ΔΙΧΩΣ ΣΤΕΓΗ, ΔΙΧΩΣ ΝΟΜΟ (1985) της Ανιές Βαρντά || Κριτική της Λίνας Δουβαντζή στα Κινηματογραφικά Τετράδια 25-26 | Η Μόνα, ο δρόμος και η Μοναξιά

sans-toit-ni-loi-001

Ω θάνατε, γέρο-καπετάνιε, είναι καιρός , ας σηκώσουμε την άγκυρα. Αυτός ο τόπος μας κάνει να πλήττουμε, ω θάνατε, ας αποπλεύσουμε.

Θέλουμε, τόσο αυτή η φωτιά μας καίει το μυαλό, να βουτήξουμε στο βάθος της αβύσσου. Κόλαση ή Παράδεισος

τι σημασία έχει; Στο βάθος του Αγνώστου για να βρούμε το Καινούργιο!

Σαρλ Μπωντλαίρ

Ο θάνατος; Ναι, είναι ένα σημαντικό στοιχείο. Βλέποντας την σκηνή του θανά­του της Μόνα στην αρχή και στο τέλος της ταινίας αναρωτιέται κανείς αν αυτό ή­ταν μια συνειδητή επιλογή της ή η μοιραία κατάληξη, μια κατάληξη που θα έχουμε εξάλλου όλοι μας, ίσως όχι μέσα σ’ ένα χαντάκι, αλλά σ’ ένα κρεβάτι, ή όρθιοι, ή την ώρα που κάνουμε έρωτα (ακόμα καλύτερα), ή… ή….

vagabond-1985

Ο θάνατος, όμως, είναι μια στιγμή. Αυτό που διαρκεί περισσότερο είναι η ίδια η ζωή, η πορεία, το ταξίδι: εδώ ναι, μπορούμε να μιλάμε για επιλογές, (ο θάνατος έτσι κι αλλιώς θα έλθει. Εγώ, έχω την δυνατότητα, ως ένα σημείο, να επιλέξω το πώς θα πορευτώ). Και είναι ακριβώς αυτή η πορεία -η ζωή- που σημαίνει κάτι στην ταινία. Και ίσως αυτό είναι που μου φέρνει στο νου τους παραπάνω στίχους του Μπωντλαίρ: «Το Ταξίδι», η πλήξη που προκαλεί η παραμονή σ’ ένα τόπο, η διάθεση φυγής, η αναζήτηση του άγνωστου, που δεν τρομάζει. Το άγνωστο δεν είναι φοβερό, είναι κάτι το καινούριο κι αυτό έχει σημασία.

Ας μιλήσουμε όμως πιο συγκεκριμένα, ας πούμε τα πράγματα με το όνομα τους.

Ποια είναι η Μόνα; Ποια είναι αυτή που τόλμησε να φύγει; Και άραγε τόλμη­σε; Γιατί η φυγή προϋποθέτει άλλοτε δειλία κι άλλοτε τόλμη. Σε ποια κατηγορία ανήκει η Μόνα, είναι δύσκολο να το αποφασίσει κανείς.

Κι ούτε χρειάζεται. Σημασία έχει ότι έφυγε. Έφυγε αφήνοντας πίσω της σπίτι, γονείς, δουλειά. Δεν ήρθε καθόλου από την θάλασσα, όπως θα το ήθελε μια «μάρ­τυρας» που μίλησε γι’ αυτήν. Αυτό ήταν ένας τρόπος για να υποδηλώσει το άγνω­στο της προέλευσης της μ’ έναν αρκετά μυθικό τρόπο βέβαια, (μας θύμισε την Α­φροδίτη, που αναδύθηκε απ’ τους αφρούς της θάλασσας). Όμως η Μόνα δεν εί­ναι ούτε η θεά της ομορφιάς ούτε η θεά του Έρωτα. Αν μπορούσε κανείς να την αποκαλέσει θεά, τότε θα ήταν η θεά της απλυσιάς και της μοναξιάς.

Είναι λοιπόν η Μόνα μια κοπέλα, που απλώς διάλεξε την φυγή και την συνε­χή μετακίνηση. Αυτή της η επιλογή δεν μπορεί αυτόματα να της αποδώσει «τί­τλους» όπως αναρχική, φρικιό, διεστραμμένη, ή αλλοπρόσαλλη. Ούτε η ίδια δη­λώνει κάτι, δεν βάζει στον εαυτό της ετικέτα (πράγμα που πολύ συνηθίζεται τώρα τελευταία: η ετικέτα «φοριέται» πολύ σε γενιές, άτομα και προϊόντα).

