ΦΕΥΓΑΛΕΕΣ ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ «ΟΥΡΑΝΟ» του Τάκη Κανελλόπουλου || του Ηλία Πετρόπουλου

ouranos-0001

ΦΕΥΓΑΛΕΕΣ ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ «ΟΥΡΑΝΟ»

(ΚΑΙ ΕΝ ΜΕΡΕΙ ΑΠΟ ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΜΑΝΟΛΗ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ)

του Ηλία Πετρόπουλου

Στον Γ.Π. Σαββίδη

ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΣΕΝΑΡΙΟ

Απάνθρωπος ο λόγω ερεύνης τεμαχισμός έργων τέχνης. Μη υφισταμένης άλλης μεθόδου, ο ερευνητής χρησιμοποιεί την επιμέρους εξέταση, συνθέτο­ντας εν τέλει μια σχετικώς καθολική εικόνα του μνημείου. Το σενάριο του Ουρανού εγράφη κυρίως από τον λογοτέχνη Γιώργο Κιτσόπουλο, ενώ ο Τά­κης Κανελλόπουλος υπέδειξε πολλές τροποποιήσεις, και στο γύρισμα της ταινίας προσήρμοσε ορισμένες σκηνές. Για να νιώσεις τον Ουρανό, κατ’ αρ­χάς πρέπει να ‘σαι φτωχός. Το σενάριο του Ουρανού, περιδέραιο επεισο­δίων από το παραγεγραμμένο έπος του 1941. Η άποψη ότι ο Ουρανός παρουσιάζει το έπος αυτό, είναι λανθασμένη. Παρομοίως, η άποψη ότι διη­γείται λίγες ιστορίες ταπεινών ανθρώπων, επίσης λανθασμένη. Σωστή πι­θανώς είναι η άποψη πως πρόκειται για ανθρώπινες σχέσεις την εποχή ενός συγκεκριμένου πολέμου, του οποίου η σημασία μειώθηκε όταν αργότερα ήρθε η Μαύρη Κατοχή.

ouranos-0002

Το σενάριο του Ουρανού είναι απλό στη διάρθρωση του. Στο πρώτο μέ­ρος δείχνει, σε παράλληλες σκηνές, τη ζωή σ’ ένα χωριό των συνόρων όπου υπάρχει και στρατιωτικό φυλάκιο το χωριό είναι φυλάκιο, και το φυλά­κιο, τμήμα του χωριού. Στο δεύτερο μέρος περιλαμβάνονται πέντε ιστορίες ανδρών, που έχουν το ξεκίνημα τους στο πρώτο μέρος: Του Δάσκαλου, του Ταχυδρόμου, του Λοχία, του Στράτου, του Γιάγκου. Το ριζικό των πέντε αυ­τών ανθρώπων ήταν κακό, γιατί μόνο ο Ταχυδρόμος επέζησε. Ο Δάσκαλος πέθανε από βαρύ τραύμα και παγωνιά, ο Λοχίας σκοτώθηκε σε επίθεση, ο Στράτος αυτοκτόνησε από φιλότιμο και τον Πάγκο τον πυροβόλησαν δίπλα σ’ ένα ρυάκι η πηγή και το γάργαρο νερό, αντιστοίχως σύμβολα ζωής και ανανεώσεως. Το σενάριο του Γιώργου Κιτσόπουλου δεν είναι μαγαρισμένο ούτε πυριφλεγές. Είναι το τελευταίο φθινόπωρο. Εδώ, όποιος δεν ομιλεί, πεθαίνει. Όποιος φωνάζει, τον θάβουν. Ο Γιώργος Κιτσόπουλος ψιθυρίζει, με μάγουλα μουσκεμένα από δάκρυα, για την ομορφιά των προσώπων των α­ξύριστων Ελλήνων. Μα σενάριο δεν είναι οι διάλογοι. Το σενάριο στον Ου­ρανό δεν είναι ένα μεταξύ άλλων στοιχείο, αλλά ο καλοπελεκημένος ακρο­γωνιαίος λίθος.

