Nuri Bilge Ceylan: από την παρατήρηση στην ποίηση | του Δημήτρη Κερκινού

 

Ο Nuri Bilge Ceylan δεν είναι μόνο ένας από τους σπουδαιότερους εκπρόσωπους της νέας γενιάς του τουρκικού κινηματογράφου, αλλά επί­σης κι ένας από τους σημαντικότερους auteur σκη­νοθέτες που αναδείχτηκαν την τελευταία δεκαετία στον παγκόσμιο κινηματογράφο.

Εργαστήρι Κινηματογράφου Δήμου Ζωγράφου 2017  (δεν είναι μόνο για δημότες Ζωγράφου -οι εγγραφές συνεχίζονται έως το τέλος του μήνα)

Σεμινάριο Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου 2017 | ανοιχτό μάθημα – παρουσίαση Τετάρτη 18.1.2017 στις 19. 30

ceylan

Ο «χειροτεχνι­κός» τρόπος δουλειάς του, που στηρίζεται σε μικρούς προϋπολογισμούς, μικρά συνεργεία, ερα­σιτέχνες ηθοποιούς και συνδυάζεται με την προ­σωπική συγγραφή, κινηματογράφηση και σκηνο­θεσία, προσδίδουν στο έργο του μια διακριτή προ­σωπική γραφή μέσα από την οποία αναπτύσσει μια βιωματική θεματολογία, «εστιάζοντας σε συνηθι­σμένες ιστορίες συνηθισμένων ανθρώπων». Αντλώντας συστηματικά από την προσωπική του ζωή και εμπειρία, ο κινηματογράφος του είναι βαθιά αυτοβιογραφικός, συνιστώντας ένα μέσο καλλιτεχνικής έκφρασης και προσωπικής ενδο­σκόπησης -από την οποία δεν λείπει η ειρωνεία-, μέσα από το οποίο καταφέρνει, όπως έχει δηλώσει κι ο ίδιος να ισορροπεί ψυχικά. Η παιδική του ηλι­κία, ο γενέθλιος τόπος του, οι οικογενειακές του σχέσεις (αλλά και τα μέλη της ίδιας του της οικο­γένειας που συμμετέχουν στις ταινίες του), τα συναισθήματα και οι υπαρξιακές του ανησυχίες, διαπλέκονται με τη μυθοπλασία σ’ ένα ιμπρεσσιο­νιστικό ύφος αφήγησης και κινηματογράφησης και εξυφαίνονται σ’ ένα εθνικό πλαίσιο αναφοράς, καθώς διαμορφώνονται και αναπτύσσονται μέσα στα συμφραζόμενα της σύγχρονης πραγματικότη­τας της χώρας του. Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, ο Ceylan μετουσιώνει το προσωπικό και το εθνικό σε οικουμενικό, εξετάζοντας την ανθρώπινη κατάστα­ση, την απόσταση που υπάρχει μεταξύ των ανθρώ­πων, τη ζωή στην ύπαιθρο και τη σχέση του ανθρώπου με την φύση, την αστυφιλία και τον σύγχρονο τρόπο ζωής στην πόλη, την πνευματική παρακμή και προσωπική αποξένωση, την ηθική του καλλιτέχνη.

