“Himizu” του Σίον Σόνο || κριτική του Σπύρου Δούκα

Αλήθεια, τι είναι αυτό που ανάγει ένα έργο σε αριστούργημα ως προς την κριτική του αξιολόγηση; Είναι η καλλιτεχνική του πολυπλοκότητα; Η δομή του, όταν εξυπηρετεί άψογα αυτό που κατανοείται ως “σκοπός” του;

Είναι ίσως η αδυναμία εύρεσης του παραμικρού “ελαττώματος”, που θα συνέβαλε στην παρέκκλιση από αυτόν; Κατά πόσο το έργο ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του θεατή/κριτικού, δηλαδή σε όσα είναι προϊδεασμένος πως θα δει; Ή, κατά βάθος (και στην περίπτωση του κριτικού εδώ υπάρχει πρόβλημα), σε όσα θα ήθελε ο ίδιος να δει; Ή, ενδεχομένως, σε ποιο επίπεδο το έργο υπερβαίνει τις προσδοκίες του; Η τεχνική και αισθητική του αρτιότητα, ή αυτό που εκείνη εξυπηρετεί; Η συναισθηματική διέγερση; Η διαχρονικότητά του, που θα το βάλει στο “ράφι” των έργων τέχνης που (προβλέπεται πως) δεν θα ξεχαστούν ποτέ; Είναι ένας δύσκολος ορισμός, που, θεωρητικά πηγάζει από έναν σταθμισμένο μέσο όλων αυτών, του οποίου τα βάρη είναι ως έναν βαθμό αναπόφευκτα υποκειμενικά. Θα μπορούσαμε να το ορίσουμε, σε αυτό το επίπεδο, ως “μια τέλεια έκφραση”.

Ερείπια.

Ένα αγόρι βρίσκει κρυμμένο ένα όπλο. Το παίρνει και αυτοκτονεί, στον πυροβολισμό ξυπνάει.

Ιαπωνία, Μάρτιος 2011. Σεισμός και τσουνάμι στη Φουκουσίμα, που προκάλεσε έκρηξη πυρηνικών αντιδραστήρων με τεράστιες απώλειες και ολέθριες κοινωνικές συνέπειες. Παρ’ όλα αυτά, ο 14χρονος Γιουίτσι Σουμίντα (Shota Shometani), θέλει να ζήσει σαν κανονικός άνθρωπος και να γίνει αξιότιμος ενήλικας. Η οικογένειά του, που έχει υποστεί σοβαρό πλήγμα από την καταστροφή, έχει μια μικρή επιχείρηση ενοικίασης βαρκών δίπλα σε μια ερημωμένη λίμνη, ενώ ζουν σε μια καλύβα. Ο πατέρας του είναι αλκοολικός και όταν επιστρέφει μεθυσμένος, τον χτυπάει και του λέει πως θα τον προτιμούσε νεκρό, γιατί μόνο δυσκολίες τού φέρνει. Η μητέρα του είναι πρακτικά ανύπαρκτη και κάποια στιγμή τον εγκαταλείπει. Εκείνος θεωρεί τον εαυτό του συνηθισμένο. Η συμμαθήτριά του, Κέικο Τσαζάουα (Fumi Nikaido) τον παρακολουθεί και τον ερωτεύεται καθ’ ότι τον βρίσκει ξεχωριστό. Η μητέρα της ετοιμάζει για εκείνη μια θηλιά, ελπίζοντας κάποια στιγμή η Κέικο να αποφασίσει να αυτοκτονήσει και να κρεμαστεί. Ο δάσκαλος τούς μιλάει για ανάκαμψη και επιστροφή στις παλιές δόξες. “Καμία χώρα δεν έχει υποστεί τόσα δεινά, όσα η Ιαπωνία”, τους λέει. “Πρέπει να συνειδητοποιήσετε πως είστε όλοι ξεχωριστοί και δυνατοί κι έτσι θα πάει μπροστά η χώρα ξανά”.

