Σατιατζίτ Ρέι (Satyajit Ray 1949 – 1992): σκηνοθέτης κινηματογραφικών έργων, συγγραφέας, συνθέτης, παραγωγός ταινιών, σεναριογράφος, μοντέρ, στιχουργός, δημοσιογράφος, τραγουδοποιός και συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας

sathyajit-ray

ΣΑΤΓΙΑΖΙΤ ΡΕΪ
(αναδημοσίευση από την ΕΠΟΧΗ, 5/7/2014)
Αφορμής δοθείσης, πάμε Μπόλιγουντ!

Του Στράτου Κερσανίδη

Η μεγαλύτερη κινηματογραφική βιομηχανία στον κόσμο είναι η ινδική. Το σινεμά της πολυπληθούς ασιατικής χώρας, που φέτος έκλεισε τα 101 του χρόνια (πρώτη ταινία που προβλήθηκε δημόσια το 1913 ήταν ο «Βασιλιάς Χαρισάντρα», του Ντουντιράζ Γκοβίντ Φάλκε), διαθέτει μία παραγωγή η οποία φτάνει περίπου τις 1500 ταινίες ετησίως οι οποίες αντιστοιχούν σε έσοδα που κάνουν το Χόλιγουντ να μοιάζει με φτωχό συγγενή.

Η Μοναχική Σύζυγος (Charulata 1964) του Σατιαζίτ Ρέι | αναλυτική παρουσίαση, κριτικές

Σατγιαζίτ Ρέι: Το ξεκίνημά μου ως σκηνοθέτης | απόσπασμα από κείμενο του Ζορζ Σαντούλ

Δωρεάν δίωρο σεμινάριο Ιστορίας και Δημιουργίας Ντοκιμαντέρ την Πέμπτη 16 Φεβρουαρίου 2017 | Παρουσίαση Νέου Κύκλου Μαθημάτων

Το Μπόλιγουντ, λέξη η οποία συντίθεται από τη Βομβάη (πόλη-κέντρο του ινδικού κινηματογράφου) και το Χόλιγουντ, παράγει ταινίες σε τρελούς ρυθμούς, τις οποίες βλέπουν εκατομμύρια θεατές, κυρίως, όμως, εντός της χώρας. Έτσι, παρά το μεγάλο αριθμό των ινδικών ταινιών που γυρίζονται κάθε χρόνο, δεν είναι πολλές εκείνες οι οποίες φθάνουν στις αίθουσες της Ευρώπης. Αν σκεφθείτε πόσες μπολιγουντιανές παραγωγές έχετε δει (από καμία έως μία, οι περισσότεροι) τότε θα συνειδητοποιήσετε του λόγου το αληθές.
Για να καταλάβετε την τεράστια δυναμική αλλά και τις προοπτικές ανάπτυξης του ινδικού κινηματογράφου αρκεί να σημειώσετε πως στην Ινδία υπάρχουν 13.000 κινηματογράφοι, ενώ στις ΗΠΑ 40.000, ενώ οι θεατές που έχουν τη δυνατότητα να πληρώσουν ένα εισιτήριο είναι μόλις 45 εκατομμύρια από ένα σύνολο 1,2 δισεκατομμυρίου κατοίκων. Κι όμως το σινεμά στην Ινδία αναπτύσσεται και φέρνει κέρδη σε αντίθεση με το Χόλιγουντ που αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα, παρά το γεγονός πως οι ταινίες του παίζονται σε ολόκληρο τον κόσμο.
Το ινδικό σινεμά δεν είναι τα μιούζικαλ – μελοδράματα, με τα έντονα χρώματα, τα φανταχτερά κουστούμια, την ολίγον κιτς- -για τους δυτικούς- αισθητική. Υπάρχει και εκείνος ο κινηματογράφος, που ονομάζουμε «ποιοτικό», υπάρχουν εκείνοι οι σκηνοθέτες, οι οποίοι δίνουν το καλλιτεχνικό στίγμα στον κινηματογράφο της χώρας του Γκάντι.
Ποιοτικό σινεμά και ο Σατγιαζίτ Ρέι
Το 1946 μια ινδική ταινία κερδίζει το Χρυσό Φοίνικα στις Κάνες. Ήταν το «Neecha Nagar», του Τσετάν Ανάντ, ταινία που, όπως λέγεται σηματοδότησε τις απαρχές του νέου κύματος στο σινεμά της Ινδίας. Έκτοτε αρχίζει να αναπτύσσεται ένας άλλος κινηματογράφος, σε αντιπαράθεση με το μελόδραμα και το μιούζικαλ –που κάποιες ταινίες τέτοιου είδους είχαν γίνει μεγάλες επιτυχίες και στην Ελλάδα στη δεκαετία του 1960- που βασίζεται στην κοινωνική πραγματικότητα της χώρας, με στοιχεία ρεαλιστικά και νατουραλιστικά. Μερικοί από τους πρωτοπόρους σκηνοθέτες, οι οποίοι έκαναν τη μεγάλη τομή και ήρθαν σε ρήξη με το δακρύβρεκτο μιούζικαλ, είναι ο Ριτουίκ Γκατάλ, ο Μρινάλ Σεν, ο Κουαζά Αχμάντ Αμπάς, ο Γκουρού Ντουτ κ.α. αλλά και ο Σατγιαζίτ Ρέι.
Με αφορμή, λοιπόν, την προβολή της ταινίας του Ρέι, «Μοναχική σύζυγος» (Charulata – 1964), ας θυμηθούμε το μεγάλο αυτό ινδό σκηνοθέτη.
Ο Σατγιαζίτ Ρέι (1921-1992), γεννήθηκε στη Βεγγάλη και θεωρείται ως ο πιο γνωστός εκπρόσωπος του νεορεαλισμού στον κινηματογράφο της Ινδίας. Οι πιο γνωστές ταινίες του είναι αυτές οι οποίες απαρτίζουν την τριλογία του Άπου, ενός μικρού φτωχού αγοριού που έρχεται αντιμέτωπο με τις δυσκολίες της ζωής και τη σκληρή του μοίρα. Πρόκειται για «Το τραγούδι του μικρού δρόμου» (Pather panchali – 1956), «Ανίκητος» (Aparajito – 1956) και «Ο κόσμος του Άπου» (Apu sansar – 1959). Ο «Ανίκητος» κέρδισε το Χρυσό Λιοντάρι στη Βενετία.
Σκηνοθέτησε συνολικά 36 ταινίες και το έργο του επηρεάστηκε από σκηνοθέτες όπως ο Ζαν Ρενουάρ, ο Ακίρα Κουροσάουα και ο Βιτόριο ντε Σίκα. Μάλιστα με τους δύο πρώτους είχε συναντηθεί ενώ αποφάσισε να γίνει σκηνοθέτης όταν είδε στο Λονδίνο τους «Κλέφτες ποδηλάτων», του ντε Σίκα.
Το 1958 γύρισε δύο ταινίες. Τη «Φιλοσοφική λίθο» (Parash pathar) και «Το μουσικό σαλόνι» (Jalsaghar). Κωμωδία σε δυτικά πρότυπα η πρώτη και μια κοινωνική απεικόνιση της χώρας του η δεύτερη, καταδεικνύουν τη μεγάλη γκάμα των αναζητήσεών του.
Τολμηρός στη θεματική του, ο Σατγιαζίτ Ρέι δε δίστασε να κοιτάξει κριτικά τις θρησκευτικές δεισιδαιμονίες, τις κοινωνικές προκαταλήψεις, τη θέση της γυναίκας, τις κοινωνικές αδικίες. Ταινίες του όπως «Η θεά» (Devi – 1960), «Τρεις κόρες» (Teen kanya – 1961), «Η αποστολή» (Abhijaan -1962), «Η μεγάλη πόλη» (Mahanagar – 1963, Αργυρή Αρκούδα Σκηνοθεσίας στο Βερολίνο) και «Η μοναχική σύζυγος» (Charulata – 1964, Αργυρή Αρκούδα Σκηνοθεσίας στο Βερολίνο), είναι τέτοιες ταινίες.
Άλλες ταινίες του είναι: «Η εταιρία» (Seemabaddha – 1971), «Οι σκακιστές» (Satranj ke khilari – 1977), «Ο επισκέπτης» (Agantuk – 1991) κ.α.
Λίγες μέρες από το θάνατό του, τιμήθηκε με Όσκαρ για το σύνολο του έργου του.
Ο Σατγιαζίτ Ρέι ήταν επίσης συγγραφέας φαντασίας, εκδότης, εικονογράφος, καλλιγράφος, γραφίστας και κριτικός κινηματογράφου.

