«Park»(2016) της Σοφίας Εξάρχου | αναλυτική παρουσίαση, trailer, που παίζεται, η γνώμη των κριτικών

park Poster

Συνοπτική κριτική (αθηνόραμα, Χρήστος Μήτσης)

Βραβεία σε Θεσσαλονίκη (γυναικείου ρόλου) και Σαν Σεμπαστιάν (πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη) για μια αλληγορία της διαψευσμένης σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας. Δυναμικά σκηνοθετημένη, διαθέτει ενδιαφέρουσα εικονογραφία και μια ρεαλιστική αμεσότητα, αλλά στέκεται δραματικά «άδεια», αφήνοντας έτσι την αίσθηση του ανολοκλήρωτου.

Σεμινάριο Ιστορίας και Κριτικής Κινηματογράφου 2017 με καινοτομίες σε μορφή και περιεχόμενο
Έναρξη 1 Απριλίου 2017

park i gnomi ton kritikon

Σαν αγρίμια σε κλουβιά

10.03.2017, 16:00 | Συντάκτης: Λήδα Γαλανού

Το «Park», η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Σοφίας Εξάρχου (υποψήφια για Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου) δεν είναι άλλο από το Ολυμπιακό Χωριό σήμερα, ξεφτισμένο, χορταριασμένο κομμάτι μιας ελληνικής ιδέας που υπάρχει μόνο στα κακογραμμένα βιβλία Ιστορίας.

Εκεί, κατακαλόκαιρο, ζει μια ομάδα παιδιών, τόσο πεταγμένη μέσα στα σκουπίδια, που έχει κι η ίδια πιστέψει βαθιά ότι είναι σκουπίδι. Ανάμεσά τους, ο Δημήτρης και η Άννα κάνουν μια μετέωρη, σπασμωδική αλλά και τόσο γοητευτική απόπειρα να βγουν «έξω», για να δουν αν ο κόσμος τούς χωράει.

Μετά την πρεμιέρα και τις διακρίσεις της ταινίας στο Τορόντο, το Σαν Σεμπαστιάν, το Λονδίνο και το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, το «Park» ήρθε από χθες στις αίθουσες.

Αντλώντας από την ταινία ορμή και ενέργεια, μιλήσαμε με τους δύο πρωταγωνιστές της, τη Δήμητρα Βλαγκοπούλου, που δίκαια τιμήθηκε με το βραβείο ερμηνείας στη Θεσσαλονίκη, και τον Δημήτρη Κίτσο, που με εφαλτήριο το «Park», έκανε ήδη την πρώτη του ταινία εκτός των θυρών, το «Octavio Is Dead!» της Καναδέζας ΣουκΓιν Λι.

«Το περιβάλλον του Park το χαρακτηρίζει μια μεγάλη αντίφαση», λέει η Δήμητρα Βλαγκοπούλου. «Σένα μέρος αφημένο στη φθορά του χρόνου και στοιχειωμένο κάπως από τις “ένδοξες” αναμνήσεις που φέρει το παρελθόν του, σήμερα ζουν οικογένειες και μεγαλώνουν παιδιά. Η ενέργεια των ανθρώπων έχει κατοικήσει εξ ολοκλήρου αυτά τα ερείπια, σαν να εισβάλλει η ζωή σένα “νεκροταφείο” και να το έχει καταλάβει.

Θέλαμε όσο πιο ρεαλιστικά γίνεται κάθε σκηνή που γυρίζαμε να φέρει αυτή την πολεμική του χώρου με το άτομο. Ξεκινήσαμε τις πρόβες με τα παιδιά, που δεν είναι ηθοποιοί, με αυτοσχεδιασμούς. Τα παιδιά δεν πήραν ποτέ στα χέρια τους το σενάριο.

Δούλευαν ακολουθώντας τις κατευθύνσεις που τους έδινε η Σοφία. Εμείς, από την άλλη, φέρναμε κάθε φορά όλο και πιο συγκεκριμένα στοιχεία και τα ενσωματώναμε στους αυτοσχεδιασμούς των παιδιών. Όσο η δουλειά που φέρναμε δεν λειτουργούσε αναχαιτιστικά στην ενέργειά τους, μας ενσωμάτωναν στο δικό τους παιχνίδι. Ηταν μια ένδειξη ότι προχωράμε σωστά».

Ο Δημήτρης Κίτσος προσθέτει: «Αν προσπαθούσαμε να κάνουμε πολύ συγκεκριμένη κάποια σκηνή, στην πρώτη της επανάληψη τα παιδιά είχαν ήδη βαρεθεί: «Πάλι την ίδια ιστορία θα λέμε, κυρία;». Προκειμένου λοιπόν να διατηρηθεί η ενέργεια ψηλά, απαιτούνταν συνεχής ανατροφοδότηση και διατήρηση του αυτοσχεδιαστικού χαρακτήρα.

Όταν τελικά βρεθήκαμε στους πραγματικούς χώρους, αυτό που δουλευόταν τόσο καιρό στο άδειο προβάδικο με τους περιορισμούς του, πέρασε πλέον στο απόλυτο παρόν γιαυτά τα παιδιά. Είναι σαν να έχεις ένα αγρίμι κλεισμένο σε κλουβί, το οποίο δεν μπορεί να εκτονώσει όλη του την ενέργεια, αλλά περιμένει τη στιγμή που θα ανοίξεις την πόρτα για να τρέξει έξω ελεύθερο. Και το κάνει βίαια και απεγνωσμένα».