[…] Ξέρω τα πάντα, εκτός από τον εαυτό μου”, ποίημα του Φρανσουά Βιγιόν. “Himizu” είναι ένα είδος ιαπωνικού τυφλοπόντικα. Είναι επίσης, η ιαπωνική προφορά της λέξης “θέμις” (“Themis”, ο αγγλόφωνος τίτλος), που προέρχεται από το αρχαιοελληνικό ρήμα “τίθημι” και δηλώνει κάτι που έχει τεθεί και ισχύει. “Ξέρω τα πάντα, εκτός από εμένα”. Γνωρίζω όλους τους θεσμούς και τους κανόνες των πραγμάτων, αλλά όχι αυτούς που διέπουν τον εαυτό μου.

Το ξεκίνημα του Ρέκβιεμ του Μότσαρτ συνοδεύει επαναλαμβανόμενα ως μουσικό θέμα ολόκληρο το έργο, στην αρχή προοικονομώντας δυσοίωνα τις ελπιδοφόρες προσπάθειες των χαρακτήρων να στηρίξουν τον Σουμίντα, που εγκαταλείπει το σχολείο για να ασχοληθεί με τις βάρκες όταν οι γονείς του τον εγκαταλείπουν, και ύστερα τονίζοντας τις αρνητικές εκβάσεις τους.

Ο Shion Sono στήνει μια δυστοπική κοινωνία, όπου μετά την καταστροφή η ελπίδα έχει χαθεί, οι άνθρωποι είναι παγιδευμένοι στο σκοτεινό παρόν και δεν μπορούν να προχωρήσουν. Είναι χαρακτηριστική η συνεχής παρουσία της βίας. Είναι επαναληπτική, βάρβαρη, ωμή, πρωτόγονη.

Όμως, μόνο στο τέλος καταλαβαίνουμε πως ο Sono μας έχει παραπλανήσει και πως όλα τα χαστούκια και οι μπουνιές μέσα στο έργο απευθύνονται τελικά στον θεατή. Η βία γίνεται μέσο επικοινωνίας στο σύμπαν του Himizu, είναι μια κατάσταση καθημερινή, που χρησιμοποιείται ακόμα και σε παιγνιώδη πλαίσια. Είναι ένας ευφυής τρόπος απεικόνισης της πτώσης της ηθικής συνείδησης.

Η Ιαπωνία είναι μια χώρα ιδιαίτερη. Έχει πλούσια ιστορία και πολιτισμό, αλλά όπως είναι γνωστό, μαστίζεται και από σοβαρά κοινωνικά προβλήματα. Παραδοσιακά οι Ιάπωνες τοποθετούν το σύνολο πάνω από το άτομο, προκειμένου να υπηρετήσουν συλλογικούς στόχους. Έτσι λειτουργούν και ως κοινωνία, πράγμα που δημιουργεί μεγάλη κοινωνική καταπίεση, αφού είναι τόσο ισχυρή η συλλογικότητα, που αφενός καταλήγει στην “κατάργηση” της ατομικής υπόστασης, και άρα στην αποξένωση, και αφετέρου τονίζει την εθνική υπερηφάνεια, οπότε καλλιεργείται ο εθνικισμός και ο συντηρητισμός.

