράδειγμα το άνευ πρόζας Technicolor παραλήρημα του Ζακ Ντεμί «Οι Ομπρέλες του Χερβούργου» (1964 ) ήταν πολύ μπροστά από την εποχή του. Στα επαναστατημένα ’70s στο μελωδικό κόλπο μπήκε και η ροκ, με τον Νόρμαν Τζιούισον να μεταφέρει τη χριστιανική οπερατική εξτραβαγκάντζα «Jesus Christ Super Star» (1973 ) από τη σκηνή στην οθόνη, ενώ το «Tommy» (1975 ) του Κεν Ράσελ αποτελεί μέχρι σήμερα ένα από τα πιο τολμηρά εγχειρήματα στο είδος. Και τι να πει κάποιος για το κάστρο των στιλιστικών οργίων του θρυλικού «The Rocky Horror Picture Show» που παρουσίασε το 1975 ο Τζιμ Σάρμαν; Camp έπος…

Ας πάμε όμως και στις πιο πρόσφατες παραγωγές όπως το «Όλοι Λένε σ’ Αγαπώ» (1996 ), όπου το βιτριολικό γουντιαλενικό χιούμορ συναντήθηκε με τη νοσταλγία του παλιού Χόλιγουντ, ή το μεγαλοφυές μελωδικό μελόδραμα «Χορεύοντας στο Σκοτάδι» (2000 ) του Λαρς φον Τρίερ με πρωταγωνίστρια την Μπιόρκ. Αν πάλι είστε σκοτεινοί τύποι, υπάρχουν οι ανάλογες προτάσεις. Από το καλτ stop motion «Ο Χριστουγεννιάτικος Εφιάλτης» (1993 ) του Χένρι Σέλικ μέχρι την εξαιρετική γκοθ όπερα του Τιμ Μπάρτον «Sweeney Todd: Ο Φονικός Κουρέας της Οδού Φλιτ» (2007 ), το μιούζικαλ έχει αποδείξει ότι διαθέτει απεριόριστες δυνατότητες και μοναδική εικαστική ευελιξία. Σε αυτό στοχεύει και το «La La Land», ένα φιλμ που ισορροπεί ιδανικά ανάμεσα στο νεωτερισμό και στην ακαταμάχητη μαγεία του παλιού Χόλιγουντ.

Pure magic

Σε ηλικία μόλις 31 ετών ο Ντάμιεν Σαζέλ βρίσκεται στην ελίτ των Αμερικανών σκηνοθετών. Το ντελιριακό «Χωρίς Μέτρο» του 2014 τον έβαλε στον οσκαρικό κύκλο, ενώ το ολοκαίνουργιο «La La Land» αποτελεί ήδη έναν από τους βασικότερους διεκδικητές του αγαλματιδίου καλύτερης ταινίας στο Dolby Theater την Κυριακή 28/2. οι επτά υποψηφιότητες για Χρυσές Σφαίρες άλλωστε το επιβεβαίωσαν πανηγυρικά. Στο «La La Land» οι ζωές δύο ονειροπόλων καλλιτεχνών, του τζαζ πιανίστα Σεμπάστιαν και της ηθοποιού Μία, τέμνονται με απροσδόκητο τρόπο στο θαυματουργό Λος Άντζελες. Ένα ζευγάρι που ψάχνει να βρει το δρόμο προς τα αστέρια έχοντας για ταβάνι μονάχα τον ουρανό.

Μόνο που η αληθινή ζωή είναι εξ ορισμού φτιαγ­μένη να σκοτώνει τη φαντασία. Και ο Ντάμιεν Σαζέλ αποδεικνύει ότι γνωρίζει καλύτερα από τον καθέναν­ πώς να αναθερμάνει την ξεχασμένη γοητεία του μιούζικαλ με ένα εμπνευσμένο μεταμοντέρνο μουσικο-χορευτικό παραμύθι. Ως λάτρης της τζαζ (σταθερή αναφορά σε όλες τις ταινίες του ) δανείζεται γνώριμα μοτίβα από κλασικές στιγμές του είδους, όπως το «Ένας Αμερικανός στο Παρίσι» (1951 ) και το «Τραγουδώντας στη Βροχή», για να ξεκινήσει μετά ένα δεξιοτεχνικό αυτοσχεδιασμό που μας παρασύρει σε θελκτικά οπτικοακουστικά τοπία και κατευθύνσεις.

