«Μικροί κύριοι» του Άιρα Σακς (2016, 85’) Κριτική του Αδάμ Αδαμόπουλου

 

Ως αποτέλεσμα ενός λειτουργικού, κεντρικά σχεδιασμένου μείγματος κεϋνσιανής δημοσιονομικής πολιτικής και παράλληλης ανάπτυξης του ιδιωτικού τομέα, της επιχειρηματικότητας, της έρευνας και ανάπτυξης σε δημόσια και ιδιωτικά κέντρα, της καλλιέργειας της καινοτομίας, ο δυτικός κόσμος γνώρισε μεταπολεμικά πρωτόγνωρους ρυθμούς ανάπτυξης που διατηρήθηκαν για περίπου μια τριακονταετία (1945-1975).

Η μεταπολεμικά καταστραμμένη Ευρώπη κατάφερε να ανακάμψει οικονομικά και κοινωνικά, να παρουσιάσει αξιοσημείωτους ρυθμούς ανάπτυξης, υψηλή παραγωγικότητα, χαμηλή ανεργία, κράτος κοινωνικής πρόνοιας, διασφάλιση σταθερής απασχόλησης, μισθών και σύνταξης. Κατά την περίοδο αυτή οι πόλεις αναδιαρθρώθηκαν σε δύο διακριτές φάσεις τον κύκλο της αστικοποίησης και τον κύκλο της προαστιοποίησης. Την αρχικά έντονη και μαζική μετακίνηση προς τις πόλεις για αναζήτηση απασχόλησης, καλύτερων συνθηκών εργασίας και σταθερού εισοδήματος στις βιομηχανικές μονάδες που δημιουργήθηκαν, ακολούθησε η έξοδος των υψηλότερου εισοδήματος, μόρφωσης και κοινωνικής θέσης στρωμάτων του πληθυσμού προς τα προάστια που προσέφεραν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης εντός ενός αρτιότερα και πολυτελέστερα δομημένου οικιστικού περιβάλλοντος, με αμεσότερη πρόσβαση σε χώρους πρασίνου, αλλά και εύκολη πρόσβαση στο κέντρο της πόλης μέσω της ανάπτυξης μεταφορικών δικτύων.

Με την εκδήλωση των δύο αλλεπάλληλων πετρελαϊκών κρίσεων κατά τη δεκαετία του 1970, την εμφάνιση στοιχείων έντονης κόπωσης και κορεσμού του ταιϋλορικού/φορντικού προτύπου συσσώρευσης και την συνακόλουθη αποβιομηχάνιση, την εκτόξευση της ανεργίας σε διψήφια ποσοστά, τις περικοπές των κοινωνικών προνοιακών πολιτικών και τη γενικότερη αναδιάρθρωση του οικονομικού και παραγωγικού τομέα με μαζική μετεγκατάσταση των βιομηχανικών μονάδων σε αναπτυσσόμενες χώρες συνδέεται ο τρίτος κύκλος ζωής των πόλεων, η αποαστικοποίηση. Μεγάλα τμήματα στα κέντρα των μεγαλουπόλεων εγκαταλείφθηκαν, σχεδόν ερημώθηκαν και δόθηκε η δυνατότητα να κατοικηθούν από χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, νεότερης ηλικίας άτομα, μετανάστες. Η τέταρτη και τελευταία φάση των πόλεων χρονικά τοποθετείται στο γύρισμα της χιλιετίας και φτάνει μέχρι τις μέρες μας. Είναι η φάση της επαναστικοποίησης, της επιστροφής των πιο εύπορων κοινωνικών στρωμάτων στο κέντρο των μεγαλουπόλεων και σε οικονομικό επίπεδο συνδυάζεται αφενός με το πέρασμα στο μεταφορντικό τρόπο παραγωγής, την ανάπτυξη του τεταρτογενούς τομέα της οικονομίας (παροχή υπηρεσιών σε επιχειρήσεις που και οι ίδιες παρέχουν υπηρεσίες) και την έντονη κινητικότητα του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου. Σε πολιτικό επίπεδο συνδυάζεται με την κατίσχυση των θεωριών του νεοφιλελευθερισμού, αλλά και τη μετάβαση στην έννοια της μεταφορντικής και ακολούθως της επιχειρηματικής πόλης.

Σε αυτό το τελευταίο στάδιο εισάγεται η έννοια του αστικού εξευγενισμού (gentrification), δηλαδή της επανεπένδυσης κεφαλαίων σε εγκαταλειμμένες ή υποβαθμισμένες περιοχές, ώστε μέσω της ανάπλασης και αναμόρφωσης του αστικού περιβάλλοντος, της αναδόμησης και αλλαγής χρήσης παλαιών, μεγάλης έκτασης βιομηχανικών μονάδων, αποθηκών, ναυπηγοεπισκευαστικών ζωνών, λιμανιών να δημιουργηθούν κίνητρα ανάπτυξης. Οι διαδικασίες αυτές οδήγησαν στην εκτόξευση της αξίας γης, κτιρίων και κατοικιών στις κεντρικές ζώνες των μεγαλουπόλεων.

