Η Παρέα των Λύκων (1984) του Νιλ Τζόρνταν- Who’s Afraid of the big bad wolf (and his company) | του Δημήτρη Πλάντζου στα Κινηματογραφικά Τετράδια 24

the-company-of-wolves-001

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κοριτσά­κι, που ζούσε με τους γονείς του κοντά σ’ ένα μεγάλο δάσος. Το κοριτσάκι αυτό αγαπούσε τα μήλα (και όλα τα κόκκινα πράγματα), τα μαλλιαρά ζωάκια (όπως οι λαγοί και οι λύκοι) και τη γιαγιά του, που του έλεγε ωραίες ιστο­ρίες. Του έλεγε ακόμα πως το κόκκινο είναι το χρώμα της αμαρτίας, πως οι λαγοί συμβολίζουν-την παρθενία και πως οι λύκοι είναι τα πρόσω­πα του διαβόλου, που καταστρέφουν όσους φύγουν από το μονοπάτι του δάσους.

“Ένας Αμερικανός Λυκάνθρωπος στο Λονδίνο” (1981) του Τζον Λάντις το Σάββατο 4.2  και «Η Παρέα των Λύκων» (1984) του Νιλ Τζόρνταν την Κυριακή 5.2.2017 στις 19.30 με ελεύθερη είσοδο στο Σχολείο του Σινεμά

Σεμινάριο Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου 2017  την Κυριακή 5.2.2017 έναρξη σεμιναρίου με ανοιχτό μάθημα

Λέσχη Ανάγνωσης «Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι» Αθήνας-Λέσχης Ανάγνωσης «Λουκία Ρικάκη»  Συνάντηση το Σάββατο 4.2.2017 στις 12.00 Τσαμαδού 26-28, Εξάρχεια.

Μα το μικρό μας κοριτσάκι ήξερε πάρα πο­λύ καλά πως τα μονοπάτια υπάρχουν για να μπορείς να βγαίνεις απ’ αυτά και τα σύνορα για να τα παραβιάζεις. Γιατί, ξέχασα να σας πω φίλοι μου, το κοριτσάκι μας δεν έβγαινε μόνο έξω από το μονοπάτι του δάσους, αλλά είχε και τη μοναδική δυνατότητα να ζει σε πολλούς κόσμους, να φτιάχνει με το μυαλό του ιστο­ρίες και να τις κάνει πραγματικότητα, να ζει μέσα σε αυτές.

the-company-of-wolves-002

Οι μεγάλοι την κοιτούσαν με συγκατάβαση, μικρή είναι —λέγανε— θα πήξει το μυαλό της, η αδερφή της την περιφρονούσε, είσαι παράσι­το —την έβριζε, τη δύστυχη— μόνο κοιμάσαι κι ονειρεύεσαι, βέβαια τη φάγανε οι λύκοι την κακή αδερφή, γιατί οι λύκοι δεν συγχωρούν.

Και το μικρό το κοριτσάκι —που δεν ήταν και τόσο μικρό— άρχισε να καταλαβαίνει πως η αλήθεια δε βρίσκεται στην πραγματικότητα. Πώς θα μπορούσε εξάλλου; Η μικρή ήξερε πως οι γονείς της και η καλύβα τους και το δάσος και η γιαγιά της ακόμα με τα παραμύ­θια της υπήρχαν μέσα απ’ αυτή, ζούσαν στο όνειρο της, ήταν φανταστικοί. Κι ακόμα πως όλα αυτά, κι αυτή η ίδια και το όνειρο της θα γίνονταν μια άλλη ιστορία, ένα αγαπημένο παραμύθι. Γιατί, όπως έχουν πει κι άλλοι, οι Ιστορίες υπάρχουν μόνο μέσα στις Ιστορίες.

The Company of Wolves (Jordan, 1984)

Οι ήρωες στις ιστορίες αυτού του παραμυ­θιού ήταν πλάσματα αλλιώτικα από τους άλ­λους ανθρώπους —και για τούτο κυνηγημένα— ταξιδιώτες πιστοί στη φύση τους, που ήξεραν να ζουν το ανέφικτο χωρίς να παραπατούν, να λεν τα πράγματα με τ’ όνομά τους, χωρίς να μι­λούν «εν παραβολαίς» και για τούτο πολύ δυνατοί. Οι «φυσιολογικοί» άνθρωποι τους αντιμετώπιζαν σαν εχθρούς τους, απεσταλμέ­νους του Σατανά για να τους στερήσει τον α­κριβοπληρωμένο Παράδεισο. Ήταν οι κήρυ­κες της αμαρτίας κι οι εκμαυλιστές της αγνό­τητας. Ήταν οι εχθροί, οι ξένοι, οι Άλλοι. Γι’ αυτό και τα μονοπάτια, οι φράχτες, οι προ­σευχές, τα τουφέκια κι οι κορσέδες.