Με αφετηρία την πεποίθηση του πως «οι άνθρω­ποι λένε ψέματα και πως η αλήθεια βρίσκεται σ’ αυτά που κρύβουν, [με την] πραγματικότητα [να] βρίσκεται στο βουβό κομμάτι της ζωής μας», ο Ceylan κάνει ένα μινιμαλιστικό κινηματογράφο που στηρίζεται στη διακριτική παρατήρηση και την αφηγηματική οικονομία, αρετές που αναδεικνύουν την επιρροή των Chekhov, Ozu, Tarkovsky, Bresson και Antonioni. Αρνούμενος να πει πολλά ή να εμπλακεί συναισθηματικά, ο Ceylan προτιμά να υπονοεί παρά να δείχνει τα συναισθήματα των χαρακτήρων του, δίνοντας έμφαση, μέσα από μονοπλάνα και σταθερές μεσαίες λήψεις με εξαιρε­τικό βάθος πεδίου, στις μικρές λεπτομέρειες, τις χειρονομίες, τις εκφράσεις, τις κινήσεις, ανακαλύ­πτοντας τον ψυχικό τους κόσμο μέσα από τη σιωπή και τις φαινομενικά ασήμαντες καθημερινές στιγ­μές. Ταυτόχρονα, αποφεύγει τη μουσική υπόκρου­ση προτιμώντας τη χρήση ενός εκφραστικού φυσι­κού ήχου, προκειμένου να φωτίσει τα συναισθήμα­τα τους, ενώ επίσης χρησιμοποιεί και τα καιρικά φαινόμενα ως επιπλέον σχόλιο. Έτσι, η μελέτη και η διερεύνηση της ζωής των χαρακτήρων του πραγ­ματοποιείται μέσα σε χαμηλούς τόνους, χωρίς δρα­ματικές αφηγηματικές κορυφώσεις ή αντιπαραθέ­σεις. Η αποτελεσματικότητα του οφείλεται σε μεγά­λο βαθμό στην έντονη φωτογραφική του αίσθηση και την αισθητική του αυστηρότητα, προσδίδοντας στις συνθέσεις του απαράμιλλη ατμοσφαιρικότητα και λυρισμό και καθιστώντας την εικόνα ως ένα από τα θεμελιώδη συστατικά της αφηγηματικής του έκφρασης. Η κινηματογράφηση του τοπίου, ιδιαίτε­ρα του επαρχιακού, ενσωματώνεται πάντα οργανι­κά στην ιστορία και αποκτά πρωταγωνιστικό ρόλο, καθώς διαπνέεται από μια ζωγραφική εκφραστική ποιότητα, που λειτουργεί ως μεταφορά, ως εικονο­γράφηση του εσωτερικού κόσμου των χαρακτή­ρων.

Η πρώτη του ταινία μικρού μήκους, Κουκούλι (1995), συνιστά ένα δείγμα γραφής των ενδιαφε­ρόντων του σκηνοθέτη, τόσο θεματικά όσο και στι­λιστικά, αντηχώντας τα μοτίβα του μετέπειτα έργου του. Σε αυτήν, ο Ceylan, στηριζόμενος στις εικόνες και καταγράφοντας τους φυσικούς ήχους του περι­βάλλοντος, «επιστρέφει» στον γενέθλιο τόπο του προκειμένου να αναφερθεί στους γονείς του, στη σύνδεση του ανθρώπου με την φύση, στο πέρασμα του χρόνου, επανεκτιμώντας την παιδική του ηλικία και προσφέροντας στον θεατή το στίγμα του ψυχι­σμού του.

Βασισμένη σε μια νουβέλα της αδελφής του, η πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους, Το χωριό (1997), διαδραματίζεται στον τόπο όπου μεγάλω­σε και αφηγείται γεγονότα της παιδικής του ηλι­κίας, μέσα από το πέρασμα των εποχών και τις εμπειρίες της οικογένειας του. Ο Ceylan αναβιώ­νει με ποιητική ευαισθησία την αγροτική ατμό­σφαιρα και τους ρυθμούς του χωριού του, προσ­δίδοντας με την ασπρόμαυρη φωτογραφία μια αίσθηση νοσταλγίας για την εποχή εκείνη. Η αφή­γηση υιοθετεί τη ματιά των δύο παιδιών, Χούλια και Αλί, και μας μεταφέρει τον τρόπο με τον οποί­ον αντιλαμβάνονται τον κόσμο που τους περιβάλ­λει και ου νάμα τους διαμορφώνει.

Στα Σύννεφα τον Μάη (1999) ο Ceylan επανε’ρ-χεται στον γενέθλιο τόπο και τα θέματα της φύσης, της οικογένειας, των μεταξύ τους σχέσεων, που ανέπτυξε στην προηγούμενη ταινία του, προκειμέ­νου να στοχαστεί πάνω στη δημιουργία της και να σχολιάσει κριτικά την κινηματογραφική διαδικασία. Αυτή η προσέγγιση αποδόμησης της κινηματογρα­φικής διαδικασίας αλλά και απομυθοποίησης του σκηνοθέτη μάς φέρνει στον νου τις ταινίες του ιρα­νού «συνοδοιπόρου» του Abbas Kiarostami, Μέσα από τους ελαιώνες (1994) και Ο άνεμος θα μας πάρει (1999), αντίστοιχα. Ο Ceylan, όπως κι ο Kiarostami, αντλεί από την αστείρευτη πηγή της πραγματικότητας και αφηγείται με παρόμοια ζωγραφική και ποιητική ευαισθησία απλές ιστορίες, χωρίς οενάριο ή επαγγελματίες ηθοποιούς, που αποπνέουν ένα Βαθύ οικουμενικό ανθρωπισμό.

