Ο Δράκος (1956) του Νίκου Κούνδουρου: Δεν είναι κρίμα εμείς οι Έλληνες να σφαζόμαστε μεταξύ μας; του Γιάννη Σολδάτου [δημιουργικό διαδίκτυο]

Η τραγική έκβαση του αρχαίου προτύ­που μεταφέρεται στη σύγχρονη Ελλάδα. Και εδώ μπαίνει το ερώτημα: Αν στον αρχαίο μύθο οι αίτιοι της συμφοράς του ήρωα ήταν οι ίντριγκες των θεών και οι βουλές της μοίρας, τώρα ποιοι είναι οι καινούργιοι αίτιοι της συμφοράς που κατατρέχει τους σύγχρονους Έλληνες; Αποδεικνύεται, τελικά, πως είναι οι ίδι­οι οι Έλληνες. Αυτοί σκαρώνουν τις ί­ντριγκες και αυτοί εκτρέπουν τη μοίρα τους προς τα τραγικά συμβάντα. Μετα­ξύ τους σφάχτηκαν πριν λίγα χρόνια στο πρώτο και δεύτερο αντάρτικο, ανθρω­ποθυσία στις ιδεολογίες της εποχής.

ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΣΤΟ ΣΙΝΕΜΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΣ 2017 ΣΤΟ ΔΗΜΟ ΖΩΓΡΑΦΟΥ

Από 1/4/2017 έως 7/5/2017 Αλέκα-Τέχνη Πόλης

Σάββατο 8 Απριλίου 2017

19.00 «Ο Δράκος» (1956) του Νίκου Κούνδουρου (105′)

Μία από τις 3 πιο σημαντικές ταινίες στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, βασισμένη σε σενάριο του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Συνδυάζει στοιχεία από τον ιταλικό νεορεαλισμό, τον γερμανικό εξπρεσιονισμό αλλά και το φιλμ νουάρ. Την εκπληκτική μουσική της ταινίας υπογράφει ο Μάνος Χατζιδάκις.

Ηθοποιοί: Ντίνος Ηλιόπουλος, Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, Γιάννης Αργύρης, Θανάσης Βέγγος, Μαρίκα Λεκάκη, Ανέστης Βλάχος, Φρίξος Νάσου

Η ταινία ορίζει ένα χώρο για να ξετυ­λίξει, ποιητικά, το μύθο της: το χώρο του υποκόσμου. Στο χώρο αυτό δρα η μικροσυμμορία, με χαρακτηριστικά που θυμίζουν μικρογραφία της Ρωμιοσύνης. Ρωμιοσύνη, κακή μάνα-μοίρα των παι­διών της, ενώ αυτά μετατρέπονται, με τη σειρά τους, σε κακή μοίρα του τόπου, κακομαθημένα που βάλθηκαν να ξεχαρ­βαλώσουν τη μητέρα-πατρίδα για δικό τους όφελος ή, στην καλύτερη περίπτω­ση, στο όνομα κάποιας ουτοπικής ιδεο­λογίας. Τώρα σταυροκοπιούνται και ζη­τάνε τη βοήθεια της Παναγιάς, προκειμένου να εκδικηθούν την εν λόγω μητέ­ρα για την άθλια μοίρα που τους επιφύ­λαξε. Άτιμη κοινωνία, τα παιδιά σου σε μισούν… Μητέρα-πατρίδα, μην τα κα­τηγορείς που τώρα ετοιμάζονται να που­λήσουν μία από τις στήλες του Ολυμπί­ου Διός στους Αμερικάνους’ εσύ έφερες τους Αμερικάνους με την Ούντρα και πήγε το μάτι τους στις κολόνες. Συγχώρεσέ τα, δεν είναι κακοί άνθρωποι, για ένα σπιτάκι, για μια άδεια ταξί, μια ά­δεια περιπτέρου, έστω για ένα ψυγείο, παλεύουν. Κι οι άλλοι, απέναντι, ξεχάστηκαν στις φυλακές και στα ξερονή­σια, σε μίζερες παράγκες, να ρωτάνε α­κόμα το «πότε θά ’ρθει η επανάσταση».