Ζύγωσε ο φαντάρος με τα χαλασμένα άρβυλα και γονάτισε. Έλυσε τα κορδόνια του νεκρού. Τράβηξε τα άρβυλα απ’ τα πόδια του και τ’ απίθωσε πάνω στο χιόνι. Μετά πέταξε τα δικά του, άρπαξε τ’ άλλα και τα φόρεσε σφίγγοντας τ’ αχείλι του. Την ώρα που ‘δένε τα κορδόνια, τον είδαν οι άλλοι να κλαίει.

ouranos-0003

ΕΝΝΟΙΕΣ ΧΡΟΝΟΥ

Ο Ουρανός είναι μολυβένιο έργο. 0 εντός της ταινίας και εντός της υποθέ­σεως της χρόνος -βαρύνων, βαρετός, ελικοειδής, συνταρακτικός, σε συνε­χή ένταση- δεν ανέρχεται, ούτε πέφτει. Ο Ουρανός άρχισε στη μηδέν ώρα. Στα πρώτα πέντε λεπτά, γέλια κοριτσιών που τρέχουν. Άλλα δυο λεπτά, το φυλάκιο. Στο ένατο λεπτό της ταινίας, το αγόρι φιλάει το κορίτσι δίπλα σε μια λεύκα. Πάλι το φυλάκιο και τα κορίτσια, και μετά νυχτώνει. Στο δωδέ­κατο λεπτό, το σκάψιμο στο χωράφι. Μετά δύο λεπτά, κάποιος λέει: Πάει η σημερινή Κυριακή. Ακολουθεί μια περίφημη σκηνή στο ποτάμι, μια άλλη σκηνή με δυο κορίτσια, μια ασύγκριτη σκηνή στο χωράφι για δέστε τον α­μάραντο. Στο δέκατο ένατο λεπτό, βραδιάζει. Πάει η σημερινή Κυριακή. Στο εικοστό πρώτο λεπτό, ξημερώνει η 28 Οκτωβρίου 1940 (αποφράς ημέρα). Στο εικοστό δεύτερο, τα παλικάρια αποχαιρετούν το χωριό. Πάει, έφυγε για πάντα η χθεσινή ειρηνική Κυριακή.