Συνεχίζοντας από εκεί που σταμάτησε με τα Σύν­νεφα τον Μάη, ο Ceylan με το Μακριά (2002}, ολο­κληρώνει μια τριλογία στην οποία κάθε ταινία αντηχεί την άλλη καθώς αναπτύσσεται και αναφέ­ρεται με κάποιο τρόπο πάνω στην προηγούμενη. Χρησιμοποιώντας τους ίδιους ερασιτέχνες ηθοποι­ούς, οε άλλους όμως χαρακτήρες, η ταινία συνεχίζει την ιστορία του Μουζαφέρ (Muzaffer Ozdemir) και του Σαφέτ (Mehmet Emin Toprak), μεταφέρο­ντας την στην Κωνσταντινούπολη και κτίζοντας μια διαλεκτική σχέση μεταξύ του χωριού και της πόλης, tou παρελθόντος και του παρόντος, του πετυχημέ­νου, αλλά πνευματικά στείρου, διανοούμενου και του άνεργου συγγενή ίου που έρχεται να αναζητή­σει κι αυτός την τύχη του στη μητρόπολη. Διεισδύο­ντας στον εσωτερικό κόσμο αυτών των δύο χαρα­κτήρων, ο Ceylan φτιάχνει ένα πορτραίτο του σύγ­χρονου τρόπου ζωής στη μεγαλούπολη (αλλά και της δικής του Κωνσταντινούπολης, την οποία ανα­δεικνύει στην ταινία σε έναν ακόμη χαρακτήρα), και μας μιλά για την αποξένωση και τη μοναξιά, την έλλειψη επικοινωνίας, την απώλεια των ψευδαι­σθήσεων και την απόσταση μεταξύ ιδανικών και πραγματικότητας.

Στην τελευταία του ταινία, Κλίματα αγάπης (2006), ο Ceylan επικεντρώνεται ξανά στη συναι­σθηματική απόσταση που χωρίζει τους ανθρώπους, αυτή τη φορά, εξετάζοντας τη μέσα από την σχέση άνδρα-γυναίκας κυρίως οπό τη μεριά του άνδρα, παρουσιάζοντας μας τα τελευταία στάδια της σχέ­σης ενός ζευγαριού μέσα από τη μεταφορική εναλλαγή των εποχών. Η παρουσία του ίδιου του σκη­νοθέτη και της γυναίκας του Ebru στους πρωταγω­νιστικούς ρόλους, αλλά και των γονέων του (που είναι παρόντες σ’ όλες του τις ταινίες), όχι μόνο προσδίδουν μια επιπλέον διάσταση στον ήδη υπάρχοντα προσωπικό τόνο, αλλά αναδεικνύουν για μία ακόμα φορά την εγγύτητα μεταξύ της πραγ­ματικότητας και της μυθοπλασίας στο έργο ίου.

Η κινηματογράφηση σε Βίντεο υψηλής ευκρίνει­ας και η προσεγμένη διαχείριση του ήχου στο soundtrack αναδεικνύουν αντίστοιχα τη φωτογρα­φική δεξιοτεχνία και την εκφραστική ακρίβεια του σκηνοθέτη, καθώς και την επικέντρωση του στις μικρές λεπτομέρειες, μέσα από τις οποίες επιτυγχά­νει να φωτίζει τον εσωτερικό κόσμο και την ψυχο­λογία των χαρακτήρων του.

Η παρούσα μονογραφία σε συνδυασμό με την παρουσίαση του συνολικού του κινηματογραφικού έργου και την έκθεση φωτογραφίας στο πλαίσιο του 47ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και του τμήματος «Ματιές στα Βαλκάνια», αποτελούν μια προσπάθεια να αναδείξουν όσο το δυνατόν πληρέστερα το έργο του μεγάλου Τούρκου δημιουρ­γού στη νέα γενιά του κινηματογραφόφιλου κοινού της Θεσσαλονίκης και να επιβεβαιώσουν πως ο κινηματογράφος συνιστά μια γέφυρα φιλίας και επι­κοινωνίας μεταξύ των δύο γειτονικών λαών.

Δημήτρης Κερκινός

Υπεύθυνος Προγράμματος  (470 Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 17-26 Νοεμβρίου 2006)

Πηγή: http://www.myfestival.gr/ceylan-epimeleia-dimitris-kerkinos

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s