Έτσι, τα άτομα βολεύονται στις κοινωνικές θέσεις που κατέχουν, δεν αντιδρούν, δεν επιδιώκουν κάποια αλλαγή ή βελτίωση. Γίνονται μοιρολατρικά και παθητικά. Η προσκόλλησή τους στην παράδοση, που έρχεται σε σύγκρουση με τις δυτικές επιρροές έχει δημιουργήσει ένα σοβαρό χάσμα γενεών, που γίνεται εύκολα αντιληπτό εξετάζοντας τη σύγχρονη ιαπωνική κουλτούρα και σε αντιπαραβολή με την παραδοσιακή. Είναι σαν να συγκρίνουμε υφολογικά τον Takashi Miike (και φυσικά, τον Shion Sono) με τον Ozu ή τον Mizoguchi. Από τη μία έχουμε υπερβολή, εκρητικότητα, γραφική βία, και από την άλλη ρεαλισμό, καθημερινότητα, λιτότητα. Πρόκειται για ένα χάσμα που βρίσκεται συχνά στο επίκεντρο των θεματικών αρκετών δειγμάτων του σύγχρονου κινηματογράφου της Ιαπωνίας, όπως το Battle Royale και το Love Exposure (επίσης του Shion Sono).

Αυτή την κοινωνική πραγματικότητα, λοιπόν, εντάσσει στη δυστοπική του αφήγηση ο Σόνo, και την χρησιμοποιεί ως όχημα για να καταλήξει σε ευρύτερα συμπεράσματα. Ο δάσκαλος λέει στους μαθητές πως ο καθένας είναι ξεχωριστός με την έννοια ότι πρέπει να έχουν φιλοδοξίες για να επιφέρουν αλλαγές, ώστε η χώρα να “ανέβει” ξανά. Εκείνοι, όμως, γελούν μαζί του. Όντας παγιδευμένοι στους αποξενωμένους εαυτούς τους, δεν καταλαβαίνουν τι εννοεί. Από την άλλη, εκείνος νοσταλγεί κάποιο ένδοξο παρελθόν. Πρόκειται για μία πρωταρχική και ιδιαίτερα εύστοχη αποτύπωση αυτού του χάσματος. Ο Σουμίντα τού απαντάει πως ο ίδιος δε θέλει να ξεχωρίσει, αλλά επιδιώκει μια συνηθισμένη ζωή.

Η Τσαζάουα, εντούτοις, παίρνει από τον δάσκαλο το μήνυμα που εκείνη θέλει, καθώς αναζητάει απεγνωσμένα ένα στήριγμα.

Αν κάποιο από αυτά τα μοναδικά λουλούδια φυτρώσει βαθιά μέσα στο δάσος, κανείς δεν θα το δει ποτέ. Δεν βρίσκονται όλα τα λουλούδια μέσα σε βάζα. Τα όνειρα και η προσπάθεια κάνουν ένα λουλούδι να ανθίσει; Είναι πράγματι τόσο υπέροχο να δουλεύεις για ένα όνειρο;”

Ο δάσκαλος μπερδεύεται, δεν ξέρει να απαντήσει. Η Τσαζάουα είναι ερωτευμένη με τον Σουμίντα, τον θεωρεί ξεχωριστό, και μέσα από το κήρυγμα του δασκάλου αποφασίζει να καλλιεργήσει ένα μοναδικό λουλούδι μέσα του. Είναι αποφασισμένη και επίμονη, καθώς πάνω του δομεί το όνειρό της. Όσο κι αν εκείνος την απορρίπτει, εκείνη χαμογελάει και ξαναπροσπαθεί. Όταν την εξοργίζει, μετατρέπει την οργή της σε βότσαλα που συλλέγει στην τσέπη της. Όταν η τσέπη γεμίσει, θα του πετάξει τα βότσαλα. Οι πέτρες γίνονται σύμβολο του κλιμακούμενου βάρους που νιώθει από τη συνεχή του απόρριψη. Και, όταν έρχεται η ώρα, η απελευθερωτική, ρομαντική εικόνα της ρίψης βότσαλων στη θάλασσα κατά το ηλιοβασίλεμα αποδομείται ποιητικά. Η ρίψη συμβαίνει κατά την ανατολή. Μα δεν υπάρχει σήμερα. Δεν υπάρχει αύριο. Το βάρος που χάνεται ισοδυναμεί με το όνειρο και πυροδοτεί την τελευταία κραυγή πριν την απώλεια. “Σουμίντα, προχώρα!”