Ένα απαιτητικό γύρισμα, φυσικά, δεν σημαίνει μια δύσκολη εμπειρία. «Δουλεύοντας με τη Σοφία Εξάρχου αγάπησα τον κινηματογράφο», λέει η Δ. Βλαγκοπούλου. «Το Park ήταν η πρώτη μου κινηματογραφική εμπειρία και ήταν πολύ όμορφη και έντονη. Σαφώς υπήρξαν και δυσκολίες. Ενα συναισθηματικά δύσκολο, για μένα, γύρισμα και από τα πρώτα που κάναμε, ήταν μια σκηνή στα αθλητικά αποδυτήρια που στην κυριολεξία έπρεπε να τα σπάσουμε!

Η ενέργεια των παιδιών, το πόσο εύκολα μπήκαν σ’ αυτό, με πόση βία το υπερασπίστηκαν, με τρόμαξε, όπως και ο ίδιος μου ο εαυτός μέσα στην τόση ελευθερία που του δινόταν να καταστρέψει ολοκληρωτικά και με φανατισμό κάτι. Το ότι ο καθένας έπρεπε να φροντίζει τον άλλο μέσα σ’ αυτή τη συνθήκη για να μη χτυπήσει κανείς και η απόλυτη σιωπή που επικράτησε απ’ όλους μετά για κάποια λεπτά ήταν μια πολύ σημαντική εμπειρία για να καταλάβουμε ποια είναι η ταινία που γυρίζουμε».

«Πρέπει συνεχώς να προσαρμόζεσαι», λέει ο Δ. Κίτσος, «να ξεπερνάς τον φόβο της μη ασφάλειας, να ξέρεις ότι πρέπει να δομήσεις κάτι τόσο ισχυρό για να μπορεί να είναι τόσο ευέλικτο και να σε πιάνει πανικός. Αυτός ο αγώνας λοιπόν ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία».

Ωστόσο και οι δύο ηθοποιοί εξέφρασαν, με την ταινία, μια γενιά που είναι, στην πραγματικότητα, ακριβώς η δική τους, με το αβέβαιο παρόν και μέλλον της. «Αυτή η ταινία δεν έχει να κάνει με το πώς βλέπουμε το ποτήρι», λέει ο Δ. Κίτσος. «Αν το βλέπουμε μισογεμάτο ή μισοάδειο. Το ποτήρι έχει νερό μέχρι τη μέση. Αυτό είναι το γεγονός. Εγώ προσωπικά άλλοτε βλέπω κάτι θετικό κι άλλοτε πάλι όχι. Δεν θεωρώ πως τη γενιά μου μπορεί να τη χαρακτηρίσει η μία από τις δύο καταστάσεις».

Και η Δ. Βλαγκοπούλου είναι αποστομωτική: « Το Park δεν αντιμετωπίζει “κάπως” τους νέους. Με θετικό ή αρνητικό πρόσημο, με ή χωρίς ελπίδα. Τους παρατηρεί με μεγάλη προσοχή, χωρίς να τους χαρακτηρίζει. Τους προσεγγίζει, όπως και θα έπρεπε, υπαρξιακά.

Αυτό από μόνο του δείχνει μια συμπάθεια. Άλλωστε είναι κι ο κόσμος όλος της ταινίας. Ότι σηκώνουν στους ώμους τους το βάρος της ελπίδας, σαν ένα ξένο σώμα, είναι βέβαιο. Πάντα θα είναι. Γιαυτό και πάντα θα στρέφονται τα μάτια όλων πάνω τους, όχι από συμπόνια αλλά με προσδοκίες. Αρνούμαι να χαρακτηρίσω κάπως τη γενιά μου ή να βάλω κάποιο πρόσημο.

«Επειδή είμαι κι εγώ μέρος της, έχω την ευαισθησία να μην περιμένω τίποτα. Ούτε με απασχολεί τι χαρακτηρισμούς θα της προσδώσουν προηγούμενοι κι επόμενοι. Αισθάνομαι ότι έχω πιο σοβαρά πράγματα να κάνω. Ας πούμε, νιώθω την ανάγκη να δίνομαι με όλη μου την καρδιά σε ό,τι θεωρώ ότι αξίζει. Και μην το πάρετε ως κάτι ελπιδοφόρο».

https://www.efsyn.gr/

Κριτική

Park

Από Χρήστο Μήτση – 09/03/2017

Δυναμικά σκηνοθετημένη, με ενδιαφέρουσα εικονογραφία, αλλά δραματικά «άδεια», αφήνει την αίσθηση του ανολοκλήρωτου.

Τυπικό δείγμα του μοντέρνου ελληνικού σινεμά φεστιβαλικής κοπής, το σκηνοθετικό ντεμπούτο της Σοφίας Εξάρχου είναι μια ευθεία παραβολή για το μεγάλο όνειρο μιας χώρας και μιας γενιάς το οποίο διαψεύστηκε νωρίς. Οι εγκαταλελειμμένες εγκαταστάσεις του Ολυμπιακού Χωριού λένε από μόνες τους πολλά και η Εξάρχου ξέρει πώς να βγάζει από μέσα τους την αίσθηση της μοναξιάς, της διά­ψευσης και της ματαιότητας με τον πιο κινηματογραφικό τρόπο. Η «αθώα» βία η οποία γεμίζει τις άδειες ώρες μιας παρέας αγοριών που ζει και περιφέρεται εκεί λέει επίσης πολλά για τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, αλλά η βραβευμένη σε Θεσσαλονίκη και Σαν Σεμπαστιάν αλληγορία μοιάζει να μην προχωράει μακρύτερα από το επίπεδο της παρατήρησης. Δυναμικά σκηνοθετημένη, διαθέτει ενδιαφέρουσα εικονογραφία και μια ρεαλιστική αμεσότητα, αλλά στέκεται δραματικά «άδεια», αφήνοντας έτσι την αίσθηση του ανολοκλήρωτου.

