Σατγιαζίτ Ρέι: Το ξεκίνημά μου ως σκηνοθέτης | απόσπασμα από κείμενο του Ζορζ Σαντούλ

 charulata_poster-001

ΣΑΤΙΑΖΙΤ ΡΑΙΗ

Από ταινία σε ταινία

Στις αρχές του 1965, ο Ζωρζ Σαντούλ βρέθηκε για ένα τρίμηνο περίπου στην Ινδία. Εκεί, έκτος των άλλων, γνωρίστηκε και συναντήθηκε αρκετές φορές με τον Σατιαζίτ Ραίη. Στις συναντήσεις τους αυτές, ο Ραίη αφηγούνταν τη ζωή του και την πορεία του από ταινία σε ταινία (απ’ όπου και ο τίτλος που διάλεξε ο Σαντούλ). Ο Σαντούλ δεν είχε μαγνητόφωνο μαζί του, κρατούσε όμως σημειώσεις. Αργότερα στη Γαλλία εμφάνισε ένα κείμενο στο όποιο ο Ραίη μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, χωρίς όμως αυτό να διεκδικεί την αυθεντικότητα μιας συνέντευξης. Το κείμενο δημοσιεύθηκε στα Cahiers du cinema, απ’ όπου και η μετάφραση. Επιλέχθηκαν τμήματα που περιέχουν βιογραφικά στοιχεία για τον Ραίη καθώς και πληροφορίες για το ξεκίνημα του ως σκηνοθέτη, και αυτό κυρίως επειδή οι περισσότερες ταινίες του Ραίη παραμένουν εντελώς άγνωστες στην Ελλάδα.

Θ.Ν.  

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ | Οι ταινίες της ημέρας | Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2017  σήμερα στην ΕΡΤ 2 Η ΜΟΝΑΧΙΚΗ ΣΥΖΥΓΟΣ ΤΟΥ ΣΑΤΓΙΑΖΙΤ ΡΕΪ.

ray

Γεννήθηκα στην Καλκούτα το 1921. Ο παππούς μου Χάιτ Ραίη ήταν ένας μορφωμένος άνθρωπος, συγγραφέας και μουσικός. Δεν είχε επισκεφθεί ποτέ την Ευρώπη. Είχε ιδρύσει το καλύτερο τυπογραφείο που υπήρχε τότε στην Ινδία, είχε τελειοποιήσει τη μέθοδο της στερεοτυπίας και ίδρυσε περιοδικά για παιδιά, μερικά από τα όποια κυκλοφορούν ακόμη. Οι πρέσσες του τυπογραφείου καταλάμβαναν ένα μεγάλο μέρος του σπιτιού όπου γεννήθηκα.

Ο πατέρας μου Σεκουμάρ Ραίη είχε γράψει βιβλία και ποιήματα πολύ γνωστά στη Βεγγάλη. Εγώ θα γινόμουν ο διευθυντής του τυπογραφείου μετά τον παππού μου. Όταν αυτός πέθανε σε ηλικία 39 χρόνων, ήμουν δύο χρονών. Η οικογενειακή επιχείρηση καταστράφηκε. Ήμουν 6 χρόνων όταν χρεοκόπησε. Η μητέρα μου έπρεπε να εγκαταλείψει το σπίτι μου και να πάει να ζήσει με μένα, το μόνο της γιο στο σπίτι του μεγαλύτερου της αδελφού. Ήταν μορφωμένη, έγινε δασκάλα και για να με αναθρέψει κέρδιζε λίγα χρήματα κάνοντας κεντήματα. Μεγάλωσα στο σπίτι του θείου μου.

Έχοντας πάρει το αντίστοιχο προς το Μπακαλορεά πτυχίο, συνέχισα τις σπουδές μου στο Προε­δρικό Κολέγιο, το καλύτερο της Βεγγάλης. Στα 1940 πήρα τo πτυχίο μου στα Οικονομικά.