ray

Σατιατζίτ Ρέι

Γέννηση 2 Μαΐου 1921

Καλκούτα

Θάνατος 23 Απριλίου 1992

Καλκούτα

Υπηκοότητα / Χώρα πολιτογράφησης Ινδία

Σχολές φοίτησης Πανεπιστήμιο της Καλκούτα, Πανεπιστήμιο Βίσνα Μπαράτι, Ballygunge Government High School και Πανεπιστήμιο Πρέζιντεσι στην Καλκούτα.

Ιδιότητα: σκηνοθέτης κινηματογραφικών έργων, συγγραφέας, συνθέτης, παραγωγός ταινιών, σεναριογράφος, μοντέρ, στιχουργός, δημοσιογράφος, τραγουδοποιός και συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας

Σύζυγος Μπιτζόγια Ρέι (1949 – 1992)

Τέκνα Σαντίπ Ρέι

Γονείς Σουκούμαρ Ρέι

Ιστοσελίδα http://www.satyajitray.org/

Ο Σατιατζίτ Ρέι (προφορά (βοήθεια·πολυμέσα), Βεγγαλικά: সত্যজিৎ রায়, Χίντι: सत्यजित राय, 2 Μαΐου 1921 –23 Απριλίου 1992) ήταν Ινδός σκηνοθέτης ο οποίος θεωρείται ως ένας από τους σημαντικότερους του 20ου αιώνα. Γεννήθηκε στην Καλκούτα, και η οικογένεια του είχε καταγωγή από τη Βεγγάλη και ήταν διάσημη στον κόσμο των τεχνών και της λογοτεχνίας. Ξεκίνησε την σταδιοδρομία του ως γραφίστας σε διαφημιστικές εταιρείες, ωστόσο σταδιακά άρχισε να ασχολείται όλο και περισσότερο με τον ανεξάρτητο κινηματογράφο μετά τη συνάντηση του με τον Γάλλο κινηματογραφιστή Ζαν Ρενουάρ, και ιδιαίτερα αφότου παρακολούθησε τον Κλέφτη των ποδηλάτων του Βιτόριο ντε Σίκα κατά τη διάρκεια διαμονής του στο Λονδίνο στις αρχές της δεκαετίας του 1950.

Ο Ρέι σκηνοθέτησε 36 ταινίες, για τον κινηματογράφο, ντοκιμαντέρ, και ταινίες μικρού μήκους. Ασχολήθηκε επίσης και με τη συγγραφή μυθιστορημάτων, έκδοση βιβλίων, γραφιστική, καλλιγραφία, σύνθεση μουσικής, και κριτική κινηματογράφου. Έγραψε διάφορες μικρές ιστορίες και νουβέλες για παιδιά και ενηλίκους. Θεωρούσε τη συγγραφή σεναρίου ως αναπόσπαστο κομμάτι της σκηνοθεσίας, και αρχικά αρνούνταν να δημιουργήσει κάποια ταινία σε γλώσσα διαφορετική από τα βεγγαλικά, ενώ στις 2 ταινίες του των οπίων το σενάριο έγραψε στα αγγλικά, έγινε μετέπειτα μετάφραση στα Χίντι και Ούρντου κάτω από την επίβλεψη του Ρέι. Ο Ρέι αναγνώρισε την επιρροή που του άσκησαν οι σκηνοθέτες Ζαν-Λυκ Γκοντάρ και Φρανσουά Τρυφώ του γαλλικού κινηματογράφου με την εισαγωγή των τεχνικών και καλλιτεχνικών καινοτομιών τους.

Η πρώτη ταινία του Ρέι, το Το Τραγούδι του Δρόμου (1955) κέρδισε 11 διεθνή βραβεία ανάμεσα στα οποία ήταν και το Καλύτερο Ανθρώπινο Χρονικό στο φεστιβάλ κινηματογράφου των Καννών το 1956. Η ταινία αυτή, μαζί με το Ο ανίκητος (1956) και το Ο κόσμος του Απού (1959) αποτελούν την Τριλογία του Απού. Ο Ρέι έγραψε το σενάριο, έκανε τη διαλογή των ηθοποιών, την μουσική επένδυση, μοντάζ, και σχεδίασε μόνος του το διαφημιστικό υλικό της ταινίας.

Κατά την όλη σταδιοδρομία του έλαβε μεγάλο αριθμό βραβείων και διακρίσεων, ανάμεσα στα οποία ήταν 32 εθνικά βραβεία της Ινδίας, ένας αριθμός από βραβεία σε διεθνή φεστιβάλ κινηματογράφου, καθώς και ένα τιμητικό βραβείο Όσκαρ το 1992. Η κυβέρνηση της Ινδίας τον τίμησε με το βραβείο Μπχάρατ Ρατνά (D/R) το 1992 το οποίο αποτελεί την υψηλότερη τιμητική διάκριση της χώρας.