Το «άγγιγμα του Σαζέλ» λειτουργεί από τη μία αγχολυτικά, εκμεταλλευόμενο στο έπακρον τη φόρμα του υπερρεαλιστικού παραμυθιού, και από την άλλη κρατά με γλυκόπικρο τρόπο την επαφή του με την πραγματικότητα. Όπως το «The Artist» πριν από μία πενταετία απέτισε φόρο τιμής στο βωβό σινεμά, έτσι και το «La La Land» ανατρέχει σε ένα παραγνωρισμένο είδος, δείχνοντας ότι η μαγεία του κινηματογράφου δεν εξαφανίστηκε ποτέ. Απλώς χρειάζεται τους κατάλληλους δημιουργούς/τυμβωρύχους για να την ανακαλύψουν και πάλι…

ΚΡΙΤΙΚΗ 19 DEC  Πόλυ Λυκούργου

10 Στα 10

Πέντε αστέρια. Αφιερωμένα σε όσους αντέχουν ακόμη να ονειρεύονται…

Ο Σεμπάστιαν είναι ένας 35χρονος πιανίστας στο σύγχρονο Λος Αντζελες. Τίποτα όμως δεν είναι σύγχρονο στο μυαλό και την καρδιά του: η ζωή του κυλά σε άμετρο τέμπο – όπως η free jazz που λατρεύει. Φοράει 50ς κουστούμια, οδηγεί vintage αυτοκίνητο και κουβαλά τον εαυτό του μοναχικά, μελαγχολικά και πεισμωμένα. Δε θα συμβιβαστεί με τα jingle tunes των piano bars που μπορούν να πληρώσουν το νοίκι του. Θα παραμείνει εμμονικά πιουρίστας στην τέχνη του, φτωχός και ρομαντικός («γιατί λέμε αυτή τη λέξη σαν να είναι βρισιά πλέον;»). Αποκλεισμένος στο άδειο του διαμέρισμα, παρέα με στιβαγμένα βινύλια, αφίσες ιστορικών jazz joints, συλλεκτικά μεμοραμπίλια (όπως το σκαμπό του πιανίστα Χόγκι Καρμάικλ) και τα όνειρά του να ανοίξει το δικό του μαγαζί, όπου οι τζαζίστες θα μπορούν να τζαμάρουν «ό,τι θέλουν, όπως το θέλουν κι όποτε θέλουν».

Η Μία είναι ένα ακόμα κορίτσι που παράτησε σπουδές και πατρικό στην ενδοχώρα για να ακολουθήσει υπνωτισμένη τους προβολείς του Hollywood sign. Και κατέληξε μία ακόμα νεαρή σερβιτόρα που ονειρεύεται να γίνει ηθοποιός. Το πρωί ετοιμάζει καφέδες και τα απογεύματα τρέχει ξεψυχισμένη σε ακροάσεις μπροστά από βαριεστημένους casting directors σε ψυχρά δωμάτια που σου παγώνουν το αίμα και βάζουν στον πάγο στα όνειρά σου. «Δωμάτια με εκατοντάδες κορίτσια ακριβώς σαν και μένα. Αλλά… πιο όμορφα, πιο ψηλά, πιο ταλαντούχα».

Οι δυο τους θα συναντηθούν εκεί, στις ανηφόρες των χολιγουντιανών λόφων, όσο αγκομαχούν να αποδείξουν ότι θα τα καταφέρουν – έστω και ασθμένοντας. Κι αυτό το ανεξήγητα μαγικό έχει ο έρωτας: σκεπάζει με ένα πέπλο αστρόσκονης την πραγματικότητα, θαμπώνει το βλέμμα με παστέλ φίλτρα, κάνει το βήμα σου χορευτικό, στο ρυθμό μίας ασίγαστης ευτυχίας, καθώς όλα τα αδύνατα φαντάζουν πια δυνατά. Και η πόλη του Λος Αντζελες (L.A. Land) μετατρέπεται σε ουτοπικό σκηνικό ενός la la land μιούζικαλ. Ναι, είσαι ευτυχισμένος. Είσαι ζωντανός. Ή, ακόμα καλύτερα, είσαι, επιτέλους, πρωταγωνιστής της ταινίας της ζωής σου.