Ήδη από το 1986, η Τάμα Τζάνοβιτς στο βιβλίο της «Σκλάβοι της Νέας Υόρκης» σκιαγραφούσε τα πορτραίτα σύγχρονων Νεοϋρκέζων καλλιτεχνών που είναι σκλάβοι των υψηλών ενοικίων. Πρόκειται για ένα βιβλίο που ενδιαφέρθηκε να μεταφέρει στον κινηματογράφο ο Άντυ Γουώρχολ,, αλλά λόγω του αδόκητου θανάτου του, γυρίστηκε τελικά από τον Τζέιμς Άιβορι το 1989 (τότε κυκλοφόρησε και η ελληνική μετάφραση του βιβλίου από τις εκδόσεις «Σέλας»). Ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα αναγκαστικά εγκαταλείπονταν από τους νέους καλλιτέχνες και από τους ασθενέστερους οικονομικά, για να παραδοθούν στα ανερχόμενα τότε «γκόλντεν μπόυς» των πολυεθνικών εταιρειών και των χρηματιστηριακών οίκων που αναζητούσαν χώρους γραφείων και κατοίκησης. «Η πολιτική επιθετικών εξαγορών στα κτηματομεσιτικά από άτομα όπως ο Ντόναλντ Τραμπ, σημαίνει τον αναγκαστικό εξοβελισμό το νεανικού και ανήσυχου πνεύματος από το Μανχάταν» λέγαμε τότε χαρακτηριστικά!

Κανένας μας τότε δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι ο Τραμπ, 30 χρόνια αργότερα, θα έθετε υποψηφιότητα και θα κατακτούσε τον Λευκό Οίκο. Ούτε πως οι επιπτώσεις της επαναστικοποίησης και του αστικού εξευγενισμού θα αφορούσαν πλέον όλους μας. Αυτό περιγράφει με έντονα δραματικό και ευαίσθητο τρόπο ο Άιρα Σακς στην τελευταία του ταινία «Μικροί κύριοι» που πήρε διανομή για τις 11/5/2017 στις ελληνικές αίθουσες. Οι μικροί κύριοι της ταινίας είναι δύο μαθητές που γίνονται φίλοι όταν η οικογένεια του ενός μετακομίζει στο σπίτι του αποθανόντος παππού του στο Μπρούκλιν, στο ισόγειο του οποίου, η μητέρα του δεύτερου αγοριού διατηρεί ένα μικρό κατάστημα. Όμως, οι σύγχρονες, πιεστικές οικονομικέ ανάγκες στραγγαλίζουν κάθε προσπάθεια καλλιέργειας άμεσων, ειλικρινών και ουσιαστικών ανθρώπινων σχέσεων, κάτι που θα συμπαρασύρει και την εκκολαπτόμενη φιλία των δύο παιδιών. Χώρος για χαμόγελο, ζεστασιά και φιλική κουβεντούλα μεταξύ γειτόνων δεν υπάρχει, παρά μονάχα συζητήσεις και αντεγκλήσεις για τους λογαριασμούς που τρέχουν, τα έξοδα που πρέπει να καλυφθούν, τα ύψος στο οποίο κυμαίνονται τα ενοίκια στην περιοχή, δεδομένα στα οποία πρέπει να προσαρμοστεί η οικογένεια που μόλις μετακόμισε στο Μπρούκλιν. Και βέβαια, τα συναισθήματα αμηχανίας και σύγχυσης για την κατάσταση στην οποία έχουμε περιέλθει και τους τρόπους με τους οποίους μπορούμε να τη χειριστούμε, δύο συναισθήματα που αναδεικνύονται στην ταινία. Με χαμηλού προφίλ ήρωες, οι οποίοι αντιλαμβάνονται ότι οι καταστάσεις τους υπερβαίνουν, το σενάριο καταφέρνει να επισημάνει ότι όλα αυτά μας αφορούν καίρια. Μας δείχνει τον ανεπαίσθητο τρόπο με τον οποίο διαρρηγνύονται οι κοινωνικοί δεσμοί και θρυμματίζεται ο κοινωνικός ιστός. Επιπλέον, καταφέρνει, έστω και ελλειπτικά, να σκιαγραφήσει το ζοφερό μέλλον που έρχεται, αν δεν αντιδράσουμε.

Η υπόθεση με το ναυάγιο του πλοίου «Μέδουσα», που συγκλόνισε τη Γαλλία το 1816 καθώς αποκαλύφθηκε ότι οι επιζώντες ναυαγοί αναγκάστηκαν να φάνε σάρκες νεκρών συνανθρώπων τους προκειμένου να επιβιώσουν, αποδόθηκε κατά τρόπο συγκλονιστικό στον πίνακα του Τεοντόρ Ζερικώ «Η σχεδία της Μέδουσας», Η ταινία του Άιρα Σακς έρχεται να μας υπενθυμίσει την εποχή του εξευγενισμένου κανιβαλισμού την οποία διατρέχουμε. Μια εποχή όπου οι ανθρώπινες σχέσεις και η συντροφικότητα έχουν εξοβελιστεί, καθώς δεν συμβαδίζουν με τα οικονομετρικά στοιχεία που έχουν αναδειχθεί κυρίαρχα.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s