Από παιδί μου άρεσε να σχεδιάζω και να ζωγραφίζω. Μόλις πήρα το πτυχίο μου. πήγα να σπουδάσω καλές τέχνες στο Πανεπιστήμιο Ταγκόρ που είχε ιδρύσει ο μεγάλος συγγραφέας, που τότε ζοϋοε ακόμη. Αυτό το πολύ γνωστό ινστιτούτο βρίσκεται 150 χιλιόμετρα από την Καλκούτα. Πέρασα δυόμιση χρόνια εκεί. Το 1942 οι Γιαπω­νέζοι πλησίασαν τα σύνορα της Βεγγάλης και βομβάρδι­σαν ακόμη και την γενέθλια πόλη μου. «Ανήσυχος για την οικογένεια μου. επέστρεψα στην Καλκούτα το Δεκέμβριο. «Εκεί συνέχισα να σπουδάζω καλές τέχνες για κάποιο χρονικό διάστημα, άλλα Έπρεπε και να κερδίζω τα προς το ζην.

Στα 1943 σε ηλικία 21 χρόνων, προσλήφθηκα σε μια διαφημιστική εταιρία ως καλλιτέχνης. Θα δούλευα εκεί 10 χρόνια και 0α γινόμουν ο καλλιτεχνικός διευθυντής της.

Σχεδίασα καλύμματα βιβλίων, αφίσες. σχέδια και ζωγρα­φιές για παιδικά βιβλία. Εισήγαγα ινδικά στοιχεία σε μια πολύ «δυτική·· τυπογραφία.

Ο κινηματογράφος ήταν το χόμπι μου. Με είχε συνε­πάρει από παιδί. Στα 1947 ήμουν ένας από τους ιδρυτές της κινηματογραφικής Λέσχης Καλκούτας, όπου ξόδευα πολύ χρόνο. Έβλεπα την ίδια ταινία τρεις, τέσσερις, πέντε φορές, αν ήταν καλή, κρατώντας και σημειώσεις. Είχαμε καταφέρει να βρούμε μια κόπια του Ποτέμκιν που την είδα αρκετές δωδεκάδες φορές.

Την ίδια εποχή με ενδιέφεραν θεωρητικές εργασίες που είχαν εκδοθεί στα Αγγλικά, του Πουντόβκιν, του Πωλ Ρόζα, του Βλαντιμίρ Νίλσεν, του Αϊζενστάιν, του οποίου το έργο The film Sense ήταν ολόκληρη αποκάλυψη για μένα το 1947. Οι ταινίες που μ’ εντυπωσίασαν περισσότερο εκείνη την εποχή: Αυτές του Φριτζ Λανγκ (της Αμερικανικής περιόδου και επίσης η Μητρόπολη, ο Δρ. Μαμπούζε), του Τζων Φορντ, του Φρανκ Κάπρα, του Τζων Χιούστον (Ο θησαυρός της Σιέρα Μάντρε) του Λιούμπιτς, του Ουίλιαμ Ουέλμαν (Επεισόδιο στο Οξ-Μπόου) του Μπίλι Ουάιλντερ (Πάγος στην τρύπα), του Ζακ Μπεκέρ (Coupi mains ronges) οι βουβές ταινίες του Ρενέ Κλαιρ (Το ψάθινο καπέλο από την Ιταλία, Οι δυο δειλοί) και του Μαρσέλ Καρνέ (Ξημερώνει και Οι επισκέπτες της νύχτας).

Μετά τον πόλεμο, οι ευρωπαϊκές ταινίες έγιναν πολύ σπάνιες, έκτος από μερικές σοβιετικές παραγωγές που με εντυπωσίασαν: Ιβάν ο τρομερός. Αλέξανδρος Νιέφσκι. Θύελλα στην Ασία, Καθηγητής Μαμλόκ.

Στα 1949 ανακάλυψα μια αγγελία σε εφημερίδα της Καλκούτας. που έλεγε: Ζητείται νεαρή Ινδή για να εμφανιστεί σε ταινία. Τηλεφωνήστε κον Ζαν Ρενουάρ, ξενοδοχείο Γκρεητ Ήστερν-. Έτσι έμαθα ότι ο Ρενουάρ είχε έρθει στην Βεγγάλη για να γυρίσει το Ποτάμι.