Η ρεαλιστική εικόνα της εποχής πα­ρούσα, για να μετουσιωθεί από τον δημι­ουργό σε ποιητικές και συμβολικές κατα­στάσεις- η «επανάσταση» που δεν ήρθε.

Το μεγάλο πρόβλημα της συμμορίας είναι η έλλειψη αρχηγού, αυτός που θα τους οδηγήσει, με την εμπειρία, την ικα­νότητά του αλλά και το μύθο του, στην επιτυχία. Ο λαϊκός ηγέτης που έχει ανά­γκη η Ρωμιοσύνη, να τον ψηφίσει, μα και να τον ακολουθήσει στη νίκη ή στο χαμό. Υπάρχει ένας θρύλος ανάμεσα στον υπόκοσμο. Κάποιος δράκος, που ό­λοι τον θεωρούν ιδεώδη αρχηγό και που το όνομά του και μόνο θα τους οδηγήσει στην επιλογή του. Κάτω από την πίεση των καταστάσεων, η ομάδα δεν επιλέγει ορθολογικά αλλά εντυπωσιακά, αγο­ραία. Δεν ψάχνει για έναν ηγέτη με βά­σεις μέσα στην κοινότητα, αλλά προτείνει την αρχηγία σε πρόσωπο που επι­βάλλεται απ’ έξω. Το μέσο της επιβολής είναι ο μύθος του άλλου. Στη νεότερη ι­στορία του τόπου, οι ρόλοι των τάξεων, των εξουσιών, των συμφερόντων και, προπάντων, των προσώπων υπήρξαν μόνιμο πεδίο παρεξήγησης. Δυο χρόνια πριν το γύρισμα της ταινίας, όταν έπε­φτε κάτω από τις σφαίρες του εκτελε­στικού αποσπάσματος ο Νίκος Πλουμπίδης, το κόμμα, διά του Νίκου Ζαχαριάδη, τον είχε αποκηρύξει σαν χαφιέ και προδότη, αργότερα με τη μέθοδο της αυτοκριτικής καθαίρεσε τον Ζαχα­ριάδη και αποκατέστησε τον Πλουμπίδη. Τώρα, ο ασήμαντος Θωμάς έχει εμπλακεί στο παιχνίδι της παρεξήγησης και περνάει στην απέναντι όχθη, εκεί που, όπως αναφέρθηκε, τα φαντάσματα του τόπου, της φυλής, της Ιστορίας, έρ­χονται να τον συναντήσουν.

«Κάθε δευτερόλεπτο του Δράκου, κά­θε κίνηση, κάθε φράση του, ήτανε μια πα­ραπομπή στην ασφυκτική ελληνική κοι­νωνία που γεννήθηκε μετά τον Εμφύλιο».

Ο Θωμάς είναι ένας αρχηγός-μαριονέτα που στην εξέλιξη του μύθου η α­ναίρεση των κλισέ συμπεριφοράς οδη­γεί το παιχνίδι στα δραματικά αδιέξοδα. Στα ίδια αδιέξοδα που έχει βρεθεί η με­ταπολεμική ελληνική κοινωνία, μετά α­πό αυτοματικές ενέργειες και επιλογές, τόσο της Δεξιάς, όσο και της Αριστεράς, και το Κέντρο μονίμως «κομματάκια». Το έδαφος είναι κατάλληλο για την ανα­βίωση των τραγικών προσώπων. Ο Ά­ρης Βελουχιώτης, ο μύθος της Αριστε­ράς, τη στιγμή που χανόταν το κίνημά της και όλοι έψαχναν για χαφιέδες και προδότες, ανήμπορος να το σώσει, απο­κομμένος από τους συντρόφους του, σπρώχνεται στο θάνατο.

