Μια Πόλη Δίπλα στη Θάλασσα Manchester by the Sea (2016) σκηνοθεσία Κένεθ Λόνεργκαν | αναλυτική παρουσίαση, trailer, η γνώμη των κριτικών, κριτικές

Συνοπτική κριτική (Αθηνόραμα, Χρήστος Μήτσης, 3/5)

Όσκαρ πρωτότυπου σεναρίου και α΄ αντρικού ρόλου για ένα καλογραμμένο, καλοπαιγμένο αν και άνισο στην εκβιαστική προσπάθειά του να συγκινήσει δράμα πάνω στην απώλεια, στο πένθος και στα τραύματα του παρελθόντος.

ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΣΤΟ ΣΙΝΕΜΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΣ 2017
ΣΤΟ ΔΗΜΟ ΖΩΓΡΑΦΟΥ Από 1/4/2017 έως 7/5/2017 Αλέκα-Τέχνη Πόλης

 

Αdobe Premiere – Σεμινάριο Μοντάζ:
Επεξεργασία Κινούμενης Εικόνας σε νέα τιμή έκπληξη

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ

Βραβεία – Διακρίσεις

National Board of Review: Βραβεία Καλύτερης Ταινίας, Καλύτερου Σεναρίου & Ερμηνείας για τον Casey Affleck –

New York Film Critics Circle: Βραβεία Α Ανδρικού Ρόλου για τον Casey Affleck, Β Γυναικείου Ρόλου για την Michelle Williams & Καλύτερου Πρωτότυπου Σεναρίου

Χρυσές Σφαίρες: Υποψήφια για Καλύτερη Ταινία, Σκηνοθεσία, Σενάριο, Ερμηνείας Α’ Ανδρικού ρόλου για τον Casey Affleck και Β’ Γυναικείου ρόλου για την Michelle Williams

Αρχικά την ταινία θα την σκηνοθετούσε ο Ματ Ντέιμον. Τελικά όμως τη γύρισε ο Κένεθ Λόνεργκαν, που έγραψε και το σενάριό της. Η ταινία έκανε την πρεμιέρα της στο περσινό φεστιβάλ Σάντανς και τώρα είχε την επίσημη πρεμιέρα της στο Λος Άντζελες:

Η ιδέα για αυτή την ιστορία προέκυψε από τον Ματ Ντέιμον και τον Τζον Κραζίνσκι. Μου την εξέφρασαν και με ρώτησαν αν μπορούσα να γράψω το σενάριο. Μου άρεσε πολύ και ξεκίνησα να το κάνω. Τελικά ο Ματ δεν μπόρεσε να σκηνοθετήσει το φιλμ και ο Τζον ασχολήθηκε με άλλα πράγματα.

Έτσι ανέλαβα να κάνω και την σκηνοθεσία επισημαίνει ο Κένεθ Λόνεργκαν.

Ο Ματ Ντέιμον έμεινε ως συμπαραγωγός. Η Μισέλ Γουίλιαμς ερμηνεύει την εν διαστάσει σύζυγο του νεκρού αδελφού. Εξηγεί τι της άρεσε σ’ αυτή την ιστορία:

Η αυθεντικότητα της ιστορίας και η ανύψωση που αισθάνεσαι. Ο Κένεθ επιτυγχάνει να φαίνονται τα πάντα φυσικά και συνηθισμένα. Και στη συνέχεια, τολμώ να πω, ότι καταφέρνει από αυτά να δημιουργήσει μια πνευματική εμπειρία.

Τι άρεσε στον Κέισι Άφλεκ;

Όταν είδα για πρώτη φορά την ταινία στο Σάντανς, εξεπλάγην από το πόσο συχνά γελούσαν οι θεατές. Ανάμεσα στα γέλια, άκουγα τον κόσμο να κλαίει. Μου αρέσει πολύ αυτό.

Ο νεαρός Λούκας Χέντζες είχε ως πρότυπό του τον Κέιζι Άφλεκ:

Τον σέβομαι τόσο πολύ. Σέβομαι όλες τις αποφάσεις που έχει πάρει στην καριέρα του. Είναι ένα καταπληκτικό, λαμπρό πρότυπο για το πώς μπορούμε να έχουμε επαγγελματικές διαδρομές με νόημα και για το πώς να κάνουμε τις σωστές επιλογές.

Οι ερμηνείες και των τριών πρωταγωνιστών έχουν επαινεθεί ιδιαίτερα, ενώ η ταινία έχει λάβει εξαιρετικές κριτικές.

ΑΝΑΛΥΤΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ Από Χρήστο Μήτση – 16/02/2017

Έξι βασικές οσκαρικές υποψηφιότητες και Χρυσή Σφαίρα αντρικής ερμηνείας για ένα καλογραμμένο, καλοπαιγμένο αν και άνισο στην εκβιαστική προσπάθειά του να συγκινήσει δράμα πάνω στην απώλεια, στο πένθος και στα τραύματα του παρελθόντος.

Πολυβραβευμένος και συνολικά υποψήφιος για τέσσερα Όσκαρ, ο Νεοϋορκέζος Κένεθ Λόνεργκαν ήρθε στο σινεμά από το θέατρο, απ’ όπου ξεκίνησε πριν από δύο δεκαετίες ως συγγραφέας. Σεναριογράφος που μπορούσε να περάσει άνετα από την ευρηματική κωμωδία («Ανάλυσέ το» ) στο ιστορικό δράμα («Οι Συμμορίες της Νέας Υόρκης» ), ξεχώρισε από το ανεξάρτητο σκηνοθετικό ντεμπούτο του «Στηρίξου Πάνω μου» (2000 ), ενώ το «Margaret» (2011 ) πέρασε μάλλον απαρατήρητο, εδραίωσε όμως μια πολύ καλή συνεργασία με τον πρωταγωνιστή Ματ Ντέιμον, για τον οποίο ο Λόνεργκαν έγραψε το «Μια Πόλη Δίπλα στη Θάλασσα».

Άλλες­ υποχρεώσεις ανάγκασαν τελικά τον σταρ να περιοριστεί σε ρόλο παραγωγού (κερδίζοντας μία οσκαρική υποψηφιότητα ) και άνοιξαν το δρόμο στον Κέισι Άφλεκ, η ερμηνεία του οποίου κάνει αυτό το άνισο δράμα χαρακτήρων να ξεχωρίζει από τη φετινή ανεξάρτητη παραγωγή και να φτάνει μέχρι τη Χρυσή Σφαίρα α΄ αντρικού ρόλου και τις έξι οσκαρικές υποψηφιότητες. Ο Άφλεκ υποδύεται τον μοναχικό­ Λι, ο οποίος σοκάρεται από τον ξαφνικό θάνατο του αδερφού του και δυσκολεύεται να διαχειριστεί την επιθυμία του τελευταίου να αναλάβει την κηδεμονία του έφηβου ανιψιού του. Πρόκειται για ένα λιτό στην πλοκή του σενάριο, στηριγμένο στη σχέση δύο αταίριαστων χαρακτήρων, οι οποίοι καταλαβαίνουν πως, για να συμβιώσουν, πρέπει να κάνει ο ένας χώρο για τον άλλον.

Γεγονός που έχουμε ξαναδεί πολλές φορές ως κινηματογραφική άσκηση οικογενειακής ισορροπίας, την οποία ο Λόνεργκαν εκτελεί με απέριττη ειλικρίνεια, καθαρή από τις περισσότερες χολιγουντιανές ευκολίες και τα συνήθη μελοδραματικά στιλιζαρίσματα. Τις περισσότερες, αλλά όχι όλες. Είναι εντυπωσιακές η φυσικότητα των διαλόγων και η καθαρότητα των αντιφατικών συναισθημάτων που πλημμυρίζουν τους ήρωες, με τον εκπληκτικό στην κάθε ανάσα και στο κάθε βλέμμα Κέισι Άφλεκ (προσέξτε πώς προσπαθεί να «τακτοποιήσει» τα χέρια του στη σκηνή του νεκροτομείου ) να γίνεται ένας αξέχαστα αμήχανος Λι, τραυματισμένος κι ενοχικός, εσωστρεφής, κυκλοθυμικός και βαθιά συγκινητικός.

Αυτό που όμως εμποδίζει το φιλμ του Λόνεργκαν να ολοκληρωθεί ως εξίσου καθαρτήρια, πικρή και θαρραλέα ελεγεία πάνω στην απώλεια και στο πένθος είναι η αδυναμία του να κρατήσει τη δραματική ένταση σε ενιαίο τόνο, εκείνον ενός λιγοστών ντεσιμπέλ μα υψηλών συναισθημάτων αφηγηματικού μινόρε. Έτσι, ενώ από τη μία πλευρά η τραγωδία που ζωγραφίζεται στα πρόσωπα και κρύβεται πίσω από τους καθημερινούς διαλόγους των απλών ανθρώπων του Μάντσεστερ είναι σπαραξικάρδια, όταν συνοδεύεται από slow motion, θλιμμένες πόζες και το «Adagio» του Αλμπινόνι μοιάζει πομπώδης, εκβιαστική κι εντελώς περιττή. Ένα σύμπτωμα συχνό για το αμερικανικό σινεμά, καθρέφτη μιας κοινωνίας που μπορεί να κρύβει καλά τις αντιφάσεις της την ίδια στιγμή που τις δείχνει σε όλο τον κόσμο με το δάχτυλο.

ΗΠΑ. 2016. Διάρκεια: 137΄. Διανομή: FEELGOOD ENT.

ΚΡΙΤΙΚΗ 09 FEB 2017

3,5/5

To απέριττα συγκινητικό αλλά και ταυτόχρονα αστείο με τους δικούς του όρους φιλμ του Κένεθ Λόνεργκαν – υποψήφιο για έξι Οσκαρ, φαβορί για το Οσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου για τον Κέισι Αφλεκ και το Οσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου.

