Παρακαλώ, γυναίκες, μη κλαίτε… «Μην πειράξεις τα υλικά»! του Ηλία Κανέλλη [ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ]

«Μην πειράξεις τα υλικά»!

Το Παρακαλώ, γυναίκες, μη κλαίτε… γυρίστηκε στην ορεινή Αρκαδία. Ο Τσιώλης την προσδιορίζει, μάλλον σαρκάζοντας, ως κομεντί, αλλά στην ουσία είναι μια λεπταίσθη­τη κωμωδία ηθών και χαρακτήρων – και όπως κάθε κωμωδία που σέβεται τον εαυτό της έχει ένα βαθύτατο δραματικό υπόστρωμα, φορτισμένο από εναν τόνο υπαρξιακής αγωνίας. Η περιγραφή του Γιάννη Μπακογιαννόπουλου είναι ακριβής και λιτή:

Δωρεάν Μάθημα Ιστορίας και Κριτικής Κινηματογράφου
με θέμα «Βασικοί Σταθμοί της Ιστορίας του Κινηματογράφου»
το Σάββατο 18 Μαρτίου 2017
Παρουσίαση Σεμιναρίου Ιστορίας και Κριτικής Κινηματογράφου

ΜΕ ΕΝΑΡΞΗ 1 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2017

Μαθήματα Πιάνου (1993) της Τζέιν Κάμπιον το Σάββατο 18 Μαρτίου 2017
με ελεύθερη είσοδο, ανάλυση και συζήτηση

parakalo gynaikes min klaite

(…) Ο Τσιώλης δεν είναι ούτε φυσιολάτρης εκδρομέας ούτε τυφλός ραψωδός αλλοτινών πραγμάτων. Με μια πλάγια ειρωνεία, που μόλις καλύπτει το συναισθηματικό του τραύμα, βλεπει τη σύγκρουση των κοινωνικών εποχών, την καταστροφή του πα­τροπαράδοτου, και μάλιστα από εκείνους που έχουν ταχθεί να το συντηρήσουν. (…) Αυτές τις αυτό- ή αλληλοδιαψευδόμενες μορφές, αυτές τις ζωντανές αντιφάσεις, αυτές τις βαθύτερα παράλογες συγκρούσεις προσωπικοτήτων κατορθώνει, ήρεμα και ήμερα, να απεικονίζει ο Τσιώλης, εδώ μαζί με τον Χρήστο Βακαλόπουλο, που συμβάλλει στην ένταση της σατιρικής ματιάς, στον πολλαπλασιασμό των γκαγκ, στην πυκνότητα του σεναρίου.

Ένα χωριό της Αρκαδίας καλεί έναν διάσημο αγιογράφο και τον βοηθό του για να αποκαταστήσουν τις φθαρμένες τοιχογραφίες ενός ιστορικού ναού. Από την αρχή όμως μας αιφνιδιάζει η ειρωνική μετατόπιση. Οι επίτροποι του ναού φορούν μαύρα κοστούμια και παπιγιόν, σαν μεγαλοαστοί σε δεξίωση. (…) Αλλά και το ζευγάρι των αγιογράφων είναι εξωφρενικό. Ο «άγιος» έχει όψη βάρβαρου επαρχιώτη εμπόρου, αδιαφορία, αδράνεια και αξιώσεις καλοπέρασης (Δημήτρης Βλάχος). Ο βοηθός, ψηλός και ευγενικός, σαν Επτανήσιος αριστοκράτης (Αργύρης Μπακιρτζής) είναι ένας ιδιό­τυπος… μπάτλερ του «αγίου». Εγκαθιστά ένα πλήρες υπαίθριο σπίτι, με σαλονάκι και πολυέλαιο, βρίσκει λύσεις σε όλα τα πρακτικά προβλήματα, είναι αστρονόμος και «ηδονοβλεψίας» με ένα τηλεσκόπιο, διαπραγματεύεται σαν δικηγόρος ατσίδας με τους επιτρόπους και τους ντόπιους. Ρήτορας, καταφερτζής και απατεωνίσκος, βρίσκει συ­νεχώς λεφτά.