Πήγα και τον βρήκα. Συστήθηκα ως κινηματογραφόφιλος, οργανωτής της τοπικής λέσχης. Με δέχτηκε με μεγάλη ευγένεια. Τον βοήθησα λίγο στα δοκιμαστικά των κοριτσιών. Μετά μου ζήτησε να του βρω εξωτερικά στα περίχωρα της Καλκούτας. Συζητούσαμε πολύ. Είπε ότι είχε εκπλαγεί άπό τον αριθμό των ταινιών και των σκηνοθετών που ήξερα.

Όταν ήρθε στην Καλκούτα ο Ρενουάρ, είχε ήδη γραμμένο το σενάριο για το Ποτάμι απ’ το Χόλιγουντ. Ο βοηθός του μου το έδωσε να το διαβάσω και μερικά πράγματα με ξένισαν. Τα ανέφερα. Μου είπε ότι δεν ήξερε την Ινδία. Όταν ξεκίνησε να δουλεύει το σενάριο, έγιναν πολλές αλλαγές. Χαιρόμουν γιατί οι περισσότερες έγιναν σε σημεία που δεν μ’ άρεσαν. Στη διάρκεια των συναντήσεων μας του μίλησα για την ιδέα του Πάθερ Παντσάλι που ήδη ονειρευόμουν να γυρίσω σε ταινία. Με ενεθάρρυνε. Αλλά το 1950, η εταιρία μου μ’ έστειλε στο Λονδίνο. Γρήγορα ήρθα σε σύγκρουση με τον καλλιτεχνικό διευθυντή γιατί είχε προσπαθήσει να παρουσιάσει δικά μου σχέδια και ιδέες για δικά του στους πελάτες. Πήγα σε μια άλλη εταιρία.

Αυτή ήταν η πρώτη φορά που έμενα στην Ευρώπη. Σε πέντε μήνες είδα 95 ταινίες. Το πρώτο απόγευμα της άφιξης μου στο Λονδίνο είδα στον κινηματογράφο «Κέρζον» ένα διπλό πρόγραμμα που μ’ εντυπωσίασε έντονα: Μια νύχτα στην Όπερα των αδελφών Μαρξ και τον Κλέφτη των ποδηλάτων. Ήταν μια ευχάριστη έκπληξη να ανακαλύπτεις ότι μπορούσε κανείς να εργαστεί αποκλειστικά σε εξωτερικούς χώρους, χωρίς επαγγελματίες ηθοποιούς, και σκέφτηκα ότι, ο,τι μπορούσε να γίνει στην Ιταλία μπορούσε να γίνει και στη Βεγγάλη, παρά τις ηχητικές δυσκολίες. Αργότερα είδα το θαύμα στο Μιλάνο, ενώ δεν μ’ άρεσαν καθόλου οι ταινίες του Κοκτώ. Γοητεύτηκα όμως απ’ τον Κανόνα του παιχνιδιού. Για μένα ήταν σαν μια φούγκα του Μόζαρτ, μια παραλλαγή στους Γάμοι τού Φίγκαρο. Ανακάλυψα επίσης τον Νανούκ του Βορρά και το Λουιζιάννα Στόρυ του Ρόμπερτ Φλάερτυ και κάλυψα τα κενά μου με τους Ρώσους.

Έγραψα το πρώτο σχέδιο του Πάθερ Παντσάλι αμέσως μετά την επιστροφή μου στην Καλκούτα τον Οκτώβριο του 1950. Παρουσίασα την ιδέα μου σε αρκετούς παραγωγούς. Για να τους ελκύσω συμπλήρωσα το σενάριο, με καμιά πεντακοσαριά σχέδια.  Άσκοπα όμως. Κανείς δεν έδωσε την παραμικρή προσοχή στα σχέδια μου.