Στον Δράκο, ο ανθρωπάκος προδίδει τα όνειρα που, ερήμην του, επένδυσε πάνω σ’ αυτόν η συμμορία, και μαχαι­ρώνεται. Η θέση (έλλειψη αρχηγού) και η χωρίς βάση αντί-θέση (εμφάνιση κάλ­πικου αρχηγού) δεν οδηγούν μετά τη σύγκρουση σε σύνθεση, και η τραγωδία έχει ήδη οδηγηθεί στη μοιραία λύση της. Η νεοελληνική κοινωνία δεν προχωράει με συνθέσεις αλλά με συνεχείς συγκρούσεις. Σ’ αυτή τη δίνη των συ­γκρούσεων τα σώματα υποβάλλονται σε έναν διαρκή κολασμό: σφαγές, κατα­στροφές, πείνες, κατοχές, νέοι Παρθε­νώνες, εκτελέσεις. Τι να σου κάνει το α­δύναμο ανθρωπάκι, ο Θωμάς, τι να σου κάνουν τα τόσα ημιθανή γερούνδια που κυβέρνησαν τον τόπο, μπροστά στις Ερινύες και τα φαντάσματα που κατατρέ­χουν τη φυλή; Η Ιστορία δεν είναι μόνο έννοια για διανοητικούς ακροβατι­σμούς, είναι και κλίμα τραχύ που καίει το πετσί.

«Από μία άποψη Ο δράκος πέθανε την ώρα που γεννήθηκε. Οραματιστήκαμε μια λαϊκή ταινία, με την πιο τίμια σημα­σία του όρου και κάναμε μια ταινία για τις ταινιοθήκες και μια ελίτ των φανατι­κών του κινηματογράφου».

Είδαμε παραπάνω την ταινία να κι­νείται σαν φόρμα από το νεορεαλισμό ως τον εξπρεσιονισμό και το νουάρ, α­ντιθετικά κινήματα, που λειτουργικά ε­ξυπηρετούνται και από την εικαστική ε­μπειρία του Κούνδουρου.

«Παίζοντας με τις εικόνες και τα λό­για, παρασυρμένοι από το ίδιο μας το παιχνίδι, κάναμε μια ταινία ευφάνταστη και σαρκαστική, καταλήξαμε σε μια φόρ­μα εξπρεσιονιστική».

Προσθέτω ακόμα στους συντελεστές τη φωτογραφία του Κώστα Θεοδωρίδη και τη συγκλονιστική ερμηνεία του Ντίνου Ηλιόπουλου ερμηνεία, που του ά­νοιγε έναν άλλο δρόμο από αυτόν που ακολούθησε στα κατοπινά του χρόνια. Μπλεγμένος στα γρανάζια των παραγωγών, παρέμεινε ένας πολύ καλός εμπο­ρικός κωμικός.

«Ήταν τόσο εύκολο να είναι αυτός που ήταν, ώστε δεν μπόρεσε να το πετάξει από πάνω του. Αυτός, λοιπόν, ο Ηλιόπουλος, ο Καραγκιόζης, με την τρυφερή έννοια, κλήθηκε να σηκώσει στους ώ­μους του ένα ρόλο τόσο περίπλοκο, τόσο φορτισμένο που όλοι με πήραν για τρελό όταν αποφάσισα να κάνω τον Ηλιόπουλο δράκο, όμως περιείχε έναν κόσμο ατέλει­ωτο από αισθαντικότητες. Δουλεύαμε, σχεδόν, πάντα νύχτες, καθώς ο Ηλιόπουλος δούλευε στο θέατρο και σχόλαγε στις 12 τα μεσάνυχτα. Κάθε 12.30 ένα αυτο­κίνητο μας τον έφερνε ημιθανή και τον ταΐζαμε διάφορα χαπάκια για να συνέλθει. Αυτές ήταν οι συνθήκες και όλη η ταινία είναι μαύρη, κάναμε κι εμείς το μαύρο χιούμορ μας. Η Μαργαρίτα Παπαγεωργίου ήταν ένα μοναδικό για την αγνότητα και την τρυφερότητά του κορι­τσάκι. Αγνός και ο Ηλιόπουλος, αγνή και η Παπαγεωργίου, αγνός και ο Γιάννης Αργύρης που έκανε τον κακό. Υπήρχε μια αθωότητα αφοπλιστική στους ηθοποιούς.

