Μαθήματα Πιάνου (1993) της Τζέιν Κάμπιον | Κριτική Νίκου Κολοβού [Δημιουργικό Διαδίκτυο]

the-piano-1993 003

Η ελευθερία της Έντα ανεβαίνει απ’ την τρομαγμένη αλαλία της προς τα άνω. Βγαίνει με τα δάχτυλα της μέσα απ’ το βουβό πιάνο της. Ανάβει τα μάτια της. Εκλεπτύνει την αφή της και την κάνει από με­τάξι. Κρατά σε ετοιμότητα το σώμα της για την ευφορία της ερωτικής ενοχής. Το πιάνο είναι ένα όργανο σχεδόν κακάσχημο. Υποδέχεται όμως και προπέμπει τη μουσική. Μαγνητίζοντας, ποτίζοντας την ευμενή ακοή με τη γλυκύτητά της. Η Έντα φαίνεται σχεδόν άσχημη. Αναδύεται όμως μέσα απ’ τον αφυ­πνισμένο της έρωτα και την ασταμάτητη μάχη της για ζωή σαν ένσαρκη και όμορφη με­λωδία.

the-piano-1993

Η Τζέην Κάμπιον γύρισε την ταινία αυτή για να δείξει ακόμη μία φορά (μετά το ΕΝΑΣ ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΜΟΥ) την πικρία και την ανάγκη, το βάσανο και τον αδαπάνητο πλούτο, την υπόγεια λαχτάρα και την άοκνη υ­πομονή του γυναικείου υποκειμένου μέσα σ’ έ­ναν κόσμο κυνικό ή βάρβαρο – οπωσδήποτε στενό και μικρόψυχο. Μια γυναίκα, η Τζάνετ Φραίημ, στην ταινία εκείνη, φεύγει απ’ τη χω­ριάτικη αθωότητά της για να κατεβεί στο με­σογειακό νότο και να φτάσει ως το σημείο μιας ασαφούς ευτυχίας. Γυρίζει σύντομα πί­σω στην τοπική και υπαρξιακή αφετηρία της, θανάσιμα λυπημένη, αλλά με το χάρισμα της γραφής απασφαλισμένο. Η Έντα στη σημερι­νή ταινία, αποφασίζει εκούσα άκουσα να φυ­λακιστεί σε μια κακόχνωτη αγριότητα. Οδηγείται μέσα από κίνδυνο και ταραχή όπου το ένστικτο της τρυφερότητάς της την στέλνει. Κατεβαίνει αργά ως τη μέση του βυθού, που λέγεται θάνατος και μοιάζει με πηχτή θάλασ­σα, για να ανεβεί στην επιφάνεια του φωτός α­πελπισμένα ζωντανή. Ο Στιούαρτ ως σύζυγος την άφησε αδιάφορη στη φυλακή της. Ο Μπέινς της χρησιμέυσε ως συνεργός στην πε­ριπετειώδη απόδρασή της. Όσα έγιναν όμως τα φορτώθηκε, τα υπέμεινε και τα αποτίναξε μόνη της η Έντα. Χωρίς να καταγάγει κάποι­ον θρίαμβο πανηγυρικό. Απλά επιβιώνοντας. Ανακτώντας το περίσσευμα της ζωής της. Διανύοντας όση απόσταση μεσολαβούσε από τη δεμένη βωβότητα προς τον λυτό και απαλό ψίθυρο του λόγου. Η Έντα της Τζέην Κάμπιον δεν προβάλλεται στην ταινία ως φωτεινή ηρωίδα του ιστορικού ή ανώνυμου γυναικείου κινήματος, αλλά ως μια γυναίκα μαθημένη να απελευθερώνεται. Απ’ την πατρική οικογένεια και τα βικτωριανά ήθη, απ’ τη συζυγική πίεση και βαναυσότητα, απ’ τα ρούχα της και τους αυστηρούς αυτοπεριορισμούς του σώματός της, απ’ το ίδιο το πιάνο και τη βωβότητά της. Έτσι προστίθεται στα, ευάριθμα σχετικά, γυ­ναικεία πρόσωπα της κινηματογραφικής μυ­θοπλασίας. Με την απελεύθερη ομορφιά της ως κόσμημα της ασχήμιας της.