Το δεύτερο μέρος του Ουρανού (άρχιζε με το πρώτο πολεμικό ανακοι­νωθέν, συνοδεία πολυβολισμών) αποτελείται από τέσσερα επεισόδια. Το πρώτο επεισόδιο είναι ο τραυματισμός, η μεταφορά και ο θάνατος του Δά­σκαλου. Η διάρκεια του, δώδεκα λεπτά (χρόνος υπερβολικός). Το δεύτερο επεισόδιο, η ιστορία του Ταχυδρόμου και του Χαμένου Δέματος. Δυο-τρία λεπτά ο Ταχυδρόμος ψάχνει στο χιονισμένο δάσος, έπειτα νυχτώνει, κι α­νάβει φωτιά (μονόλογος). Την άλλη μέρα φτάνει στον προορισμό του, μοι­ράζει τα γράμματα, μα προπάντων προσπαθεί να μαντέψει ποιου φαντάρου απώλεσε το δέμα. Όλο το επεισόδιο κράτησε δεκατέσσερα λεπτά. Αμέσως μετά αρχίζει το τρίτο επεισόδιο: η Επίθεση. Διαρκεί δεκαπέντε λεπτά και α­παρτίζεται από την Επιθεώρηση στο Δάσος, το Τράβηγμα των Ξιφολογχών, την Έφοδο και το τραγικό Δέσιμο των Κορδονιών (κλάμα πικρό). Η Υπο­χώρηση, το τέταρτο και τελευταίο επεισόδιο. Ένας Φαντάρος στο Δρόμο, η Αυτοκτονία του Φαντάρου, η Συνάντηση δυο Αδελφών, ο Βουβός Βομβαρ­δισμός, ο Σκοτωμός στο Ποτάμι, η επική Υποχώρηση με τις σάλπιγγες του Αργύρη Κουνάδη, μια Γριά μοιράζει ψωμάκι (αχ, μπάμπω μου), η Δασκάλα, το Περασμα των Γερμανών (φρικτό όνειρο), το Φορτηγό Αυτοκίνητο (γεια σου, δασκάλα), το Χωριό (οι γριές θρηνούν, σκηνή με τον γεροντα, φαΐ και ύπνος), το Σταυροδρόμι (δε θα ξανανταμώσουμε ποτέ πια), η Επιστροφή. Το σύνολο της Υποχωρήσεως βάσταξε σαράντα τεσσερα ολόκληρα λεπτά. Ο μύθος του Ουρανού έχει τον δικό του χρόνο. Στο πρώτο μερος, υπαι­νιγμοί τριών ημερών (φευγαλέα βραδιάσματα, υποστολές σημαίας). Στο δεύτερο μέρος, ο χρόνος συνεχώς διευρύνεται. Ο Τραυματισμός καλύπτει μιαν ημέρα. Ο Ταχυδρόμος ξεκινάει απόγεμα και φτάνει πρωί. Η Επίθεση γίνεται την αυγή (πάντα την αυγή οι στρατηγοί δολοφονούν τους φαντά­ρους). Η Υποχώρηση είναι διήγηση πολλών ανθρώπων και ημερών. Ο χρόνος του Ουρανού δεν είναι μπερδεμένος, συνθηματικός, συμβολικός. Οι χρονικές παραπομπές, ελάχιστες: μία οπτική (το φιλί ενώ πεθαίνει ο Πά­γκος), δυο ακουστικές (η ανάγνωση της επιστολής στην εκκλησία και η άλ­λη ανάγνωση επιστολής, ενώ προβάλλονται σπίτια χωρίου). Εκτός από τον κινηματογραφικό χρόνο του Ουρανού και τον πραγματικό χρόνο του μύθου του υπάρχουν κι άλλοι χρόνοι: ο χρόνος που διανύουμε το απολύτως συγ­κεκριμένο και καταθλιπτικό 1963, ο χρόνος που διανύσαμε η πυκνή ει­κοσαετία από το 1941. Όλοι οι χρόνοι είναι τυραννικοί. Ο ουρανός δεν εί­ναι χρόνος. Μια φούγκα χρόνων ο Ουρανός.

ouranos-0004

ΣΥΝΟΛΟ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Μπορεί οι ήρωες του Ουρανού να πέθαναν. Ή και να σώθηκαν. Εμείς, πά­ντως, ξεφύγαμε, δηλαδή, επιζήσαμε ως σακάτηδες. Ο Ουρανός δεν είναι μό­νο ένα σύνολο τόπων και στιγμών. Είναι κυρίως ένα σύνολο ανθρώπων στρατευθέντων ανθρώπων. Προφανής κίνδυνος κακής φιλολογίας και αι-

σθηματικων ξεσπασμάτων. Παρά ταύτα, ο Ουρανός μένει μια ανάληψη. Τα πρόσωπα του Ουρανού δεν αποτελούν προκαθορισμένες ομάδες, αλλά συμπλέκονται όπως στην ολοζώντανη ζωή. Τα πρόσωπα του Τάκη Κανελ­λόπουλου δεν είναι σχηματικά, πλαστά, επιτηδευμένα, κομμένα, ξεχωριστά, σιωπηλά ή φλύαρα, ωραία, νέα, άσχημα, απόκοσμα, ηρωικά, κουρασμένα* απλώς, είναι Έλληνες, τα πολυαγαπημένα αδέρφια μας με τα όμορφα κα­στανά μάτια. Ο Λαός σχετίζεται με το Στρατό, ο Στρατός απορρέει εκ του Λαού, ο Λαός φοβάται τον Πόλεμο, ο Πόλεμος θερίζει το Στρατό, ο Λαός θρηνεί, ο Τάκης Κανελλόπουλος ταυτίζεται με το Λαό, ο Στρατός είναι α­πορριπτέο σχήμα, ο Λαός δεν έχει την ευκαιρία να μετανιώσει για τον Πό­λεμο γιατί δεν του την δίνουν, ο Γιώργος Κιτσόπουλος υπήρξε στον Πόλεμο, όλοι μας είμαστε άνθρωποι του Λαού και υπήρξαμε στον Πόλεμο. Στον Ου­ρανό δεν έχουν θέση οι αξιωματικοί, ο δε εχθρός είναι αδιάφορα και α­σφαλώς εξίσου δυστυχής.