Σε μια συνέντευξη του Κούνδουρου στην «Απογευματινή» της εποχής δια­βάζουμε μια εύστοχη θέση, για τους η­θοποιούς του:

«Φρόντισα, διδαγμένος από κακά πα­ραδείγματα, να προβάλω τους ήρωες όσο μπορώ πιο χορταστικά για το μάτι του θεατή και να τους κινήσω σ’ ένα χώρο ό­που να ’χουνε μια απόλυτη οργανική αλληλοεξάρτηση».

Στη διδασκαλία των ηθοποιών συνα­ντάμε το όνομα του Χρήστου Βαχλιώτη και στα κοστούμια της Ντένης Βαχλιώτη.

Η υποδοχή του Δράκου από το αθη­ναϊκό κοινό και από την ελληνική κριτι­κή, όταν η ταινία προβλήθηκε στις αί­θουσες (“Ρεξ” και “Αττικόν”), ήταν αλλοπρόσαλλη. Είναι η ταινία για την ο­ποία περισσότερο από κάθε άλλη, ώς το Θίασο του Αγγελόπουλου, χύθηκε το μελάνι των κριτικών και των δημοσιο­γράφων, από τον Αχιλλέα Μαμάκη και τον Άδωνι Κύρου, που κάνουν έκκληση για την εξαφάνιση «αυτού του εκτρώ­ματος» ως τον Φρανσουά Τριφό στο «Arts», που κάνει λόγο για: «…τέλεια και επιτυχημένη εναλλαγή σκηνών, κω­μικές στιγμές δοσμένες με δραματική σοβαρότητα και αντίθετα, δραματικά μέρη κωμικά δοσμένα που δίνουν εν­θουσιώδη αποτελέσματα. Φιλμ συναρ­παστικό, με ποιητική έμπνευση, που φτάνει σε στιγμές αληθινής έκστασης».

Βάρυναν οι αρνητικές κρίσεις που στο σύνολό τους σήμερα φαντάζουν μικρόνοες, αν και όχι σπάνια προήλθαν α­πό αριστερούς κριτικούς, όπως είναι ο Σταματίου και ο Μοσχοβάκης. Η πολι­τική κατάσταση της εποχής, ο λαϊκι­σμός της Αριστεράς και η προσήλωσή σε ένα χαμένο και αμφιλεγόμενο, σήμε­ρα, όραμα, η έλλειψη πληροφόρησης γύρω από τα παγκόσμια κινηματογραφι­κά δρώμενα και προπάντων η έλλειψη οραμάτων στον ελληνικό κινηματογρά­φο, θόλωσαν το τοπίο. Μόνο ελάχιστοι άρθρωσαν έναν νηφάλιο λόγο για τον Δράκο και τον κράτησαν όρθιο ως το πλήρωμα του χρόνου και την πανηγυρι­κή δικαίωσή του.

«Ο δράκος ήτανε θύμα εκείνου του διογκωμένου εθνικισμού που τύφλωνε τους δεξιούς και της προσήλωσης στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό που τύφλωνε τους αριστερούς. Ο δράκος προπηλακίστηκε, σφυρίχτηκε, κατέβηκε από τις αίθουσες, καταγγέλθηκε από μέρος της κριτικής».