Χαρακτηριστική είναι επίσης η προσπάθεια του Γιορούνο, του γηραιότερου (και, καθώς φαίνεται, λιγότερο εύστροφου) από τους γείτονες του Σουμίντα, να τον βοηθήσει. Φτάνει σε σημείο αυτοταπείνωσης και εξαθλίωσης, υπερβαίνοντας τους ηθικούς κανόνες του και συμμετέχοντας σε διάρρηξη και φόνο ώστε να μαζέψει το ποσό που οι Γιακούζα δανειστές ζητούν από τον Σουμίντα. Πέραν αυτού, δεν ξέρει πώς αλλιώς να τον βοηθήσει, αλλά είναι ο μόνος που βλέπει τον Σουμίντα ως ενσάρκωση του μέλλοντος, στο οποίο πρέπει να επενδύσει. Εξίσου χαρακτηριστικά, όταν ο Σουμίντα συναντήσει τον μαφιόζο δανειστή, του λέει ψέμματα σχετικά με την προέλευση του Γιορούνο. Για να μην εκθρονιστεί ο ίδιος και ο διεφθαρμένος θεσμός που εκπροσωπεί, δε θα ήταν προς το συμφέρον του να συνειδητοποιήσει ο Σουμίντα ότι το μέλλον βρίσκεται στα χέρια του. Αργότερα, του δίνει και το όπλο. Εκείνο του αρχικού εφιάλτη. “Θα υπάρξει μια μεταστροφή μέσα σου, όπου θα καταλάβεις πώς πρέπει να το χρησιμοποιήσεις”. Ο συντηρητικός διεφθαρμένος, άλλωστε, μόνο να δελεάσει μπορεί. Μα, είναι δύο διαφορετικοί κόσμοι. Ο κόσμος του Σουμίντα είναι παλλόμενος και ετοιμόρροπος. Η μόνη πιθανή μεταστροφή από το μαρτύριο της απόλυτης αβεβαιότητας είναι προς την αυτοκαταστροφή.

Όταν ένας ακόμα από τους γείτονες έχει ξαφνικά το ίδιο δυσοίωνο όραμα ότι ο Σουμίντα τείνει προς την αυτοκτονία, ξεσηκώνει τους υπόλοιπους και τρέχουν με την πρόθεση να τον στηρίξουν. Το μόνο που κάνουν, όμως, είναι να του τονώσουν προσωρινά το ηθικό, μέσα από ένα πάρτι και λίγη κόκκινη μπογιά. Ύστερα, φεύγουν. Φαίνεται πως δεν είναι ικανοί για κάτι περισσότερο, όπως το να αναλάβουν να τον γαλουχήσουν γονεϊκά.

Ενώ στο πρώτο μισό της ταινίας, μέσα από συμβολισμούς δομείται σταδιακά, μα σταθερά το κοινωνικό υπόβαθρο και εξελίσσονται οι χαρακτήρες, ύστερα επέρχεται το αδιέξοδο και τα πράγματα μένουν στάσιμα. Νιώθουμε σαν θεατές πως το έργο δεν πηγαίνει κάπου, δεν έχει κάτι περισσότερο να μας πει, γίνεται επαναληπτικό και εσωκλείνεται σε έναν κύκλο απύθμενης πτώσης του πρωταγωνιστή, που με τη σειρά του έχει γίνει έρμαιο της αντίφασης των κανόνων που έχει θέσει στον εαυτό του, με την Τσαζάουα να προσπαθεί απεγνωσμένα να τον βοηθήσει. Είναι η μόνη ελπίδα της. Αρκεί η υπεράνθρωπη προσπάθειά της για να σώσει τον Σουμίντα από την αυτοκτονία, εμφυσώντας του ένα όνειρο που θα του δώσει ένα λόγο να συνεχίσει να ζει;