Το πιάνο και η Έντα, η μουσική κι η γυναί­κα, η ψυχή κι η απόφαση, η δουλεία της συζυ­γίας της κι η εριστική εξανάστασή της, που μοιάζει με παρθενικό ξύπνημα. Αυτά είναι τα κεντρικά στοιχεία κι οι συνάλληλες σημασίες του συστήματος της ταινίας. Το εξωτικό περιβάλλον της Νέας Ζηλανδίας των μέσων του 18ου αιώνα, όπου οι λευκοί άποικοι κι οι ιθα­γενείς Μαορί συμβιώνουν ενόπλοις είναι το φυσικό σκηνικό. Εκεί η σεναριογράφος και σκηνοθέτρια ετοιμάζει αθόρυβα και μεθοδικά την υπαρξιακή έκρηξη. Η μικρή κόρη της Έντα, η Φλόρα, είναι ένας άγγελος της αθωότητας κι ένας μάρτυρας του παράδοξου γι’ αυ­τήν δρώμενου: Πώς ο Μπέινς, ένας λευκός, στυφός, λασπώδης και άγαρμπος άντρας σαν άγριος Αδάμ, παραδίδεται στην υλική μαγεία της μουσικής κι αποβαίνει ένας «δύστηνος» νοσταλγός του χαμένου ερωτικού παραδεί­σου. Πώς καταλύεται βαθμηδόν απ’ την αργό­συρτη και απόκρυφη πυρά της Έντα και υπο­τάσσεται απ’ τις άκρες των δακτύλων της. Κι όλη αυτή η τυραννική και γλυκάζουσα μαζί μεταμόρφωση αρχίζει και περαιώνεται μέσα από μια οιονεί οικονομική ανταλλαγή. Η Έντα αποκαλύπτει τις όψεις του σώματός της εξαγοράζοντας κάθε φορά ορισμένον αριθμό κλειδιών του πιάνου, δηλαδή τη μουσική της. Εξαντλεί την διαπραγματευτική υπομονή του Μπέινς και τον αναγκάζει να παραιτηθεί απ’ την ωμή απαίτησή του. Έχοντας όμως στο με­ταξύ αφυπνίσει κι η ίδια την ανιδιοτέλεια της προσφοράς του σώματός της, φτάνοντας ως την πείσμονα παράδοσή του σ’ έναν άνθρωπο που έπαψε να το διεκδικεί με τον ασυνήθιστο τρόπο του, σχεδόν απογοητευμένος. Ο Μπέινς είναι ο άλλος πόλος του απεχθούς και απαράδεκτου συζύγου της, αυτού που μένει ως το τέλος ο ανομολόγητος εχθρός κι ο αμέ­τοχος μουσικής και σιωπής, ό,τι πολυτιμότε­ρων αγαθών διέθετε η Έντα. Το υποκείμενο προς αποφυγήν και το κίνητρο για την εξώθη­ση του σχεδίου της Έντα ως τα άκρα. Ο μηχα­νισμός ολόκληρος συναρμολογήθηκε και λει­τούργησε για να σωθεί απ’ την χρονίζουσα εκμηδένισή της η Έντα. Για να ξαναπάρει με τα τραυματισμένα χέρια της ό,τι απερίσκεπτα θέλησε στην αρχή να παραδώσει, ψυχή, σώμα και ελευθερία, και επιπλέον ομιλία. Η σενα­ριογράφος και σκηνοθέτρια δεν σκόπευε να α­φηγηθεί μια ακόμη ερωτική ιστορία σε φολ­κλορικό και αλλόκοτο περιβάλλον, αλλά να ανασύρει και να ξεπλύνει μια ακόμα γυναικεία προσωπικότητα από τη λάσπη της πολύμορφης αρσενικής κυριαρχίας. Το πιάνο τελικά ήταν μια ψευδαίσθηση εσωτερικής ελευθερίας για την