Χάμετ (1982) του Βιμ Βέντερς | Το Χτύπημα των Πλήκτρων, Κριτική του Θωμά Λιναρά

thomas-linaras

Το φιλμ νουάρ μαζί με το γουέστερν είναι τα κατ’ εξοχήν αμερικάνικα κινηματογραφικά είδη. Και τα δύο ασχολούνται κριτικά ή όχι μ’ αυτό πού ονομά­ζεται αμερικανικός μύθος. Το γουέστερν είναι η προϊστορία του, η επική εποχή του, το φιλμ νουάρ η έκφραση της παρακμής του. Το Χόλιγουντ στέκει κάπου ανάμεσα γεμάτο φως και μεγαλοπρέπεια, προ­σπαθεί να τα ξεπεράσει, να κυριαρχήσει πάνω τους συνθέτοντας τα. αλλά με ελάχιστες εξαιρέσεις (ται­νιών) πέφτει στο κενό πού τα χωρίζει και πού οριοθε­τεί τη μοναδικότητα τους. Κάθε αναβίωση μοιάζει αδύνατη, η εμβέλεια των καινούριων εικόνων αδύνα­μη, οι μεγάλοι νεκροί χώροι της Δύσης και οι σκοτει­νές γωνιές όπου κινούνται απειλητικά οι σκιές των φιλμ νουάρ, αρκούνται πεισματικά τη μετακίνηση τους στο χρόνο, γιατί παραμένουν άρρηκτα δεμένες με τις κοινωνικές δομές της εποχής που τα γέννησαν.

Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΑΛΓΕΡΙΟΥ (1966) του Τζίλο Ποντεκόρβο στο Σχολείο του Σινεμά με ελεύθερη είσοδο, ανάλυση και συζήτηση το Σάββατο 28.1.2017

Λέσχη Ανάγνωσης «Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι» Αθήνας και Πάτρας: Επαναλειτουργία. Ίδρυση Κινηματογραφικής Λέσχης Ανάγνωσης «Λουκία Ρικάκη» ως τμήμα της

Εργαστήρι Κινηματογράφου Δήμου Ζωγράφου 2017  (συνεχίζονται οι εγγραφές, όχι μόνο για δημότες ζωγράφου)..

Σεμινάριο Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου 2017  ανοιχτό μάθημα τελευταία παρουσίαση

hammett-1982

Και τα δύο είδη έχουν τους πραγματικούς τους ήρωες. Όχι μόνο τους κινηματογραφικούς αλλά αυ­τούς πού τα δημιούργησαν, με τη φαντασία του μυα­λού τους φυσικά και. σε ότι άφορα το φιλμ νουάρ, με τη βοήθεια μιας γραφομηχανής. Ένας απ’ αυτούς εί­ναι ο Ντάσιελ Χάμετ, ο όποιος μπλέκεται σε μια μπερδεμένη ιστορία απαγωγών, πολιτικής διαφθο­ράς, ερωτικών σκανδάλων, πουλημένων αστυνομι­κών, όπου τα όρια κόσμου και υποκόσμου συγχέονται, επικοινωνούν με υπόγεια περάσματα, βρώμικα, κατακλυσμένα από πόρνες και οπιομανείς, γεμάτα προδοσία και αζήτητους νεκρούς. Ο Χάμετ γράφει αστυνομικά μυθιστορήματα. Στην ταινία, η φαντασία του συγγραφέα και η πραγματικότητα παίρνουν η μία τη θέση της άλλης, συγκρούονται, αλληλοαναιρούνται σε μια λεπτή σχέση απειλούμενης ισορροπίας, με τέτοιον τρόπο ώστε να μην ξέρουμε πια αν αυτό που βλέπουμε είναι το μυθιστόρημα που γράφει ή μια ιστορία που του συμβαίνει πραγματικά. Ένας μπλε φωτισμός γεμάτος αγωνία για την έκβαση, περιτυλί­γει τα δρώμενα επί της οθόνης. Το κάθε βήμα μοιάζει αβέβαιο. Το επόμενο σκαλί μπορεί ανά πάσα στιγμή να υποχωρήσει. Αιωρούμενες καταστάσεις. Εκκρεμότητα. Οι ανατροπές παραμονεύουν σε κάθε γωνία αλλάζοντας τη ροή των εικόνων, βυθίζοντας τες σ’ έναν λαβύρινθο, πού στο τέλος θ’ αποδειχθεί πώς ήταν κύκλος.