Ελλάδα. 2016. Διάρκεια: 100΄. Διανομή: NEO FILMS.

park 001

ΚΡΙΤΙΚΗ ΜΑΝΩΛΗ ΚΡΑΝΑΚΗ  5 Μαρτίου 2017

3/5

Σε ένα από τα πιο δυνατά ντεμπούτα των τελευταίων χρόνων του ελληνικού σινεμά, η Σοφία Εξάρχου αφηγείται την ιστορία της γενιάς του 2000 σαν μια σωματική πάλη ανάμεσα στην αθωότητα και τη βία που κρύβει μέσα της αναπόφευκτα η ενηλικίωση.

Δέκα χρόνια μετά τους Αγώνες του 2004, μια παρέα αγοριών ζει ανάμεσα στις εγκαταλελειμένες αθλητικές εγκαταστάσεις του Ολυμπιακού Χωριού της Αθήνας. Τα αγόρια περιφέρονται άσκοπα ανάμεσα στα ερείπια, στήνοντας παιχνίδιαβίαιες απομιμήσεις των ολυμπιακών αθλημάτωνκαι οργανώνοντας ζευγαρώματα σκύλων για να βγάζουν χρήματα. Ο μεγαλύτερος της παρέας, ο Δημήτρης (17) μαζί με την Aννα (22) – πρώην αθλήτριαπροσπαθούν να ξεφύγουν από το Χωριό με προορισμό τα τουριστικά ξενοδοχεία των νοτίων προαστίων. Καθώς οι εξορμήσεις τους συνεχίζονται και τα δυο παδιά εισχωρούν όλο και πιο πολύ στις ζωές των τουριστών, η επιθυμία του Δημήτρη για αποδοχή θα δοκιμαστεί με βίαιο τρόπο.

Για την πρώτη του τουλάχιστον ώρα, το ντεμπούτο της Σοφία Εξάρχου λέει με τον πιο εκκωφαντικό, συναισθηματικό και σωματικό τρόπο όλα όσα μπορούν να ειπωθούν για τη γενιά του 2000, παιδιά που σήμερα περνούν την εφηβεία τους έχοντας ακούσει τη λέξη «κρίση» να συνοδεύει ακόμη και καταχρηστικά κάθε συμφραζόμενο, χαμένα στα απομεινάρια που άφησε πίσω της, εδώ, όχι μια φυσική καταστροφήγια όσους σπεύσουν να μιλήσουν για το ελληνικό «Gummo» – αλλά η απόλυτη εγκατάλειψη, εκείνο το άδειασμα που μένει όταν σε μεγαλύτερη ακτίνα από αυτή που βλέπεις δεν υπάρχει τίποτα για να σου κρατήσει το βλέμμα.

Το σκηνικό του «Park» είναι ακραίο, όσο ακραία είναι η πραγματικότητα ενός ολυμπιακού χωριού που εκτός από απτό σημάδι της ανόδου και της πτώσης μιας ολόκληρης χώρας έγινε σύμβολο τόσων πολλών πραγμάτων, περισσότερων απόσο θα μπορούσαν να αντέξουν ταθα το διαπιστώσετε και μέσα στην ταινίαόχι και τόσο ανθεκτικά υλικά του. Ακραίοι είναι και οι ήρωες του «Park», όσο ακραία είναι τα παιδιά που μεγαλώνουν εγκλωβισμένα μέσα στον ανοιχτό χώρο στην άκρη της πόλης, εκεί που αν για κάποιο λόγο σταματήσει το βουητό από την εθνική οδό και οι μηχανές από τα εργοτάξια μπορεί και να ακούσεις τις φωνές τους.

Η Σοφία Εξάρχου τους τοποθετεί στο χώρο και αρχίζει να τους παρατηρεί, να υποπτεύεται πόση βία κρύβουν τα αθώα παιχνίδια τους. Να αντιλαμβάνεται πως το βλέμμα τους κοιτάζει πάντοτε ψηλά ή χαμηλά, σαν να υπάρχουν κάπου τα κομμάτια μιας μεγαλύτερης εικόνας που ποτέ δεν σχηματίζεται. Να συνειδητοποιεί πως ό,τι συμβαίνει στις ζωές τους εκφράζεται μέσα από το σώμα τους: τον ήλιο που το καίει, την πάλη που το σημαδεύει, το νερό που το κάνει να γυαλίζει, το σεξ που το πονάει. Και δίνοντας χώρο στην καθημερινότητά τους, τους αφήνει να αφηγηθούν τις ιστορίες τους, με τον ίδιο τρόπο που τις ζουν: διακεκομμένα, σαν μικρά στιγμιότυπα μέσα στο χρόνο, σαν ένα τραγούδι που παίζει στο φόντο ή μια μέρα σε μια δουλειά που σιχαίνεσαι, σαν μια βόλτα για μπάνιο ή σαν ένα ακόμη παιχνίδι (εξουσίας) με τα παιδιά μέσα στα εγκατελελειμμένα ντους του χωριού.

Όχι, το «Park» δεν είναι ντοκιμαντέρ. Η μυθοπλασία του είναι κυρίαρχη, απλά δεν είναι προφανής. Όχι μόνο γιατί η Εξάρχου επιλέγει οτιδήποτε πρέπει να μάθει κανείς γιαυτά τα παιδιά και τις ζωές τους να το μάθει παρατηρώντας τα μαζί της, αλλά γιατί κάθε μικρή ή μεγάλη σκηνή της καθημερινότητας αυτού του λες ατελείωτου καλοκαιριού εμπεριέχει μέσα της μια ολόκληρη διαδρομή από την αθωότητα στην ενηλικίωση. Σαν να είναι το μοναδικό πράγμα που μπορεί να κρατήσει τους ήρωες του «Park» ζωντανούς, όλα τα παιχνίδια τους καταλήγουν σε κάτι βίαιο, σε κάτι που θα μπορούσε να αποβεί πραγματικά μοιραίο και κάθε ομαδικό τους ξέσπασμα ολοκληρώνεται μέσα σε ένα θόρυβοάναρθρες κραυγές ρεμιξαρισμένες με την ηχώ μέσα στα άδεια κτίρια, σαν γαβγίσματα σκυλιών που άλλοτε ακούγονται απειλητικά και άλλοτε γεμάτα λαχτάρα για συντροφιά.