Μετά άρχισα να εργάζομαι για την ταινία με δυο φίλους που, σαν και μένα ήταν ακόμα ερασιτέχνες- με τον Σουμπάτρα Μίτρα που έγινε ο φωτογράφος μου και με τον Μπάνσι Τσαντραγούπτα που έγινε ο σκηνογράφος μου για όλες μου τις μετέπειτα ταινίες. Οι τρεις μας αρχίσαμε να κινηματογραφούμε δοκιμαστικά με μια μηχανή των 16 mm, αποκλειστικά και μόνο για να αποφασίσουμε αν ήμασταν ικανοί να αποτυπώσουμε οτιδήποτε πάνω στο φιλμ. Κινηματογράφησε τους δρόμους, την εξοχή με καλό η άσχημο καιρό, μόνο για να εκπαιδευτούμε.

Όταν τα αποτελέσματα ήταν κάπως ικανοποιητικά, αρχίσαμε να ψάχνουμε τα μέσα για να παραγάγουμε το Πάθερ Παντσάλι σε 16 mm ή 35 mm. Τελικά μας έγινε προφανές ότι θα χρειαζόμασταν ένα ελάχιστο ποσό από 20.000 ρουπίες. Δεν είχαμε καθόλου χρήματα και τα παρατήσαμε προσωρινά.

Το 1952 αποφάσισα να κάνω την ταινία με οποιοδήποτε τίμημα. Είχα μια ασφάλεια ζωής. Την παζάρεψα για 7.000 ρουπίες και αρχίσαμε το γύρισμα με μη επαγγελματίες ηθοποιούς. Δεν είχα αφήσει τη δουλειά μου, και δουλεύαμε μόνο Σάββατα και Κυριακές.

Για να μπορέσω να συνεχίσω πούλησα τη βιβλιοθήκη μου, όλα τα περί τέχνης βιβλία και τα κοσμήματα της μητέρας μου και της γυναίκας μου. Έτσι μάζεψα 4.000 ακόμα ρουπίες. Καταφέραμε να ετοιμάσουμε μια πρώτη κόπια, βουβή, των 40 λεπτών. Αυτή η μικρή ταινία δεν μας βοήθησε να βρούμε χρηματοδότες. Διακόψαμε τη δουλειά για ένα χρόνο περίπου. Ήμουν εντελώς αποθαρρυμένος, σχεδόν έτοιμος να τα παρατήσω, όταν η μητέρα μου κανόνισε να συναντήσω τον τότε πρωθυπουργό της Βεγγάλης που ήταν φίλος της. Αυτός είδε την ταινία μας και μας εξασφάλισε μια επιχορήγηση 10.000 ρουπιών (σε μικρά ποσά και σε αραιά διαστήματα). Η ταινία δεν είχε τελειώσει όταν ένας από τους εργοδότες μου είδε μερικές σκηνές. Του άρεσαν τόσο πολύ, ώστε μου εξασφάλισε άδεια μεγάλης διάρκειας από τη δουλειά μου, έδωσε δε ακόμη και χρήματα για την παραγωγή της ταινίας.

Μετά από εφτά μήνες, τα μέλη της κυβέρνησης είδαν την σχεδόν τελειωμένη ταινία. Τη βρήκαν πολύ πεσιμιστική και μου ζήτησαν να την αλλάξω. Αρνήθηκα, διαφωνήσαμε, κέρδισα όμως τη μάχη και τελικά πάρθηκε η άδεια για τη δημόσια προβολή της το 1955.

Στην αρχή, η ταινία δεν πήγαινε καλά, άλλα την τρίτη εβδομάδα η κατάσταση άλλαξε και ο κόσμος περίμενε σε ουρές για εισιτήρια. Η ταινία είχε μεγάλη επιτυχία στην Καλκούτα, σ’ όλη την Βεγγάλη και στις άλλες ινδικές πολιτείες. Η Κυβέρνηση πήρε πίσω τα λεφτά της επιχορήγησης και με το παραπάνω. Και εγώ κατάλαβα ότι μπορούσα να αφιερωθώ στον κινηματογράφο και άφησα τη δουλειά του διαφημιστή.

(μετάφραση: Θ. Νέος)  

πηγή:

othoni-18

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s