Το εγχείρημα δύσκολο. Το αναλαμβάνουν δύο από τα μεγαλύτερα ονόματα του κινηματογραφικού κόσμου, στους ρόλους τού παραγωγού και του σκηνοθέτη: Φράνσις Κόπολα και Βιμ Βέντερς.

Ο σκηνοθέτης σε ρόλο παραγωγού συγκρούεται με τον Ευρωπαίο δημιουργό στην αντιστροφή των ρόλων. Οι διαμάχες σφαίρες ανοίγουν τρύπες στο σώμα της ταινίας. Ο Βέντερς υποχρεώνεται να γυρί­σει μέσα στη λογική του αμερικανικού κινηματογρα­φικού συστήματος, πού παίρνει την εκδίκηση του απέναντι στην ελευθερία της ποίησης των road -movie. Το σφιχτοδεμένο και αυστηρό σενάριο που πρέπει να τηρηθεί θα αλυσοδέσει την αυτονομία και τη ροή των εικόνων πριν ακόμα αυτές γεννηθούν. Το γύρισμα διαρκεί χρόνια, το σενάριο αλλάζει συνεχώς αναζητώντας τον πυρήνα του, που θα μείνει τελικά ασύλληπτος, το ασπρόμαυρο γίνεται έγχρωμο, τα γυ­ρίσματα σταματούν, ο Βέντερς εγκαταλείπει την Αμερική. Ένας σκηνοθέτης πού δεν κινείται μονάχα μέσα στις ταινίες του, αλλά και ανάμεσα σ’ αυτές, δημιουργώντας καινούριες εικόνες, κινηματογραφι­κά δοκίμια πού σχολιάζουν κρυφές αγάπες και επώ­δυνες σχέσεις, που αναζητούν τις απώτερες αλήθειες της κατάστασης των πραγμάτων.

Η ταινία μένει λοιπόν εκεί, ημιτελής, ο σκηνο­θέτης παρατηρεί τις εικόνες της από την άλλη πλευ­ρά τού Ατλαντικού, απομακρύνεται απ’ αυτές για να μπορέσει να τις ξαναπλησιάσει, αφού γεμίσει το κενό πού τον χωρίζει απ’ αυτές, με τι άλλο, με μια άλλη ταινία. Όλη αυτή η κατάσταση διαφαίνεται και υποδηλώνεται στις στιλιζαρισμένες εικόνες της ται­νίας, που τελειωμένη πια, μοιάζει έκθετη, χωρίς πα­τρότητα.

Ο Χάμετ είναι κουρασμένος και άρρωστος. Έχει βαρεθεί να κρατάει το πιστόλι (παλιός ντετέκτιβ ο ίδιος). Το μόνο πού θέλει είναι να γράφει ιστο­ρίες πού έχει ζήσει (ή που επινοεί). Αδιάφορο. Η γραφή κυριαρχεί πάνω του. Για αυτό και στη σκηνή όπου του αναστατώνουν το διαμέρισμα, αγκαλιάζει τη γραφομηχανή με πάθος, σαν να ήταν κάποιο αγα­πημένο πρόσωπο που διασώθηκε την τελευταία στιγ­μή. Την ξαναστήνει στο τραπέζι και το χτύπημα των πλήκτρων τον παρασέρνει. Η λευκή σελίδα πού γεμίζει σιγά- σιγά τον απορροφά τραβώντας τον μέσα στις ίδιες του τις ιστορίες. Μπλέκεται σ’ ένα κυνήγι, στο οποίο ο στόχος μεταβάλλεται, μετακινείται από επίπεδο σε επίπεδο, καθώς προχωράει ή αφήγηση μέσα από συνεχείς ανατροπές, ως το κυκλικό δωμά­τιο όπου η εξουσία εξαγοράζει τις ένοχες της και την μοιραία αποβάθρα με την Κινέζα στο ρόλο του θύτη και όχι του θηράματος θύματος σε μια ακόμη περι­στροφική αντιστροφή των ρόλων.