Έντα. Πίστεψε ότι μπορούσε να διασωθεί ακουμπώντας μόνο σε αυτό και λιγότερο στη χαριτωμένη αφέλεια της Φλόρας. Κουβαλώντας το άβολο βάρος και την αόρατη μουσική του ως τα πλέον άξενα μέρη του κόσμου. Έχοντας συνδέσει τη δυσμένεια της ζωής της με αυτό, παρόλο που τελικά δεν αποδέχτηκε να την σύρει το πιάνο ως το μηδέν. Την ύστατη στιγμή διαισθάνθηκε ότι η  ελευθερία βρίσκεται πέρα απ’ το πιάνο και τη μουσική. Κάθε φορά αλλού. Τώρα με τον Μπέινς κάπου στην πολιτεία Νέλσον, ανάμε­σα σ’ άλλους ανθρώπους. Αύριο σε μια άλλη γειτονιά του κόσμου. Γιατί η ευτυχία δεν έχει ορισμένο τόπο, ούτε ειδικό χρόνο για να πνεύ­σει. Η αφήγηση είναι απλή και ευθύγραμμη. Προς την κατεύθυνση πάντα μιας γυναικείας ματιάς που ξέρει να φέρνει τα σώματα της γυ­ναίκας και του άντρα σε μια διακριτική και αιδήμονα επαφή χωρίς την πράξη της «διείσδυ­σης» ως αποκορύφωμά της. Με ελάχιστες εκπλήξεις που έφερναν σ’ αυτήν τα περιγρα­φικά. συμπληρωματικά του διήκοντος μύθου (της βαθμιαίας μετάθεσης της Έντα από το κλειστό δεσμωτήριο του Στιούαρτ στο απαγο­ρευμένο και μοναχικό μονωτήριο του Μπέινς) δρώμενα. Όπως ήταν η προετοιμα­σία και η τελετή του γάμου με το λαογραφικό και κοινωνιολογικό ενδιαφέρον της. Η Χριστουγεννιάτικη γιορτή των παιδιών με το μικρό χορό την αγγέλων απ’ όπου ξεκόπηκε η μικρή κόρη της Έντα για να συνεχίσει και το πέταγμά της. Η παράσταση σκιών που μας με­τέφερε στην προϊστορία του κινηματογρά­φου. Ένας υφέρπων κάτω απ’ τη σκληρή και ακατέργαστη επιφάνεια λυρισμός, που τον τροφοδοτούσαν η ευαίσθητη εικονοληψία του Στιούαρτ Ντράιμπουργκ και η διάχυτη μουσι­κή του Μάικλ Νάιμαν. Με ακραία και ριγηλά από αισθητική χάρη δείγματα αυτού του ανε­πιτήδευτου, μετριοπαθούς, τρυφερού ρεύμα­τος στις σκηνές της αποβίβασης κι απόθεσης του πιάνου στην αμμώδη, πρωτοκοσμική α­κτή και εκείνη της απόρριψης και καταβύθι­σής του στον ωκεανό απ’ όπου προήλθε.

Η Τζέην Κάμπιον έκανε ακόμη μια φορά το θαύμα της. Να βαδίσει πάνω στα ίχνη της κλα­σικής αφηγηματικής του κινηματογράφου. Σύγχρονα όμως να δείξει ότι μια δροσερή έ­μπνευση την διαπερνά όταν παίρνει με αυτογνωσία και γνώση το λεκτικό του κινηματο­γράφου στα χέρια της. Ότι η συμπάθεια για τη γυναίκα την φωτίζει να πει αλήθειες που σπά­νια ακούγονται γι’ αυτήν στον ισόπεδο κόσμο των αφηγηματικών φιλμικών κειμένων.

Νίκος Κολοβός

antikinimatografos no 8

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s