Δύο χρόνια μετά το «Χωρίς Μέτρο» («Whiplash»), ο 31χρονος Ντάμιεν Σαζέλ επιστρέφει με ένα παράτολμο κινηματογραφικό στοίχημα. Μέσα στον κυνισμό των ημερών (εντός κι εκτός οθόνης) εκείνος καταθέτει ένα αμετανόητα ρομαντικό μιούζικαλ – τόσο αυθεντικό (δεν είναι βασισμένο σε κάποιο δοκιμασμένο θεατρικό, αντιθέτως, ο ίδιος υπογράφει το σενάριο), όσο και πειθαρχημένο στις νοσταλγικές, ρετρό νόρμες του Βινσέντε Μινέλι και του Ζακ Ντεμί. Αυτές που θέλουν τα ζευγάρια να φωτίζονται από το μούχρωμα του σινεμασκόπ ουρανού ή τις κίτρινες λάμπες των δρόμων, να τραγουδούν με ατόφια μεταδοτική χαρά και να χορογραφούν τις κλακέτες τους σε πλήρη αρμονία με το χτύπο της καρδιάς μας που παρακολουθεί μαγεμένη.

Ναι, αυτός είναι ο απώτερος σκοπός του Σαζέλ: θέλει να μας κάνει κομμάτι της ξεχασμένης κινηματογραφικής εμπειρίας. Αυτής που βουρκώνει το βλέμμα και κόβει την ανάσα. Να δημιουργήσει το ασφαλές περιβάλλον και την υπόσχεση ότι για 128 λεπτά θα ξεχάσουμε ό,τι μας περιμένει έξω από την σκοτεινή αίθουσα και θα θυμηθούμε γιατί είμαστε ερωτευμένοι με αυτόν(ην) που κάθεται δίπλα μας, με τον ίδιο τον έρωτα, τα όνειρα και, φυσικά, με το σινεμά.

Και, πιστέψτε μας, ο έρωτας του θεατή με το «La La Land» είναι κεραυνοβόλος, συμβαίνει κυριολεκτικά με την πρώτη ματιά: από την πρώτη σεκάνς (ένα κλείσιμο ματιού που ξεκινά από τα «Κορίτσια του Ροσφόρ» και τερματίζει απενοχοποιημένα στο «Grease»), όπου ένα κυκλοφοριακό πρωινό μποτιλιάρισμα στις λεωφόρους του Λος Αντζελες μετατρέπεται σε μουσικοχορευτικό νούμερο μαγικού ρεαλισμού – με την κάμερα του Σαζέλ να μπαινοβγαίνει αβίαστα και κεφάτα μέσα κι έξω από αυτοκίνητα κι ανάμεσα στους οδηγούς σε ένα καλοδουλεμένο, ευφάνταστο… μονοπλάνο.

Με διευθυντή φωτογραφίας τον Λάινους Σάντγκρεν, ο Σαζέλ χρησιμοποιεί συχνά μονοπλάνα όσο σε περιηγεί με αυτοπεποίθηση σε όλα τα κλισέ, αλλά το κάνει με τέτοια βιρτουοζιτέ που καταλήγεις να συγκινείσαι: τα Old Hollywood έντονα κόκκινα, κίτρινα, μπλε χρώματα των σκηνικών και των ρούχων, η τουριστική σχεδόν ξενάγηση στα κομμάτια του Λος Αντζελες που έχεις αγαπήσει από το κλασικό σινεμά, το γοητευτικά παλιομοδίτικο mood των ανύπαρκτων πλέον jazz clubs, η μη-ρεαλιστική απεικόνιση των ηρώων ως ακαταμάχητο ρετρό ζευγάρι, αγκαλιασμένο σε αέναα cheek-to-cheek χορευτικά. Ολα στο κάνουν ξεκάθαρο: βρίσκεσαι σε ταινία. Σ’ ένα μαγεμένο σύμπαν φτιαγμένο από 35άρι σελιλόιντ, αποτυπωμένο σε πανοραμικό 2.52 Χ 1 τεχνικολόρ, όπου όλα γλιστρούν γλυκά σε σιδηρόδρομους για να φτάσουν στο κοντινό σου ή για να απογειωθούν με γερανό σε μαγεμένους νυχτερινούς ουρανούς. Τι ωραία. Εδώ να μείνουμε για πάντα.