Η ταινία μοιάζει με κύκλο της φαντασίας, που αντιστέκεται με επιτυχία στα χτυπήματα και στις ρωγμές που της προκαλεί η πραγματικότητα. Ανοίγει και κλείνει με τους ήχους της γραφομηχανής. Το τέλος της ταινίας που το βλέπουμε να γράφεται ταυτίζεται με το τέλος του βιβλίου. Όμως ποιου βι­βλίου; Όταν κλέβουν τα χειρόγραφα (δακτυλογρα­φημένα κείμενα) είναι σαν ν’ απαγάγουν ολόκληρη την ταινία. Μόνον τότε ο Χάμετ μπαίνει στην ιστο­ρία του, βγάζοντας το πιστόλι απ’ το συρτάρι για να υπερασπίσει και να διεκδικήσει την ίδια του την γρα­φή, την ύπαρξη του, γραφή η οποία καταλήγει μαζί με το πιστόλι στο νερό. Οι σελίδες του επιπλέουν, ίδια πτώματα, πού θα πρέπει να περισυλλεγούν, να εξεταστούν, να αποκαλύψουν την κρυμμένη τους αλήθεια. Το τελικό χτύπημα των πλήκτρων υποδη­λώνει την κυριαρχία του μύθου και της φαντασίας πάνω στην όποια κινηματογραφική πραγματικότητα. Το φιλμ νουάρ είναι παγιδευμένο μαζί με τους ήρωες του στη χωροχρονική του διάσταση. Ο κύκλος του έχει κλείσει. Είναι κρυμμένο πίσω απ’ τον διπλό κα­θρέπτη. Μας παρατηρεί κυνικά, εμποδίζοντας το βλέμμα μας, να το διαπεράσει, επιτρέποντας του μο­νάχα το πεδίο της απλής αντανάκλασης, απονεκρώ­νοντας το. Κάθε προσπάθεια αναβίωσης του είδους προσκρούει στο τείχος του χρόνου πού το χωρίζει από το σήμερα. Το Χόλιγουντ, ακόμα κι αν πρόκει­ται για τα «εναλλακτικά» Ζόετροπ στούντιο, αδυνα­τεί να ανακαλέσει, να μεταφέρει ή να σχολιάσει έναν μύθο ερμητικά κλειστό στους κώδικες και στις ασπρόμαυρες φωτοσκιάσεις του.

Ο Βέντερς μοιάζει παγιδευμένος και χαμένος στους κλειστούς χώρους (ή μοναδική του ταινία γυρι­σμένη ολοκληρωτικά στο στούντιο και η δεύτερη εποχής η άλλη ήταν το Πορφυρό Γράμμα). Ο σκηνο­θέτης δεν επικοινωνεί με την ιστορία του ούτε με την εποχή της. Η αίσθηση της πόλης είναι ανύπαρκτη.

Oi σκηνές τού δρόμου στην Τσαϊνατάουν δίνουν την αίσθηση του υπόγειου και του καταποντισμένου.

Κανείς δεν θα ενοχλήσει πια τον άνθρωπο και την αγαπημένη του γραφομηχανή στο ψηλό σπίτι με τις ξύλινες σκάλες. Το Χάμετ θα ξεχαστεί γρήγορα. Μια ταινία όχι «του» αλλά «από».

Μετά τό Χάμετ, ο Βέντερς είπε ότι θάθελε να γυρίσει στους ανοιχτούς χώρους. Απόλυτα κατανοη­τό. Η επόμενη ταινία του λέγεται ότι θα έχει γυρί­σματα σε 17 πρωτεύουσες. Την περιμένουμε και ευ­χόμαστε στους εαυτούς μας «Καλό ταξίδι».

Θωμάς ΛΙΝΑΡΑΣ  

Πηγή: Οθόνη Φεβρουάριος-Μάρτιος 1986

othoni-fevrouarios-martios-1986

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s