Ο Κένεθ Λόνεργκαν κάνει ταινίες για τους ανθρώπους και το χώρο που καταλαμβάνει η μοναξιά τους.

Στο «You Can Count on Me» του 2000 αυτός ο χώρος είναι η απόσταση που χωρίζει δύο αδέλφια, τα τετραγωνικά που θα τα αναγκάσουν να συνυπάρξουν κερδίζοντας το χαμένο χρόνο της σχέσης του και αυτά που θα τα αναγκάσουν να συμφιλιωθούν με το γεγονός ότι μπορούν να βασίζονται ο ένας στον άλλον, ακόμη και όταν δεν μπορούν να είναι μαζί.

Στο «Margaret» του 2011 ο χώρος αυτός είναι το απέραντο κενό της ενηλικίωσης, μια αχανής περιοχή στη οποία μοιάζουν να στοιβάζονται οι ενοχές, το ψέμα, η έμφυτη διάθεση να πληγώσεις τον άλλον για να μπορέσει να σε αγαπήσει, η ανάγκη να βρεις κάποιον στον οποίο μπορείς να στηριχθείς, κλείνοντας για λίγο απέξω κάθε περιττή ανθρώπινη φωνή – για να θυμηθεί κανείς τον υπέροχο σχεδιασμό ήχου του director’s cut που δεν είδαν ποτέ οι κινηματογράφοι στην πιο άτυχη στιγμή της σκηνοθετικής καριέρας του Κένεθ Λόνεργκαν.

Στο «Μια Πόλη Δίπλα στη Θάλασσα» ο χώρος βρίσκεται ήδη στον τίτλο της ταινίας, μόνο που η μοναξιά του Λι είναι μεγαλύτερη και από τη φιλόξενη θάλασσα που μοιάζει να δηλώνει με κάθε τρόπο την αντίθεσή της στον βαρύ χειμώνα της Μασαχουσέτης.

Αποκομμένος από το μέρος όπου γεννήθηκε, μεγάλωσε και έζησε τις μοναδικές στιγμές της ευτυχίας του, ο Λι ζει μόνος του υπομένοντας με ευλαβική διάθεση αυτοτιμωρίας τη ρουτίνα της καθημερινότητας ενός επιστάτη πολυκατοικιών που τα κάνει όλα. Οι μικρές εκρήξεις βίας που διακόπτουν την κατά τα άλλα σχεδόν αθόρυβη ύπαρξή του προδίδουν κάτι που έρχεται από το παρελθόν, αλλά και κάτι που μοιάζει τόσο βαθιά κρυμμένο που σχεδόν ξεχνάς ότι έχει κάποτε υπάρξει.

Ενα τηλεφώνημα θα διακόψει το σχεδόν άχρονο παρόν του, θα τον επαναφέρει στο σήμερα, στην πραγματικότητα και μαζί στο Μαντσεστερ του Εσεξ, εκεί όπου θα πρέπει να έρθει αντιμέτωπος με όλα αυτά από τα οποία έχει ξεφύγει – και κυρίως τον ίδιο του τον εαυτό. Η επιθυμία του νεκρού αδερφού του να είναι αυτός ο κηδεμόνας του έφηβου γιού του θα είναι μόνο ένα από τα παιχνίδια μιας κοσμικής μοίρας που τον σηκώνει από τον πάγκο για να γίνει ο βασικός παίχτης σε ένα παιχνίδι που αρνείται να μάθει τους κανόνες του.

Δεν είναι τυχαίο πως σε μια την ίσως πιο σπαρακτική – από τις στιγμές που ο Λι μένει έκπληκτος με όλο αυτό που του συμβαίνει, επαναλαμβάνει με πραγματική απορία σχεδόν προς τον θεατή, τον εαυτό του, το σύμπαν: «Υποτίθεται ότι εγώ θα ήμουν ο αναπληρωματικός». Και καθώς το ξεστομίζει κάνει το πρώτο μεγάλο βήμα προς τη δική του ενηλικίωση, διδάσκοντας ταυτόχρονα τον ανηψιό του, Πάτρικ, να μάθει να στηρίζεται πριν από οποιονδήποτε στον εαυτό του.

Στον κοινό χώρο που θα δημιουργήσουν οι δύο «έφηβοι», ο καθένας θα κάνει τη δική του διαδρομή. Ο Πάτρικ θα πενθήσει το θάνατο του πατέρα του πέφτοντας στη φωτιά της σεξουαλικής του αφύπνισης και ο Λι θα κάνει μια δεύτερη προσπάθεια να ζήσει σαν ένας κανονικός άνθρωπος. Θα καταλήξουν στο ίδιο σημείο αυτό της συμφιλίωσης ο ένας με τον άλλον και οι δυό με το υπόλοιπο της ζωής τους, αλλά θα φτάσουν εκεί ο πρώτος έχοντας το δικαίωμα να κάνει λάθη και ο δεύτερος έχοντας στερήσει από τον εαυτό του αυτήν την πολυτέλεια.

Υπάρχουν πολλά πράγματα να επαινέσεις στο σενάριο και τη σκηνοθεσία του Κένεθ Λόνεργκαν: το λειτουργικό πισωγύρισμα στο χρόνο, τον τρόπο που αποκαλύπτεται χωρίς καμία διάθεση μελοδραματισμού το τραγικό παρελθόν του Λι, οι μικρές κωμικές εξάρσεις που αν και αναπάντεχες μοιάζουν ταυτόχρονα τόσο οικείες όσο το γέλιο που μοιάζει να έρχεται από το πουθενά σε μια αμήχανη δυσάρεστη στιγμή, τη ριψοκίνδυνη διεύθυνση των ηθοποιών που από την απόλυτη σιωπή περνούν άξαφνα σε έναν αποστομωτικό εξπρεσιονισμό με αποκορύφωμα τη μεγάλη σκηνή της Μισέλ Γουίλιαμς προς το τέλος και ειδικά την οδηγία προς τον Κέισι Αφλεκ να είναι ο εσωστρεφής κοινωνικά απροσάρμοστος ήρωας που αγαπήσαμε, εδώ στην πιο διάφανη και ανθρώπινη εκδοχή του.

Αυτό ομως που μοιάζει να μετατρέπει μια όχι και τόσο πρωτότυπη ιστορία σε ένα άξιο να μνημονεύεται για την πρωτοτυπία του φιλμ είναι η σαφής διάθεση του Κένεθ Λόνεργκαν αυτή η ταινία να είναι ένα δράμα που μιλάει για το πένθος, τις τραγωδίες που επισκέπτονται πάντα χωρίς προειδοποίηση τους ανθρώπους και όλα όσα απομακρύνουν τους ανθρώπους από τον εαυτό τους και αυτό να το κάνει με τους δικούς του όρους. Αυτούς που φλερτάρουν σχεδόν βασανιστικά αλλά δεν ενδίδουν ποτέ στο φτηνό μελόδραμα, αυτούς που αρνούνται να κάνουν αυτήν την ιστορία να μοιάζει πιο βαρυσήμαντη απ’ όσο είναι, αυτούς που οδηγούν σε ένα happy end που φαινομενικά δεν μοιάζει με τέτοιο αλλά που τελικά είναι ακριβώς όπως συνέβη και στις δύο προηγούμενες ταινίες του σκηνοθέτη.

Τους ίδιους όρους που τελικά οδηγούν τον Λι να επιτρέψει στη μοναξιά του να πιάσει όλο το χώρο της μέχρι σήμερα ζωής του, να φτάσει μέχρι πίσω στο χρόνο και πέρα πιο μακριά και από τη θάλασσα του Μάντσεστερ όχι από πείσμα ή από απαίσιοδοξία πως μερικές τραγωδίες δεν ολοκληρώνονται με κάθαρση, αλλά γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος να γίνει ο… βασικός ενός παιχνιδιού που τουλάχιστον από δω και πέρα θα ορίζει ο ίδιος.

http://flix.gr/

KΡITIKH Μια Πόλη Δίπλα στη Θάλασσα

Μελετώντας προσεκτικά τις πεζές στιγμές της καθημερινότητας που συνθέτουν τις ζωές των χαρακτήρων του, ο σκηνοθέτης Κένεθ Λόνεργκαν συνθέτει σιωπηλά και σε μόνιμη ελάσσονα κλίμακα μια σπαραξικάρδια ιστορία αγάπης και μετάνοιας που ψιθυρίζει το μοναχικό της τραγούδι για την οδυνηρή και ανεπανόρθωτη αδικία της ζωής.

Από τον Πάνο Αχτσιόγλου

Με την νέα του ταινία ο σκηνοθέτης, σεναριογράφος και θεατρικός συγγραφέας Κένεθ Λόνεργκαν έρχεται πια να επιβεβαιώσει την ξεχωριστή κινηματογραφική του ιδιοσυγκρασία, δίνοντας δείγματα γραφής που τον εντάσσουν σε μια διαφορετική καλλιτεχνική συνθήκη, πέρα από αυτήν ενός παροδικά επιδέξιου ταλέντου. Μετά από τη δεύτερη σκηνοθετική δουλειά του, το ταλαιπωρημένο από μια μακροχρόνια μεταπαραγωγική διαδικασία «Μάργκαρετ» που ξεκίνησε μόλις το 2005 αλλά βγήκε στις αίθουσες το 2012 και πέρασε απαρατήρητο από το κοινό (παρότι αγαπήθηκε σχεδόν καθολικά από τους κριτικούς), ο υποψήφιος για Βραβείο Πούλιτζερ δημιουργός παραδίδει ένα αγέλαστο και παγωμένο δράμα που εκτυλίσσεται σε έναν αληθινό κόσμο και δεν αφήνει περιθώρια απόδρασης από την πραγματικότητα. Ή μάλλον σωστότερα, η οποιαδήποτε προσπάθεια απόδρασης οδηγεί προδιαγεγραμμένα σε κάτι χειρότερο. Αφηγούμενος μια αδιανόητα τραγική ιστορία όσο πιο διακριτικά θα μπορούσε κάνεις να σκεφτεί -χωρίς μεγάλες εξάρσεις και κορυφώσεις- και εξετάζοντας παράλληλα την ψυχολογική σφοδρότητα κάποιων γεγονότων που δεν μπορούν παρά να μείνουν αξεπέραστα, αποπειράται να αναπαραστήσει με αντισυμβατικούς κινηματογραφικούς όρους κάτι αόριστο και από τη φύση του δύσκολα απεικονίσιμο: το απόλυτο συναισθηματικό κενό.