Πώς τα καταφέρνει όμως; Αν ένα μουσικό νούμερο που προκύπτει μέσα στη φιξιόν δράση ήταν έτσι κι αλλιώς πάντα ψεύτικο, ακόμα και στα 50ς και στα 60ς αποτελούσε μία δύσκολη σύμβαση, το 2016 μοιάζει αδύνατο να το πετύχεις χωρίς να αποξενώσεις το κοινό σου. Να φανείς κωμικός, αταίριαστος, εκτός τόπου και χρόνου. Κι όμως. Με χορογράφο την Μάντι Μουρ και συνθέτη (συμφοιτητή του και παιδικό φίλο στην τρίτη τους συνεργασία) τον Τζάστιν Χέρβιτς, ο Σαζέλ χρησιμοποιεί τη μουσική και το χορό με την ίδια έξυπνη μαεστρία, επική ένταση και πειθαρχημένη ενέργεια. Ο Χέρβιτς συντελεί πολύ σε αυτό, καθώς το μουσικό σκορ του, διαθέτει full band ευφορικές στιγμές (ηχογραφήθηκε με τον παραδοσιακό τρόπο, όλους τους μουσικούς ταυτόχρονα, στο στούντιο που ηχογραφήθηκε και το «Τραγουδώντας στη Βροχή») αλλά κι ένα πιανάκι τρυφερό,μελαγχολικό και ονειρικό, που καταγράφεται στο υποσυνείδητό σου ως αυτόματα κλασικό. Σαν να το μουρμούριζες από πάντα – από κάποιο ξεχασμένο βινύλιο του Γκέρσουιν.

Ολα όμως καταλήγουν στο πρωταγωνιστικό ζευγάρι. Ολα θα κατέρρεαν χωρίς αυτούς. Αν ο Ράιαν Γκόσλινγκ δεν σε έπειθε ως παλιάς κοπής αρσενικό που θα σου πιάσει το χέρι στη μέση του δρόμου για να χορέψετε, ή θα σου χαμογελάσει από την άκρη του δωματίου – κι αυτό αρκεί. Ενας σημερινός άντρας που ερωτεύεται παλιομοδίτικα – δεν μιλάει στο messenger με emoticons, αλλά, με αλαζονική αυτοπεποίθηση είναι κάτω από το σπίτι σου, σου πατάει την κόρνα για να κατέβεις, μαζί με όλα τα κουμπιά της καρδιάς σου. Αν η Εμα Στόουν δεν είχε αυτή την κοριτσίστικη γλύκα τη μία στιγμή και την εξίσου ταιριαστή γοητεία της κοκκινομάλλας με ψηλά τακούνια την επόμενη. Αν τα εκφραστικά, ελαφίσια της βλέμματα δεν άστραφταν από έρωτα κι όνειρα κι αν δεν γκρεμίζονταν από απογοήτευση, με τον ίδιο αβίαστο νατουραλισμό. Αν η χημεία τους δεν ήταν τόσο ηλεκτρισμένα εύφλεκτη όσο πετούν πανέξυπνες αστείες ατάκες ο ένας στον άλλον, και τόσο ακατανίκητα συγκινητική όταν… πετούν σε έναστρους, πλασματικούς έστω, ουρανούς.