Δεν μπορούσαν να καταλάβουν οι δύστυχοι —και δεν μπορούν ακόμη να καταλάβουν— πως η άρνηση του Κακού είναι άρνηση του εαυτού τους, στέρηση από κάτι που είχαν α­νάγκη. Τα παιδιά τους τραγουδούσαν προ­κλητικά, «Λύκε, λύκε πιάσε με, αν μπορείς» (τάχα δεν μπορούσε;) κι οι κοπέλες ονειρεύ­ονταν τους άντρες με τα σμιχτά φρύδια να γυρνούν γυμνοί στο δάσος, βγαλμένοι από τις ηθικοπλαστικές διηγήσεις που με κρυφή ηδονή διηγούνταν οι γιαγιάδες.

the-company-of-wolves-004

Αν είσαι όμως παιδί και ζεις σ’ ένα πύργο στην εξοχή με αλέες και πάρκα και τζαμαρίες ολόγυρα και τοίχους και καθρέφτες και πί­νακες, ξέρεις πολύ καλά πως δεν έχεις τίποτε να φοβηθείς από τον κακό λύκο, όχι γιατί δεν μπορεί να σπάσει τα τζάμια ή να ρίξει τα τούβλα, αλλά γιατί αυτό ακριβώς μπορείς να περιμένεις, να ρίξει τη φυλακή σου.

Μα κι όταν δεν είσαι κοριτσάκι και δε ζεις στην εξοχή, αλλά στην πόλη, μακριά από το δάσος και είσαι φοιτητής, υπάλληλος ή εργά­της και σαν όλους τους συνειδητοποιημένους φοιτητές και υπάλληλους και εργάτες συνδι­καλίζεσαι και ψηφίζεις και ασχολείσαι με τα κοινά και σπας το κεφάλι σου με την παρέα στις καφετέριες ή στα καφενεία (ανάλογα με την περίπτωση) τι στο διάολο φταίει που όλα είναι έτσι χάλια ασυμμάζευτα, και τότε πάλι ξέρεις ή τέλος πόντων πρέπει να ξέρεις, φίλε, πως οι λύκοι δεν αγωνίζο­νται να σου κλείσουν τις Πύλες του Παραδεί­σου, κι αν ακόμη το κάνουν, να’σαι σίγουρος πως θα σου βγει σε καλό, φίλε.

the-company-of-wolves-003

Δεν ξέρω να σας πω αν η μικρή είχε διαβά­σει ή ακούσει για εκείνο τον αρχαίο που έλεγε πως όλα και όλοι πάνω στη γη είμαστε το θλιβερό καθρέφτισμα κι ο ξεπεσμός της τε­λειότητας. Ξέρω όμως καλά πως κάπως έτσι τα έβλεπε τα πράγματα. Οι Λύκοι ήταν οι τέλειοι κάτοικοι ενός άλλου κόσμου, που η κα­κομοιριά των ανθρώπων τοποθετούσε περήφα­να στα υπόγεια της γης. Ο Λύκος ήταν το σύμ­βολο του αρχαίου παραμυθιού (και σύμβολο θα πει συμπλήρωμα, ταίρι), ήταν το δικό της άλλο μισό που την καλούσε, ήταν το θαύ­μα στο βάθος του ονείρου, το τέρμα του Τα­ξιδιού, η ζωή, ο έρωτας κι ο θάνατος.

Κι έτσι σιγά—σιγά η μικρούλα —που είχε πια οριστικά μεγαλώσει— άρχισε να καταλα­βαίνει πως ο Αη—Γιώργης δεν είναι δα και τό­σο αξιόλογη περίπτωση. (Αν μάλιστα το πα­ραμύθι τούτο το διηγούνταν οι απόγονοι του δράκοντα, θα ήταν ολότελα διαφορετικό).

Τα αποτρεπτικά κηρύγματα του παπά και της καλής γιαγιάς μπορούσαν μόνο να δημι­ουργήσουν μια μικρή, πνιγηρή οικόσιτη σχι­ζοφρένεια.

Η φίλη μας ήξερε όμως πως το όνειρο και το ταξίδι, ο έρωτας κι ο θάνατος ήταν κάτι από τον εαυτό της, όχι οπωσδήποτε καλό ή κακό, αλλά ήταν δικό της κι αυτό της έφτανε. Το φανταστικό, το ανέφικτο ήταν πράγματα χειροπιαστά, ήταν κομμάτια από το δάσος και την πανσέληνο, τα μήλα και τους λύκους, κάτι από την ίδια.

Μια μικρή πνευματική προσπάθεια —μια ιδιωτική επανάσταση, αν θέλετε— και οι νε­κροί πίνακες βρίσκουν την απολιθωμένη τους κίνηση, οι τυφλοί καθρέφτες αποκτούν δυο λαμπερά μάτια, τα τζάμια και τα τούβλα δια­λύονται και το Δάσος θριαμβεύει στο πλευρό.

Εδώ κάπου τελειώνει το παραμύθι, που —σαν όλα τα παραμύθια— εκφράζει ένα βαθύ φόβο κι έναν ακόμη βαθύτερο πόθο.

Μπορεί να μην είμαι ένα μικρό κοριτσάκι, να μη ζω στο δάσος, να μην έχω γιαγιά, μα αγαπώ τα παραμύθια και πιστεύω στην ανέ­φικτη πραγματικότητα τους, γι’αυτό και σας το διηγήθηκα, όπως το άκουσα από έναν Άγγλο παραμυθά· Μένει τώρα μόνο το επι­μύθιο:

«Δεν πρέπει να φοβόμαστε τον κακό λύκο, γιατί ακόμη και ένα μικρό κοριτσάκι ξέ­ρει πως ο λύκος είναι ο καλύτερος του φί­λος».

Δημήτρης Πλάντζος  

πηγή: kinimatografika-tetradia-24

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s