Μια αθώα κοπέλα (Δώρα Μασκλαβάνου) που έρχεται να μαθητεύσει στην υψηλή τέχνη μεταβάλλεται σε υπηρέτρια, γύφτοι κάνουν ανταλλαγές σε αυξανόμενο αλισβερίσι και, τέλος, ο βοηθός οργανώνει πλειστηριασμό «έργων τέχνης» με τους ενθουσιώ­δεις αγοραστές-θεατές, καθισμένους γύρω στις κερκίδες αρχαίου θεάτρου, διαδικασία που θυμίζει και τα δημοφιλή τηλεοπτικά παιχνίδια. Φυσικά, η εργασία της αγιογρα­φίας δεν αρχίζει ποτέ.

plagio tsiolis 001Αυτό το σατιρικό παιχνίδι, που μεγεθύνεται συνεχώς, δεν επιταχύνεται, όπως στις κλασικές κωμωδίες. Οι Τσιώλης – Βακαλόπουλος κρατούν τη γαλήνια οπτική τους, χωρίς να υπογραμμίζουν επιθετικά. (…)* (24)

Εκείνο πάντως που υπογραμμίζει η ταινία, δηλαδή η σκηνοθεσία της, είναι η δια­κριτική απόσταση από το υπόβαθρο στο οποίο θεμελιώνεται – από τις πολιτισμικές επιρροές της. Είναι, κυρίως, οι επιρροές του λαϊκού πολιτισμού πρωτίστως της Αρκα­δίας. που είναι ένα κομμάτι της Ελλάδας που είναι ένα κομμάτι του κόσμου, ενός πολι­τισμού -που κινείται αργά κι αδιόρατα* (σύμφωνα με την αγαπημένη έκφραση του Τσιώλη), αλλά που κινείται – δεν μένει στάσιμος, δεν επιστρέφει. Ενός πολιτισμού απομονωμένου, αλλά όχι κλειστού. Προπάντων, ενός πολιτισμού οι πονηριές του οποίου είναι πολύ λιγότερο οδυνηρές και τα αστεία του πολύ πιο απλά. Ενός πολιτι­σμού θεμελιωμένου πριν από την εποχή της σημερινής μαζικής έκφρασής του – ιδίως της τηλεοπτικής. Για αυτό, άλλωστε, οι κατά βάσιν ερασιτέχνες ηθοποιοί που τον εκ­προσωπούν, παίζουν αλά παλαιικά: οι γύφτοι είναι ο εαυτός τους κι όχι τα τηλεοπτικά ερζάτς που υποτίθεται ότι τους σατιρίζουν, ο βοσκός είναι πραγματικός βοσκός και ο πρωταγωνιστής, ο αγιογράφος Θεοφάνης, ως έμπορος στην πραγματικότητα, γνωρίζει από συναλλαγές. Το γκροτέσκο στην ερμηνεία τους, έτσι, συγκρίνεται μόνο με την κα­νονική συμπεριφορά τους, η υπερβολή παράγεται σε σχέση με τη δική τους κανονικό­τητα – και όχι με την καρικατούρα κανονικότητας που, ήδη, καταιγιστικά έχει επιβά­λει το τηλεοπτικό γούστο, η ενιαία τηλεοπτική κοινή καθομιλουμένη γλώσσα.

Οι χαρακτήρες της ταινίας είναι, συνεπώς, απλοί, κομμάτι μιας απλής καθημερινό­τητας, με ελάχιστους συμβολισμούς κοινωνικής ισχύος. Ανάμεσα στους συμβολι­σμούς αυτούς, φυσικά, είναι εκείνοι του καλλιτέχνη και του επιστήμονα, του ρήτορα και του κοσμοπολίτη – τέσσερις συμβολισμοί σε έναν, ιδού ο λόγος για τον οποίο λα­τρεύεται ο αγιογράφος Θεοφάνης. Ο οποίος, από τη δική του σκοπιά, μπορεί να είναι εξουσιαστικός απατεώνας, αλλά το όριο το βάζει πάντα η ιερότητα των αξιολογήσεων του. Πιο πάνω κι απ’ τη φιλία, πιο πάνω κι από τον άτυχο έρωτα, η ιερότητα αυτή εκ­φράζεται στον άφατο σεβασμό προς την τέχνη, την έκφραση των πιο αγνών και των πιο ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της συνειδητής αλλά και της υποσυνείδητης ανθρώ­πινης συμπεριφοράς. Για τον Θεοφάνη, η απόλυτη ιερότητα είναι το έργο. Όταν ο βοηθός του του προτείνει, για να τιμωρήσουν τους επιτρόπους της εκκλησίας που τους «έριξαν» στα λεφτά, αθετώντας προφανώς κάποια περισσότερο υψηλού τιμήμα­τος αρχική συμφωνία, να χρησιμοποιήσουν για την αγιογράφηση του ναού ευτελέστε­ρα υλικά, ο Θεοφάνης αγριεύει. Τον κοιτάζει αυστηρά και τον προστάζει ρητώς: «Μην πειράξεις τα υλικά»!