«Ομπρέλες του Χερβούργου», «West Side Story», «Tραγουδώντας στη Βροχή» κι ένα μικρό κλείσιμο ματιού στην «Καζαμπλάνκα» για το τέλος, το «La La Land» φιλοδοξεί να θυμίσει όλα αυτά και ταυτόχρονα να χαράξει τη δική του τροχιά στο χολιγουντιανό γαλαξία. Θέλει να είναι το μιούζικαλ που θα δώσει το φιλί της ζωής (ή του τελικού αποχαιρετισμού) στο είδος. Το οσκαρικό φαβορί που θα υποχρεώσει τα βαλτωμένα στούντιο να επανεξετάσουν σοβαρά πόσο πολύ αξίζει ένα εμπνευσμένο ρίσκο. Η ταινία που θα σε κάνει να τρέξεις στην αίθουσα (ξανά και ξανά) για να τη δεις όπως της πρέπει – σε μεγάλη οθόνη, ανάμεσα σε ανάσες ξένων και πνιχτά αναφιλητά. Κι ένας κινηματογραφικός έρωτας αφιερωμένος σε σένα προσωπικά που δεν σταμάτησες ποτέ να ονειρεύεσαι ασυμβίβαστα και σε σινεμασκόπ.

http://flix.gr/

La La Land

Τρία χρόνια αφότου προκάλεσε ανέλπιστη αίσθηση με τη μόλις δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, το βραβευμένο με τρία Όσκαρ «Whiplash», ο 31χρονος Ντέμιαν Σαζέλ επιχειρεί και πάλι μια παιχνιδιάρικη σύζευξη του σινεμά και της μουσικής, πετυχαίνοντας αυτή τη φορά έναν αστραφτερό και οπτικά εντυπωσιακό φόρο τιμής στα μιούζικαλ.

Από τον Λουκά Κατσίκα

Δεν προκαλεί εντύπωση γιατί μια ταινία όπως το «La La Land» έχει κατορθώσει να συνεπάρει φέτος μια σεβαστή μερίδα κοινού, κριτικών και ψηφοφόρων στα απανταχού κινηματογραφικά βραβεία. Όπως και η προηγούμενη δημιουργία του Ντέμιαν Σαζέλ, το βιρτουόζικο και γυρισμένο με ορμητική αυτοπεποίθηση «Χωρίς Μέτρο» (όπως βαφτίστηκε στα ελληνικά το «Whiplash»), έτσι και εδώ τα πάντα είναι ζήτημα σκηνοθετικής κυριαρχίας και πατήματος των σωστών συναισθηματικών κουμπιών στον (μέσο) θεατή. Επικαλούμενο, επιπλέον, ένα προσφιλές φιλμικό είδος, όπως είναι οι μιούζικαλ υπερπαραγωγές του κλασικού Χόλιγουντ, το «La La Land» προσθέτει ένα ακόμη ακαταμάχητο στοιχείο στην όλη διαδικασία. 

Φωτογραφημένο μέσα σε θεσπέσια παστέλ χρώματα και παραμυθένια σκηνικά που παγιδεύουν μεμιάς το βλέμμα, το φιλμ μοιάζει με το κινηματογραφικό αντίστοιχο ενός λαχταριστού γλυκίσματος. Με δυο φωτογενείς και χαρισματικούς πρωταγωνιστές, απαστράπτουσα τεχνικολόρ παλέτα, φαντασμαγορικά χορευτικά νούμερα και μια ευκόλως αρεστή ιστορία γύρω από τις προσπάθειες δυο ερωτευμένων ρομαντικών να κυνηγήσουν χωρίς συμβιβασμούς τα μεγάλα τους όνειρα, το «La La Land» είναι μια ταινία στην οποία μοιάζει δύσκολο κανείς να αντισταθεί.

Από το εντυπωσιακό εναρκτήριο νούμερο που μετατρέπει έναν θορυβώδη αυτοκινητόδρομο του Λος Άντζελες σε αυτοσχέδια μουσικοχορευτική πίστα μέχρι το ονειρικό και σχεδόν χωρίς λόγια φινάλε, ο Σαζέλ φροντίζει να καταστήσει σαφείς τις εμπνεύσεις και τις λατρευτικές αναφορές του. Στις εικόνες του παρελαύνουν οι μεγαλειώδεις μιούζικαλ εξτραβαγκάντζες του Βιντσέντε Μινέλι (με προεξάρχον το μαγευτικό «Band Wagon» του 1953 και το «Ένα Αστέρι Γεννιέται» του 1953) και του Στάνλεϊ Ντόνεν («Τραγουδώντας στη Βροχή» και «Ένας Αμερικανός στο Παρίσι»), οι μελαγχολικές μουσικοχορευτικές πανδαισίες του Ζακ Ντεμί (όπως οι «Ομπρέλες του Χερβούργου»), οι φινετσάτες αισθηματικές αντιπαραθέσεις των σκρούμπολ κωμωδιών του Χάουαρντ Χοκς και του Πρέστον Στάρτζες. Στα τραγούδια και τις μουσικές του αντηχούν οι τρυφερές και εξαιρετικά καλόγουστες παρτιτούρες του Μισέλ Λεγκράν. Στα πρόσωπα των Γκόσλινγκ και Στόουν, καθρεφτίζονται τα είδωλα του Φρεντ Αστέρ και της Τζίντζερ Ρότζερς, του Τζιν Κέλι και της Σιντ Τσαρίς.