Η καταγωγή του Ρέι εντοπίζεται πίσω στο χρόνο έως και τουλάχιστον 10 γενεές. Ο παππούς του ήταν ο Ουπερντρακισόρ Ρέι Τσοουντχουρί, συγγραφέας, γραφίστας, φιλόσοφος, εκδότης, ερασιτέχνης αστρονόμος, καθώς και ηγέτης ενός θρησκευτικοπολιτικού κινήματος στη Βεγγάλη του 19ου αιώνα. Ο παππούς του είχε επίσης ιδρύσει μια εταιρεία εκτυπώσεων με την ονομασία U. Ray and Sons (Ου. Ρέι και Υιοί), η οποία αποτέλεσε σημαντικό στοιχείο στη ζωή του Σατιατζίτ. Ο Σουκουμάρ Ρέι, ο οποίος ήταν ο γιος του Ουπερντρακισόρ και ο πατέρας του Σατιατζίτ, ήταν ένας από τους πρωτοπόρος Βεγγαλέζους συγγραφείς της παιδικής λογοτεχνίας, καθώς και γραφίστας και κριτικός. Ο Ρέι γεννήθηκε στην Καλκούτα, με τους γονείς του να είναι ο Σουκουμάρ και η Σουπράμπα Ρέι.

Ο πατέρας του Σατιατζίτ Ρέι πέθανε ενώ ο ίδιος ήταν μόλις 3 ετών, και έτσι η οικογένεια επιβίωσε μόνο από το μικρό εισόδημα της μητέρας του Ρέι. Μεγαλώνοντας και τελειώνοντας το λύκειο στην Καλκούτα, ο Ρέι μετέπειτα σπούδασε Οικονομικά στο Κολέγιο Πρέζιντενσι στην ίδια πόλη το οποίο κατά την εποχή εκείνη συνεργαζόταν με το πανεπιστήμιο της Καλκούτας, αν και το ενδιαφέρον του ήταν πάντα στραμμένο προς τις καλές τέχνες. Το 1940, η μητέρα του επέμεινε πως ο Σατιατζίτ έπρεπε να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο Βίσβα-Μπαράτι στην πόλη Σαντινικετάν, το οποίο είχε ιδρυθεί από τον Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ. Ο Ρέι ήταν διστακτικός καθώς του άρεσε να ζει στην Καλκούτα και δεν ήθελε να φύγει, καθώς και δεν είχε και την καλύτερη εντύπωση σχετικά την πνευματική ζωή στο Σαντινικετάν. Τελικά όμως, η πειθώ της μητέρας του καθώς και ο σεβασμός που είχε για την οικογένεια Ταγκόρ τον έκαναν τελικά να δοκιμάσει. Κατά τη διαμονή του εκεί, ο Ρέι ήρθε σε επαφή με την Ασιατική τέχνη. Αργότερα παραδέχτηκε πως έμαθε πολλά από τους διάσημους ζωγράφους Νανταλάλ Μποζ και Μπενόντ Μπεχάρι Μουκέρτζι, ενώ και ασχολήθηκε με την παραγωγή ενός ντοκυμαντέρ, The Inner Eye, σχετικά με τον Μουκέρτζι. Οι επισκέψεις του στις διάφορες πόλεις της Ινδίας, όπως την Ατζάντα, Ελόρα και Ελεφάντα προκάλεσαν τον θαυμασμό του για την Ινδική τέχνη.

Το 1943, ο Ρέι άρχισε να εργάζεται ως γραφίστας σε μια βρετανική διαφημιστική εταιρεία, και στην απασχόληση του αυτή αμείβονταν με 80 ρουπίες το μήνα. Αν και του άρεσε η γραφιστική και ο σχεδιασμός και οι σχέσεις του ήταν καλές με τους εργοδότες του, υπήρχε μια γενική τάση έντασης μεταξύ των Βρετανών και των Ινδών υπαλλήλων της εταιρείας. Οι Βρετανοί πληρώνονταν καλύτερα, ενώ ο Ρέι πίστευε πως οι πελάτες της εταιρείας ήταν λίγο πολύ ηλίθιοι.

Αργότερα, ο Ρέι προσλήφθηκε σε ένα εκδοτικό οίκο, όπου του ζητήθηκε να δημιουργήσει τα εξώφυλλα για τα βιβλία που θα εξέδιδε ο οίκος και του δόθηκε πλήρης καλλιτεχνική ελευθερία. Ο Ρέι σχεδίασε τα εξώφυλλα για πολλά βιβλία, ανάμεσα του και το Discovery of India του Τζαβαχαρλάλ Νεχρού. Εργάστηκε για τη δημιουργία μιας παιδικής έκδοσης του διηγήματος Pather Panchali (Το τραγούδι του δρόμου), μια ιστορία της Βεγγαλικής παράδοσης, η οποία εκδόθηκε υπό τον τίτλο Aam Antir Bhepu (η σφυρίχτρα από σπόρο του μάνγκο). Σχεδιάζοντας το εξώφυλλο και έχοντας την επιμέλεια της εικονογράφησης του βιβλίου, ο Ρέι επηρεάστηκε βαθιά από το έργο αυτό. Το χρησιμοποίησε ως το θέμα της πρώτης του ταινίας, καθώς και χρησιμοποίησε τις εικονογραφήσεις του ως πλάνα στο εναρκτήριο έργο του στον κινηματογράφο.

Μαζί με άλλους συνεργάτες του ίδρυσε ένα σύλλογο κινηματογραφικών τεχνών στην Καλκούτα το 1947. Προβάλλονταν πολλές ξένες ταινίες, πολλές από τις οποίες ο Ρέι παρακολούθησε και μελέτησε σοβαρά. Έγινε φίλος με τους Αμερικανούς Τζι-Άι οι οποίοι υπηρετούσαν στην Καλκούτα κατά τον Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι οποίοι και τον κρατούσαν ενήμερο για τις πιο πρόσφατες Αμερικανικές ταινίες οι οποίες προβάλλονταν στην πόλη, ενώ κάποια στιγμή ήρθε σε γνωριμία με έναν υπάλληλο της RAF, τον Νόρμαν Κλαιρ, ο οποίος είχε το ίδιο πάθος με τον Ρέι για τον κινηματογράφο, καθώς και κοινά ενδιαφέροντα για το σκάκι και τη δυτική κλασική μουσική.