Ο σκηνοθέτης επιλέγει τον Κέισι Άφλεκ στον πρωταγωνιστικό ρόλο της ταινίας του και αυτός του χαρίζει χωρίς καμιά αμφιβολία την καλύτερη ερμηνεία της (ξεχωριστής) καριέρας του, αλλά ταυτόχρονα και την πιο συγκλονιστική της χρονιάς. Ενσαρκώνει τον Λι Τσάντλερ, έναν επιστάτη στο Κουίνσι της Μασαχουσέτης ο οποίος, φέρνοντάς τα πέρα δύσκολα, καταφέρνει να ζει την κάθε του μέρα με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Ύστερα από τον αιφνίδιο θάνατο του μεγαλύτερου αδερφού του Τζο (Ο «τηλεοπτικός» Κάιλ Τσάντλερ σε ό,τι καλύτερο μας έχει δείξει ως τώρα), υποχρεώνεται να επιστρέψει στη μικρή πόλη Μάντσεστερ μετά από μακροχρόνια απουσία, όπου θα οριστεί απροσδόκητα ως κηδεμόνας του εγωιστή εφήβου ανιψιού του και ταυτόχρονα θα αναγκαστεί να αντιμετωπίσει φαντάσματα του παρελθόντος.

Ο Άφλεκ, που έμοιαζε τόσο αξιοθρήνητα εύθραυστος στη «Η Δολοφονία του Τζέσε Τζέιμς από το Δειλό Ρόμπερτ Φορντ» του Άντριου Ντόμινικ, συλλαμβάνει στο σχεδόν ανέκφραστο βλέμμα του Λι τη μοναξιά και το συναισθηματικό αδιέξοδο, το οποίο μεταφράζεται μόνο σε παροδικές εκρήξεις αναίτιου και μανιασμένου θυμού. Ο Λόνεργκαν κινηματογραφεί την απόγνωση του κεντρικού του ήρωα όχι στα μάτια αλλά σε κάθε του κίνηση, η οποία ασυνείδητα καθρεφτίζει έναν ωκεανό πόνου κάτω από τη φαινομενική αμηχανία και αποστασιοποίηση. Μια σιωπηρή κραυγή ενός τσακισμένου ανθρώπου, που η ίδια η ζωή τον μετέτρεψε σε “αναπληρωματικό”. Η ραγισμένη φιγούρα του πλαισιώνεται από ένα υποδειγματικό υποστηρικτικό καστ (αν και η Μισέλ Γουίλιαμς στο ρόλο της πρώην γυναίκας του Λι μοιάζει αδίκως να υποχρησιμοποιείται) που μοιάζει να περιστρέφεται σε τροχιές γύρω από τον βασικό χαρακτήρα. Όλοι τους αναπόφευκτα συνδεδεμένοι με το ειδικό βάρος που κρύβουν όλοι εκείνοι οι ανθρώπινοι δεσμοί που συσχετίζονται άμεσα με μια αδιανόητη τραγωδία και μια αβάσταχτη απώλεια.

Το χαμηλών τόνων σενάριο χτίζεται βασισμένο σε ένα κλασικό αφηγηματικό εξάρτημα, το οποίο εντούτοις εμφανίζεται τόσο εκλεπτυσμένα δομημένο που δίνει την αίσθηση ότι το βλέπεις έτσι για πρώτη φορά. Μέσα από διακριτικά -πολλές φορές και βουβά- φλας μπακ, τα σημαντικότερα γεγονότα του παρελθόντος αναπαρίστανται απλά όπως έχουν συμβεί, απογυμνωμένα από οποιαδήποτε περιττή δραματοποίηση, με τα σταθερά καδραρίσματα των άδειων προσώπων (πιο διάφανα ακόμη και από το παγωμένο μικρό ψαροχώρι που δεν σταματά να μαστιγώνει ο βόρειος άνεμος) να σε κάνουν να φαντάζεσαι πολύ περισσότερα από αυτά που βλέπεις μπροστά σου. Εκτός αυτού όμως, εισάγοντας παράλληλα μικρά και ανακουφιστικά κωμικά στοιχεία, προσφέρουν ένα μοναδικό κοντράστ χαρακτήρα, παρουσιάζοντας μια άλλη, πιο υποκειμενική εικόνα του Λι, ενός ανθρώπου αφοσιωμένου και παιδικά τρυφερού, αγγίζοντας ίσως και τα όρια της αναξιοπιστίας. Σταδιακά οι γραμμές της διπλής αφηγηματικής κατασκευής αρχίζουν να συγκλίνουν, επικαλύπτοντας τις φριχτές αποκαλύψεις του παρελθόντος με σκηνές αδυσώπητης αυτοκατηγορίας, πνευματικού μαρτυρίου και αποστροφής προς τον ίδιο τον εαυτό, με φόντο το διαρκώς γκρίζο καμβά της επαρχιακής πόλης που μοιάζει να δίνει την τελική μαχαιριά στην ισοπεδωμένη ψυχή του ήρωα. Η δε μονταρισμένη σεκάνς που τελικά αποκαλύπτει την αιτία του κακού, μέσα από μια σειρά επαναλαμβανόμενων πράξεων που αποκτούν σιγά σιγά όλο και περισσότερο νόημα, στοιχειώνεται κυρίως από τη μουσική της επένδυση (με το Αντάτζιο για έγχορδα σε σολ μινόρε να φαντάζει κλισέ αλλά τελικά να μην αποδεικνύεται τέτοιο) αφού η κινηματογράφηση δίνει την εντύπωση να στρέφει εσκεμμένα το βλέμμα της αλλού, λυγισμένη θαρρείς από την οδύνη των στιγμών.

Συνοψίζοντας, η «Πόλη δίπλα στη θάλασσα» είναι ένα φιλμ που σε κανένα του σημείο δεν αφήνει να αναπνεύσεις ελεύθερα, παρότι οι εικόνες του συντίθενται (αντιφατικά θαρρείς) με πολύ μεγάλο εστιακό βάθος. Σκιαγραφώντας έμμεσα μια ανυπολόγιστη τραγωδία, που από μόνη της ως γεγονός είναι ικανή να προκαλέσει αλυσιδωτά άλλες μικρές τραγωδίες στον απόηχό της, ψάχνει διακριτικά τη λύτρωση από τον βαθιά προσωπικό πόνο μέσω μιας επώδυνης και βασανιστικής διαδικασίας επούλωσης του τραύματος. Το αντίτιμο βέβαια είναι τεράστιο, και αυτό φαίνεται να το γνωρίζει και το φιλμ και ο πρωταγωνιστής του. Αυτό μοιάζει και να αποτελεί το νοηματικό συμπέρασμα το οποίο μετατρέπει το δημιούργημα του Κένεθ Λόνεργκαν σε μια σπουδαία κινηματογραφική εμπειρία και ταυτόχρονα σε μια σπαρακτικά χαμένη μάχη. Μια κάθαρση που αργεί να έρθει, σε μια ζωή χωρίς κανέναν αφηγηματικό επίλογο.

http://www.cinemag.gr/

ΚΡΙΤΙΚΗ

Ο Λι επιστρέφει στη μικρή πόλη όπου γεννήθηκε με αφορμή τον θάνατο του αδελφού του, καθώς πρέπει να αναλάβει την κηδεμονία του ανήλικου και ορφανού πλέον ανιψιού του. Εκεί θα έρθει αντιμέτωπος με την αποξενωμένη γυναίκα του και όλες τις ανοιχτές υποθέσεις του παρελθόντος.