Σκαλίζοντας αναμνήσεις λαμπρών κινηματογραφικών παρελθόντων, το «La La Land» απευθύνει μια καλοδεχούμενη επίκληση στην ανάγκη συντήρησης και συνέχισής τους, την ίδια ώρα που στα φανταχτερά ντεκόρ του συγκρούονται διαρκώς η φαντασία με την πραγματικότητα, το παλιό με το μοντέρνο και η αναλογική με την ψηφιακή εποχή. Διακαής πόθος του Σαζέλ είναι να αναβιώσει εκείνο ακριβώς το χολιγουντιανό θάμβος που φαίνεται να έχει εκλείψει προ πολλού από την οθόνη, να γαργαλήσει νοσταλγικά τους αθεράπευτους παλιομοδίτες και ταυτόχρονα, με τις αποστομωτικά ελκυστικές εικόνες του, να κερδίσει ένα νεαρότερο κοινό.

Επειδή, όμως, ο Σαζέλ είναι ένας προικισμένος μα και πανούργος σκηνοθέτης, με τις ταχυδακτυλουργίες της κάμεράς του αποπειράται να καλύψει και όσες από τις ξεκάθαρες αδυναμίες προδίδει ως σεναριογράφος. Στη μέχρι τώρα ιστορία των μιούζικαλ, το δραματουργικό βάρος και το αφηγηματικό βάθος ουδέποτε υπήρξαν, φυσικά, ζητούμενο, αρκεί το υπόλοιπο φιλμ να ασκούσε στην εντέλεια τα μαγικά του. Αν κοιτάξει, όμως, κανείς πίσω από τις αστραφτερές επιφάνειες του «La La Land», δεν συναντά μόνο μια απλοϊκά γραμμένη πλοκή, αλλά και πλείστες σεναριακές ατσαλιές. 

Όλοι οι περιφερειακοί χαρακτήρες του φιλμ, αν μπορεί κανείς να τους ονομάσει έτσι, μοιάζουν με ανθρώπινες διακοσμήσεις, οι δυο βασικοί ήρωες παραμένουν απογοητευτικά δισδιάστατοι, δεν έχουν καμία υπόσταση και κανένα υπόβαθρο πέρα από τις πολύ συγκεκριμένες απαιτήσεις που τους θέτει το σενάριο, ενώ όποτε ο Σαζέλ επιχειρεί να γεννήσει δραματική ένταση, όπως συμβαίνει στη σκηνή του καβγά ανάμεσα στο ζεύγος, το αποτέλεσμα φαντάζει εκβιασμένο και ελάχιστα αληθοφανές.

Οι πραγματικές αρετές του «La La Land» βρίσκονται, παρ’ όλα αυτά, στον τομέα της έκθεσης και της επίδειξης: από τη μαγνητική παρουσία των δυο πρωταγωνιστών και την εκθαμβωτική δουλειά της καλλιτεχνικής διεύθυνσης και της φωτογραφίας μέχρι τον τρόπο που ο Σαζέλ φιλμάρει σκηνικά και σώματα, σαν να βρίσκεται υπό την επήρεια της πιο γλυκιάς μέθης, ολόκληρη η ταινία είναι σχεδιασμένη και προβαρισμένη στην εντέλεια, απαράμιλλα εκτελεσμένη, ακριβής και αλάνθαστα μιμητική στις αναφορές της και αξιαγάπητα συναισθηματική. Της λείπει, ωστόσο, η προσωπικότητα και εκείνη η απαράμιλλη αίσθηση δέους και εκστατικής χαράς που εξέπεμπαν τα μιούζικαλ της χρυσής εποχής. Ίσως επειδή ο Σαζέλ επιχειρεί να τα αναβιώσει όχι με αυθόρμητο, αλλά με προγραμματισμένο τρόπο. 