O φετιχισμός με τον οποίο η Εξάρχου κινηματογραφεί τις σωματικές εξάρσεις των ηρώων της είναι η πιο ζωντανή απόδειξη του ταλέντου της. Στη μακρά παράδοση του Λάρι Κλαρκ, ο τρόπος με τον οποίο η κάμερα αφηγείται τις ιστορίες τους είναι μαζί σέξι και ψυχρός, εμμονοληπτικός τόσο ώστε να μπορέσει να εκφράσει όλα όσα αυτά τα παιδιά θα αργήσουν πολύ να εκφράσουν συγκροτημένα με λόγια, πάντα τρυφερός και με μια αθωότητα που αναδύεται φυσικά από τον μοναδικό στενό δεσμό που διατηρούν στη ζωή τους: αυτόν με το σώμα τους και την αντοχή του ή την ευλυγισία του απέναντι στη μεγάλη πρόκληση που λέγεται ζωή.

Η εισαγωγή του «Park» στη γενιά αυτή πουεδώ στην πιο ακραία εκδοχή τηςβρίσκεται αντιμέτωπη ήδη με τοτίποτα, σε καθηλώνει με την αυτοπεποίθηση που έχει ενορχηστρωθεί, με το πόσα πολλά λέει μέσα από τους ελάχιστους διαλόγους που ακούγονται, με τη σκονισμένη φωτογραφία της Μόνικα Λεντζέφσκα, τη σχεδόν αριστουργηματική δουλειά στον ήχο και τη διεύθυνση των ερασιτεχνών ηθοποιών και φυσικά με ειδική μνεία στον Δημήτρη Κίτσο που κρατάει με την αφοπλιστική του αθωότητα το βάρος του πρωταγωνιστή και την αποκάλυψη που ακούει στο όνομα Δήμητρα Βλαγκοπούλου, θηλυκό αντίβαρο στον γεμάτο ματσίσμο κόσμο της ταινίας.

Είναι λοιπόν ίσως λογικό πως με τη φόρα που έχεις μπει μέσα σε αυτό το πρώτο μέρος (και παραβλέποντας αστοχίες όπως για παράδειγμα η αναξιοποίητη, άνευ λόγου στην πραγματικότητα γραφική φιγούρα της μητέρας), τα πράγματα να μπερδεύονται για τον θεατή όπως και για την ίδια την Εξάρχου όταν τα παιδιά βγαίνουν από τα σύνορα του Ολυμπιακού Χωριού για να περιηγηθούν στην αθηναϊκή Ριβιέρα. Μπερδεμένα κι αυτά απέναντι σε ένα κόσμο που δεν γνωρίζουν θα έρθουν σε επαφή με βορειοευρωπαίους τουρίστες πουφευθα συνδέουν για πάντα το καλοκαίρι στην Ελλάδα με την κραιπάλη, σε δύο αμήχανες σκηνές που ορίζουν με κάποιο τρόπο την οριστική ενηλικίωση των δύο κεντρικών ηρώων.

Σε μια ταινία που δεν δείχνει (και δεν θα έπρεπε) να φοβάται για τους έντονους συμβολισμούς της και που σε ένα ολόκληρο πρώτο μέρος γνωρίζει πολύ καλά για τι πράγμα μιλάει και πώς θέλει να το πει, η διαδρομή προς το φινάλε είναι συγκεχυμένηπολιτικά και κινηματογραφικά. Ο ρεαλισμός δίνει τη θέση του σε μια επιλεκτική πραγματικότητα (που αγγίζει εδώ το ας το πούμε για να καταλαβαινόμαστε weird σινεμά, σε μια ταινία που διαφέρει μέχρι εκείνη την ώρα με άποψη από αυτό) και τα σύμβολα (όπως αυτό ενός παιδιού που κάνει στριπτίζ στη μέση ενός κύκλου από μεθυσμένους τουρίστες που του ρίχνουν πενηντάευρα) χάνουν τη δυναμή τους, περιορίζοντας κατά πολύ μια ταινία που δεν είχε κανένα λόγο να αναμετρηθεί με καμία καταχρηστική έννοια «καπιταλισμού» ή «δυτικής βαρβαρότητας» ή κάτι τέτοιο.

Σε μια από τις ωραιότερες σκηνές του «Park», λίγο πιο πριν, πίσω στο Ολυμπιακό Χωριό, μια σπαρακτική απώλεια (δεν σας λέμε γιατί είναι spoiler) γίνεται η αφορμή για την πραγματική ενηλικίωση. Χωρίς λόγια, χωρίς καμία υπογράμμιση, μόνο με τον ήχο ενός αχνού παιδικού κλάμματος και την καθοριστική στιγμή που ένα αγόρι γίνεται άντρας κουβαλώντας σχεδόν το βάρος όλου του κόσμου στα χέρια, έχεις βρεθεί αντιμέτωπος με την κατά μέτωπο επίθεση της πραγματικότητας μέσα σε ένα τόπο (ναι και μια χώρα) που ακόμη και μέσα στο απέραντο κενό της μπορεί να παραμένει ένα κάποιο καταφύγιο.