Από τον ΘΟΔΩΡΗ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟ 4/5

Κένεθ Λόνεργκαν, ένας εξαιρετικός σεναριογράφος που σκηνοθέτησε το You can count on me, γίνεται ένας εξίσου πλήρης σκηνοθέτης, πάντα σε δικό του σενάριο, με το Μια πόλη δίπλα στη θάλασσα, μια ακόμη τραγωδία, που, όπως και το ντεμπούτο του το 2000, πραγματεύεται τη σύνδεση με το επώδυνο παρελθόν και τις δύσκολες οικογενειακές σχέσεις ανθρώπων που πασχίζουν να ξεπεράσουν ανυπέρβλητες απώλειες. Η πόλη δίπλα στη θάλασσα είναι το Μάντσεστερ της Μασαχουσέτης και ο ισόβια ραγισμένος πρωταγωνιστής είναι ο Λι Τσάντλερ, ένας λακωνικός, σβησμένος θυρωρός στο Κουίνσι, λίγο έξω από τη Βοστώνη, που φαίνεται να κουβαλάει ένα ανείπωτο κακό, ένα άχθος που δεν προθυμοποιείται να μοιραστεί με κανέναν. Ο θάνατος του αδελφού του αναγκαστικά τον φέρνει στη γενέτειρά του και ελλείψει μητέρας, ο ανιψιός του, ο Πάτρικ, μένει ουσιαστικά ορφανός. Τον λόγο που ο Λι πανικοβάλλεται όταν βλέπει πως δεν υπάρχει άλλη λύση παρά να αναλάβει εκείνος την κηδεμονία του Πάτρικ τον μαθαίνουμε με σταδιακές αναδρομές, αποσπασματικές, αλλά εύγλωττες, σαν κομμάτια και θρύψαλα μιας ζωής που κόπηκε απότομα και άφησε μια βαθιά χαραγματιά στην ψυχή του Λι. Γνωρίζουμε τη γυναίκα του, τα τρία του παιδιά, για ποιον λόγο είναι μόνος, ταυτόχρονα και τη σχέση του με τον αδελφό του και τον Πάτρικ, με τον οποίο τα πήγαιναν πάντα καλά, ψάρευαν και αστειεύονταν, έπαιζαν και στήριζε ο ένας τον άλλο. Ο Πάτρικ, ένα 17χρονο αγόρι που παίζει σε μια ροκ μπάντα, «παίζει» με δύο γκόμενες, είναι μέλος της ομάδας του χόκεϊ και δεν έχει κανέναν λόγο να μετακομίσει στο Κουίνσι, όπως του προτείνει ο Λι, προβάλλει ενεργητική αντίσταση στον αντιπερισπασμό της διαφυγής. Έχει μόλις χάσει τον πατέρα του, κρατάει σχετική επαφή με την πολύ προβληματική μητέρα, αλλά δίνει ώθηση προς τα εμπρός δεν έχει άλλη επιλογή από το να ζήσει, σε πείσμα του Λι που εκρήγνυται άτσαλα και βίαια για να κρύψει τις ρωγμές ή να τις αντιμετωπίσει. Ο Λόνεργκαν έχει πιάσει εντυπωσιακά υψηλό επίπεδο στην ανάπτυξη όλων των χαρακτήρων, ακόμη και των εντελώς περιφερειακών που εμφανίζονται για μερικά δευτερόλεπτα Η ερμηνευτική σχέση του Κέισι Άφλεκ με τον Λούκας Χέτζες, που παίζει τον Πάτρικ, είναι ένα από τα μεγάλα ατού της ταινίας. Ώρες-ώρες, είναι σαν να βλέπουμε τον Μπεν Άφλεκ με τον Ματ Ντέιμον (που είναι παραγωγός της ταινίας) να τσακώνονται, όπως τα αδέλφια έχουν την άνεση να κάνουν, στη γειτονιά τους, με αυτό το χαρακτηριστικά βοστωνέζικο τράβηγμα στην προφορά. Μοιάζουν όντως με συγγενείς που ρίχνονται σε μια μάχη επικράτησης και μιλάνε ανοιχτά για τα πάντα, εκτός από τον ελέφαντα στο δωμάτιο, ο μικρός γιατί είναι έφηβος που καταλαμβάνεται από κάψα, μοναξιά, απελπισία κι εφηβική μανία μαζί, και ο μεγάλος γιατί αδυνατεί να πενθήσει ως ενήλικας και να ντιλάρει την απώλεια. Στη φλέβα των Συνηθισμένων Ανθρώπων του Ρόμπερτ Ρέντφορντ και των Μυστικών της κρεβατοκάμαρας του Τοντ Φιλντ (η αντανάκλαση του θανάτου σε ανθρώπους που καλούνται να φερθούν εντός κόσμιων προδιαγραφών και ενός παράλογου πρωτοκόλλου), ο Λόνεργκαν έχει πιάσει εντυπωσιακά υψηλό επίπεδο στην ανάπτυξη όλων των χαρακτήρων, ακόμη και των εντελώς περιφερειακών που εμφανίζονται για μερικά δευτερόλεπτα, και φυσικά της πρώην συζύγου του Λι (η Μισέλ Γουίλιαμς, υπέροχη), η οποία, σε τρεις σκηνές όλες κι όλες, διατρέχει ισάριθμες φάσεις ζωής με καθαρότητα και θάρρος, αντίθετα από τον θολό τρόμο που εκπέμπει ο άνθρωπος που δεν κατάφερε να προχωρήσει όπως και όσο αυτή. Με μια στέρεη δομή και εξαιρετική χρήση των flashbacks, ο Λόνεργκαν βρίσκει πάντα τον σωστό χρόνο να παρατηρήσει λεπτομέρειες και αντιδράσεις με την κάμερά του, τις στιγμές που δηλώνουν πως το δράμα προχωράει, ακόμη κι αν ο Λι κάνει τα πάντα για να εξουδετερώσει τους υπόλοιπους, να τους παγώσει σαν το κρύο που κυριαρχεί στο παραθαλάσσιο, κουκλίστικο χωριό που ψιθυρίζει πίσω από την πλάτη του και του θυμίζει πως, πολύ παλιά, ήταν κι αυτός κομμάτι της μικρής κοινωνίας. Με τον Λούκας Χέτζις διάφανο και αποκαλυπτικό και τη Μισέλ Γουίλιαμς συγκινητικά ευθύβολη στα συναισθήματά της, το φιλμ δικαιωματικά ανήκει στον Κέισι Άφλεκ: δεν πρόκειται για μία από εκείνες τις wow ερμηνείες, τις προφανείς, που γιορτάζουν την πιο θεατρική πλευρά του ταλέντου ενός ηθοποιού. Ωστόσο βάζω στοίχημα πως θα τον σκέφτεστε για καιρό το βλέμμα του στέκεται σαν κόμπος στον λαιμό. Ο θεατής θα αναρωτηθεί πόσο πόνο μπορεί να σηκώσει η καρδιά ενός χτυπημένου από τη μοίρα (και μάλιστα από το ίδιο του το χέρι), αν αξίζει να μείνει ζωντανός και αν αυτός είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος να διαχειριστεί μια ζωή στον αυτόματο, φορτωμένη με τη θλίψη της καθολικής κουλτούρας των τύψεων και της λύτρωσης, στην προκείμενη περίπτωση, άχαρη και άνιση. Πηγή: www.lifo.gr

ΚΡΙΤΙΚΗ FREE CINEMA

Χωρισμένος και εντελώς ακοινώνητος άνδρας θρηνεί τον χαμό του αδελφού του και ξαφνιάζεται όταν ανακαλύπτει ότι ο δεύτερος είχε αφήσει πίσω του σαφείς οδηγίες, ώστε εκείνος να αναλάβει την κηδεμονία του ανιψιού του.

του Ηλία Φραγκούλη [0,5/5]

Από όλες τις οσκαρικές ταινίες της χρονιάς, ακόμη σπαζοκεφαλιάζω για να καταλάβω γιατί το «Μια Πόλη Δίπλα στη Θάλασσα» αντιμετωπίζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο, πόσω μάλλον και ο σχετικός σεβασμός προς το πρόσωπο του σκηνοθέτη και σεναριογράφου Κένεθ Λόνεργκαν. Περισσότερο «γραφιάς» στην καριέρα του, ο Λόνεργκαν πέρασε στη σκηνοθεσία για πρώτη φορά το 2000, με το χαμηλότονο δράμα «Στηρίξου Πάνω μου», μια τυπική περίπτωση μικρού, σαντανσικού φιλμ με ψυχή, από εκείνα που βλέπεις, σου αφήνουν μια καλή γεύση και ξεχνιούνται στο βάθος του χρόνου. Ο ίδιος είχε προταθεί για Όσκαρ πρωτότυπου σεναρίου με αυτό. Εμφανίστηκε ξανά ως σκηνοθέτης ταινίας μυθοπλασίας το 2011, με τη «Margaret», δράμα και πάλι, το οποίο δεν κατόρθωσα να δω ποτέ διότι… δεν ήξερα ποιο φιλμ να παρακολουθήσω, ουσιαστικά! Ο Λόνεργκαν είχε υπογράψει με την εταιρεία Fox Searchlight για να παραδώσει την ταινία για διανομή το 2007, αλλά η διαφωνία τους για το final cut διήρκεσε τέσσερα χρόνια (!), με πληθώρα μηνύσεων και από τις δύο πλευρές, καταλήγοντας σε ένα σκέτο τσίρκο, με τέσσερις διαφορετικά μονταρισμένες εκδοχές του φιλμ. Ο ίδιος ο δημιουργός του ομολόγησε πως δεν ήταν ποτέ σίγουρος για το ποια ήταν η καλύτερη version! Άρα, γιατί να ασχοληθώ εγώ με αυτό το πράγμα;

Μετά από όλον εκείνον τον ντόρο (για τους λάθος λόγους), λοιπόν, ερχόμαστε στην περίπτωση της «Πόλης Δίπλα στη Θάλασσα». Δεν πρόκειται για το βρετανικό Μάντσεστερ, αλλά ένα μικρό ψαροχώρι στη Μασαχουσέτη της Αμερικής, ένα ανθρώπινο «πουθενά», στο οποίο η καθημερινότητα δεν έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία και οι άνθρωποι, απλά, ζουν και πεθαίνουν. Λίγο απομακρυσμένος από αυτό, πια, ο Λι (Άφλεκ) εργάζεται ως επιστάτης σε πολυκατοικία, κάνοντας κάθε τύπου μικροδουλειά, από υδραυλικά, ηλεκτρολογικά, μέχρι να πετάει και σκουπίδια ακόμη. Ζει σε ένα ημιυπόγειο δωματιάκι, πίνει διαρκώς και τσακώνεται με το παραμικρό στα bar, δεν έχει καμία άλλη διάθεση κοινωνικότητας ή ανθρώπους κοντά του, με μια φράση (που όλοι γνωρίζουμε το βαθύτερο νόημά της) «δεν έχει στον ήλιο μοίρα».