Στο επίσης αριστουργηματικό Love Exposure, ο Shion Sono κλείνει την πολύπαθη ιστορία αγάπης του με μια χειραψία. Δύο χέρια που στο τέλος κοινωνούν μεταξύ τους. Μας δίνει έναν πρωταγωνιστή με δυνατό πνεύμα, που αντιστέκεται πάση θυσία στη χειραγώγηση, ενώ όλοι γύρω του έχουν υποκύψει. Όλοι έχουν πέσει, μα εκείνος στέκεται όρθιος. Πώς επιτυγχάνει αυτή την υπέρβαση, όμως; Ακεραιότητα, θέληση, πίστη, επιμονή, εμμονή, αγάπη, ελπίδα… Μέχρι το θάνατο της μητέρας του, εκείνος ζούσε σε μια εύρυθμη οικογένεια. Υπήρχαν οι βάσεις, και το χάος ήρθε μετά.

Μα εδώ, τα χέρια δε θα ενωθούν ποτέ, η αγάπη θα μείνει ανεκπλήρωτη. Ο Σουμίντα έχει ως ιδανικό την ακεραιότητα. Θέλει να γίνει αξιότιμος ενήλικας. Αντιστέκεται δυναμικά στην ταπεινωτική βία. Λειτουργεί με βάση ορισμένες σταθερές. Δεν είναι διεφθαρμένος. Μα οι υπόλοιποι είναι. Ο πατέρας του τον ταπεινώνει προκλητικά. Επανειλημμένα, μεθυσμένος, του τονίζει πως θα ήταν καλύτερα να πεθάνει. Κι εκεί είναι που ο Sono στήνει τη μεγαλύτερη παγίδα του προς τον θεατή. Πόσο θα αντέξει ο Σουμίντα να υπομείνει την ταπείνωση του πατέρα του, προκειμένου να αντισταθεί στη διαφθορά; Όταν σηκώνει τον τσιμεντόλιθο μπροστά στον μεθυσμένο πατέρα του, αλήθεια, ποιος θεατής δεν θα τον παροτρύνει να συνεχίσει, ταυτιζόμενος με τον πόνο του; Κι όμως, ο θεατής, που εξ’ αρχής ταυτίζεται με τα πάθη του Σουμίντα, γνωρίζει πως έχει στερηθεί στοιχειώδους πνευματικής διαπαιδαγώγησης και συνεπώς, αυτογνωσίας που θα λειτουργούσε ως βασική “ηθική πυξίδα”, και άρα η διάπραξη ενός φόνου θα τον οδηγήσει ασυνείδητα στην αποκτήνωση. Και για τους ίδιους λόγους, θα του είναι αδύνατο ή εξαιρετικά δύσκολο να καταφέρει να ξεφύγει από το βάρος αυτής. Έτσι απλά, ο Shion Sono μεγαλουργεί. Διότι πλέον, δεν απευθύνεται μόνο στην παθητική Ιαπωνική κοινωνία. Επεκτείνει απολύτως επιτυχημένα τον προβληματισμό του γύρω από την παθητικά εκδικητική, ζωώδη ανθρώπινη φύση, αποδεικνύοντας μέσα από έναν ανατριχιαστικά ορθό συλλογισμό πως αναπόφευκτα από μόνη της θα οδηγηθεί κάποια στιγμή στον αφανισμό.

Το Himizu συγγενεύει με τις αγαπημένες θεματικές του Λαρς φον Τρίερ, και ίσως περισσότερο με την Μελαγχολία. Με τη διαφορά ότι εδώ απουσιάζει πλήρως ο ρομαντισμός. Λείπει η συνειδητοποίηση και αποδοχή του επερχόμενου τέλους, που θα λειτουργούσε ως ελπίδα για μια πανανθρώπινη ένωση. Υπάρχει το στοιχείο της κατάθλιψης, που καταρρακώνει τα πάντα, μα λείπει το στοιχείο της αυτογνωσίας, που θα επέφερε μια ισορροπία. Από εδώ, είναι ξεκάθαρο πως δεν υπάρχει διαφυγή. Όλα είναι μαύρα. Οποιαδήποτε υπέρβαση είναι αδύνατη.

