Το πλοίο των παρανόμων (LIGTHSHIP , 1985) του Γιέρζι Σκολιμόφσκι | Το Χόλιγουντ από την Ανάποδη | Κριτική Ιορδάνης Καμπάς

to-plio-ton-paranomon

LIGTHSHIP (1985) του Γιέρζυ Σκολιμόφσκι λλ. τίτλος: Το πλοίο των παρανόμων)

σεν.: Γιέρζι Σκολιμόφσκι, φωτ.: Τσάρλι Στανμπέργκερ. Μουσ.: Στάνλεϋ Μάγιερς, παίζουν: Ρόμπερτ Ντυβάλ, Κλάους Μαρία Μπραντάουερ, Τόμ Μπάουερ, Ρόμπερτ Κοστάντζο.

Ο Γιέρζυ Σκολιμόφσκι συνεχίζει, καλύτερα από όλους, την παράδοση που θέλει τους σκηνοθέτες της Πολωνίας να εργάζονται επιτυχημένα έξω από τα σύ­νορα της χώρας αυτής. Αντίθετα όμως από τον Πολάνσκι, τον Βάιντα, και τον Ζουλάφσκι, ο Σκολιμόφ­σκι διάλεξε ως χώρο της δράσης του μια χώρα στε­ρημένη κινηματογραφικά. Την Αγγλία, που δεν άρ­γησε να κατακτηθεί από τον μεγάλο Πολωνό σκηνο­θέτη.

Εργαστήρι Κινηματογράφου του Δήμου Ζωγράφου 2017: Κυριακή 22.1.2017 στις 12.00 νέα ώρα διεξαγωγής του μαθήματος  (δεν είναι μόνο για δημότες Ζωγράφου)

the-lightship

Ο Σκολιμόφσκι έκανε αισθητή την παρουσία του στην κινηματογραφία με την πρώτη του ταινία γυρισμένη στην Πολωνία το 1968. Η Εγκατάλειψη, μια ταινία πάνω στον γουελσικό τρόπο γραφής, μελε­τά την κοινωνική δομή της Πολωνίας μέσα από ένα διαπεραστικό και αμοραλιστικό βλέμμα.

Η πρώτη «δυτική» ταινία του είναι το Deep end (ελληνικός τίτλος: Η πρώτη επαφή ενός πρωτάρη) : η οποία κάνει πραγματική αίσθηση και τον κατατάσσει οριστικά στους μοντέρνους σκηνοθέτες.

To 1983 είναι η χρονιά που τo Moonlighiting αποτελεί το κινηματο­γραφικό της γεγονός. Η ταινία παίρνει το βραβείο σεναρίου στο Φεστιβάλ Κανών και ανακηρύσσεται η καλύτερη της Αγγλίας. Είναι η πρώτη ταινία που γίνεται μετά τα γεγονότα που οδήγησαν στο στρα­τιωτικό πραξικόπημα στην Πολωνία, ένα φιλμ που αλλάζει οριστικά τους κώδικες της πολιτικής ταινίας άμεσης αναφοράς.

Το πλοίο των παρανόμων είναι η πρώτη γυρισμένη στην Αμερική ταινία του Γιέρζυ Σκολιμόφσκι.  Πρόκειται για την ιστορία ενός πλοίου φάρου (Lightship) του πληρώματος του που αποτελείται από τέσσερις άνδρες και τον κυβερνήτη τους (Κλάους Μαρία Μπραντάουερ). Σε αυτούς προστίθενται ο γιος του κυβερνήτη (Μάικλ Αύντον, γυιός του Σκολιμόφσκι) και τρεις «κακοποιοί» με αρχηγό τον κ. Κάσπαρυ (Ρόμπερτ Ντυβάλ εκπληκτικός). Όλοι αυτοί οι χα­ρακτήρες «ρίχνονται» από τον Σκολιμόφσκι μέσα σ’ ένα παιχνίδι φυσικών και ψυχικών συγκρούσεων, σκηνοθετημένο κάποτε απλά σε άμεση αναφορά προς τον ακαδημαϊκό αμερικανικό κινηματογράφο. Ο κλειστός χώρος του πλοίου φάρου, που μένει ακίνητο στη θάλασσα και θυμίζει το Κέυ Λάργκο του Τζών Χιούστον (η μορφή πού υποδύεται ο Ρόμπερτ Ντυβάλ είναι μια άμεση αναφορά), γίνεται το θέατρο βίαιων και κάποτε αφόρητων συγκρούσεων.