Έτσι αφήνει τους άλλους να βγάλουν μόνοι τους τα συμπεράσματα τους, χω­ρίς βέβαια αυτά να την ενδιαφέρουν, χωρίς να τα λαμβάνει υπόψη της. Είναι εκτε­θειμένη στα βλέμματα και την κρίση τους, χωρίς να προσπαθεί να δημιουργεί και συμπάθειες.

Και οι άλλοι είναι έτοιμοι να εκφέρουν την γνώμη τους, να πουν πώς την εί­δαν. Εξάλλου σ’ αυτούς στηρίζεται η ταινία. Μέσα απ’ τις διηγήσεις τους βλέπουμε την Μόνα και αναπόφευκτα γινόμαστε και μεις μάρτυρες της πορείας της, αλλά και των ίδιων των ατόμων που μιλούν γι’ αυτήν και του τρόπου που την είδαν. Ο καθένας ανάλογα με τα απωθημένα του, τις ηθικές του αξίες ή αρχές έχει κάτι να πει γι’ αυτήν: από αλήτισσα και αξιολύπητη μέχρι ελεύθερη και άξια θαυμασμού.

Για όλους όμως παραμένει απόμακρη. Όπως απόμακρη παραμένει και για τον θεατή. Και όσο εύκολα δημιουργούνται οι πρώτες εντυπώσεις γι’ αυτήν -βρώμι­κη, ατιμέλητη, τεμπέλα, αδιάφορη, θρασύς τόσο πιο εύκολα αναδύονται τα ερωτήματα: γιατί αρνείται τα πάντα (εκτός από ένα σάντουιτς συνοδεία μιας ρυθ­μικής μουσικής) ; Πώς γίνεται και δεν φοβάται την μοναξιά, το σκοτάδι; Πώς μπο­ρεί και αδιαφορεί για την σιγουριά και την ασφάλεια που προσφέρει μια μόνιμη στέγη; Και ακόμα γιατί επιμένει να αντιστέκεται στην στοιχειώδη καθαριότητα; (αλλά γιατί να πλυθεί, αφού θα ξανακαθήσει καταγής και θα ξαναφάει με τα χέ­ρια!).

Τελικά, είναι πολύ πιο εύκολο να απαριθμήσεις αυτά που χρειάζεται για να ζή­σει —κι είναι τρία όλα κι όλα: νερό, φαγητό, τσιγάρο παρά αυτά που δεν χρειά­ζεται.

Έρχονται στιγμές που ο θεατής μένει άναυδος με την συμπεριφορά αυτής της κοπέλας. Δεν ξέρει αν την συμπαθεί ή την αντιπαθεί πραγματικά. Τα συναισθήματά του απέναντι της παραμένουν συγκεχυμένα. Περιμένει με ανυπομονησία να δει ποιο θα είναι το επόμενο στάδιο της πορείας της, μιας πορείας που θαρρείς πως θα είναι αέναη, που σε συνεπαίρνει καθώς έχεις ξεχάσει πως την είδες ήδη νε­κρή, πως είναι γνωστό το τέλος.

Είναι παράξενο: σε αυτήν την ταινία η αρχική σκηνή του θανάτου δεν σε ακο­λουθεί σε όλη την διάρκεια της, ούτε σε προδιαθέτει ευνοϊκά απέναντι στην ηρω­ίδα. Αυτή παραμένει ζωντανή όσο το βλέμμα του θεατή την παρακολουθεί σ’ αυτό το παιχνίδι των αλλεπάλληλων συναντήσεων και των αλλεπάλληλων αναχωρή­σεων για κάπου αλλού.

 Λίνα Δουβαντζή

ΔΙΧΩΣ ΣΤΕΓΗ, ΔΙΧΩΣ ΝΟΜΟ (1985) της Ανιές Βαρντά το Σάββατο 11.2.2017 με ελεύθερη είσοδο, ανάλυση και συζήτηση στο Σχολείο του Σινεμά

ΔΙΧΩΣ ΣΤΕΓΗ, ΔΙΧΩΣ ΝΟΜΟ (1985): Η Σαντρίν Μπονέρ Μιλάει για την περιπετειώδη συνεργασία της με την Ανιές Βαρντά

ΔΙΧΩΣ ΣΤΕΓΗ ΔΙΧΩΣ ΝΟΜΟ (1985) της Ανιές Βαρντά | Κριτική Έλλη Ευθυμίου

Δωρεάν Μάθημα Σκηνοθεσίας Κινηματογράφου την Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2017 – Τελευταία Παρουσίαση Σεμιναρίου Σκηνοθεσίας 2017

Δωρεάν δίωρο σεμινάριο Ιστορίας και Δημιουργίας Ντοκιμαντέρ την Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2017 | Παρουσίαση Νέου Κύκλου Μαθημάτων

πηγή: kinimatografika-tetradia-25-26

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s