Από μια περιήγηση στο μαυσωλείο του Τύπου της εποχής, συλλέγουμε επι-κρίσεις για τον Δράκο σαν αυτές: «Μια κακή ταινία, ψεύτικη, φτιαχτή, γεμάτη ·. περβολή. Είναι ασύλληπτο το τι γίνεται τ’ αυτόν τον εξογκωμένο και πλαστο- γραφημένο υπόκοσμο, όπου οι λαϊκοί ήρωες πίνουν ο ένας το αίμα του άλλου. Μόνο μια άρρωστη μένη φαντασία και ένας καλλιτέχνης που θέλει να καταπλήξει με την υπερβολή, είναι δυνατόν να διανοηθεί και να παρουσιάσει τέτοια τέ­ρατα. Κρίμα, κρίμα, κρίμα». (Αχ. Μαμάκης, «Έθνος»), «Αποτελεί, χωρίς άλ­λο, αίσχος για τη χώρα μας το γεγονός ότι θα εκπροσωπηθεί η κινηματογραφι­κή μας παραγωγή στο Φεστιβάλ της Βε­νετίας με τη γνωστή ταινία Ο δράκος, την αποθέωση δηλαδή του μπουζουκι­ού, του υπόκοσμου, του σαλταδορισμού και της ασυναρτησίας. Δεν υπάρχει, τέ­λος πάντων, κανένας αρμόδιος να συγκινηθεί;… Πρόκειται για μια ταινία φτιαγμένη από τύπους σνομπ, εστέτ, υπαρξιστές που ήθελαν να ικανοποιή­σουν το ψώνιο τους». (Κώστας Σταματίου, «Αυγή»), «Αυτή η ταινία, απίθανος και τραβηγμένη απ’ τα μαλλιά, καθίστα­ται εντελώς γελοία, και δεν ηξεύρει κα­νείς τι πρώτον και τι ύστερον να οικτήρη εκεί μέσα. Τας μωράς γελοιότητας των λαθρεμπόρων; Τον οικτρόν και πανά­θλιον χορόν των χασικλήδων; Την διαπόμπευσιν του ιερού Ευαγγελίου; Την οικτράν εμφάνισιν και κατασυκοφάντησιν της Αστυνομίας; Ή τους αθλιεστέρους και βρωμεροτέρους συνοικισμούς των Αθηνών και του Πειραιώς, όπου εγυρίσθη το ελεεινόν αυτόν κατασκεύα­σμα;» (Άδωνις Κύρου, «Εστία»). «Μέ­νει μόνο μια διάθεση παρωδίας που κά­νει το έργο να μοιάζει με εγκεφαλικό παιχνίδι, απαράδεκτο και εξοργιστικό τις περισσότερες φορές, γιατί είναι ε­ξοργιστικό και απαράδεκτο να δανείζο­νται στον υπόκοσμο εκδηλώσεις και χα­ρακτήρες του ελληνικού λαού, όπως η λεβεντιά, η αυτοθυσία και η περιφρόνη­ση στο θάνατο… Η απαίσια καταθλιπτική μουσική του, το αποτροπιαστικό ρε­μπέτικο μπαλέτο… Κι ακόμα υπάρχει πρόθεση συμβολικής απεικόνισης- η ει­κόνα που δίνεται είναι φριχτά καταθλιπτική, στερημένη από αέρα και φως…» (Αντώνης Μοσχοβάκης, «Επιθεώρηση Τέχνης»), «Πλαστογραφημένη αλήθεια μας επαρουσίασαν οι δύο σοβαρώτερες ως τώρα προσπάθειες του ελληνικού κι­νηματογράφου, η Στέλλα και ο Δράκος, που προβάλλονται αυτή την εβδομάδα». (Ν. Μάτσας, «Εθνικός Κήρυξ»), Μιλά­με πάντα για την, κατά τεκμήριο των σημερινών κριτικών, καλύτερη ελληνι­κή ταινία όλων των εποχών.

Ο δημιουργός επισημαίνει- επιμένει:

«Ένα μελόδραμα που θα μου έδινε τη δυνατότητα να αναπτύξω έναν ολόκληρο κόσμο, τον κόσμο εκείνο που τον βάραι­νε η μετακατοχική κατοχή, η κατοχή του Παπάγου δηλαδή, η κατοχή της Δεξιάς… Μια ρωμιοσύνη ιδιότυπη, ένας κόσμος που αγωνιούσε και είχε δικαίωμα να ζήσει, καταπιεσμένος, αδέσποτος, ανερμά­τιστος, με αποκεφαλισμένο το κορμί του, να σπαράζει σαν φίδι με κομμένο κεφάλα, μέσ’ την προσπάθειά του να βρει το ένα μέρος το άλλο».