Όταν το Himizu τελειώνει, όλα έχουν χαθεί. Εάν θεωρήσουμε τις ανθρώπινες σχέσεις ως μια πολύκλαδη δενδρική αλυσίδα, όπου κάθε κρίκος της είναι ένας δεσμός μεταξύ δύο ατόμων, στην ιαπωνική κοινωνία του σήμερα, αλλά και σε κάθε μελλοντολογική κοινωνία, δεδομένου ότι η ουσιαστική ανθρώπινη επαφή περιορίζεται αυξανόμενα, η αλυσίδα αυτή συρρικνώνεται. Αν ένας κρίκος σπάσει, όλη η ανθρωπότητα, αποτελούμενη από αλληλοστηριζόμενα μέλη, επαγωγικά θα γκρεμιστεί. Και τότε, δε θα υπάρχει μέλλον.

Το Battle Royale κλείνει με τους δύο νικητές πρωταγωνιστές να τρέχουν. Έχουν νικήσει, ξεπερνώντας τους κανόνες του παιχνιδιού που έθεσαν οι ενήλικες, δημιουργώντας μια ανοιχτή ελπίδα για αλλαγή, ένα νέο μέλλον που ανήκει σε αυτούς, με την προοπτική να διαφέρει από το παρελθόν, δραπετεύοντας από τον κύκλο της ιστορίας. Τρέχουν μακριά, κατευθυνόμενοι προς την ελπίδα. Στο Himizu, οι δύο πρωταγωνιστές τρέχουν κυνηγώντας μια ελπίδα, που ήδη έχει χαθεί. Και μαζί της, έχουν χαθεί και οι ίδιοι.

Ο Σουμίντα πασχίζει να βρει μια ελπίδα, δηλαδή έναν λόγο να ζήσει. Η Τσαζάουα είναι ερωτευμένη μαζί του, και εκείνος είναι η μόνη της ελπίδα.

Δεν έχει σημασία αν θα είναι αλήθεια. Απλώς φαντάσου το”, λέει η Τσαζάουα στον Σουμίντα, εκλιπαρώντας τον να ονειρευτεί την εικόνα ενός ιδανικού μέλλοντος, όπου θα ζουν ευτυχισμένα ως ζευγάρι, θα είναι γονείς και το παιδί τους θα τους ευγνωμονεί για τον τρόπο που το μεγάλωσαν. Δυστυχώς, δεν είναι αρκετή αυτή η φανταστική εικόνα για να δώσει στον Σουμίντα λόγο ύπαρξης. Πώς θα αντιμετωπίσει την αβεβαιότητα του μέλλοντος, όταν ήδη μαστίζεται από αβεβαιότητες γύρω από τον άγνωστο σε αυτόν εαυτό του; Το επόμενο πρωί ο Σουμίντα παίρνει το όπλο, μπαίνει μέσα στη λίμνη και αυτοκτονεί. Με τον πυροβολισμό, η Τσαζάουα ξυπνάει. Τον φωνάζει, μα δεν απαντάει. Στην τσέπη έχει τις πέτρες – τις κατάρες της προς αυτόν. Θέλει να του τις πετάξει, μα αυτός δεν είναι εκεί. Τις πετάει στη θάλασσα. Απαλύνεται από το βάρος τους. Αλλά μαζί με το βάρος, χάνεται και η ελπίδα.

Ο Σουμίντα βγαίνει από τη θάλασσα. Φεύγουν μαζί. Τρέχουν. “Σουμίντα, προχώρα! Είσαι μοναδικός κι έχεις όνειρο. Προχώρα!”

Σουμίντα, γιατί δε μιλάς….”