Το 1949, ο Ρέι παντρεύτηκε την Μπιτζόγια Ντας, με την οποία ήταν πρώτα ξαδέρφια και είχε σχέση μαζί της για πολύ καιρό. Το ζευγάρι έκανε ένα γιο τον οποίο ονόμασε Σαντίπ, και ο οποίος μετέπειτα έγινε σκηνοθέτης κινηματογράφου. Κατά το ίδιο έτος, ο Γάλλος σκηνοθέτης Ζαν Ρενουάρ ήρθε στην Καλκούτα για τις ανάγκες προετοιμασίας των γυρισμάτων της ταινίας του με τίτλο Το ποτάμι. Ο Ρέι τον βοήθησε να βρει τις κατάλληλες τοποθεσίες στην εξοχή, και παράλληλα συζήτησε μαζί του την ιδέα που είχε ως προς το να δημιουργήσει μια ταινία με βάση το Pather Panchali, κάτι που σκόπευε πολύ καιρό, και ο Ρενουάρ τον ενθάρρυνε. Το 1950, η εταιρεία όπου εργάζονταν ο Ρέι τον έστειλε στο Λονδίνο για να εργαστεί στα κεντρικά γραφεία της. Κατά την 3μηνη παραμονή του εκεί ο Ρέι παρακολούθησε 99 ταινίες. Ανάμεσα σε αυτές ήταν η νεορεαλιστική ταινία Ο κλέφτης των ποδηλάτων (1948) του Βιτόριο ντε Σίκα, η οποία είχε τεράστια επίπτωση στον Ρέι. Μετά το τέλος της ταινίας ο Ρέι βγήκε από τον κινηματογράφο αποφασισμένος να γίνει σκηνοθέτης.

Η περίοδος του Άπου (1950–59)

Το τραγούδι του δρόμου

Ο Ρέι αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το βιβλίο του 1928 με τίτλο Το Τραγούδι του Δρόμου (1928), την κλασική ιστορία της Βεγγαλικής λογοτεχνίας, ως τη βάση για την πρώτη του ταινία. Η ημι-αυτοβιογραφική νουβέλα περιγράφει την ωρίμανση του Άπου, ένος μικρού αγοριού σε ένα χωριό της Βεγγάλης.

Το προσωπικό που χρησιμοποίησε ο Ρέι για τις ανάγκες των γυρισμάτων δεν διέθετε προηγούμενη εμπειρία -ο βιντεολήπτης του, Σουμπράτα Μίτρα, και ο καλλιτεχνικός διευθυντής του, Μπανσί Τσαντραγκούπτα γνώρισαν σημαντική καταξίωση αργότερα-, ενώ οι ηθοποιοί της ταινίας ήταν ερασιτέχνες. Ξεκίνησε τα γυρίσματα στα τέλη του 1952 με δικά του έξοδα και έλπιζε να συγκεντρώσει περισσότερα χρήματα αφότου ολοκλήρωνε κάποιες σκηνές, κάτι που εν τέλει δεν κατάφερε. Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία της ταινίας να διαρκέσει πάνω από 3 έτη, με τα γυρίσματα να γίνονται περιστασιακά μόλις βρισκόταν κάποια χρήματα που κατάφερνε να συγκεντρώσει ο υπεύθυνος παραγωγής. Ο Ρέι αρνήθηκε τη χρηματοδότηση από πηγές οι οποίες ως προϋπόθεση είχαν τον έλεγχο στο σενάριο ή εποπτεία στην παραγωγή. Αγνόησε επίσης τις συστάσεις της κυβέρνησης ώστε η ταινία να έχει ένα ευτυχισμένο τέλος, ωστόσο κατάφερε και έλαβε κυβερνητική χρηματοδότηση με την οποία ολοκλήρωσε την ταινία του. Ο Ρέι έδειξε ένα απόσπασμα της ταινίας στον Αμερικανό σκηνοθέτη Τζον Χιούστον ο οποίος βρισκόταν στην Ινδία την περίοδο εκείνη ερευνώντας τοποθεσίες για την ταινία του με τίτλο Ο άνθρωπος που θα γινόταν βασιλιάς. Το απόσπασμα από την ταινία είχε τον Άπου να οραματίζεται μαζί με την αδερφή του ένα τρένο καθώς διασχίζει ένα τοπίο στην εξοχή, το μόνο απόσπασμα που είχε ως τότε κινηματογραφήσει ο Ρέι με βάση την πενιχρή του χρηματοδότηση. Ο Χιούστον μετά την παρακολούθηση του αποσπάσματος, ειδοποίησε το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Νέας Υόρκης (MOMA) πως ένα μεγάλο ταλέντο βρισκόταν στον ορίζοντα.

Η ταινία κυκλοφόρησε στους κινηματογράφους το 1955 και γνώρισε μεγάλη επιτυχία σε κοινό και κριτικούς, κερδίζοντας πολλά βραβεία στην Ινδία και στο εξωτερικό. Στην Ινδία η αντίδραση ήταν ενθουσιώδης, με τις εφημερίδες όπως οι Τάιμς της Ινδίας να αναφέρουν πως η ταινία δεν μπορεί να συγκριθεί με άλλες Ινδικές ταινίες και πως αποτελεί παράδειγμα γνήσιου κινηματογράφου. Ανάλογες κριτικές έλαβε η ταινία και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ωστόσο η υποδοχή της ταινίας δεν ήταν ανεξαιρέτως ευνοϊκή. Έχοντας παρακολουθήσει την ταινία ο Φρανσουά Τρυφώ αρχικά σχολίασε πως δεν θέλει να δει μια ταινία με χωρικούς να τρώνε με τα χέρια τους. Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, οι Τάιμς της Νέας Υόρκης, έγραψαν μια ιδιαίτερα άσχημη κριτική για την ταινία, κάτι που όμως δεν επηρέασε την πορεία της ταινίας όταν κυκλοφόρησε στις κινηματογραφικές αίθουσες των ΗΠΑ.

Ο Ανίκητος

Η διεθνής σταδιοδρομία του Ρέι ωστόσο ξεκίνησε για τα καλά με την επόμενη του ταινία, το Ο Ανίκητος. Η ταινία εξιστορεί την αιώνια διαμάχη μεταξύ των φιλοδοξιών ενός νεαρού άντρα, του Άπου, και της μητέρας του που τον αγαπά και ανησυχεί γι’ αυτόν. Η υποδοχή της ταινίας ήταν και πάλι θριαμβευτική, με μερίδα των κριτικών να κατατάσσει την ταινία υψηλότερα από την πρώτη του ταινία, και το Απαραχίτο να κερδίζει το βραβείο του Χρυσού Λέοντα στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας, φέρνοντας σημαντική φήμη στον Ρέι.

Καθώς έκανε τα γυρίσματα του Απαραχίτο, ο Ρέι κινηματογράφησε και άλλες 2 μικρότερες ταινίες, την κινουμένων σχεδίων με τίτλο Parash Pathar (Ο φιλοσοφικός λίθος), και το Jalsaghar (Το μουσικό δωμάτιο), μια ταινία σχετικά με την παρακμή της αριστοκρατίας στην Ινδική κοινωνία.

