Για την ταινία μικρού μήκους! (η πως να παίζει κανείς το ρόλο της Κασσάνδρας όταν είναι μέτοικος στην Τροία)| του Πατρίς Βιβάνκο [δημιουργικό διαδίκτυο]

Ο κινηματογράφος γεννήθηκε στο μικρό μήκος. Αν σήμερα η ταινία μικρού μήκους (μ.μ.) βρίσκεται εξορι­σμένη στα περίχωρα του σινεμά, αυτό οφείλεται σε μια μακρά διαδικασία «εμπορευματοποίησης» της ταινίας. Η ύπαρξή της, εδώ και πολλές δε­καετίες, είναι συνδεδεμένη είτε με μια μεγάλου μήκους ταινία είτε με την τύχη της σ’ ένα φεστιβάλ. Μέσα στην ιστορία του σινεμά έχασε σιγά- σιγά την αυτονομία της και αν αναπαράγεται ακόμα, η δεκαετία του ‘ 80 θα της αφαιρέσει αναμφίβολα κάθε λόγο υπάρξεως.

  1. Χρονικό χωρίς αριθμούς της ταινίας μικρού μήκους

melies

Οι πρώτες ταινίες (Λυμιέρ, Μελιές, Σέννετ…) είναι μ.μ. και θα παραμείνουν ως τη δεύτερη δεκαετία του αιώνα μας. Την εποχή εκείνη το σινεμά είναι μια ατραξιόν που περνάει μέσα από τα καφενεία και τα πανηγύρια. Η διάρκεια του μ.μ. είναι η «φυσική» διάρκεια, αυτή δηλαδή που καταλαμβάνει μια προφορική αφήγησή η το νούμερο του θαυματοποιού η αυτό του ταχυδακτυλουργού. Όταν το σινεμά γίνεται θέαμα εξ’ ολο­κλήρου και απαιτεί τα δικά του έσοδα -ένα εισιτήριο εισόδου- μεταμορφώ­νεται μέσα από μια άλλη διάρκεια: αυτή των παραδοσιακών θεαμάτων (θέατρο, κοντσέρτο), με πρότυπο τη θρησκευτική λειτουργία. Τότε λοιπόν το σινεμά γίνεται μεγάλου μήκους. Όσον αφορά δε τα μ.μ. καταντά «αμερικάνικη βεντέτα» των κινηματο­γραφικών βραδιών στριμωγμένο ανάμεσα στα επίκαιρα και στο διάλειμμα, άλλοτε να το αντικαθιστά ένα κινού­μενο σχέδιο και άλλοτε να παίρνει τη μορφή του ντοκυμαντέρ. Η ταινία μεγάλου μήκους γίνεται το βασικό θέαμα.

Η προοδευτική εξαφάνιση αυτού του είδους του κινηματογραφικού θεάματος γίνεται ακόμα πιο έντονη μέσα στη δεκαετία του ’60. Η αναζήτησή του κέρδους με την αύξηση των προβολών κόβει αυτόν τον εύθραυστο ομφάλιο λώρο που το συνέδεε ακόμη με το κοινό και γίνεται η αιτία ώστε το μ.μ. να χάσει ακόμη και το λόγο της ύπαρξής του. Οι αίθουσες δεν παίζουν πλέον παρά ταινίες μεγάλου μήκους. Ευτυχώς, την ίδια εποχή, τα γούστα του κοινού αλλάζουν και ο μέσος όρος της ηλικίας του μειώνεται. Οπότε οι μεγά­λες εταιρίες και τα Στούντιο, που προμήθευαν τον κύριο όγκο των νέων σκηνοθετών ύστερα από εσωτερική επιλογή, χρεοκοπούν. Μέσα λοιπόν από την ταινία μ.μ. ο κόσμος του σινεμά θα επιλέξει τους «νέους» του. Στη Γαλλία έχουμε το Νέο Κύμα. Λίγα χρόνια αργότερα, ο Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος απαντά στα ίδια φαινόμενα και στις ίδιες ανάγκες. Μια ανανέωση που γεννιέται ΑΠΟ και ΜΕΣΩ του μ.μ.

Στη δεκαετία του ’70 παρακο­λουθούμε την έκρηξη του μ.μ. Είναι η εποχή που παράγονται περισσότερες ταινίες μ.μ. απ’ ό,τι μεγάλου και που γεννιούνται τα φεστιβάλ ταινιών μ.μ., αφού αυτές δεν προβάλλονται πλέον στις αίθουσες. Αυτή την εποχή επίσης το κράτος αρχίζει να τις προστατεύει συμμετέχοντας στην παραγωγή. Ευκαιριακή βοήθεια η ιστορική αναγκαιότητα, αυτή η δεύ­τερη χρυσή εποχή του (μετά απ’ αυτή του ξεκινήματος του σινεμά) συμπίπτει με την επιθανάτια αγωνία του. Ξαναζεί ως είδος αλλά όχι πλέον ως προϊόν. Παράγονται αλλά σταμα­τούν να προβάλλονται· παύουν να ενδιαφέρουν τους έμπορους του ναού του κινηματογράφου.