Αντιφάσεις που ξεδιπλώνονται σε ένα από τα πιο εντυπωσιακά ντεμπούτα των τελευταίων χρόνων και το οποίο συστήνει μια δημιουργό που δεν εγκαταλείπει στιγμή δυνάμεις στο δικό της μπραντεφερ με ένα ριψοκίνδυνο κόνσεπτ και με τις ατέλειες που από τη φύση του κρύβει κάθε τι τόσο φιλόδοξο.

http://flix.gr/

Αφού διέγραψε αξιοσημείωτη πορεία σε αρκετές κινηματογραφικές διοργανώσεις του εξωτερικού, το μεγάλου μήκους σκηνοθετικό ντεμπούτο της Σοφίας Εξάρχου κάνει πρεμιέρα και στην Ελλάδα, συστήνοντας μια νέα δημιουργό με σαφές ταλέντο πίσω από την κάμερα.

Από τον Λουκά Κατσίκα (2,5/5)

Στις ξεφτισμένες εγκαταστάσεις του Ολυμπιακού Χωριού της Αθήνας, δέκα χρόνια μετά το πέρας των Αγώνων, μια χούφτα εφήβων βιώνει καθημερινά την πλήρη ανυπαρξία του να ζεις φτωχός και απροστάτευτος ανάμεσα σε χαλάσματα. Γύρω της υψώνονται αφιλόξενα, σκουριασμένα και βρόμικα τα απομεινάρια αλλοτινών και πρόσκαιρων θριάμβων για μια χώρα που λίγο καιρό αργότερα θα βούλιαζε στην κρίση.

Σαν ορφανά που καμιά οικογένεια δεν φαίνεται να επιθυμεί, τα αγόρια και τα κορίτσια του φιλμ μοιάζουν με παγιδευμένα αγρίμια, έτοιμα ανά πάσα στιγμή να επιτεθούν ή να κατασπαράξουν το ένα το άλλο. Ένα από τα αγόρια του φιλμ είναι και ο Δημήτρης που μετρά μονότονα τις μέρες πλάι στη χωρισμένη μάνα, την περιστασιακή γκόμενα, την εφήμερη δουλειά με το υποτυπώδες χαρτζιλίκι, το ζεστό καλοκαίρι που κυλάει ανώφελο και σχεδόν τιμωρητικό. Μέσα στον θυμό και τη σιωπηλή του απόγνωση αναζητά ένα μέρος για να ανήκει, ίσως μια ελπίδα για να συνεχίσει. Στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Σοφίας Εξάρχου η ελπίδα μοιάζει, παρ’ όλα αυτά, με πολυτέλεια προορισμένη αν όχι για λίγους και εκλεκτούς, σίγουρα όχι για εκείνον.

Η Εξάρχου συλλαμβάνει μια εμπειρία, μια υπαρξιακή κατάσταση ανάμεσα στο μηδέν και το μετέωρο, ένα χρονικό των απόκληρων και των ρημαγμένων

Με οδηγό τον 17χρονο ήρωά της (θαρραλέος και μαγνητικός στον δύσκολο ρόλο του ο Δημήτρης Κίτσος), η Εξάρχου βουτάει με τα παιδιά αυτά στο κενό τους και προσπαθεί να αποδώσει με όρους κινηματογραφικούς τον σκληρό κόσμο τους. Η σωματικότητα και η σπασμωδικότητα ορίζουν το ύφος της ταινίας. Οι εικόνες ιδρώνουν και καρδιοχτυπούν. Οι ήχοι πληγώνουν, εκκωφαντικοί και βίαιοι. Η φωτογραφία είναι χλωμή, μουντή, δεν ψαρεύει κομπλιμέντα. Και το ωμό ψυχοσυναισθηματικό τοπίο των χαμένων κορμιών και των ματαιωμένων ονείρων αποτυπώνεται στο «Park» γλαφυρά, αδρά, δίχως την παραμικρή εξιδανίκευση.

Με έναν επιθετικό και τραχύ ρεαλισμό η Εξάρχου δεν στρώνει κανένα αφηγηματικό χαλί για να βαδίσει ο θεατής. Συλλαμβάνει μια εμπειρία, μια υπαρξιακή κατάσταση ανάμεσα στο μηδέν και το μετέωρο, ένα χρονικό των απόκληρων και των ρημαγμένων. Και ίσως αυτή η επιλογή να ήταν πλήρως υποστηριγμένη αν το «Park» είχε ως αφετηρία του ένα κανονικό σενάριο αντί για αποσπασματικές (και συχνά σχηματικές) ιδέες και για μια αφηγηματική σύμβαση που βάζει τους ήρωες να περιφέρονται επαναληπτικά από το ένα σημείο στο άλλο, διανύοντας κύκλους γύρω από το Μεγάλο Αδιέξοδο.

Ακόμη κι αν η πρόθεση της σκηνοθέτιδος ήταν το να αποδώσει με κινηματογραφικούς όρους αυτό το αδιέξοδο, το αποτέλεσμα δεν την δικαιώνει πλήρως. Οι τρικυμιώδεις εικόνες και το ασταμάτητο διαπασών της ηχητικής μπάντας προσφέρουν ελάχιστες ανάσες στον θεατή. Το φιλμ εγκλωβίζει σαν μέγγενη το κοινό του. Και το «Park» καταλήγει σε έναν απλό περίπατο στην άγρια πλευρά.

http://www.cinemag.gr/

Από την άκρη της χώρας…

του Θόδωρου Γιαχουστίδη (@PAOK1969) 3/10

Wasted Youth… not;