Ο Κόσμος του Απού

Αρχικά ο Ρέι δεν σκόπευε να δημιουργήσει και 3η ταινία σχετικά με τη ζωή του Άπου, ωστόσο όταν ερωτήθηκε σχετικά του Βενετία φαίνεται πως του άρεσε η ιδέα. Η τελευταία ταινία της τριλογίας του Άπου ήταν Ο κόσμος του Άπου το 1959. Οι κριτικές υπήρξαν για ακόμη μια φορά διθυραμβικές με την ταινία να αποκαλείται η κορωνίδα της τριλογίας. Στην ταινία αυτή ο Ρέι χρησιμοποίησε ηθοποιούς με τους οποίους μετέπειτα ανέπτυξε στενή και συχνή συνεργασία και σε άλλες ταινίες. Το έργο ξεκινά με τον Άπου να ζει σε ένα σπίτι στην Καλκούτα σε συνθήκες φτώχειας, όπου και παντρεύεται σε ένα ασυνήθιστο γάμο. Οι σκηνές όπου ζει μαζί με τη σύζυγο του στο φτωχικό τους σπιτικό αποτελούν μια από τις θετικότερες απεικονίσεις του έγγαμου βίου στον κινηματογράφο. Ενώ ο Ρέι σπανίως απαντούσε στις αρνητικές κριτικές, απάντησε σε μια αιχμηρή κριτική από ένα Βεγγαλέζο αρθρογράφο υπερασπίζοντας την ταινία του αυτή, κάτι που έκανε και αργότερα για την ταινία του Η μοναχική σύζυγος η οποία ήταν και η αγαπημένη του.

Παρόλη την καταξίωση που γνώρισε με την τριλογία του, η προσωπική του ζωή παρέμεινε ανεπηρέαστη και συνέχισε να ζει με τη σύζυγο του και τα παιδιά τους στο σπίτι που νοίκιαζαν, μαζί και με τη μητέρα του, θείο και άλλα μέλη της εκτεταμένης οικογένειας του.

Από τη Θεά στη Μοναχική σύζυγο (1959–64)

Κατά την διάρκεια της περιόδου αυτής, ο Ρέι συνέθεσε ταινίες σχετικά με την περίοδο του Βρετανικού Ρατζ (όπως το Η θεά το 1960), ένα ντοκιμαντέρ σχετικά με τον Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ, μια ταινία κινουμένων σχεδίων (Mahapurush) και την πρώτη του ταινία με πρωτότυπο σενάριο (Κανγκτσενγιούνγκα). Δημιούργησε επίσης μια σειρά από ταινίες των οποίων το σύνολο λογίζεται από τους κριτικούς ως οι πιο συναισθηματικές απεικονίσεις γυναικών στη μεγάλη οθόνη.

Μετά την ταινία Ο κόσμος του Απού ακολούθησε το Η θεά (Devi), μια ταινία στην οποία εξέτασε τις δεισιδαιμονίες της Ινδικής κοινωνίας. Η πρωταγωνίστρια της ταινίας είναι μια νεαρή σύζυγος η οποία έχει θεοποιηθεί από τον πεθερό της. Ο Ρέι ανησυχούσε πως η επιτροπή δεοντολογίας των κινηματογραφικών ταινιών θα απαγόρευε την κυκλοφορία της ταινίας, ή θα τον ανάγκαζε να περικόψει αποσπάσματα από την ταινία, ωστόσο η ταινία γλίτωσε από την λογοκρισία. Το 1961, μετά από πρωτοβουλία του πρωθυπουργού της Ινδίας, του Τζαβαχαρλάλ Νεχρού, ανατέθηκε στον Ρέι η δημιουργία ενός ντοκιμαντέρ για τον συγγραφέα και φιλόσοφο Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ, ως μέρος των αφιερωμάτων και εορτασμών για τα 200 έτη από τη γέννηση του, ο οποίος είχε αποτελέσει και μια από τις κύριες πηγές έμπνευσης για τον Ρέι. Λόγω του περιορισμένου οπτικοακουστικού υλικού που ήταν διαθέσιμο για τον Ταγκόρ, ο Ρέι αναγκάστηκε να χρησιμοποιήσει κυρίως φωτογραφίες για την δημιουργία του αφιερώματος. Μετά τη δημιουργία της ταινίας ανέφερε πως λόγω της ιδιαιτερότητας αυτής, η δουλειά που έγινε πάνω στο ντοκυμανταίρ ήταν τόση όση αντιστοιχούσε για να δημιουργηθούν 3 ταινίες.

Κατά το ίδιος έτος ο Ρέι μαζί με τη συνεργασία άλλων κατάφερε να επανεκδόσει το παιδικό περιοδικό Σαντές, το οποίο αρχικά εκδιδόταν από τον παππού του, και ο Ρέι συγκέντρωνε χρήματα για μερικά χρόνια για αυτό τον σκοπό. Η εκπαιδευτική και ψυχαγωγική φύση του περιοδικού υποδηλώνονταν και από το όνομα του, όπου η λέξη σημαίνει ειδήσεις αλλά και αποτελεί και την ονομασία γλυκού. Ο Ρέι ξεκίνησε να δημιουργεί εικονογραφήσεις καθώς και να γράφει και ιστορίες για παιδιά, με τη συγγραφή να αποτελεί την κύρια πηγή εσόδων του για την περίοδο αυτή.

Το 1962, ο Ρέι σκηνοθέτησε την ταινία με τίτλο Κανγκτσενγιούνγκα (από το ομώνυμο βουνό). Ήταν η πρώτη έγχρωμη ταινία που δημιούργησε, και η πλοκή της αφορούσε μια οικογένεια της άνω τάξης στην περιοχή του Νταρτζιλίγκ, καθώς οι γονείς προσπαθούν να προξενέψουν την νεότερη κόρη τους σε ένα υψηλά αμειβόμενο πολιτικό μηχανικό με σπουδές στο Λονδίνο. Στο έργο αυτό ο Ρέι επέλεξε να κάνει χρήση της τεχνικής των φωτοσκιάσεων ώστε να αποδίδονται εντονότερα οι δραματικές σκηνές.

Κατά την ίδια δεκαετία, ο Ρέι επισκέφτηκε την Ιαπωνία όπου με ιδιαίτερη ευχαρίστηση γνωρίστηκε με τον σκηνοθέτη Ακίρα Κουροσάβα τον οποίο είχε σε υψηλή υπόληψη.

Το 1964 ο Ρέι δημιούργησε την ταινία Η Μοναχική Σύζυγος (Charulata) , ένα έργο το οποίο επαινέθηκε ιδιαίτερα από τους κριτικούς ως αριστούργημα. Ο ίδιος ο Ρέι θεωρούσε πως η ταινία αυτή είχε τα λιγότερα ελλατώματα σε σχέση με τις υπόλοιπες ταινίες του, και πως εάν μπορούσε θα την ξαναδημιουργούσε με ακριβώς τον ίδιο τρόπο. Άλλες ταινίες τις οποίες δημιούργησε κατά την περίοδο αυτή ήταν η Η Μεγάλη Πόλη (Mahanagar) Teen Kanya (Οι 3 κόρες), Abhijan (Η αποστολή) και η Kapurush o Mahapurush (Ο Δειλός και ο Άγιος).