Το φιλμ δεν μας δίνει την εντύπωση ότι είχε υπάρξει και πολύ διαφορετικός στο παρελθόν, πέραν της (προφανούς) διάθεσης… για σεξ που είχε με τη σύζυγό του, εξού και τα τρία ανήλικα παιδιά. Δεν εμφανίζονται κάπου όλοι μαζί ως οικογένεια σήμερα, αλλά έχουμε μια πρώτη πληροφορία περί διαζυγίου. Η αφήγηση δεν είναι γραμμική. Δεν το αντιλαμβανόμαστε εξαρχής αυτό (και το μοντάζ δεν το υποστηρίζει καθόλου σωστά). Οι βασικές περίοδοι δράσης αφορούν την περίθαλψη του αδελφού του, τον θάνατό του, τη δυσκολία της απόφασης να γίνει ο Λι ο κηδεμόνας τού έφηβου πλέον ανιψιού του (με τον οποίο μοιράζεται ελάχιστα flashback ως μικρό παιδί) και την αιτία του χωρισμού του με τη Ράντι (Γουίλιαμς).

Πρέπει να περάσει τουλάχιστον η πρώτη ώρα για να έχει μια ξεκάθαρη γνώση της κατάστασης ο θεατής, που πηγαινοέρχεται διαρκώς μπρος-πίσω, ακόμη και για ασήμαντες, μικρές στιγμές της καθημερινότητας (ή και του κοντινού παρελθόντος) του Λι, και σου δίνεται η εντύπωση ότι όλο αυτό το «παιχνίδι» με τον χρόνο δεν έχει δουλευτεί με προσοχή ή κάποιο ουσιαστικό νόημα για την ιστορία. Και κάπου εδώ, έρχομαι εγώ, ο οποίος ήθελα να παρατήσω την ταινία στη μέση από εκνευρισμό για τούτο το εσκεμμένα «αποστασιοποιημένο» (για τα μάτια του κόσμου) μελόδραμα, που και έχουμε ξαναδεί πολλάκις και θεωρώ σπατάλη χρόνου (πόσω μάλλον όταν τα 137 λεπτά ενός φιλμ και σου χαλάνε τη διάθεση και σου στερούν ώρες… πραγματικής ζωής). Βασίζω τις ενστάσεις μου πρωτίστως στα «δάνεια» σεναριακής δομής και χτισίματος storyline από τον Γκιγέρμο Αριάγα, με τον οποίο ο Αλεχάντρο Γκονζάλες Ινιάριτου δημιούργησε ένα στιλ δραματουργίας αφιερωμένο στο θανατικό και την οδύνη, ξεπερνώντας τα όρια της υπερβολής (βλέπε «Babel» του 2006), τελικά. Και από μόνος του, ο Ινιάριτου εκτροχιάστηκε ακόμη χειρότερα κατόπιν, σκηνοθετώντας το «Biutiful» (2010), μια αισχρή περίπτωση ψυχολογικής «πορνογραφίας» στο σινεμά, από τις ελάχιστες περιπτώσεις που εγκατέλειψα προβολή πριν το τέλος μιας ταινίας, με αίσθηση δυσφορίας από το συγκινησιακό δούλεμα του «δημιουργού» εις βάρος μου.

Με αυτά τα άνωθεν παραδείγματα συγγενεύει το φιλμ του Λόνεργκαν, που αντί να αφηγηθεί με απλότητα ένα έτσι κι αλλιώς στερεότυπο μελοδράματος, επιλέγει το τρικ τού «σπασίματος» του χρόνου, για να φανεί μια πιο «auteur-ίστικη» ικανότητα, περιστρέφοντας τα πάντα γύρω από έναν μονίμως κατατονικό ήρωα, τον οποίο περιστοιχίζει μονάχα η απώλεια, ο πόνος και… καμία προοπτική λύτρωσης. Δεν βοηθά ούτε η παρουσία του μονοκόμματου εκφραστικά Άφλεκ, που προ ημερών είδα να παραλαμβάνει το βραβείο καλύτερης ανδρικής ερμηνείας στα BAFTA, εμφανιζόμενος ή με… κατάλοιπα από τον ρόλο του ή την υποψία ότι… αυτή είναι και η μοναδική έκφραση του ηθοποιού, εντός και εκτός γυρισμάτων! Δεν ισχύει το ίδιο με τον νεαρό Χέτζες (ο ανιψιός στο παρόν), που στήνει ένα πιο ολοκληρωμένο πορτρέτο χαρακτήρα εφηβικής απόγνωσης και δίψας για ζωή. Όσο για την ερμηνεία της Γουίλιαμς (η διαζευγμένη σύζυγος), στις ολιγόλεπτες εμφανίσεις της εδώ, κλαίει και οδύρεται με μηδαμινές ατάκες (τύπου «μου ράγισες την καρδιά»).

Ειλικρινά, με μια ιστορία ασήμαντη, με ελάχιστο βάθος ανάπτυξης σε χαρακτήρες (αν μπορείς να τους αποκαλέσεις έτσι…), με μια τόσο εξόφθαλμη υπερβολή και υπερτονισμό του δράματος, γιατί έχει φτάσει μέχρι εδώ τούτο το ασπόνδυλο πυροτέχνημα «τραγωδίας», που χρονοτριβεί άσκοπα, σκορπίζοντας και κάποια εμβόλιμα πλάνα τοπίων και φύσης (δίχως καμία λογική); Εάν σου έχει μείνει ίχνος σοβαρότητας, ως θεατής, αναζήτησε τα «Ραγισμένα Όνειρα» (2012) του Φέλιξ Φαν Χρούνινγκεν, ένα παρεμφερές ακόμη και σε θέμα έργο, συγκλονιστικής δύναμης και άψογα μελετημένου σχεδιασμού στο σενάριο, στο οποίο η δραματουργία και το μοντάζ υπηρέτησαν ένα αφηγηματικό σύνολο μεστό και πραγματικά σπαρακτικό. Αλλά εκείνη η μικρή, βέλγικη ταινία δεν σου πετούσε ένα adagio στη μούρη για κρεσέντο…

ΚΡΙΤΙΚΗ FREE CINEMA

της Κατερίνας Ανδρεάκου [4,5/5]

Σας το δηλώνω ξεκάθαρα εξαρχής: δεν πρόκειται να βρείτε εύκολα ταινία του σύγχρονου τουλάχιστον παγκόσμιου σινεμά που να αφηγείται με περισσότερη ωμή ειλικρίνεια, ρεαλισμό και πολυεπίπεδη ευκρίνεια τις συνέπειες του ψυχικού πόνου και της ανελέητης προσωπικής ενοχής στον επακόλουθο χρόνο μιας ανθρώπινης τραγωδίας. Ο χαρακτήρας του Λι είναι εκείνος που έχει χάσει τα πάντα και δεν ελπίζει πια σε τίποτα. Και, το χειρότερο, δεν θέλει να ελπίζει σε τίποτα.

Πρωτοσυναντάμε αυτό το «φάντασμα», αυτό το ανέκφραστο, σχεδόν αμίλητο ρομπότ, το φαινομενικά άδειο κουφάρι εκεί που παλιότερα υπήρχε ένας άνδρας γεμάτος ζωή, σε μια άλλη πόλη, επιστάτη ενός κτηρίου που κάνει μηχανικά τις απαραίτητες δουλειές, μέχρι το τηλεφώνημα με τα νέα για τον θάνατο του πολυαγαπημένου του μεγαλύτερου αδελφού. Ο Λι οδηγεί με σταθερό, κενό βλέμμα μέχρι το Μάντσεστερ, την κωμόπολη / ψαροχώρι της Νέας Αγγλίας στην οποία γεννήθηκε, μεγάλωσε κι έκανε τη δική του οικογένεια, ώσπου… Αυτό το «ώσπου» δεν το μαθαίνουμε παρά πολύ αργότερα στην αφήγηση, η οποία κόβει συχνά τη γραμμική ιστορία του παρόντος με flashback στο παρελθόν. Και από την αρχική οπτική περιγραφή του Λι, γνωρίζουμε ήδη καλά πως εκείνο το «ώσπου» είναι μεγάλο, και πολύ, πολύ κακό. Προς το παρόν, η αντίθεση του νεκροτομείου με τα flashback τού γοητευτικού, καλοσυνάτου μεγάλου αδελφού μας παρέχουν τις πρώτες απτές αποδείξεις πως ο Λι τελικά δεν είναι ένα ρομπότ, αλλά ένα βαθιά ανθρώπινο άτομο, με τα συναισθήματα να απειλούν να εκραγούν σαν λάβα από το στήθος του.

Στον αντίποδα, ο 16χρονος ανιψιός του, Πάτρικ, είναι ένας δραστήριος, επιτυχημένος έφηβος με υγιή αυτοπεποίθηση, αθλητής του hockey, μέλος rock μπάντας που έχει στήσει με φίλους του, και με, όχι μία, αλλά δύο φιλενάδες. Ο θάνατος του πατέρα του τού έφερε απέραντη θλίψη και η απώλεια είναι καθημερινά απτή, όμως η αισιοδοξία τού χαρακτήρα του και της ηλικίας του είναι κίνητρα που τον επαναφέρουν γρήγορα στη ρουτίνα του. Ουσιαστικά ορφανός, καθώς η μητέρα του τους εγκατέλειψε χρόνια πριν, ο Πάτρικ βρίσκεται σε ένα σπίτι με νέο, μόνιμο (;) ενήλικα πατρική φιγούρα τον παραιτημένο από τη ζωή θείο του, τον Λι. Οι συγκρούσεις είναι σύντομες μα συχνές και αναπόφευκτες, αν και η βαθιά οικογενειακή αγάπη και η αίσθηση μιας απέραντης αμοιβαίας στοργής πάντα τις υπερκαλύπτει. Σε αυτή τη δυναμική θείου ανιψιού βρίσκεται και το μεγαλύτερο μέρος του σωτήριου, ωμά διακριτικού και, κατά καιρούς, μαύρου χιούμορ που διαπερνά σαν βάλσαμο αυτό το τόσο έντονα συναισθηματικό οικογενειακό δράμα.