Η Σοφία Εξάρχου σπούδασε ηλεκτρολόγος μηχανικός στο ΕΜΠ, σκηνοθεσία στη Σχολή Σταυράκου και θέατρο στο Stella Adler Studio (NY). Συνέχισε τις σπουδές της στη σχολή ESAV στην Τουλούζη. Το 2014, επιλέχθηκε να συμμετάσχει στο Sundance Screenwriters & Directors’ Lab. Το Park είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της. Κι έλαβε μέρος σε ουκ ολίγα φεστιβάλ ανά τον κόσμο. Ξεκίνησε την πορεία της με την παρουσία της στο φεστιβάλ του Τορόντο. Συνέχισε στο φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν (όπου τιμήθηκε με το «New Directors Award»). Σειρά είχαν τα φεστιβάλ των Ρέικιαβικ, Βαρσοβίας, BFI του Λονδίνου, Γενεύης, Στοκχόλμης, Ρότερνταμ και η πορεία συνεχίζεται! Βεβαίως, τον περασμένο Νοέμβριο η ταινία ήταν μία από τις τρεις ελληνικές που έλαβαν μέρος στο διαγωνιστικό τμήμα του φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Εδώ η ταινία τιμήθηκε με το βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας (για τη Δήμητρα Βλαγκοπούλου), έστω κι εξ ημισείας.

Park Quad PosterΜόλις πριν δύο ημέρες, την Τρίτη 7 Μαρτίου, ανακοινώθηκαν και οι υποψηφιότητες της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, όπου η ταινία της Εξάρχου διεκδικεί 6 (έξι!) βραβεία, και συγκεκριμένα: πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη, α’ ανδρικού ρόλου (για τον Δημήτρη Κίτσο), β’ ανδρικού ρόλου (για όλους τους ερασιτέχνες που εμφανίζονται στην ταινία!), φωτογραφίας, μουσικής και ήχου. Την Τρίτη 21 Μαρτίου θα ξέρουμε πόσες από αυτές τις υποψηφιότητες θα έχουν γίνει βραβεύσεις: πόσα βραβεία «Ίρις» θα πάρει η ταινία;

Η υπόθεση: Δέκα χρόνια μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004, μια παρέα αγοριών ζει ανάμεσα στις εγκαταλελειμμένες αθλητικές εγκαταστάσεις του Ολυμπιακού Χωριού της Αθήνας. Τα αγόρια περιφέρονται άσκοπα ανάμεσα στα ερείπια, στήνοντας παιχνίδια και οργανώνοντας ζευγαρώματα σκύλων για να βγάζουν χρήματα. Ο μεγαλύτερος της παρέας, ο 17χρονος Δημήτρης μαζί με την 22χρονη Άννα πρώην αθλήτρια προσπαθούν να ξεφύγουν από το Χωριό με προορισμό τα τουριστικά ξενοδοχεία των νοτίων προαστίων. Καθώς οι εξορμήσεις τους συνεχίζονται και τα δυο παιδιά εισχωρούν όλο και πιο πολύ στις ζωές των τουριστών, η επιθυμία του Δημήτρη για αποδοχή θα δοκιμαστεί με βίαιο τρόπο.

Η άποψή μας: To weird greek wave συναντά τον Κωνσταντίνο Γιάνναρη του «Από την άκρη της πόλης» θα μπορούσαμε να πούμε για τη συγκεκριμένη ταινία. Η επιλογή της Εξάρχου να γυρίσει την ταινία στα χαλάσματα των Ολυμπιακών εγκαταστάσεων, εκεί που το 2004 η Ελλάδα έζησε τις τελευταίες ημέρες και νύχτες μεγαλείου της (εντός ή εκτός εισαγωγικών), είναι αν μη τι άλλο ευφυής. Χωρίς πολλά λόγια και με πολύ εύστοχο συμβολισμό επιτυγχάνει να πιάσει εντελώς εξαιρετικά την παρακμή της Ελλάδας σε όλα τα επίπεδα. Αυτή, όμως, μοιάζει να είναι και η μοναδική καλή ιδέα της ταινίας, που θα μπορούσε κάλλιστα να περιοριστεί σε ένα φιλμάκι μικρού μήκους ή ακόμα ακόμα σε ένα ντοκιμαντέρ.

Η Εξάρχου επιλέγει να γυρίσει μεγάλου μήκους ταινία μυθοπλασίας, έχοντας μόνο μια εξαιρετική σεναριακή ιδέα στη φαρέτρα της. Α, και μερικές πολύ ενδιαφέρουσες φάτσες παιδιών, αυθεντικών τσογλανακίων (sic), που καθόλου πείρα από υποκριτική δεν έχουν, γράφουν όμως εξαιρετικά στο φακό. Αναγκαστικά, η σκηνοθέτιδα οδηγείται στην επανάληψη και στο προφανές. Και σε κατάχρηση του «ου» ως επιφώνημα του στυλ «περνάμε καλά». Τόσο «ου» καταντά ενοχλητικό, αν και πάλι στόχος είναι να δει ο θεατής παιδιά που δεν μπορούν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους ή με τους μεγαλύτερους παρά μόνο να ουρλιάξουν σε πρώτο επίπεδο.