Ερείπια.

Το Himizu είναι το “Ρέκβιεμ για ένα όνειρο” του Shion Sono. Όμως δεν αφορά τα ναρκωτικά, αλλά την ίδια την πραγματικότητα, γεγονός που το καθιστά απόλυτα επείγον και ζωτικό. Είναι μια κατάμαυρη, προειδοποιητική γροθιά που τονίζει πως η απώλεια της ελπίδας σημαίνει την απώλεια κάθε μέλλοντος. Εκτός από ζοφερή και ιδιαίτερη κινηματογραφική εμπειρία, είναι μια άριστη καλλιτεχνική έκφραση σε όλα τα αφηγηματικά της επίπεδα. Είναι ένα αριστούργημα, μα όχι με τη συνηθισμένη έννοια της προοπτικής επαναπροσδιορισμού ή βαθύτερης νόησης. Μια δεύτερη θέαση δεν προσφέρει μεγαλύτερη εμβάθυνση, γιατί απλά δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο από αυτό που ήδη έχουμε βιώσει. Το ότι γνωρίζουμε τι θα συμβεί δεν μας ωφελεί περαιτέρω, επειδή ακριβώς έχουμε ήδη τη γνώση πως δεν υπάρχει διαφυγή. Αντίθετα, η πρώτη ανάγνωση είναι αυτή που εντέχνως παγιδεύει, χαστουκίζει και στο τέλος ξεσκεπάζει θαμμένες, σκοτεινές πτυχές που συνειδητά και ασυνείδητα έχουμε κρύψει. Το ότι η ταινία γίνεται ανερμάτιστη στο δεύτερο μισό της έρχεται σε πλήρη αντιστοιχία με την εύστοχη απεικόνιση της ελπίδας που σταδιακά χάνεται.

Πρόκειται για μια από τις ρεαλιστικότερες δυστοπίες στην κινηματογραφική ιστορία, διότι δεν είναι μια θεωρητική προφητεία, αλλά τεκμηριώνεται λογικά, καθώς πατάει σε στιβαρά κοινωνικά θεμέλια. Καταστροφές έχουν υπάρξει πολλές, φυσικές και μη, με ανεπανόρθωτες συνέπειες και τραύματα, και η Ιαπωνία δεν έχει σταθεί τυχερή. Έχει, όμως, επιβιώσει. Κι αν κάποτε ο έλεγχος χαθεί, αν συμβεί κάτι που η όλο και πιο αδύναμη ανθρώπινη αλυσίδα δεν θα δύναται να διαχειριστεί και να αντιμετωπίσει; Τότε, το έργο αυτό, μέσα στην ελαφρώς γκροτέσκα υπερβολή του, θα αποβεί πιο προφητικό απ’ όσο θα μπορούσαμε ποτέ να φανταστούμε.

Και τι επιτάσσεται ως λύση; Η ανάληψη ατομικής ευθύνης. Η συνειδητή υιοθέτηση μιας εξελισσόμενης στάσης ζωής. Η αδιάλειπτη τάση προς την αυτογνωσία. Η επιδίωξη της λογικής υπέρβασης. Και φυσικά, η συνειδητοποίηση πως όλα αυτά συνδέονται μεταξύ τους, με απώτερο στόχο τη γεφύρωση του χάσματος μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος, ώστε τα κεριά της ελπίδας που ανάβουμε τη νύχτα, να μην έχουν σβήσει μέχρι το επόμενο πρωί [sic].

Αγαπητέ θεατή: αν αποφάσισες να δεις το Himizu, ελπίζω να το είδες μόνος. Να μην ένιωσες την όποια ενδεχόμενη παρηγορητική αύρα ενός φίλου δίπλα σου. Να μη διέκοψες τη θέαση. Πρέπει να δεχτείς τα σκατά που σου δίνει, ατόφια. Σου τα δίνει γιατί τα αξίζεις.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s