Έχουμε την αιώνια διαμάχη Πατέρα Γιου. Διαμάχη αναγνώρισης. Ο Πατέρας επιθυμεί απαιτεί να αναγνωρισθεί από το Γιό. Ο Γιος να γνωρίσει και να αποδεχθεί τον πατέρα. Ο κυβερνήτης Μίλλερ, πρόσωπο τραγικό, εσωστρεφές και επιφανειακά αδύ­ναμο, δεν ζήτα πέρα από τη σύνδεση με το γιό παρά τον εγκλεισμό και την απομόνωση, ώστε να αντιμετωπίσει καλύτερα την άλλη διάσταση του εαυ­τού του, που στο φιλμ έχει τη γκροτέσκα (;) μορφή του Κάσπαρυ Ντυβάλ. Ο τελευταίος, βοηθούμενος από δύο «ψυχοπαθείς» αδελφούς, επιβάλλει αρκετά εύκολα τη θέληση του στο πλοίο. Εδώ, το «εύκολα» έχει να κάνει με τον Σκολιμόφσκι και τον τρόπο που σκηνοθετεί. Περνά «γρήγορα» από τη μια όψη του νομίσματος στην άλλη. Παρουσιάζει τον Κάσπαρυ, εξουσιαστή χωρίς αιτιολόγηση, όσον άφορα τη φιλμική εξέλιξη της ιστορίας. Γιατί άλλωστε; Εκείνο που τον ενδιαφέρει είναι το παιχνίδι των λέξεων και των βλεμμάτων. Των κινήσεων και των πράξεων ανά­μεσα στον Μίλλερ και τον Κάσπαρυ. Τον ενδιαφέρει η εικονική απόδοση μιας ψυχικής σαδομαζοχιστικής σχέσης που αναπτύσσεται συνέχεια όσο η ιστορία προχωρά. Μιας σχέσης πού αγγίζει τα όρια της ομο­φυλοφιλίας η σκηνή στο μπάνιο είναι αρκετά σαφής και που εξαντλείται σχεδόν οργασμικά στο λόγο. Στο διάλογο που λειτουργεί σαν εργαλείο ανάμεσα τους. Ο Κάσπαρυ χρειάζεται έναν ακροατή να ικανο­ποιεί την ανάγκη του να μιλά, όπως ο Μίλερ έχει ανάγκη να ακούει…οτιδήποτε τον σπρώχνει στην απομόνωση. Το παιχνίδι τους, παιχνίδι εξουσίας, δεν κινδυνεύει από τίποτα. Ούτε από τους υπόλοιπους που κινούνται στο πλοίο, οι όποιοι επιδίδονται σ’ ένα άλλο παιχνίδι όχι εξουσίας άλλα επιβίωσης

Το παιχνίδι των δύο σταματά όταν ο Μίλερ παύει να ακούει γιατί ο Κάσπαρυ θέλει να κινήσει το πλοίο, κι αυτό δεν μπορεί να το επιτρέψει. Το ακίνη­το πλοίο είναι η ίδια του ή ζωή. Είναι ο χώρος που κι­νείται και ελέγχει. Είναι ο χώρος που ο ίδιος έχει δημιουργήσει, με τους δικούς του κανόνες. Είναι ο χώρος που εντάσσει οτιδήποτε φαίνεται να τον απει­λεί, και που το εξουδετερώνει με την ακινησία. Ο Κάσπαρυ θέλει όλα αυτά να τα ανατρέψει. Προχωρά πολύ περισσότερο στο παιχνίδι της εξουσίας από ο,τι είναι επιτρεπτό, από τον Μίλλερ. Η τελική σύγκρου­ση, σύγκρουση θανάτου, δεν μπορεί παρά να έχει γι θύμα τον κυβερνήτη, ώστε η τραγικότητα του χαρα­κτήρα του να ολοκληρωθεί, αλλά και να δικαιωθεί στα μάτια του γιου του μέσα από αυτή την τραγικότη­τα. Τραγικότητα πού εικονογραφείται στο τελευταίο υποκειμενικό πλάνο αποσπασματικής κίνησης που αναλύει, ίσως, όλη αυτή την επιχειρούμενη επαφή.

Oπωσδήποτε τό Πλοίο των παρανόμων είναι μια ταινία έκπληξη για τον Σκολιμόφσκι και τη σχέση του με τον τόπο της παραγωγής. Το Χόλιγουντ εί­ναι γνωστό (περίπτωση Βέντερς) ότι δεν «τα πάει καλά» με τους μοντέρνους δημιουργούς της Ευρώ­πης. Οι επιτυχημένες ταινίες του Φόρμαν και του Κοντσαλόφσκι οφείλονται κυρίως στο ότι οι δύο αυτοί σκηνοθέτες προέρχονται από έναν ακαδημαϊκό κινη­ματογράφο. O Σκολιμόφσκι φαίνεται να λύνει πολύ εύκολα το πρόβλημα του μοντερνισμού και του Χόλιγουντ. Αφομοιώνει τέλεια τους μορφολογικούς κώδικες και τους εντάσσει σκηνοθετικά «σαν αδυνα­μίες», έτσι ώστε να τους αποδυναμώνει. Αυτό και μόνο του δίνει τη δυνατότητα να εγγράψει μια άλλη σκηνοθετική άποψη στο «παλιό στυλ» πού δεν αλ­λοιώνεται από τις διάφορες ομοιότητες που τυχόν του αποδοθούν.

Ο Σκολιμόφσκι συνεχίζει από εκεί που σταμά­τησε ο Αντονιόνι με το Επάγγελμα Ρεπόρτερ. Στη δημιουργία ενός μοντέρνου κινηματογράφου που χρησιμοποιεί την παγκοσμιότητα του αμερικάνικου για να περάσει σ’ άλλους, πραγματικά καινούριους τρόπους θέασης- Όσο γίνονται ταινίες σαν το Πλοίο των παρανόμων, ο κινηματογράφος δεν κινδυνεύει.

Ιορδάνης ΚΑΜΠΑΣ  

Πηγή:

othoni-23

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s