Μέσα στα χαλάσματα ανθίζει κι ένας έρωτας αλλά… να ‘χαμε να λέγαμε. Έρωτας καταγής σε μια χώρα διαλυμένη δεν μπορεί παρά να είναι καταδικασμένος. Κανένας ρομαντισμός, καμία κίνηση προσέγγισης του θεατή. Μόνο παρατήρηση. Όλα εκεί, μια φέτα ζωής εντελώς άνοστη. Και να η κόντρα του Δημήτρη με το αφεντικό του στα μάρμαρα (what;) και να τα ντουζ στις χαλασμένες εγκαταστάσεις και να η σχέση του με τη μητέρα του (εντελώς αναξιοποίητη η Κιτσοπούλου) και να τα επί πληρωμή ζευγαρώματα των σκύλων. Ακόμα κι αν δεχτούμε ότι υπάρχει σενάριο δεν υπάρχει πλοκή, δεν υπάρχει δραματουργία: το όλο πράγμα δεν πάει πουθενά. Κι όχι ρε παιδιά, οι δύο επαγγελματίες πρωταγωνιστές (ιδίως το αγόρι) δεν δίνουν καλές ερμηνείες, μην τρελαθούμε, σόρι κιόλας. Εκεί που τα πράγματα… χειροτερεύουν είναι με τη σκηνή στην ταβέρνα του ξενοδοχείου, όπου γίνεται συνέδριο και οι σύνεδροι το ρίχνουν έξω, παίζουν και – με υπόσχεση πληρωμής – διασκεδάζουν «αναγκάζοντας» τον νεαρό Δημήτρη να πέσει βραδιάτικα στην παγωμένη θάλασσα. Βρε τους κακούς Ευρωπαίους που μας έκαναν εμάς τους Έλληνες, μετανάστες στην ίδια μας τη χώρα! Και μας εξευτελίζουν για λίγα ευρώ αυτοί που μας οδήγησαν ως εδώ. Ok. Say no more.

Συγχαρητήρια στην Εξάρχου, που έπεισε έναν σπουδαίο Δανό ηθοποιό να συμμετάσχει στην ταινία της (τον Thomas Bo Larsen τον θαυμάσαμε μεταξύ των άλλων στο υπέροχο «Κυνήγι» του Thomas Vinterberg αλλά και στην παλιότερη αριστουργηματική «Οικογενειακή γιορτή» του ιδίου σκηνοθέτη). Ελπίζουμε η επόμενη ταινία της εμφανώς ταλαντούχου δημιουργού να πιάσει υψηλότερες επιδόσεις, μακριά από τις… κακές επιρροές ταινιών του Larry Clark.

http://www.moviesltd.gr/

ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΟΔΩΡΗ ΚΟΥΤΣΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ [2,5/5]

Με το «Park» η Σοφία Εξάρχου προχωράει πέρα από μια ξοδεμένη, χαμένη νεολαία και εξιστορεί τη «φυλακισμένη» γενιά μέσα από μια μεγάλη αγοροπαρέα, με την προσθήκη μιας μόνο κοπέλας παιδιά μεταναστών που βγάζουν την ενέργεια της ηλικίας τους σε σωματικές δοκιμασίες, συμβολικά τοποθετημένα στις ερειπωμένες ολυμπιακές εγκαταστάσεις που χάσκουν σαν πικρά απομεινάρια μιας τεχνητής εθνικής εορτής. Η ταινία της είναι αφαιρετική και μοντέρνα, με υψηλή αίσθηση σκηνοθετικής εννοιολογίας, αλλά με σεναριακές επαναλήψεις και μια υπαρξιακή αναζήτηση που σκορπίζει κι εξασθενεί στο πολυπρόσωπο καστ κι ένα σκηνογραφικό indulgence.

Πηγή: www.lifo.gr

** ½ – Park ΚΡΙΤΙΚΗ ΝΙΝΟΥ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗ

Στις εγκαταλειμμένες εγκαταστάσεις του Ολυμπιακού Χωριού της Αθήνας, στην ταινία της Σοφίας Εξάρχου, μια ομάδα αγοριών περνάει τις άχαρες ώρες της παίζοντας διάφορα παιχνίδια, καμιά φορά εις βάρος των φίλων τους (σε ένα από τα πρώτα πλάνα της ταινίας, αναγκάζουν ένα μικρότερό τους αγόρι να τρέξει ξυπόλυτο πάνω στα πετραδάκια, με αποτέλεσμα να πληγώσει τα πόδια του), κάπου κάπου ζευγαρώνουν ένα σκύλο τους για να βγάλουν λίγο χαρτζιλίκι, ενώ, από δίπλα, τα παρακολουθεί μια ομάδα συνομήλικών τους κοριτσιών, που προσπαθεί με διάφορους τρόπους να τραβήξει το ενδιαφέρον των αγοριών. Μια παρόμοια κατάσταση κυριαρχεί και στα σπίτια τους, όπως ανακαλύπτουμε μέσα από τις σκηνές στο σπίτι ενός από τα αγόρια, όπου γνωρίζουμε τη μητέρα του, μια εγκαταλειμμένη, όπως υπονοείται, από τον άντρα της γυναίκα που το έχει ρίξει στο ποτό, όταν δεν κοιμάται στον καναπέ.

Πρωταγωνιστές είναι ο 17χρονος, και μεγαλύτερος της ομάδας, Δημήτρης και η 22χρονη φίλη του Άννα, δύο πρόσωπα παγιδευμένα, όπως και οι υπόλοιποι, σε μια ανεξέλεγκτη κοινωνική κατάσταση που τους αναγκάζει να ζουν αυτή τη χωρίς διέξοδο ή νόημα ζωή. Σε ένα διάλειμμα της άχαρης ζωής τους, όταν ο Δημήτρης, ύστερα από μια περιστασιακή δουλειά στην αποθήκη μαρμάρων του εραστή της μητέρας του, πληρώνεται με 50 ευρώ, θα τα ξοδέψει με την Άννα, για να περάσουν μερικές ευχάριστες μέρες θα κάνουν μπάνιο στη θάλασσα, θα χορέψουν σε ένα κλαμπ και θα διασκεδάσουν μια ομάδα ξένων τουριστών.