Υπάρχουν και οι άλλες φωνές, λιγότερες αλλά νηφάλιες και δικαιωμένες α­πό το χρόνο που, δειλά και με τα συν- πλην, αντιστέκονται στην κατακραυγή:

«Για πρώτη φορά, ο ελληνικός κινη­ματογράφος τολμά τα πάντα, αψηφώ­ντας τη νωχέλεια του κινηματογραφικού θεατή που συνήθισε στο μασημένο φαγητό, στην ψευτιά και στη συνειδητή πλαστογραφία. Ο Κούνδουρος μπορεί να είναι βέβαιος πως, προπηλακιζόμενος ή επαινούμενος, γύρισε την ταινία που μετατάσσει τον ελληνικό κινηματο­γράφο από τον παιδισμό στην ωριμότη­τα». (Μάριος Πλωρίτης, «Ελευθερία»). «Είναι τώρα Ο δράκος μεγάλη ταινία; Μεγάλο… λόγο θα πη όποιος το βεβαιώση ή το αρνηθή. Το γεγονός είναι ότι ή­δη συζητείται στο εξωτερικό,… η ταινία πρέπει οπωσδήποτε να παρουσιασθή έξω, διότι ανήκει στο σύγχρονο διεθνές κινηματογραφικό κλίμα και δεν πρόκει­ται να περάση απαρατήρητη». (Ρ. Σ. «Η Καθημερινή»). «Είναι η πρώτη ελληνι­κή ταινία που ξεφεύγει από την επιφα­νειακή ψυχολογία, από τους τυποποιη­μένους χαρακτήρες και δίνει αληθινή κινηματογραφική συγκίνηση». (Αγλαΐα Μητροπούλου, «Αθηναϊκή»), «Οι μορ­φές, οι καταστάσεις δεν μένουν σκιές μιας οθόνης, λαξεύονται μέσ’ την ψυχή μας από ένα αδρό αντρίκειο χέρι. Ο ρυθ­μός και η ορμή το έργου χαρακτηρίζο­νται από μιαν υποδειγματικήν εκμετάλλευσιν των αντιθέσεων». (Βίων Παπαμιχάλης, «Ακρόπολις»).