Ο Τσιώλης και ο Βακαλόπουλος, σαν να υπακούουν στο καταστατικό αυτό πρόταγμα, δεν πειράζουν τα υλικά. Τι είναι τα υλικά αυτά; Μια σειρά πρόσωπα της καθημερι­νότητας σε έναν τόπο της ελληνικής επαρχίας, εκ των οποίων το ένα προσπαθεί να προσπορισθεί όφελος από το άλλο. Συνήθως, ο μόνος τρόπος για να το καταφέρουν εί­ναι η απατεωνιά. Τι είναι, όμως, αυτό που κάνει τους απατεώνες τόσο προσφιλείς και αγαπητούς, πώς αντιστρέφεται σχεδόν μαγικά η αξιακή ιεράρχηση της ηθικής στάσης μπροστά στα μάτια του θεατή, χωρίς να ενοχλείται ούτε μια στιγμή;

plagio tsiolis 002Η απάντηση υπάρχει. Είναι ο τρόπος της ταινίας, ταυτόσημος με τον τρόπο της πα­λιάς ελληνικής κωμωδίας – που υπόρρητα, εμπεριέχει και τον τρόπο της κλασικής κινηματογραφικής κωμωδίας, ιδίως του Μπάστερ Κίτον. Αν στον Μπάστερ Κίτον, το γκαγκ, το κωμικό εξαιτίας της απροσδόκητης έκβασης, περνάει από την προσωπική του ταλαιπωρία, από την εκμηδένιση του εγωισμού του, από τη συντριβή του πρωτα­γωνιστή μέσα στην επίδειξη της ταλαιπωρίας που του επιβάλλει ο ρόλος, στο Παρακα­λώ, γυναίκες, μη κλαίτε…, αυτό που επιδεικνύεται εκμηδενισμένο είναι το τοπίο της ελληνικής επαρχίας. Ο Τσιώλης δεν φιλμάρει τον τόπο του σαν τηλεοπτική διαφήμιση για τον τουρισμό. Η υπερβολή του δεν βρίσκεται στην εξιδανίκευση του μύθου του (25) αλλά στο σαρκασμό της πραγματικότητάς του – και, επειδή η πραγματικότητα του το­πίου του, πραγματικού και κινηματογραφικού, είναι η δική του πραγματικότητα, ο Τσιώλης σαρκάζει τον ίδιο τον εαυτό του. Τα δικά του βιώματα. Τους δικούς του προ­σωπικούς ερεθισμούς. Την ίδια τη ζωή του(26).plagio tsiolis 003

Λίγο μετά την ολοκλήρωση του Παρακαλώ, γυναίκες, μη κλαίτε…, ο Χρήστος Βακαλόπουλος πέθανε. Ο Τσιώλης στερήθηκε διαμιάς την επιρροή ενός προσώπου που υπο­χρέωνε θαρρείς τη ματιά του να διεισδύει, που επέβαλλε στο κατακτημένο αφηγηματι­κό ιδίωμα την αναζήτηση μιας βαθύτερης πνευματικότητας. Ωστόσο, συνέχισε με πεί­σμα – με ένα σενάριο που αρχικά είχε επεξεργαστεί σε συνεργασία με τον Βακαλόπουλο και που ολοκλήρωσε μαζί με τον Γιώργο Τζιώτζιο. Το 1995 παρουσίασε την ταινία Ο χαμένος θησαυρός του Χουρσίτ Πασά – την τελευταία ως τώρα δουλειά που γύρισε στην Πελοπόννησο.


Για ακόμα μια φορά, ο Τσιώλης φτιάχνει μια πινακοθήκη ανθρώπων τους οποίους τοποθετεί σε έναν κοινό σκοπό, σε μια διαδρομή με κοινή αφετηρία. Αυτή τη φορά, στήνει μια ιστορία έντεκα καταδίκων που δραπετεύουν – και μιας κοπέλας, που την παίρνουν όμηρο προκειμένου να διευκολυνθούν στη διαφυγή, ώσπου κι αυτή να ξεπεράσει το φόβο της και να ταυτισθεί με τους απαγωγείς της. Όχι τόσο στον κοινό σκοπό, της ανεύρεσης ενός χαμένου θησαυρού χάρη στον οποίο θα ζήσουν μια καλύτερη ζωή, αλλά στην ανεύρεση ενός νοήματος της ζωής στην κοινή συλλογικότητα που θαρρείς ότι δημιουργείται στην ομάδα – μια συλλογικότητα, ωστόσο, που σύντομα θα αρχίσει να φυλλορροεί. Εξαιτίας αντικρουόμενων συμφερόντων αλλά και λόγω διαφορετικών προσανατολισμών. Η ζωή είναι σύνθετη και κρύβει εκπλήξεις – κι αν η ζωή κρύβει εκ­πλήξεις, ο κινηματογράφος οφείλει να τις επινοεί με μεγαλύτερη συχνότητα, με κάθε προσιτό στην παραγωγή τρόπο: ως γκαγκ, ως δράμα, ως συγκίνηση, ως αγωνία…

stavros tsiolis kanellis

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s