Η ταινία τόσο θεματικά (αν και όχι όσο αφορά το σεξ) όσο και από πλευράς σκηνοθεσίας θυμίζει τις ταινίες του Αμερικανού Λάρι Κλαρκ, ιδιαίτερα το «Ken Park» και το «Kids». Και εδώ πρόκειται για παιδιά μιας αποτυχημένης μεσαίας τάξης, παιδιά αφημένα στη μοίρα τους, που προσπαθούν να καταλάβουν τι γίνεται γύρω τους. Παιδιά απογοητευμένα από τους δικούς τους και από την κοινωνία, εύκολη λεία για λαϊκιστές και ακροδεξιούς, όπως ήδη βλέπουμε να συμβαίνει γύρω μας όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Πάντως, η Εξάρχου, αν και σε αντίθεση με την απαισιόδοξη εικόνα που παρουσιάζει ο Κλαρκ στις ταινίες του, προσεγγίζει τα νεαρά της πρόσωπα με ξεχωριστή συμπάθεια, αφήνοντας το φακό της να καταγράψει τα κρυμμένα τους συναισθήματα μέσα από τις φαινομενικά ανεξήγητες συχνά πράξεις τους ανάμεσά τους και οι σκηνές του Δημήτρη με τον μεθυσμένο Σκανδιναβό τουρίστα και η τελική στάση του απέναντί του, σκηνή που λειτουργεί σαν είδος κάθαρσης. Στις πολλές αρετές της ταινίας, η εμπνευσμένη χρήση των εξωτερικών χώρων (και συγκεκριμένα στο εγκαταλειμμένο Ολυμπιακό Χωριό) καθώς και εξαιρετικές ερμηνείες όλων των νεαρών, αγοριών και κοριτσιών, ιδιαίτερα του Στέφανου Ευθυμίου και της Περσεφόνης Μήλιου.

https://www.enetpress.gr/

Park

της Σοφίας Εξάρχου

Ολυμπιακό χωριό. Αθήνα. Πολλά χρόνια μετά. Η εγκατάλειψη. Οι φθορές. Ο χώρος είναι ένας τόπος παιχνιδιού για παιδιά μεταναστών και λαϊκών οικογενειών.

Η αφήγηση παρακολουθεί μια ομάδα εφήβων που ζουν μέσα σ’ αυτόν τον τόπο, αλλά εστιάζει ιδιαίτερα σε δύο: στον Δημήτρη (Δημήτρης Κίτσος) που δουλεύει σ’ ένα μαρμαράδικο και την Άννα (Δήμητρα Βλαγκοπούλου), μια γειτόνισσα του.

Ακολουθώντας τους κανόνες ενός ρεαλιστικού σινεμά, η σκηνοθέτις με κάμερα στο χέρι, παρακολουθεί από κοντά τους δύο ήρωες της. Ό,τι την ενδιαφέρει καταρχάς είναι οι σχέσεις οικειότητας και φιλίας μεταξύ των δύο νεαρών προσώπων: οι ερωτικές σχέσεις που αναπτύσσονται. Ανταλλαγές βλεμμάτων, βιαστικό σεξ στους παρατημένους χώρος των ολυμπιακών εγκαταστάσεων. Η σκηνοθέτις επιλέγει δίνει κυρίως έμφαση στον αγόρι. Σχεδιάζοντας καταρχάς το πορτραίτο του κεντρικού χαρακτήρα ορίζει τις συνθήκες ζωής του: το οικογενειακό τοπίο (και η σχέση με τη μητέρα), η εργασία, τα “κολλήματα” -ο σκύλος- οι εφηβικές -νεανικές διασκεδάσεις (οι βανδαλισμοί), οι συμπεριφορές.

Η προφανής μεταφορά της ταινίας είναι η εγκατάλειψη των χώρων αυτών που σηματοδότησαν την ακμή της χώρας που συνδέονται με την κατάστασης της νεανικής παρέας. Ανήκοντας στο είδος της ταινίας με τους εκτός κέντρου νέους -που ο Κωνσταντίνος Γιάνναρης με την ταινία Από την άκρη της πόλης όρισε-, η ταινία είναι γεμάτη από τα συνήθη στερεότυπα: μια ζωή χωρίς προοπτική, οι ελπίδες και οι απελπισίες της νεανικής ζωής, η σκληρότητα και οι ευαισθησίες, η ζωή στα προάστια, η ανδρική νεανική παρέα. Δίνοντας έμφαση στα ηθογραφικά στοιχεία η σκηνοθέτις δημιουργεί ένα ιχνογράφημα της νεανικής ζωής της εργατικής τάξης. Το ξόδεμα των διασκεδάσεων και η παραίσθηση νεανικών οι στιγμές της ανίας και της νεανικής βαναυσότητας της μελαγχολίας, η παραβίαση των ορίων. Είναι η εικονοποιία της οικονομικής κρίσης, τόσο οικεία από πολλές ταινίες του συγχρόνου ελληνικού σινεμά, στη ρεαλιστική της διάσταση, που αναγνωρίζουμε τόσο στη σχεδίαση των πορτρέτων, όσο και στη δραματική πλοκή.

Αντιστάθμισμα στα προηγούμενα αποτελεί η παρουσία της Δήμητρα Βλαγκοπούλου που αποδίδει την απελπισία της νεανικής ζωής στα προάστια με τρόπους σωματικούς ελάχιστα κραυγαλέους, σχεδόν υποδόριους.

Δημήτρης Μπάμπας

http://cinephilia.gr/

 

Πού παίζεται

Ν. ΚΟΣΜΟΣΦΙΞΝ. ΣΜΥΡΝΗΠ. ΦΑΛΗΡΟ

Μικρόκοσμος

Λεωφ. Συγγρού 106, Φιξ, στάση μετρό ΣυγγρούΦιξ

2109230081

DOLBY DIG

Παρ.-Κυρ. € 7,00, Δευτ., Τρ. € 5,50. Κάθε Πέμ. τα δύο άτομα € 8,00. Κυρ.-Τετ. € 5,50 η τελευταία προβολή Κυρ.-Τετ. € 5,50.

Πέμ.-Τετ.: 19.00/ 20.45/ 22.30

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s