http://www.cinemag.gr/

Του Νίνου Φένεκ Μικελίδη

Νοσταλγώντας τα μιούζικαλ της χρυσής εποχής σε περιπέτειες, χωρίς τη Δύναμη.

** 1/2 – La La Land

ΗΠΑ, 2016. Σκηνοθεσία-σενάριο: Ντάνιελ Σαζέλ. Ηθοποιοί: Ράιαν Γκόσλινγκ, Έμα Στόουν, Ρόζμαρι ΝτεΓουίτ, Τζέι Κέι Σίμονς. 128′

Επιστροφή στα κλασικά μιούζικαλ του Χόλιγουντ είναι η ταινία «La La Land» του Ντάμιεν Σαζέλ (γνωστού μας από την ταινία Whiplash) με την οποία έκανε επίσημη έναρξη το πρόσφατο 73ο κινηματογραφικό φεστιβάλ της Βενετίας. Η ταινία του Σαζέλ (που είχε εντυπωσιάσει πριν από 2 χρόνια με την ταινία του Whiplash) είναι ένα είδος φόρου τιμής στα παλιά μιούζικαλ του Χίολιγουντ, εκείνα με τους Φρεντ Αστέρ, Τζίντζερ Ρότζερς, Τζιν Κέλι και Σιντ Τσαρίς.

Η ιστορία εκτυλίσσεται στο Χόλιγουντ, όπου οι άνθρωποι «λατρεύουν τα πάντα και δεν εκτιμούν τίποτα», όπως αναφέρει ένα από τα πρόσωπα της ταινίας, και ακολουθεί τα βήματα των κλασικών συνταγών του είδους: δυο νέοι γνωρίζονται και ερωτέυονται, εκείνη (Έμα Στόουν) φιλόδοξη ηθοποιός, αυτός (Ράιαν Γκόσλινγκ) μουσικός, με περιστασιακή δουλειά, που αγαπά τη τζαζ και που ονειρεύεται να ανοίξει το δικό του κλαμπ στο Λος Άντζελες και ο οποίος στο μεταξύ παίζει με διάφορα μουσικά συγκροτήματα. Κάποτε τα όνειρά τους θα πραγματοποιηθούν, έχοντας όμως πάρει ο καθένας το δικό του δρόμο.

Μερικά από τα μουσικά κομμάτια έχουν την κίνηση και το ρυθμό των κλασικών ταινιών, όπως το κομμάτι στην αρχή της ταινίας, με τους χορευτές πάνω σε σταματημένα αυτοκίνητα, πάνω σε μια γέφυρα, ή εκείνη με το ζευγάρι να χορεύει στο πάρκο ή η σκηνή έξω από το Αστεροσκοπείο Γκρίφιθ, με το χορευτικό στο στιλ των Αστέρ-Τσαρίς (στην ταινία «Band Wagon»), ή ακόμη στα μονταρισμένα κομμάτια του φινάλε που θυμίζουν το «Ένας Αμερικανός στο Παρίσι».

Δυστυχώς όμως, στα χορευτικά τους, το ζευγάρι Γκόσλινγκ-Στόουν, παρόλο που εκτελούν σωστά τα βήματά τους, δεν έχουν την αέρινη, γεμάτη ζωντάνια και πάθος κίνηση των χορευτών των κλασικών ταινιών. Με αποτέλεσμα η ταινία να παραμένει κάπως ψυχρή και να σε κάνει να νοσταλγείς τα παλιά, αξεπέραστα μιούζικαλ των σκηνοθετών Βινσέντε Μινέλι και Στάνλεϊ Ντόνεν, της «χρυσής εποχής» του Χόλιγουντ.