ouranos-0005

ΤΟ ΣΚΗΝΙΚΟ

Ο Τάκης Κανελλόπουλος δεν δραματοποιεί με τα αποτελέσματα των γεγο­νότων, αλλά με τα ίδια γεγονότα. Τα συμβάντα του Ουρανού μιας αυστηρής εποχής. Νοούνται τα επακολουθήσαντα. Το σκηνικό του Ουρανού αποτελεί την παλινδρόμηση: Ήπειρος Αλβανία Ήπειρος. Ο χώρος και το έτος, γνωστά τοις πάσι. Η ιστορία του συντόμου πολέμου (με το σχετικό μέγεθος), επίσης. Ο Τάκης Κανελλόπουλος δεν είναι επικαρπωτής του ονομαζόμενου έπους της Αλβανίας, γιατί ο Ουρανός κατέστη αντίτιμο. Ούτε ωφέλιμος, ού­τε εξαιρετικά φρικτός ή άδικος ήταν ο πόλεμος του 1940-’41, ούτε ο Ουρα­νός είναι τοιχογραφία του. Το άτομο και η ομάδα εν πολέμιο συνθέτουν καταρράχτη. Η Κατοχή με την πείνα και την Αντίσταση, οι συντάξεις και τα α­μαξάκια των αναπήρων, κάλυψαν το αίσχος και το έπος του πολέμου της Αλβανίας. Ο Ονρανός, ταινία χωρίς αποχετευτικό σύστημα, δεν ζητάει την έγκριση μας, προσβάλλει τα παραδεκτά, μειώνει (ενίοτε μουντζώνει) τους γνήσιους μικροαστούς, δεν ομιλεί ευμενώς περί της υποχρεωτικής εισφοράς

takis-kanellopoulos-000

Ο ΤΑΚΗΣ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ

Όλοι νόμιζαν τον Ουρανό ξίφος, μα ο Τάκης Κανελλόπουλος έγραψε μιαν ερωτική επιστολή για όλα όσα τέλειωσαν χωρίς ελπίδα πια. Ο Τάκης Κανελ­λόπουλος είναι πληγωμένος όσο κι ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ο ποιητής των πληγωμένων. Λιγότερο απογοητευμένος ή δυσοίωνος απ’ αυτόν και πε­ρισσότερο εμπαθής. Ο Τάκης Κανελλόπουλος πλησιάζει αυτούς που αγα­πάει (με δύσκολη, αλλά όχι ερμητική, διάθεση) σαν ένας άνθρωπος πον γλί­τωσε απ’ το λιμό. Κοιτάει κατάματα, επισκέπτεται τους φίλους τον, ξέρει πολλούς πον σώθηκαν, γνωρίζει πως τα πάντα βασανίζουν στη ζωή, θυμάται άριστα για λογαριασμό των άλλων. Όμως το παρελθόν δεν αγοράζεται, δεν μπορεί πια ν’αγοραστεί. Ο Τάκης Κανελλόπουλος δεν έχει προσωπικά αι­σθήματα, έρπειυπό καταιγισμόν σκοτεινών αναμνήσεων, συγκρατημένος α­πό ένα σενάριο-σχάρα με σβησμένους διάλογους μείζονος σημασίας. Ο Τά­κης Κανελλόπουλος είναι ο αγαπημένος φίλος που ξέρει το κρυφό μαράζι του χωριού, που μιλάει δίχως ασάφειες για ατιμώρητα σφάλματα. Ο σπαρ­τιάτης Τάκης Κανελλόπουλος μας βλέπει στα χέρια, στα μάτια, σ’ ολόκληρο το πρόσωπο και μας αρπάζει την ψυχή. Αραγε ένιωσε πόσο τον αγαπούν;