Νέες κατευθύνσεις (1965–82)

Ο Ρέι στη Νέα Υόρκη το 1981

Σταδιακά ο Ρέι άρχισε να ασχολείται με όλο και πιο ευρεία θεματολογία, από φαντασία έως επιστημονική φαντασία, αστυνομικές ιστορίες έως ιστορικά δράματα. Στις ταινίες αυτές περιέγραψε θέμα της Ινδικής κοινωνίας για τα οποία του είχε γίνει παλαιότερα κριτική πως οι ταινίες του έως τότε δεν ασχολούνταν με αυτά. Η πρώτη μεγάλη ταινία της περιόδου αυτής ήταν η Nayak (Ο ήρωας), η ιστορία ενός ταξιδιώτη σε ένα τρένο ο οποίος συναντά μια νεαρή και γοητευτική δημοσιογράφο, όπου στις 24 ώρες που διαρκεί το ταξίδι η ταινία ασχολείται με τις φιλοσοφικές και ψυχολογικές αμφιβολίες που αντιμετωπίζει μέσα του ο ταξιδιώτης αυτός. Παρά το ότι η ταινία έλαβε το βραβείο κριτικών της Μπερλινάλε, η υποδοχή της ήταν γενικά χλιαρή.

Ο εξωγήινος και Ε.Τ. ο εξωγήινος

Το 1967, έκανε τη διασκευή του σεναρίου για την ταινία The Alien (Ο Εξωγήινος), βασισμένο σε μια ιστορία την οποία είχε γράψει ο ίδιος το 1962 για το περιοδικό Σαντές, το περιοδικό το οποίο εκδιδόταν από το τυπογραφείο της οικογένειας Ρέι. Η Columbia Pictures ήταν ο παραγωγός για την ταινία παραγωγής Ινδίας-ΗΠΑ, και οι Πήτερ Σέλερς και Μάρλον Μπράντο προσλήφθηκαν στους πρωταγωνιστικούς ρόλους.

Ωστόσο σύντομα ο Ρέι ανακάλυψε πως το σενάριο που έγραψε αντιγράφτηκε και ιδιοποιήθηκε από έναν άλλο κινηματογραφιστή με το όνομα Μάικ Ουίλσον, ο οποίος γνώρισε τον Ρέι μέσω του συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας Άρθουρ Κλαρκ ο οποίος ήταν κοινός τους φίλος. Ο Ουίλσον κατοχύρωσε νομικά τα πνευματικά δικαιώματα στο σενάριο και ως δημιουργούς ανέφερε Μάικ Ουίλσον & Σατιατζίτ Ρέι αν και ο ίδιος ο Ουίλσον είχε συνεισφέρει μόλις μια λέξη, ενώ αργότερα ο Ρέι είπε πως δεν έλαβε ποτέ κανένα χρηματικό ποσό από τα κέρδη του σεναρίου. Ο Μπράντο αποφάσισε να αποχωρήσει από την ταινία, και στη θέση του έγινε προσπάθεια να έρθει ο Τζέιμς Κόμπουρν, ωστόσο ο Ρέι ήταν ήδη αρκετά απογοητευμένος με την έκβαση όλων των παραπάνω και επέστρεψε πίσω στην Καλκούτα. Η Columbia εξέφρασε το ενδιαφέρον επανεκκίνησης των γυρισμάτων της ταινίας κατά τις δεκαετίες του 1970 και 1980, ωστόσο δεν υπήρξε εξέλιξη.

Όταν η αμερικανική ταινία Ε.Τ. ο Εξωγήινος σκηνοθεσίας Στήβεν Σπίλμπεργκ βγήκε το 1982, ο Ρέι και ο Κλαρκ βρήκαν αρκετές ομοιότητες με το σενάριο του Εξωγήινου που είχε γράψει αρχικά ο Ρέι. Ο Ρέι ισχυρίστηκε πως η ταινία του Σπίλμπεργκ αντέγραψε την δική του ιστορία, και πως δεν ήταν δυνατό να δημιουργηθεί χωρίς την ιστορία που έγραψε ο Ρέι. Ο Σπίλμπεργκ αρνήθηκε τις κατηγορίες λέγοντας πως το σενάριο κυκλοφορούσε ήδη στο Χόλιγουντ την εποχή όπου ο ίδιος ήταν ακόμα στο σχολείο, ο ίδιος έχοντας αποφοιτήσει το 1965 και έχοντας δημιουργήσει την πρώτη του ταινία το 1968.

Άλλα

Πέρα από το The Alien, 2 άλλα έργα τα οποία σκόπευε να ασχοληθεί ο Ρέι αλλά τελικά έμειναν απραγματοποίητα, ήταν η μεταφορά στη μεγάλη οθόνη του Ινδικού έπους Μαχαμπχαράτα, και το βιβλίο του Έντουαρντ Μόργκαν Φόρστερ με τίτλο Το Πέρασμα την Ινδία. Το 1969, ο Ρέι δημιούργησε την εμπορικά πιο επιτυχημένη ταινία του, ένα μιούζικαλ με τον τίτλο Goopy Gyne Bagha Byne (Οι περιπέτειες του Γκούπι και του Μπάγκα), με το σενάριο της ταινίας να βασίζεται σε μια ιστορία την οποία αρχικά είχε γράψει ο παππούς του Ρέι. Με την παραγωγή να είναι ιδιαίτερα ακριβή, ο Ρέι εγκατέλειψε την αρχική του ιδέα να γυρίσει την ταινία ως έγχρωμη.

Κατόπιν δημιούργησε την ταινία Aranyer Din Ratri (Μέρες και Νύχτες στο Δάσος), και μετά επέστρεψε στα ζητήματα της καθημερινής στη Βεγγαλική κοινωνία. Την περίοδο αυτή δημιούργησε 3 ταινίες οι οποίες μετέπειτα έγιναν γνωστές ως η τριλογία της Καλκούτας, το Pratidwandi (1970, Ο αντίπαλος), Seemabaddha (1971, Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης), και το Jana Aranya (1975, Ο μεσάζοντας), με τις 3 ταινίες να είναι ανεξάρτητες αλλά να μοιράζονται το ίδιο θεματικό περιεχόμενο. Κατά τη δεκαετία του 1970, ο Ρέι διασκεύασε 2 από τις δημοφιλείς ιστορίες του σε αστυνομικές ταινίες, τις Sonar Kella (Το χρυσό φρούριο) και το Joi Baba Felunath (Ο θεός ελέφαντας), οι οποίες αν και απευθυνόταν κυρίως σε νεαρής ηλικίας κοινό σημείωσαν ευρύτερη απήχηση.