Υπάρχουν αληθινά τόσο πολλά να θαυμάσεις σε αυτή την ταινία του indie Αμερικανού σκηνοθέτη σεναριογράφου Κένεθ Λόνεργκαν, ο οποίος μοιάζει να ειδικεύεται στα ψυχολογικά περίπλοκα δράματα, όπως το μικρό διαμαντάκι του «Στηρίξου Πάνω μου» και το ακυκλοφόρητο στην Ελλάδα «Μargaret». Ο Λι και μόνο είναι σπάνια περίπτωση κινηματογραφικού προσώπου, και με τον Κέισι Άφλεκ στον ρόλο ανάγεται σχεδόν στο σύγχρονο καθοριστικό παράδειγμα του ενοχικά μοιρολατρικού χαρακτήρα, ανώτατος δικαστής τού ίδιου του εαυτού του που τον έχει καταδικάσει σε ισόβια αυτοτιμωρία, χωρίς καν την ελπίδα… ελπίδας για το μέλλον, προκαλώντας τον εαυτό του να επιζήσει άλλης μιας μέρας δυστυχίας, πόνου, ενοχής. Η συναισθηματική ανισορροπία του Λι, που προσομοιάζει σχεδόν σε στρατιώτη που υποφέρει από μετα-τραυματικό stress, μετασχηματίζεται στιγμιαία από κατατονία σε οργή, σε στοργή και σε ειλικρινές πατρικό ενδιαφέρον για τον νεαρό ανιψιό του. Οι αναπόφευκτες συναντήσεις του με την πρώην γυναίκα του, γενναία επιζώσα της κοινής τους παρελθοντικής τραγωδίας, αποτελούν τη χειρότερη και πιο δύσκολη δοκιμασία της αυτοτιμωρίας του.

Ο Λόνεργκαν δημιούργησε μια καθοριστική ταινία για την απώλεια, τον θρήνο, το κενό που οι αγαπημένοι αποδημήσαντες αφήνουν πίσω τους, αλλά και την πιο αισιόδοξη πλευρά τού «η ζωή αναπόφευκτα συνεχίζεται». Έχει εδώ γράψει τον πλέον μεστό, αλλά και άκρως ρεαλιστικό, καθημερινό διάλογο που αντικατοπτρίζει ιδανικά το φαινομενικά σκοτεινό και «πένθιμο», αλλά τελικά απλώς συγκλονιστικά ανθρώπινο σενάριό του, ενώ η σκηνοθετική του δουλειά τον ανάγει πια σε έναν από τους καλύτερους σκηνοθέτες ηθοποιών και χαρακτήρων, με ένα ερμηνευτικά αψεγάδιαστο καστ. Το προαναφερθέν χιούμορ δένει έξοχα με το, θαρρείς, διαμετρικά αντίθετο ελεγειακό ύφος της ταινίας, που ενισχύεται δραματουργικά από την ανάλογη κλασική (κυρίως) μουσική επένδυση, με adagios από τον Χέντελ και τον Αλμπινόνι, χωρίς ωστόσο η ταινία να γίνεται ποτέ μελοδραματική και αφόρητα δύσκολη στη θέαση, αν και κάποιες δραματουργικά έντονες σκηνές με άμεσο συναισθηματικό αντίκτυπο στον θεατή δικαιολογούν και κάνουν απολύτως κατανοητή την έκταση της απέραντης δυστυχίας του κεντρικού ήρωα.

Είναι μερικές ταινίες που αποτελούν περισσότερο συναισθηματικές εμπειρίες παρά δύο συνηθισμένες ώρες κινηματογραφικής διασκέδασης. Το «Μια Πόλη Δίπλα στη Θάλασσα» είναι μία από αυτές. Από αυτές που θα στεριώσουν για τα καλά στην ψυχή (και ελπίζω) και στην καρδιά σας και θα την κουβαλάτε μαζί σας για πολύ καιρό.

http://freecinema.gr/

Έργο τέχνης για την απώλεια και την ανάγκη συνέχισης της ζωής

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΪΜΑΚΗΣ

15.02.2017

Μια πόλη δίπλα στη θάλασσα

ΚΡΙΤΙΚΗ

Μια πόλη δίπλα στη θάλασσα

Ο Λι έχει αφήσει πίσω τη γενέτειρα του.

Τι συμβαίνει σε έναν άνθρωπο όταν η μοίρα τον επιλέγει για να τον δοκιμάσει σκληρά και άδικα; Αυτό το ερώτημα σφραγίζει τη θεματική της συγκινητικής ταινίας του Κένεθ Λόνεργκαν («You Can Count on Me», «Margaret»). Πρόκειται για ένα επώδυνο αλλά αριστουργηματικό φιλμ για την απώλεια και τη θλίψη, που αφήνει σε δεύτερο πλάνο την αφόρητη θρησκοληψία και τον ιδεολογικό κομφορμισμό της συντηρητικής αμερικανικής κοινωνίας της ανατολικής ακτής, προκειμένου να αναδείξει το πραγματικό μεγαλείο του που δεν είναι άλλο από τη συναισθηματική και ψυχολογική ωρίμανση του ήρωά του. Ενός άντρα που βρίσκεται πέρα από το καλό και το κακό, μιας μορφής που στωικά υπομένει τις δοκιμασίες του με μοναδικό κίνητρο ζωής την καθημερινή επιβίωση. Η κινηματογραφική προσέγγιση της προσωπικής τραγωδίας του Λι δίνεται ψύχραιμα και χωρίς υπερβολές. Ο σκηνοθέτης με υποδειγματικά χαμηλότονη και ώριμη αφήγηση σκιτσάρει βήμα-βήμα το πρόσωπο που ανθρώπου που αλλάζει χαρακτήρα όταν μια σκληρή δοκιμασία τον φτάνει στα όριά του. Όσο παρακολουθείς τον βασικό χαρακτήρα του φιλμ, να περιφέρεται σαν νεκρός -ζωντανός στο παγωμένο σκηνικό της Μασαχουσέτης, τόσο περισσότερο βουλιάζεις στην απροσδιόριστη θλίψη του. Είναι ένας άνθρωπος χωρίς έγνοιες, ένα «ρεμάλι» ανεπιθύμητο για πολλούς που ζει για το τώρα χωρίς να έχει καμιά ευθύνη. Είναι όμως πραγματικά έτσι; Όταν αυτός ο παρίας, που η μοίρα δεν του έχει φερθεί και τόσο καλά μέχρι τώρα, καλείται σε μια δύσκολη φάση της ζωής του να αντιμετωπίσει την απώλεια του αγαπημένου του αδελφού και το μεγάλωμα του ανιψιού του, αδυνατεί να σηκώσει αυτό το βάρος για προσωπικούς λόγους (συμβουλή: αποφύγετε να διαβάσετε πολλές κριτικές για την ταινία γιατί ρισκάρετε να διαβάσετε μυστικά της πλοκής που αποτελούν αναπόσπαστα κομμάτια της γοητείας της). Ώριμο φιλμ για τις ουλές της ψυχής που δεν επουλώνονται με το χρόνο, μια ιδιαίτερη ψυχαναλυτική σπουδή πάνω στην έννοια της τραγωδίας καθώς και μια πρωτότυπη οπτική στους οικογενειακούς δεσμούς (όλο το στόρι χτίζεται πάνω στη διαρκώς δοκιμαζόμενη σχέση θείου και ανιψιού) δοσμένη με αφοπλιστική ειλικρίνεια. Το ιδανικό δέσιμο σκηνοθεσίας και σεναρίου, σφραγίζεται από τις θαυμάσιες ερμηνείες (3 υποψήφιες Άφλεκ, Γουίλιαμς και Χέτζιςμεταξύ των συνολικά 6 του φιλμ) με τον ανεπανάληπτο Κέισι Άφλεκ να προβάρει από τώρα το κοστούμι του νικητή για Όσκαρ στην κατηγορία του Α΄ ρόλου.

http://www.athensvoice.gr/

ΚΡΙΤΙΚΗ

Η πολυσυζητημένη ταινία καταδύεται στις τραγωδίες και τα τραύματα μιας τυπικής αμερικανικής οικογένειας με τρόπο φυσικό, αβίαστο (αν και λίγο σχοινοτενή), καταδεικνύοντας πως τελικά ο χρόνος δεν τα γιατρεύει όλα.

Έξι οσκαρικές υποψηφιότητες, διθύραμβοι για την ερμηνεία του Άφλεκ (καλός είναι, αλλά δεν ενθουσιάστηκα) και πολλή κουβέντα ακολουθούν την τρίτη ταινία του ολιγογράφου Λόνεργκαν. Προσωπικά, θα την προτιμούσα πιο συμπυκνωμένη στο χρόνο της (παρεμπιπτόντως, είναι η τρίτη ταινία της εβδομάδας με διάρκεια πάνω από δυο ώρες) και με λιγότερη μουσική και τραγούδια. Μολαταύτα, το πασίγνωστο αντάτζιο του Αλμπινόνι, που ντύνει την σπαρακτική σκηνή-αστροπελέκι λίγο μετά τη μέση του φιλμ, εξηγώντας το ψυχικό άλγος του πρωταγωνιστή και βάζοντας τα πράγματα στη θέση τους, με κάλυψε απόλυτα. Ο πρωταγωνιστής είναι ο Λι Τσάντλερ (Άφλεκ), ένας ψιλοαγενής, μοναχικός, και λιγομίλητος θυρωρός-μάστορας σε πολυκατοικία της Βοστώνης, που συχνά πλακώνεται με αγνώστους στα μπαρ. Όμως, στα πολλά φλασμπάκ, στο γενέθλιο Μάντσεστερ λίγα χιλιόμετρα παραδίπλα, βλέπουμε ότι κάποτε ήταν αλλιώς. Αγαπησιάρης με την τέως γυναίκα του, Ράντι (Ουίλιαμς, εξαιρετική στον σύντομο ρόλο της) και τις δυο κορούλες τους, τυπικός αμερικανός buddy όλο μπύρες και αντρο-καζούρα με τους φίλους του, χαβαλές με τον μικρό ανiψιό του, Πάτρικ… Ο θάνατος του μεγάλου του αδελφού (Τσάντλερ, κουφή συνωνυμία με το χαρακτήρα) από καρδιακή προσβολή φέρνει τον απρόθυμο, κατηφή Λι πίσω στο Μάντσεστερ. Τα της κηδείας, οι υποχρεώσεις και αίφνης, η ύστατη επιθυμία στη διαθήκη του νεκρού: να αναλάβει ο αδελφός την κηδεμονία του 16χρονου πια Πάτρικ (Χέτζες, θαυμάσιος), αφού η πρώην αλκοολική μητέρα του (Μολ) έχει ξαναπαντρευτεί. Ο Λι δεν το θέλει καθόλου. Γιατί αυτό που κουβαλάει στην ψυχή του και που κάνει τους κατοίκους της μικρής κωμόπολης να ψιθυρίζουν σαν τον βλέπουν «Είναι ο γνωστός, Λι Τσάντλερ;»– απλώς δεν τον αφήνει…