ouranos

ΠΟΛΥΤΙΜΟΙ ΛΙΘΟΙ

Ροδόχροοι χαλαζίες, ιάσπιδες, οπάλιοι αρλεκίνοι, σεληνόλιθοι και χρυσό-λιθοι, αιλακρόφθαλμοι σαν κάστανα, διαφανείς αδάμαντες, πυροπάλιοι, σειρά πολυτίμων λίθων αποτελούντων καρδιάς θησαυρό, χάρισμα ευγενές δοσμένο μόνο για ένα χαμόγελο. Κι ακόμη, μαργαριτάρια, πράσινα σμαρά­γδια, αμέθυστοι, κυανοί βήρυλλοι, χαλκηδόνιοι κι άλλα πιο παρακατιανά πετράδια, δώρο για ένα βλέμμα (οίκτου, έστω). Οι ήρωες του Ουρανού δεν είναι ήρωες του δεδομένου πολέμου. Ο πόλεμος του 1940-’41 δεν είχε ήρω­ες· ποτέ δεν βρέθηκε από τότε (και χάθηκε για πάντα) η κατάλληλη προο­πτική. Μετά την υποχώρηση, έκαστος εκάστω. Ο Ουρανός, παραπομπή νο­σταλγίας. Ο Τάκης Κανελλόπουλος δεν αντιγράφει. Η διά παραβολών διή­γηση, ξένη στην ιδιοσυγκρασία του. Ο Ουρανός διανοείται σε παραγράφους παρουσιάζοντας τα επουσιώδη σαν σφυροκοπήματα. Συνταρακτικές σκηνές του Ουρανού είναι βουβές (ψάξιμο Ταχυδρόμου, δέσιμο κορδονιών, επιθε­ώρηση πριν την επίθεση, υποχώρηση με σάλπιγγες). Πρόσωπα φωτογραφί­ζονται σε γκρο πλάνα, κυρίως κάτω δεξιά. Το άλσος όπου ο Λοχίας προ­ετοιμάζει τους στρατιώτες (και τον εαυτό του) για την έφοδο (και το θάνα­το), κήπος της Γεθσημανή. Το πτώμα του Λοχία (μάνα μου, με σκοτώσανε), ύπνος αδιατάρακτος και ζηλευτός. Η μουσική μικρό ποσοστό της χρονικής διάρκειας του έργου καλύπτει, συχνά επανέρχεται, πάντα είναι αυτό που ταιριάζει. Οι ήρωες του Ουρανού, απαρηγόρητοι από την έλλειψη των προ­σφιλών και του σπιτιού, αναμένουν σαν άνθρωποι χωρίς καμιά ιδιαίτερη ι­δεολογία το κοντινότερο τέρμα. Οι άνθρωποι του Ουρανού, πολύτιμοι λίθοι. Πολύτιμοι λίθοι και οι φωτογραφίες του Ουρανού. Και στον Ουρανό, συν τοις άλλοις, ο Τάκης Κανελλόπουλος αποδεικνύεται γνώστης της υπαίθρου, του ελληνικού προσώπου, της λαϊκής μουσικής. Ακόμη, ξεφεύγει με ευ­στροφία τα φτηνά εφέ του μοντάζ, ομιλεί ευκρινώς την ελληνική, μάχεται την ηθογραφία, γνωρίζει πο)ς περπατούν στο χιόνι, πώς υπομένουν το κρύο, πόσο επιβάλλεται η φύση, τι σημαίνει σιγή, ποτάμι, άνοιξη. Το περίδοτο, ο αιματίτης, το ζιρκάνι, ο γρανάτης, το χρυσοπράσινο κι ο αλεξανδρίτης, πο­λύτιμοι λίθοι με λάμψη ή θαμποί, πολύεδροι ή κυρτοί, χρυσίζοντες, με ρα­βδώσεις, φλέβες, βούλες, με κάποιαν αξία και χρησιμότητα, με επίσημα επιστημονικά ή λαϊκά ονόματα. Όμως ελάχιστοι ξέρουν την ύπαρξη τους.