Παράλληλα, όλες οι κριτικές, θετικές και αρνητικές, εξαίρουν το ταλέντο του Κούνδουρου και ευαγγελίζονται την είσοδο ενός σπουδαίου σκηνοθέτη στον κινηματογραφικό μας χώρο. Οι αντιρρή­σεις τους αγκυλώθηκαν στον σεναριακό χειρισμό της τότε αθηναϊκής κοινωνίας και παρακοινωνίας που όλοι νόμιζαν πως την κατέχουν, αλλά μόνον η διαί­σθηση των δημιουργών του Δράκου συ­νέλαβε. Η αντίστροφη, θετική, μέτρηση άρχισε για την ταινία με τη συμμετοχή της στο Φεστιβάλ Βενετίας. Εκεί συνα­ντάμε φράσεις όπως: «Πολλές σκηνές σ’ αυτό το περίεργο, πρωτότυπο φιλμ, αποδεικνύουν πως η Ελλάδα βρήκε στο πρόσωπο του Νίκου Κούνδουρου έναν σκηνοθέτη με απεριόριστες δυνατότη­τες». («The Times», Λονδίνο). «Ο κό­σμος αυτός των συναισθηματικών και έ­ξυπνων παλιανθρώπων, οι παθητικοί μπερμπάντηδες που περνούν τις ώρες τους φιλοσοφώντας πάνω στα εγκόσμια και ξεσπώντας σε δάκρυα, ο ένας στην αγκαλιά του κοντινότερου φίλου, και ι­διαίτερα τα μέρη που ξετυλίγονται στο καμπαρέ, είναι σκηνές γεμάτες από χι­ουμοριστική δύναμη σπάνιας ποιότη­τας. Επιμένοντας στο ύφος της σάτιρας, ο σκηνοθέτης κατορθώνει να θίξει σοβαρά κοινωνικά θέματα, μέσα από σκη­νές υπερβολής, γεμάτες λεπτή ειρω­νεία». («Il Giorno», Μιλάνο). «Το αν οι καταστάσεις που περιγράφει το φιλμ υ­πάρχουν πραγματικά δεν ενδιαφέρει κανέναν, αφού θα μπορούσαν, ίσως, και να υπάρχουν. Ο υπόκοσμος του Πειραιά, ό­πως μας τον παρουσιάζει το φιλμ, δεν είναι κανένα αντίγραφο μιας χειροπιαστής πραγματικότητας, είναι πολύ περισσότερο, ένα προσωπικό όραμα, ένα σύνολο συμπιεσμένο, μιας τελείως ιδιαίτερης ατμόσφαιρας». («Neve Ziircher Zeitung», Ζυρίχη). «Κάποιος κόκκος ε­ρωτικής τρέλας που μεταλλάζει τέλεια από σκηνή σε σκηνή, κωμικές σκηνές δοσμένες με δραματική σοβαρότητα και αντίθετα, δραματικά μέρη, κωμικά δο­σμένα, δίνουν άνισα αλλά ενθουσιώδη και ελκυστικά αποτελέσματα». («Arts», Παρίσι). «Ένα σατιρικό δράμα, εσωτε­ρικό και οδυνηρό, με τεχνική πραγματι­κά τέλεια. Επάλληλοι κύκλοι από πλού­σιες και ολοκληρωμένες εικόνες, των ο­ποίων ο ρυθμός, πότε μελαγχολικός και πότε εύθυμος, δεν έχασε ούτε στιγμή τη δύναμη και την έντασή του». («II Tempo», Ρώμη). «Δεν υπάρχει αμφιβο­λία ότι βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα δυ­νατό έργο, παρ’ όλες τις παρατηρήσεις που έκαναν οι συντηρητικοί κριτικοί». («Telecine», Παρίσι). Και μια άποψη του 1958: «Η λέξη ιδιοφυΐα δεν φαίνε­ται αρκετά δυνατή για να χαρακτηρίσει τη συναρπαστική αυτή δημιουργία, τη μοναδική ταινία που δεν θέλει και δεν έ­χει καμία σχέση με το ρεαλισμό, που έ­χει τυραννικά καθορίσει τα ασφυκτικά όρια του σύγχρονου κινηματογράφου». («Le Libre», Βέλγιο). Η τελευταία πα­ρατήρηση έρχεται να φωτίσει ένα ακόμη παιχνίδι παρεξήγησης της ελληνικής κριτικής: διάβασε την ταινία με τους ό­ρους και τις απαιτήσεις του ρεαλισμού.

Η εμπορική αποτυχία της ταινίας αφαίρεσε από τον Κούνδουρο τη δυνατό­τητα για καινούργια ταινία στα επόμενα τέσσερα χρόνια. Παράλληλα, η ίδια α­ποτυχία έκλεισε και το δρόμο στην από­πειρα για «κινηματογράφο τέχνης» στην ελληνική παραγωγή, στο βαθμό που Ο δράκος θεωρήθηκε «κουλτουριάρικη» ταινία.