Η ταινία μοιάζει με καρκινικό παλίμψηστο, πάνω στο οποίο οι χαρακτήρες ξεδιπλώνουν μια στρώση τους, αργότερα τη διανθίζουν, ή την ανασκευάζουν με μια άλλη, αφήνοντας τη ζωή να αναδύεται έτσι ρευστή και απρόβλεπτη όπως στ’ αλήθεια είναι. Εκτός από την προρρηθείσα τραγική σκηνή-εξήγηση, που έρχεται, επίσης, μέσω φλασμπάκ, υπάρχουν αρκετές ακόμη γεμάτες από καθημερινή αλήθεια, σωστά ζυγισμένες συμπεριφορές και καλογραμμένοι διάλογοι (ξεχωρίζουν η τυχαία συνάντησή του Λι με την Ράντι και οι περισσότερες με τον εξωστρεφή, θετικό και… ερωτιάρη ανιψιό). Το δε φινάλε, δε φέρνει τη λύτρωση-κάθαρση που έχουμε συνηθίσει στο σινεμά. Πολύ απλά, επειδή η ζωή δεν είναι σινεμά…

Τατιάνα Καποδίστρια [3/5]

http://tospirto.net/

Σινε-MiC ΚΩΣΤΑΣ Γ. ΚΑΡΔΕΡΙΝΗΣ

Η βαθιά θλίψη είναι αρκετές φορές ο σίγουρος δρόμος για την κατάθλιψη. Για κάποιους όμως λειτουργεί ως καταλύτης. Στις ταινίες η προσπάθεια να απεικονιστεί μια τέτοια κατάσταση, θάβεται συχνά κάτω από μια μελοδραματική ταφόπλακα μαζί με τις καλύτερες των προθέσεων. Εδώ όμως έχουμε το κάτι άλλο που μένει όταν μι’ αγάπη πεθαίνει… νωρίς.

Ο Λη Τσάντλερ [Casey Affleck] είναι τύπος μοναχικός και παράξενος, καλός στη δουλειά του αλλά αντικοινωνικός. Ο αδερφός του Τζο [Kyle Chandler] «αποδημεί» ξαφνικά κι ο Λη καλείται να αναλάβει [εκτός από τα της κηδείας και] την κηδεμονία του ανιψιού του, Πάτρικ [Lucas Hedges]. Η απροθυμία του κι ο δισταγμός του είναι έντονα φαινόμενα αλλά όχι άμεσα εξηγήσιμα. Κάποιο δράμα παίζεται, ίσως, κάτω από την επιφανειακή του απάθεια.

Η πρώτη σκηνή της ταινίας είναι φλασμπάκ. Τα δυο αδέρφια κι ο μικρός Πάτρικ ψαρεύουν και τίθεται από τον θείο του το δίλημμα ποιον απ’ τους δυο θα ήθελε να έχει μαζί του σ’ ένα έρημο νησί. Ο μικρός διαλέγει φυσικά τον πατέρα του… Τα φλασμπάκ συνεχίζουν να [ανα]τέμνουν το σώμα της υπόθεσης σε όλη τη διάρκεια της ταινίας. Επισκέπτονται τον Λη απροειδοποίητα και εξ αδοκήτω, δημιουργούν ρήγματα στο σήμερα που επιτρέπουν να συνθέσουμε το παζλ του αναστατωμένου ψυχισμού του.

Ο σκηνοθέτης [Στηρίξου πάνω μου, Μάργκαρετ], σεναριογράφος [Ανάλυσέ το, Συμμορίες της Νέας Υόρκης, Τρελές περιπέτειες στη Λοξολάνδη] και θεατρικός συγγραφέας [This is Our Youth, Lobby Hero] Κεν Λόνεργκαν υφαίνει την αποκάλυψη ξηλώνοντας αργά-αργά τις ραφές. Κάτω από την ούγια υπάρχει μια πληγή. Σαν το σαράκι κατατρώει τον αφανή πρωταγωνιστή αλλά παραμένει αμφίρροπο αν θα τον βυθίσει αύτανδρο. Το τοπίο σιγοντάρει και η θλίψη παραπλέει σε Μια πόλη δίπλα στη θάλασσα. Όμως ο πνιγμένος πιάνεται από τα μαλλιά του και η θάλασσα της ζωής του καταλαγιάζει με το ψάρεμα.

Πολύ ενδιαφέρον το σάουντρακ της σαγηνευτικής αυτής θλίψης, που διαρκεί πάνω από δυο ώρες αλλά αποζημιώνει πλουσιοπάροχα. Ο Μεσσίας του Χέντελ και άλλα ορατόρια του Αλμπινόνι και του Μασνέ, κοντράρονται με ποπ και φολκ και γκόσπελ εποχής [Let the Good Times Roll, Driving Wheel, Lily Rosemary and the Jack of Hearts, Oh What a Beautiful Mornin’, I’m Beginning To See The Light]. Στο σήμερα μας γειώνουν οι Stentorian, το γκρουπ του Πάτρικ [I Gotta Run, Tell Me Why], που κοπανάει αλύπητα τον θυμό του.

Όλες οι ερμηνείες έχουν μερίδιο στο εξαίρετο αποτέλεσμα. Του Κάσεϊ Άφλεκ ξεχωρίζει και χωρίζει, τεμαχίζει διακριτικά την πίτα της ταπεινότητας. Γι’ αυτό μαζεύει και τα βραβεία [Χρυσή Σφαίρα, BAFTA και έπονται], γιατί είναι αναπάντεχη, γεμάτη φλασιές και κύματα συγκίνησης. Συγκίνηση όχι εύκολη ούτε εκβιασμένη μα ρωμαλέα κατακτημένη. Ξεχωριστή και προχωρημένη η συμβολή του σκηνοθέτη-σεναριογράφου-θεατρανθρώπου. Ασυνήθιστη για τα αμερικανικά δεδομένα. Μακάρι να φτάσει και να ξεπεράσει κάποτε τον Ρόμπερτ Λεπάζ ή τον Ντενί Αρκάν.

Βαθμός: οκτώμισο [8,5]

http://www.mic.gr/

ΚΡΙΤΙΚΗ ΦΟΙΒΟΣ ΚΡΟΜΜΥΔΑΣ

Μετά τον θάνατο του μεγάλου του αδερφού Joe (Kyle Chandler), o Lee Chandler (Casey Affleck) μαθαίνει ότι ο αδερφός του τον έκανε κηδεμόνα του γιου του, Patrick (Lucas Hedges). Ο Lee θα πάρει άδεια από την δουλειά του για να επισκεφτεί το Manchester-by-the-Sea και να γίνει ο νέος πατέρας του Patrick, ενός δεκαπεντάχρονου, ενώ θα πρέπει ο ίδιος να έρθει αντιμέτωπος με το παρελθόν του και την πρώην γυναίκα του Randi (Michelle Williams) καθώς και με όλη την κοινωνία στην οποία μεγάλωσε. Ο Lee και ο Patrick θα πρέπει να βρουν ένα τρόπο επικοινωνίας και να ζήσουν χωρίς τον άντρα που τους συνέδεε, τον Joe.

To Manchester by the sea, είναι η νέα ταινία του Kenneth Lonergan (You Can Count on Me, Margaret), σεναριογράφου αρκετών γνωστών επιτυχιών όπως τα Analyze This και Gangs of New York. Πρόκειται για μία συμπαραγωγή του Amazon, που αγόρασε την ταινία για ένα τεράστιο ποσό στο Φεστιβάλ του Sundance. Εκεί η ταινία έκανε εξαιρετική εντύπωση, ενώ αμέσως δημιούργησε φήμες για Oscar με τον Cassey Affleck να θεωρείται από τα φαβορί για φέτος.

Μεγάλος βραχνάς το παρελθόν και εξίσου μακρύ το μονοπάτι προς τη λύτρωση από αυτό. Κανείς δε μπορεί να διαφωνήσει πως στην Τέχνη το αίσθημα της Κάθαρσης είναι σχεδόν συμπορευόμενο με αυτήν από τα γεννοφάσκια της και πως, όταν μιλάμε περί δράματος ειδικά, χρειάζεται έναν ντελικάτο χειρισμό προκειμένου να κρατηθεί μια ισορροπία και να μην εκφυλιστεί μια τόσο ιερή έννοια. Ουκ ολίγες ταινίες μας έχουν παρουσιάσει ιστορίες για ανθρώπους που ζουν στη σκιά του παρελθόντος τους στα πλαίσια ενός θλιμμένου παρόντος, άλλες επιτυχημένα κι άλλες όχι και τόσο. Ευτυχώς, το Μια Πόλη Δίπλα Στη Θάλασσα ανήκει στα επιτυχημένα εγχειρήματα, τόσο από αισθητικής, όσο και από σεναριακής απόψεως.