παρεμπιπτόντως

Συγκινητικές ταινίες και εξαίσια ποιήματα, πλάσματα με φτερούγες. Νε­κροψία κάθε κριτική. Οι λέξεις της εκάστοτε ειδικής ορολογίας, σιχαμερά εργαλεία, που δικαίως βρίσκονται στα λεξικά. Κανείς δε θέλει μπαλσαμωμένα ποιήματα. Ο Μανόλης Αναγνωστάκης και ο Γιώργος Ιωάννου με ξε­κρέμαστα λόγια ακολούθησαν μια γενική υποχώρηση. Οι ηθικές αξίες, από εικοσαετίας φυλαγμένες στα συρτάρια. Αξιοπρέπεια διά της μονώσεως. Εγκλήματα δεν συντελούνται πλέον, η μορφή του στραπατσαρίσματος είναι ανεκτή, έπαψε ο πανικός, κανείς δεν μοιριολογά. Η γνήσια νύχτα πείθει. Ξαναγυρίζουν τα φοβερά οράματα, που εκ των υστέρων αγαπούμε γιατί ε­κεί δέσαμε τα νιάτα μας. Εκείνοι όλοι σκοτώθηκαν με πυροβολισμό εξ επα­φής. Κάποτε ήταν αλλιώς. Τώρα πιο πολύ μυρίζει προδοσία, εγκατάλειψη. Σιγά σιγά οι εναπομείναντες επείσθησαν πως πρέπει να σιωπήσουν. Και μέ­σα στους ελάχιστους αγνούς, ο Μανόλης Αναγνωστάκης, ο Γιώργος Ιωάν­νου και ο νεότερος Τάκης Κανελλόπουλος (εκ τύχης συμπατριώτες και πε­ρίπου ομόφρονες) κατέδειξαν πόσο λίγο απελπίστηκαν. Μόνη, δίκην αντι­φάσεως, διέξοδος ο έρως (όλα μπορείς να τα σωπάσεις, όμως ποτέ τον έρω­τα), κατά τη σχετική παράδοση των ρεμπέτικων τραγουδιών. Δήθεν παρεμ­πιπτόντως επαναφέρουν στο προσκήνιο κάποιους αλησμόνητους (που ο θά­νατος τους ακόμα μας ραντίζει) με λόγια σαν χρησμούς καταληπτά ω­στόσο. Σαν δούλοι του ανύπαρκτου θεού διαβιούν υπό συνεχή απειλήν, κι στόσο. Σαν δούλοι του ανυπάρκτου θεού διαβιούν υπό συνεχή απειλήν, κι έ­χον το σαστισμένο φρόνημα ρέπει στο μνημόσυνο. Γιατί όταν όλοι λουφά­ζουν, μόνο ανόητοι τραγουδούν. Μάνα προώρως γερασμένων ποιητών κά­θε ήττα και αντεπανάσταση. Οριστικές οι πληγές του παρελθόντος. Γι’ αυτές τις πληγές οι δροσεροί μενεξέδες. Δέηση υπέρ των Εβραίων που χάθηκαν, υ­πέρ των νέων που τουφεκίστηκαν στον κολοφώνα της δυνάμεως των, υπέρ των κατεδαφιζομένων τουρκόσπιτων και των παλιών ηθών, εθίμων, γνωρι­μιών και συνοικιών. Αλλά κατά βάθος μάλλον ελπίζουν ότι αυτό το απόστη­μα θα σπάσει σαν τον ήλιο.