Και μετά σιγά σιγά, στο πέρασμα του χρόνου, όλα άλλαξαν. Ο Σταματίου που τόσο σκληρά, δεν λέω αβασάνιστα, αφού ήταν δέσμιος μιας αριστερής λογικής, ε­πιτέθηκε στην ταινία όταν πρωτοπροβλήθηκε, σε κείμενό του στα «Νέα», το 1964, μιλάει για «Ανάσταση του Δρά­κου… Ο Κούνδουρος πρόδρομος του Νέ­ου Κύματος… Ο κόσμος δεν είχε τότε την κατάλληλη διάθεση να δεχτεί το παραμύ­θι της μοναξιάς και της απελπισίας… Στο Φεστιβάλ της Βενετίας η κόπια έφτασε χωρίς υπότιτλους κι εκεί ζήσαμε την α­γωνία του Κούνδουρου που εξηγούσε σε έναν διερμηνέα που μετέφραζε με ένα μι­κρόφωνο ό,τι μπορούσε κι ό,τι καταλά­βαινε, κάθε τόσο!… Σημαδεύτηκε από τους ειδικούς στις Ιστορίες του Κινημα­τογράφου, μπήκε στις ταινιοθήκες , στις κινηματογραφικές λέσχες…» Αυτός ήταν ο κριτικός που, μια δεκαετία πριν, ζητού­σε την επέμβαση του εισαγγελέα, ώστε να μη βγει η ταινία από τη χώρα και φτά­σει στη Βενετία, εκεί που θα δυσφημού­σε την Ελλάδα (δυσφήμηση της Ελλάδας επικαλέσθηκαν και οι αριστεροί και οι δεξιοί και όλο το έθνος που ποτέ δεν θα μάθει να θεωρεί εθνικό ότι είναι αληθι­νό) και ήταν ο άνθρωπος που, όταν σε κάποια βελτιωμένη έκδοση του βιβλίου μου Ιστορία του Ελληνικού Κινηματογρά­φου κατέθεσα αυτές τις παρατηρήσεις, έ­γραψε την εγκωμιαστικότερη κριτική που μου γράφτηκε για το βιβλίο. Αυτή ή­ταν η Ιστορία της Αριστεράς. Διέπρατταν συνέχεια λάθη, για να έχουν την ευχέρεια και την πολυτέλεια να προχωρούν σε αυ­τοκριτικές, να λυτρώνονται και να μέ­νουν ανοιχτά τα περιθώρια για νέα λάθη.

Τέλος, Ο δράκος ήταν η πρώτη και για χρόνια μοναδική ταινία που αγορά­στηκε από το Μουσείο Κινηματογρά­φου στο Παρίσι.

Ανδρικές φιγούρες

και σχέδια απραγματοποίητα

Το 1957 διαβάζουμε σε ένα ρεπορτάζ του Κώστα Σταματίου στην «Αυγή»: «Εάν ο Κακογιάννης δείχνει κλίση προς τις γυναίκες-ηρωίδες (Στέλλα, Μαρίνα, Ιφιγένεια), ο Κούνδουρος έχει βασίσει το έργο του σε αντρικούς κυ­ρίως τύπους. Στα καινούργια του σχέδια περιλαμβάνονται τρία θέματα, θα μπο­ρούσαμε να πούμε επικά: το Ρούπελ, η αντίσταση του ηρωικού οχυρού κατά των Εερμανών, ο Παύλος Μελάς, η Ι­στορία του Μακεδονικού Αγώνα και οι Παράνομοι, μια υπόθεση αντίστασης στην εξουσία, που είναι προσωπικό του βίωμα.

Ο Κούνδουρος, στο μεταξύ, σπαταλιέται ολοφάνερα. Κάτω από άλλες συνθήκες, αν δηλαδή είχε ένα στέρεο κοσμοθεωρητικό προσανατολισμό κι αν του δίνονταν τα μέσα να δουλέψει ε­λεύθερα, θα μπορούσε να δώσει έργο ά­ξιο σε παγκόσμια κλίμακα.

Σήμερα, μπλεγμένος ανάμεσα στα οικονομικά τείχη, τον ιδεολογικόν α­ναρχισμό του και την ελεφάντινη μακαριότητά του, κινδυνεύει να δώσει 2-3 α­κόμη νεκρά κομψοτεχνήματα (σαν το Δράκο) και να χαθεί.

Ας περιμένουμε τους Παράνομους». Η Αριστερά επιμένει στις θέσεις της, διεκδικώντας τον Κούνδουρο, όμως και ο δημιουργός παραμένει στις δικές του.

Γιάννης Σολδάτος ΟΔΥΣΣΕΙΕΣ ΣΩΜΑΤΩΝ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΥ.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s