Στην ταινία αυτή θα συναντήσουμε έναν κεντρικό πρωταγωνιστή αποστασιοποιημένο, με τον οποίο καλούμαστε μέχρι το τέλος της ταινίας να ταυτιστούμε σε συναισθηματικό επίπεδο. Το τι έχει κάνει και το γιατί συμπεριφέρεται όπως συμπεριφέρεται, μας δίνεται μέσω μιας σειράς πολύ σωστά τοποθετημένων flashback που, όχι μόνο σπάνε τη γραμμικότητα της ταινίας, αλλά αναζωπυρώνουν και το ενδιαφέρον του θεατή σε σχέση με τα επί της οθόνης τεκταινόμενα. Βλέπουμε πως κάνείς δεν είναι τέλειος και πως κάτι πάντα κρύβεται πίσω από τις πιο ιδιαίτερες των περιστάσεων. Τα πανέμορφα τοπία που απεικονίζουν με σχεδόν εξπρεσιονιστικό τρόπο τη μελαγχολία του ψυχισμού των δύο πρωταγωνιστών, δεν κουράζουν ούτε το μάτι, ούτε και το νου. Δίνουν χώρο και χρόνο στην ταινία να αναπνεύσει και να εμφυσήσει με όσο το δυνατόν καλύτερο τρόπο τα όσα έχει να πει στο κοινό της.

Σεναριακά, όσες φορές τείνει να καταλήξει στο μελόδραμα, χαλιναγωγείται και επιστρέφει στο ρεαλισμό. Μας δίνει υπέροχα μια αναπτυσσόμενη εγκάρδια σχέση μεταξύ θείου και ανιψιού που ο καθένας καλείται να ωριμάσει και να αφήσει τις πληγές του να επουλωθούν. Χωρίς περίπλοκα ζητήματα, άνευ υπερβολών που θα μπορούσαν να τη χαρακτηρίσουν ως ένα τυπικό δράμα, διανθισμένο κατά τόπους με χιούμορ, αποτελεί ένα πρότυπο δείγμα γραφής που, παρά τη μεγάλη διάρκεια την οποία χρειάζεται για να αποδοθεί φιλμικά (130 λεπτά είναι αυτά), δεν κουράζει.

Αξίζει, επιπλέον, να σημειωθεί η εξαιρετική χημεία των πρωταγωνιστών Casey Affleck και Lucas Hedges. Οσκαρικών προδιαγραφών αμφότεροι, κάνουν τους χαρακτήρες τους απόλυτα πιστευτούς και αντιλαμβάνονται το βάθος τους, χωρίς να καταφεύγουν σε υπερβολές. Δύο εκπληκτικές ερμηνείες, άρτια δεμένες η μια με την άλλη.

Δίχως δεύτερη σκέψη, μια από τις ταινίες που θα απασχολήσει -και φυσικά αφορά- αρκετό κόσμο με το άρτια συνεκτικό δράμα που προσφέρει. Μη σας τρομάζει η μεγάλη διάρκεια, τα πάντα έχουν τη σημασία τους στο γενικότερο σύνολο και οι δύο ώρες θα περάσουν πριν το καταλάβετε.

http://cinefreaks.gr/

Ο Ιωσήφ Πρωιμάκης βλέπει τη ζωή σε widescreen.

Manchester by the Sea: Σοβαρό, ενήλικο, οδυνηρό, το δράμα της χρονιάς
Μια απ’ τις σπάνιες περιπτώσεις που μπορείς να νιώσεις ταινία να σε αντιμετωπίζει πραγματικά ως ενήλικα, το νέο κομψοτέχνημα του Kenneth Lonergan μπορεί να‘ναι η μοναδική οσκαρική ταινία που στ’ αλήθεια μετράει φέτος.
16.02.2017
Manchester by the Sea / Μια Πόλη Δίπλα στη Θάλασσα (4/5)

Δράμα υποψήφιο για 6 Όσκαρ και βραβευμένο με Χρυσή Σφαίρα Α’ Ανδρικής Ερμηνείας, σε σκηνοθεσία και σενάριο Kenneth Lonergan, με τους Casey Affleck, Kyle Chandler και Michelle Williams, διάρκειας 137 λεπτών, σε διανομή της Feelgood Entertainment

Αποξενωμένος θείος επιστρέφει στην παραθαλάσσια πόλη των παιδικάτων του για να αναλάβει την κηδεμονία του ανιψιού του που μένει ορφανός, όμως η ζέση του να φύγουν μαζί από την επαρχιακή τους κωμόπολη, κρύβει ένα παρελθόν ακόμη πιο οδυνηρό από το παρόν τους.

Είναι τόσο σπάνιο στις μέρες μας να σε αντιμετωπίζει μια ταινία ως ενήλικα, που στις λίγες φορές που συμβαίνει πια, σε πιάνει εξ απροόπτου και σχεδόν απροετοίμαστο. Έναν τέτοιον αντίκτυπο έχει το Manchester By the Sea, όντας ακριβώς αυτό το σπάνιο είδος ταινίας, που όχι απλώς δεν μασάει τα λόγια της όταν μιλάει για τα βαθύτερα σκοτάδια του ανθρώπινου πόνου και της οδυνηρής απώλειας, αλλά σε παίρνει κι αρκετά στα σοβαρά, ώστε να μη σου δίνει την τροφή του μασημένη. Αριστοτεχνικά καδραρισμένο, με ανοιχτή αλλά αντιφατικά επίπεδη φωτογραφία, που ψάχνει στο εύρος του ορίζοντα το βάθος της απόδρασης μα δεν το βρίσκει, το φιλμ του Kenneth Lonergan είναι ένα πλούσιο σε συναίσθημα, αλλά ακόμα πιο πηχτό σε εγκράτεια, χαμηλότονο, οδυνηρό, αναζωογονητικά ενήλικο και σοβαρό δράμα, με εξαιρετική δομή και τόλμη αρκετή, ώστε να δίνει φωνή και ένταση σ’ αυτόν τον τύπο που κάθεται στην άκρη της προβλήτας με τα χέρια στις τσέπες, το κεφάλι κατεβασμένο και το μάτια βουτηγμένα στις πληγές του παρελθόντος, κι όλο το βάρος του κόσμου ατόφιο να του λυγίζει την πλάτη, τους ώμους, την ψυχή, σαν ένας άνθρωπος που είναι από χρόνια πια νεκρός στα μέσα του, μα περιφέρει το άδειο του κουφάρι περιμένοντας να έρθει ώρα να χτυπήσει και για το σαρκίο του εισιτήριο για την άλλη πλευρά της κόλασης.

Μια κόλαση ίδια σαν την πατρίδα των πιο οδυνηρών του αναμνήσεων, μια πατρίδα σαν αυτήν την μόνιμα συννεφιασμένη παραθαλάσσια κωμόπολη, σε συνεχή μάχη θαρρείς με τη διάβρωση της αρμύρας, του ανέμου και της μνήμης, στην οποία αναγκάζεται να επιστρέψει ο ήρωας του Lonergan, όχι για κανένα ταξίδι εξιλέωσης, αλλά για άλλη μια μερίδα θλίψης. Για άλλη μια δόση απώλειας, κι ένα βουνό σκοτούρες, οι οποίες όμως μόνο ως επιδόρπιο μπορούνε να μετρήσουν, μπρος στα σκοτάδια που ήδη κουβαλάει μέσα του ο δαιμονοποιημένος απολωλός υιός. Παρίας σε μια πόλη απ’ την οποία έχει χρόνια τώρα αυτοεξοριστεί, μια πόλη γεμάτη μνήμες που τον τρώνε ζωντανό, με τον ίδιο τρόπο που για χρόνια τώρα μασουλάνε την ψυχή του οι τύψεις.

Η τρομακτική πίεση που φαίνεται να πρέπει να επιβάλει στον εαυτό του για να χαράξει στο πρόσωπό του έστω κι ένα μικρό, σπασμένο χαμόγελο ευγένειας, λειτουργεί ως αμυδρή μονάχα ένδειξη της έντασης που κρύβεται πίσω απ’ τον αυτοέλεγχο του ήρωα αυτού, τον οποίο ενσαρκώνει με κολοσσιαία αφοσίωση ο Casey Affleck, ηγούμενος του εκρηκτικού ερμηνευτικού δυναμικού της ταινίας, που συμπληρώνεται απ’ τον εξαιρετικό Kyle Chandler, και μια στοιχειωτική έκρηξη της Michelle Williams για σιγοντάρισμα. Συνηθισμένος σε ρόλους ανθρώπων που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, η ζωή έχει κοπανήσει αρκετές φορές στο κεφάλι για να τους έχει κάνει να περιφέρονται σα ζόμπι, ο Affleck παραδίδει εδώ την πιο πειθαρχημένη, βραδυφλεγή κι υποδόρια ερμηνεία της καριέρας του, συγκεντρώνοντας στην ένταση του χαμένου βλέμματός του όχι μονάχα την χιονοστιβάδα οδύνης που προσπαθεί να καταπνίξει ο ήρωάς του πίσω απ’ το μουδιασμένο του παρουσιαστικό, αλλά το και απέλπιδο σύμπαν της ταινίας ολόκληρης. Ένα δραματικό σημείο αναφοράς πάνω στο οποίο συγκεντρώνεται, και μέσα απ’ το οποίο πηγάζει η ταινία ολόκληρη, ενσωματώνοντας έτσι, στην λυγισμένη φιγούρα του ήρωά του, την έντονη, επείγουσα κι επίπονη αλήθεια που κρύβει μέσα του αυτό το τσουχτερό δράμα για την απώλεια και τη διαχείρισή της, για το χάσμα γενεών και την συναισθηματική αποξένωση που το συνοδεύει, αλλά και για τις εκρηκτικές θερμοκρασίες που μπορεί να πιάσει το αίμα όταν βράζει. Ειδικά όταν είναι αίμα συγγενικό.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s