  1. Προβλήματα του χρόνου η της διάρκειας.

Η ταινία μ. μ. έχει μόνο μια διάρκεια. Μπορεί να είναι δευτερευόντως μια συμπύκνωση της ταινίας μεγάλου μήκους, ένα δείγμα επαγγελματισμού, η διακινδύνευση μιας άλλης κινηματογραφικής γραφής… αλλά δεν είναι ούτε ένα ιδιαί­τερο είδος, ούτε μια αυτόνομη φόρμα, όπως μπορούν να είναι η μινιατούρα η το παστέλ στη ζωγραφική, το κοντσέ­ρτο η το κουαρτέτο στη μουσική, η νουβέλα η το δοκίμιο στη λογοτεχνία. Δεν είναι παρά μια διάρκεια, ένας κάποιος χρόνος, ένα κάποιο μήκος, που ωστόσο επιζεί, που έχει τα φεστιβάλ του και τα βραβεία του και που κατ’ αυτό τον τρόπο έγινε έννοια.

Παρ’ όλα αυτά, αυτή η «έννοια» του μ.μ. πάει ίσως να χαθεί. Αλλά κινηματογραφικά προϊόντα -δηλαδή άλλες διάρκειες- έκαναν την εμφάνιση τους. Πλάι στο μ.μ., τα βιντεοκλίπ, οι διαφημίσεις, τα δοκιμαστικά κομμάτια… και πιο πέρα ακόμη η τηλεταινία, το σήριαλ Όλα αυτά τα είδη, σε αντίθεση με το μ.μ., είναι εξαιρετικά αποδοτικά και καταναλώ­σιμα. Αλλά επί πλέον πάνε σιγά- σιγά ν αντικαταστήσουν τα μ.μ. σ’ αυτό που του μένει ως κύριος ρόλος του: μια απόδειξη επαγγελματισμού για τους πρωτάρηδες, τρέιλερ των δυνατοτήτων τους για τον κόσμο του σινεμά.

Γιατί το μ.μ. είναι πριν απ’ όλα ένα έργο νεότητας. Αυτή είναι η βασική του αιτία ύπαρξης σήμερα. Το σινεμά είναι μια τέχνη που στοιχίζει ακριβὰ και το μ.μ. είναι η δοκιμασία που στοιχίζει λιγότερο. Έτσι έγινε ο τρόπος έκφρασης, μιας ηλικίας: τα μ.μ. είναι κατά 95% το προϊὸν όχι μιας γενιάς, αλλά μιας ηλικίας από 20 έως 35 χρόνων. Το σινεμά είναι αναμφίβολα η μοναδική τέχνη που δημιούρ­γησε το «είδος» ΤΗΣ για τους πρω­τάρηδες ΤΗΣ· για μια κάποια ηλικία, γι’ αυτήν τη συγκεκριμένη φάση που ένας νέος που έχει τη θέληση οφείλει ν’ αποδείξει ότι μπορεί να κάνει σινεμά.

Η πολλαπλότητα των κινηματο­γραφικών υπο-ειδών, η χρήση των και­νούριων υλικών βίντεο για τις κινημα­τογραφικές σχολές και για μερικά ντοκυμαντέρ, αλλά κυρίως η αποδιάρθρωση (της παραδοσιακής διάρ­κειας), πάνε αναμφίβολα να εξαλείψουν αυτή την έννοια του μ.μ. που υπήρχε όχι οπό εγγενή αναγκαιότητα, αλλά σαν απόθεμα του θριαμβεύοντος συστήματος που, αν και δύσκολα,βρήκε το δρόμο του και που λέγεται ταινία μεγάλου μήκους.

IΙΙ. Ρέκβιεμ με άνθη και στε­φάνους.

Σίγουρα, η ταινία μ.μ. μπορεί πολύ ακόμη να προστατεύεται -από κάποιον άλλον; απ’ το κράτος- αλλά έχει νόημα να την προστατεύει κανείς στη σημερινή της μορφή; Θα έπρεπε αρχικά να πάψει να αποτελεί αυτό το ανθρώπινο απόθεμα, αυτή την πρακτική σχολή του σινεμά των «μεγάλων» -να βρεθούν άλλοι τρόποι- να σταματήσει να είναι μια επίδειξη καλής κατασκευής· να ξαναγίνει ένας χώρος συνάντησης για κάθε (νέο) τόλμημα και για κάθε τύπο κινηματογραφικής γραφής. Όχι ένα είδος, αλλά μια καινούρια φόρμα που ψάχνει, συνειδητά χωρίς προσδο­κία κέρδους, αναμφίβολα χωρίς μαζικό κοινό, αλλά εξαιρετικά χρήσιμη για τις άλλες φόρμες των εικόνων.