Ο Ρέι σκόπευε να δημιουργήσει μια ταινία σχετικά με το πόλεμο της ανεξαρτησίας του Μπανγκλαντές ωστόσο αργότερα εγκατέλειψε την ιδέα, καθώς ανέφερε πως ως κινηματογραφιστής τον ενδιέφεραν περισσότερο τα παθήματα των προσφύγων παρά η πολιτική. Το 1977 ο Ρέι δημιούργησε την ταινία Shatranj Ke Khiladi (Οι σκακιστές), η οποία ήταν και η πρώτη ταινία στην οποία δεν χρησιμοποιούνταν τα Βεγγαλικά ως κύρια γλώσσα αλλά τα Χίντι, και ως θέμα είχε την Βρετανική διακυβέρνηση της Ινδίας κατά τον 19ο αιώνα, λίγο πριν την Ινδική εξέγερση του 1857. Ήταν η πλέον ακριβή ταινία η οποία δημιούργησε, στην οποία πρωταγωνίστησαν καταξιωμένοι Ινδοί ηθοποιοί καθώς και ο Άγγλος ηθοποιός Ρίτσαρντ Ατένμπορο.

Το 1980, ο Ρέι δημιούργησε την συνέχεια του Goopy Gyne Bagha Byne, το Hirak Rajar Deshe (Βασίλειο των διαμαντιών) η οποία ήταν περισσότερο πολιτικοποιημένη, και ήταν μια παραβολή της Ινδίας κατά την περίοδο της ανόδου της Ίντιρα Γκάντι. Άλλα μικρότερα έργα που δημιούργησε την περίοδο αυτή ήταν οι μικρού μήκους Pikoo (Ημερολόγιο του Πίκου) και η Sadgati, η οποία ήταν επίσης στη γλώσσα Χίντι.

Η τελευταία φάση (1983–92)

Ο Ρέι παραλαμβάνει το τιμητικό βραβείο Όσκαρ το 1992 κοντά στο τέλος της ζωής του και ενώ ήταν βαριά ασθενής (στιγμιότυπο από την τελετή απονομής μέσω τηλεοπτικής σύνδεσης)

Το 1983, ενώ εργάζονται στην ταινία Ghare Baire (Το σπίτι και ο κόσμος), ο Ρέι είχε καρδιακή προσβολή. Μετά το συμβάν αυτό, η παραγωγικότητα του μειώθηκε κατακόρυφα κατά το υπόλοιπο της ζωής του. Η ταινία ολοκληρώθηκε τελικά το 1984 με την βοήθεια του γιού του, ο οποίος ανέλαβε περιορισμένα καθήκοντα σκηνοθέτη βοηθώντας τον Ρέι, και η θεματολογία του έργου αφορούσε τους κινδύνους του άκρατου εθνικισμού, όντας μια ταινία την οποία ο Ρέι σκόπευε να δημιουργήσει για πολύ καιρό έχοντας γράψει το σενάριο ήδη από την δεκαετία του 1940. Παρά τις μικρές ατέλειες της ταινίας λόγω της ασθένειας του Ρέι, κέρδισε ευνοϊκή υποδοχή από τους κριτικούς. Το 1987, δημιούργησε ένα ντοκιμαντέρ σχετικά με τον πατέρα του τον Σουκουμάρ Ρέι.

Οι τελευταίες 3 ταινίες του Ρέι έγιναν μετά την μερική βελτίωση της υγείας του, ωστόσο λόγω της κατάστασης του υπήρξε ιατρικός εξοπλισμός στο στούντιο, και οι ταινίες γυρίστηκαν σε κλειστό χώρο. Έχουν ξεχωριστή τεχνοτροπία σε σχέση με τις παλαιότερες ταινίες του, όπως πολύ περισσότερο διάλογο και συχνά δεν θεωρούνται τόσο καλές όσο το σύνολο του προηγούμενου έργου του. Η πρώτη είναι η Ganashatru (Εχθρός του Λαού) η οποία αποτελεί διασκευή του ομώνυμου θεατρικού έργου του Ερρίκου Ίψεν, και θεωρείται η πιο αδύναμη από τις 3. Η 2η ταινία το 1990 με τίτλο Shakha Proshakha (Τα κλαδιά του δέντρου) ήταν κάπως πιο αντιπροσωπευτική του ταλέντου του Ρέι, και ασχολείται με τη σχέση ενός πατέρα με τους γιους του. Η τελευταία ταινία του Ρέι ήταν η Agantuk (Ο Ξένος), η οποία είχε ελαφρύ τόνο με σοβαρή θεματολογία, και ασχολείται με φιλοσοφικές ερωτήσεις σχετικά με τον πολιτισμό.

Το 1992 η κατάσταση του Ρέι χειροτέρευσε λόγω επιπλοκών με την καρδιά του. Εισήχθηκε σε νοσοκομείο, χωρίς ωστόσο να βελτιωθεί η κατάσταση του. Η Ακαδημία του Αμερικανικού Κινηματογράφου του απένειμε το Τιμητικό Βραβείο Όσκαρ κατά το ίδιο έτος για την συνολική προσφορά του στον κινηματογράφο, και ο Ρέι έγινε ο πρώτος Ινδός σκηνοθέτης που έλαβε βραβείο Όσκαρ. Η απονομή έγινε ενώ ήταν κλινήρης σε άσχημη φυσική κατάσταση, και ο ίδιος ανέφερε κατά την απονομή πως η λήψη του βραβείου ήταν το μεγαλύτερο του προσωπικό επίτευγμα στην σταδιοδρομία του στον κινηματογράφο. Μόλις 28 ημέρες μετά την λήψη του βραβείου, ο Ρέι πέθανε στις 23 Απριλίου του 1992 στην ηλικία των 71 ετών.

Άλλες δραστηριότητες

Λογοτεχνικά έργα

Ο Ρέι δημιούργησε 2 δημοφιλείς χαρακτήρες στην ινδική παιδική λογοτεχνία, τον Φελούντα, ένα ντετέκτιβ, και τον Καθηγητή Σονκού, έναν επιστήμονα, με το ζευγάρι των χαρακτήρων να είναι κατά τα πρότυπα του Σέρλοκ Χόλμς και Ντόκτορ Ουάτσον της δυτικής λογοτεχνίας του Άρθουρ Κόναν Ντόυλ. Έγραψε επίσης μια σειρά από παιδικά ποιήματα και χιουμοριστικές ιστορίες στη Βεγγαλική γλώσσα, καθώς και μια μετάφραση του Jabberwocky του Άγγλου συγγραφέας Λιούις Κάρολ.

Ανάμεσα στα άλλα έργα του ήταν και οι σύντομες ιστορίες μυστηρίου, οι οποίες περιείχαν στοιχεία τα οποία δεν είχε αποτυπώσει στο κινηματογραφικό του έργο, όπως η ενασχόληση με το μακάβριο και το σασπένς.