ΚΑΗΜΕΝΗ ΠΑΤΡΙΔΑ

Δεν έχω όνομα, επώνυμο, επάγγελμα, κατοικία, γυναίκα, παιδιά. Ούτε κό­τες, γάτα και σκύλο πιστό. Έχω πεθάνει από διαμπερές τρομερό τραύμα, κι ενώ έλιωνα άθαφτος, με σκέπασαν τα φύλλα. (Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή, καημένη πατρίδα.) Βασανίστηκα. Βασανίζομαι. Ακόμη βασανίζομαι για σένα. Πάντα για σένα, καημένη πατρίδα. Πετάξαμε τότε τα άχρηστα τουφέκια και τις φαρμακερές λόγχες. Μόνο οι σαλπιγκτές κράτησαν τις σάλπιγγες. Κι οι σάλπιγγες φτάσαν στα στόματα- οι σάλπιγγες σκληρές στονς τέσσερις ορίζοντες. Κομίζουν τη σκηνή τον μαρτυρίου. Πότε ακούστηκε σάλπιγγες να σημαίνουν υποχώρη­ση; Οι καρδιές μας κι ο Αργύρης Κουνάδης ένιωσαν την πικρή μελωδία των απατημένων και ντροπαλών. (Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικη­μένων στρατιωτών^ καημένη πατρίδα.) Δε θα ξανακούσω πια μπουζούκια, σαντούρια και μπαγλαμάδες. Κι ούτε θα παραβρεθώ σε γάμους και σε βα­φτίσια. Όλοι θα με ξεχάσουν. Ακόμη κι εσύ, αγάπη μου. (Μπήκα ζωντανός σε υγρά χαρακώματα, καημένη πατρίδα.) Μας πήραν τα όπλα. Λησμονήσα­με τα κανόνια σε ανώνυμα ή επώνυμα υψώματα. Τα αυτοκίνητα τα κάψαμε με την ίδια τους βενζίνη. Όλα τα εγκαταλείψαμε γιατί πολύ φοβηθήκαμε. Τρομάξαμε σαν παιδιά μικρά. Φοβηθήκαμε σαν αληθινοί ήρωες και φύγα­με. (Έμεινα χρόνια γονατιστός, καημένη πατρίδα.) Έχασα το δίκωχο. Τα πουρνάρια ξέσχισαν τη χλαίνη μου. Χωρίς παγούρι οδηγήθηκα δέσμιος και νηστικός σε δενδροσκεπή μονοπάτια όπου περιπλανήθηκα. Στα καθημαγ-μένα βουνά με ξέχασαν δίχως μνήμα. (Κάννες τουφεκιών στράφηκαν κατα­πάνω μου, καημένη πατρίδα.) Φόρεσα χιτώνια προσφάτως σκοτωμένων. Από δύσκαμπτα πόδια νεκρών τράβηξα άρβυλα, που είχε καλύψει η απριλιάτικη πάχνη. (Τους τρέμω χους νεκρούς, τα βλέπουν όλα πετούν παντού, παρίστανται και φρίττουν.) Με χαμηλίομένα βλέμματα και χείλη σφιγμένα πέρασα διά μέσου αγνώστων χωριών. (Μιλώ για τις ξυπόλυτες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα, καημένη πατρίδα.) Σκέφτομαι τα παλικάρια που δέχτηκαν το θάνατο χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει. (Χί­λιες φορές με σκότωσες, καημένη πατρίδα.) Δεν κρατώ κρυφά μυστικά. Δεν αντέχω να βλέπω τα γοργά άλογα γυμνά από λουριά, χάμουρα, κουδούνια, χαϊμαλιά. Ποτέ δε σε θρήνησα όσο τώρα. (Μεγάλη η χάρη σου, γλυκιά, κα­τακαημένη πατρίδα.)

Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Διάλογος” Θεσσαλονίκη 1963

takis-kanellopoulos-000

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s