http://www.enetpress.gr/

Μαγεία στην πόλη των χαμένων ονείρων  Κριτική Γιάννη Ζουμπουλάκη [4/5]

Ακούγοντας έναν τίτλο όπως «LA LA Land», το μυαλό σου αρχικώς πηγαίνει στο «τρα -λα -λά», κάτι που εκτός από τραγούδι δηλώνει και μια ευχάριστη τρέλα. Όμως LA είναι και τα αρχικά του Los Angeles, της πόλης στην οποία διαδραματίζεται η ιστορία της ταινίας και έτσι το LA του τίτλου της ταινίας του Ντέμιαν Σαζέλ («Χωρίς μέτρο»), είναι κάτι σαν συνδυασμός όλων των παραπάνω.

Στο σύγχρονο Λος Αντζελες λοιπόν, την Πόλη των Αγγέλων, ένας ανορθόδοξος έρωτας  προσπαθεί να ανθίσει. Εκείνη είναι η Μία (Εμα Στόουν), σερβιτόρα που προσπαθεί να γίνει ηθοποιός σε μια πόλη που χρειάζεσαι πολύ γερό στομάχι για να τα βγάλεις πέρα με τον τρομερό ανταγωνισμό. Εκείνος είναι ο Σεμπάστιαν (Ράιαν Γκόσλινγκ), πιανίστας της τζαζ, με όνειρο να ανοίξει κάποτε ένα κλαμπ παραδοσιακής τζαζ . Δύσκολος χαρακτήρας, «ένας φοίνικας που αναδύεται μέσα από τις στάχτες του» όπως ο Σεμπάστιαν αποκαλεί τον εαυτό του, θέλει να ακολουθήσει τα χνάρια του Τελόνιους Μονκ και του Κένι Κλαρκ, μακριά από τον τον σύγχρονο εκφυλισμό μιας μουσικής που τόσο πολύ αγαπά αλλά βλέπει να αργοπεθαίνει.  

Μιλάμε λοιπόν για ένα αρχετυπικό love story, όχι δηλαδή κάτι πρωτότυπο, αν και την πρωτοτυπία εδώ την κάνει η ίδια η φρέσκια κινηματογράφησή του με τον Σαζέλ να υποκλίνεται ευγενικά στην Ιστορία ανεκπλήρωτων ερώτων του αμερικανικού κινηματογραφικού ρομάντζου κλείνοντας το μάτι σε διάφορες κλασικές ταινίες. Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς _ από την «Καζαμπλάνκα» μέχρι τη «Νέα Υόρκη Νέα Υόρκη» και από το «West Side Story» μέχρι τα «Καλύτερά μας χρόνια».

Είναι απερίγραπτη η αγάπη με την οποία ο φακός του διευθυντή φωτογραφίας Λάινους Σάντγκρεν  (υπό τις οδηγίες, φυσικά, του σκηνοθέτη) κινηματογραφεί αυτή την πόλη των neon φώτων τη νύχτα και του λαμπερού ήλιου την ημέρα. Χάρμα οφθαλμών τα τζαζ  μπαράκια και τα ξενοδοχεία με τις πισίνες, τα ακριβά εστιατόρια και τα αχανή κινηματογραφικά στούντιο (πόλεις από μόνα τους), ακόμα και η φορτωμένη από την κίνηση εθνική οδός στην αρχή της ταινίας, όταν οδηγοί και συνοδηγοί εγκαταλείπουν τα οχήματά τους και αρχίζουν να τραγουδούν και να χορεύουν εν εξάλλω . Ενα μονοπλάνο που κάθε κινηματογραφιστής που αγαπά την δουλειά του θα ζήλευε ολόψυχα.

Βέβαια, μέσα από όλη αυτή την ομορφιά της ταινίας, συνάμα αναδύεται και μια αύρα πίκρας  γιατί το Λος Αντζελες όπως πολύ καλά γνωρίζουμε δεν είναι μόνον η πόλη της εκπλήρωσης των ονείρων αλλά και της απότομης ακύρωσής τους. Ο Σαζέλ ισορροπεί με φαντασία και ακρίβεια ανάμεσα στα δύο και το αποτέλεσμα κυριολεκτικά σε απογειώνει!

http://www.tovima.gr/

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s