Δημιούργησε και αρκετά άλλα συγγράματα όπως την αυτοβιογραφία των παιδικών του χρόνων με τίτλο Jakhan Choto Chilam (1982, Κατά την παιδική μου ηλικία), απομνημονεύματα για την δημιουργία της τριλογίας του Άπου, καθώς και διάφορα δοκίμια και εκθέσεις σχετικά με τον κινηματογράφο και την κριτική ταινιών, στα οποία ασχολήθηκε τόσο με τον Ινδικό κινηματογράφο όσο και με τις ταινίες του Χόλυγουντ, τον Ιταλικό νεορεαλισμό και την γενικότερη κινηματογραφική τέχνη.

Καλλιγραφία

Ο Ρέι ασχολήθηκε επίσης και με την καλλιγραφία δημιουργώντας 4 γραμματοσειρές για το λατινικό αλφάβητο με τις ονομασίες Ray Roman, Ray Bizarre, Daphnis, και Holiday Script, πέρα από πλήθος άλλων γραμματοσειρών για το Βεγγαλικό αλφάβητο. Οι γραμματοσειρές Ray Roman και Ray Bizarre τιμήθηκαν με βραβείο σε διεθνή διαγωνισμό το 1971.Παράλληλα εξακολουθούσε να παράγει γραφιστικό έργο καθώς εικονογραφούσε όλα τα βιβλία του αλλά και τις θεατρικές αφίσες των ταινιών του με δικές του δημιουργίες, ενώ σχεδίασε και αναπαραστάσεις εξώφυλλων και για τα βιβλία άλλων συγγραφέων, με το δικό του ιδιόμορφο ύφος.

Επιρροή

Το έργο του Ρέι έχει περιγραφεί ως γεμάτο ανθρωπισμό και παγκοσμιότητα, συνοδεύομενο από μια απλότητα πίσω από την οποία υπάρχει μια βαθιά πολυπλοκότητα. Ο Ιάπωνας σκηνοθέτης Ακίρα Κουροσάβα ανέφερε πως το να μην έχει παρακολουθήσει κάποιος τον κινηματογράφο του Ρέι είναι ως σαν να μην έχει δει τον Ήλιο ή τη Σελήνη, ενώ ο Μάρτιν Σκορτσέζε τον συνέκρινε με τους άλλους μεγάλους σκηνοθέτες του διεθνούς κινηματογράφου όπως οι Ίγνκμαρ Μπέργκμαν, Ακίρα Κουροσάβα και Φεντερίκο Φελίνι. Ο Ρέι είναι πολιτιστικό σύμβολο της Ινδίας και της Βεγγάλης διεθνώς, ενώ μετά τον θάνατο του η πόλη της Καλκούτας κύρηξε γενικό πένθος, με εκατοντάδες χιλιάδες θαυμαστών του Ρέι να επισκεπτόνται το σπίτι του Ρέι για να αποτίσουν φόρο τιμής. Η επιρροή του στον Ινδικό κινηματογράφο ήταν μνημειώδης ως προς την τεχνική και αισθητική που εισήγαγε, όπως και στον διεθνή κινηματογράφο με σκηνοθέτες όπως ο Μάρτιν Σκορτσέζε, Φράνσις Φορντ Κόπολα, Ηλία Καζάν, Φρανσουά Τρυφώ, Ουές Άντερσον, Ντάνι Μπόιλ και πολλοί άλλοι επηρεάστηκαν από το έργο του.

Πολλά μετέπειτα λογοτεχνικά έργα εμπνεύστηκαν από τον Ρέι και το έργο του, όπως το Χέρτσογκ του Σολ Μπέλοου ή το Ο Χαρούν και η θάλασσα των παραμυθιών του Σαλμάν Ρούσντι, καθώς και διασκευές των ιστοριών του σε ταινίες και τηλεοπτικές εκπομπές.

Κριτική

Η κριτική που του ασκήθηκε επικεντρώθηκε στο ότι η εξέλιξη της πλοκής στις ταινίες του ήταν πάρα πολύ αργή, το μήνυμα απλοϊκό, και μη σύγχρονο, και πως δεν κατάφερε να εισάγει νέες τεχνικές έκφρασης όπως έκαναν άλλοι σκηνοθέτες του διεθνούς κινηματογράφου. Ωστόσο ακόμα και οι κριτικοί αναγνώρισαν πως ο Ρέι είχε την ικανότητα να μεταφέρει το πνεύμα της Ινδικής κουλτούρας με όλες τις ιδιοσυγκρασίες του στην οθόνη. Επιπλέον κριτική που του ασκήθηκε ήταν πως ωραιοποιούσε την φτώχεια, έκανε διαλογή ηθοποιών οι οποίοι δεν ήταν πραγματικά φτωχοί, και πως εξήγαγε την φτώχεια αντί οι ταινίες του να αναδεικνύουν την σύγχρονη Ινδία.

Διακρίσεις

Ο Ρέι έλαβε πολλά βραβεία και διακρίσεις κατά την σταδιοδρομία του στον κινηματογράφο, ενδεικτικά αυτά συμπεριλαμβάνουν:

32 εθνικά βραβεία κινηματογράφου της Ινδίας,

τιμητική βράβευση στο διεθνές φεστιβάλ κινηματογράφου της Μόσχας το 1979,

2 βραβεύσεις για καλύτερη σκηνοθεσία στο διεθνές φεστιβάλ κινηματογράφου του Βερολίνου μαζί με πλήθος υποψηφιοτήτων,

βραβεύσεις στο διεθνές φεστιβάλ κινηματογράφου της Βενετίας για το Ο Ανίκητος το 1956 και τιμητική βράβευση το 1982.

Τιμητική βράβευση στο διεθνές φεστιβάλ κινηματογράφου των Καννών το 1982.

Τιμητικό διδακτορικό από το πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

Βραβεύσεις από τον πρόεδρο της Γαλλίας το 1985 και το 1987 στις οποίες περιλαμβάνονταν και αυτή της Λεγεώνας της Τιμής.

Βραβεύσεις από την κυβέρνηση της Ινδίας το 1965, ενώ το 1992 έλαβε το βραβείο Μπχάρατ Ρατνά (D/R) το οποίο αποτελεί την υψηλότερη τιμητική διάκριση της χώρας.

Τιμητική βράβευση Όσκαρ το 1992 για το σύνολο του έργου του.

Τιμητική βράβευση στο διεθνές φεστιβάλ κινηματογράφου του Σαν Ντιέγκο το 1992, λίγο μετά τον θάνατο του.

Κατά τις δεκαετίες μετά τον θάνατο του ο Ρέι συνέχισε να συγκαταλέγεται στους κορυφαίους σκηνοθέτες όλων των εποχών, στις διάφορες κατατάξεις περιοδικών και εκπομπών με ενασχόληση τον διεθνή κινηματογράφο.

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s