Δε θέλω να μπλεχτώ σε δομικές προτάσεις. Δεν επιδιώκουν παρά να ταριχεύσουν μια ετοιμοθάνατη κατά­σταση από το γεγονός και μόνο ότι δεν είναι βιώσιμη. Θα αρκεστώ να κάνω μερικές παρατηρήσεις πάνω σ’ ο,τι αφορά μόνο το μ.μ.

Στην Ελλάδα, η ζωή μιας ταινίας μ.μ. είναι πολύ συγκεκριμένη. Διαρκεί συνολικά σχεδόν ένα μήνα, σαν τη συγκομιδή ενός φρούτου, ανάμεσα στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και το Φεστιβάλ της Δράμας. Τοπίο παράλο­γο είναι ότι τα μέσα μαζικής ενημέρωσης (εφημερίδες, τηλεόραση, περιοδικά…) δεν μιλάνε παρά μόνο ένα μήνα, κι ύστερα η λήθη.

Η κριτική (που μέσα από τα άρθρα και τα βραβεία της έπαιξε ένα ρόλο σχετικά θετικό για την ανάπτυξη των κινηματογραφικών μορφών όσον άφορά την ταινία μεγάλου μήκους) είναι ιδιαίτερα παραδοσιακή απέναντι στις μ.μ. Τα βραβεία της εδώ και δέκα χρόνια στη Θεσσαλονίκη, έκτος από μερικές εξαιρέσεις, είναι σαν ένα μεγάλο νεκροταφείο. Ποιος άλλος, εκτός απ’ αυτήν, οφείλει να προσδιορίσει το καινούριο;

Οι ταινίες μικρού μήκους είναι ένα είδος χωρίς μνήμη. Το μ.μ. έδωσε αριστουργήματα σ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας του σινεμά. ‘ Αντίθετα από τις ταινίες μεγάλου μήκους, όμως, αυτές δεν προβάλ­λονται ποτέ, ποτέ δεν τις έχουμε δει: δεν είναι παρά φράσεις μέσα στα βιβλία του σινεμά.

Λοιπόν, πρέπει να κάνουμε σαν ν’ αρχίζαμε από το μηδέν; -Χωρίς συνείδηση αυτού που έχει γίνει η ακόμη αυτού που γίνεται τώρα; Πως ένα είδος που δεν έχει ούτε ιστορία, ούτε μνήμη, ούτε καν επαφή με τον έξω κόσμο, μπορεί να ανανεωθεί;

Ίσως είναι παράδοξο, στο κάτω- κάτω της γραφής, ν’ ανησυχεί κανείς για ένα είδος που αναπαράγεται, ιδίως στην Ελλάδα. Ίσως και να είναι φυσιολογικό το ότι παραμένει ένα είδος χωρίς εισπράξεις, χωρίς κοινό, που δεν ενδιαφέρει πιά τους έμπο­ρους, αφού έγινε ένα προϊόν εσωτερικής κατανάλωσης, ένας κινηματογραφοφιλικός καθρέφτης, το έργο που κάνει ο μαθητευόμενος για να γίνει χειροτέχνης ένα είδος συνδεδεμένο με μια διάρκεια που αδιαφορεί για το παρελθόν. Η λογική αυτής της ώρας δεν ανέχεται τους εκτροχιασμούς.

Αυτό που είναι βέβαιο, είναι ότι οι σκοτεινές αίθουσες, αυτός ο μαγικός χώρος του σινεμά, δεν αγάπησε ποτέ τα μ.μ. Το σινεμά ξεγέννησε το μ.μ., του έδωσε μορφή και διάρκεια, το πήρε για μερικές δεκαετίες στη σκιά της ταινίας μεγάλου μήκους κι ύστερα το εγκατέλειψε. Είναι μια ιστορία εγκαταλελειμμένου παιδιού. Αλλά ίσως τό απλό γεγονός της ύπαρξής του, του επιβάλλει να ξεπεράσει την ορφάνια του.

Πατρίς ΒΙΒΑΝΚΟ

1. 2-3 λεπτά μιας ταινίας μεγάλου μήκους πού δίνουν να γυρίσει ένας πρωτάρης μέσα σέ πραγμα­τικές συνθήκες γυρίσματος.

Advertisements

One thought on “Για την ταινία μικρού μήκους! (η πως να παίζει κανείς το ρόλο της Κασσάνδρας όταν είναι μέτοικος στην Τροία)| του Πατρίς Βιβάνκο [δημιουργικό διαδίκτυο]

  1. Παλιακό κείμενο, πριν τη νέα έκρηξη τής μικρού μήκους στο διαδίκτυο.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s