Μετά το Μάη (2012) του Ολιβιέ Ασαγιάς | Κριτικές για την ταινία

Μετά το Μάη (2012) του Ολιβιέ Ασαγιάς

Après Mai

Εκπληκτικής ακρίβειας ανασύνθεση των μετά τον Μάη φοιτητικών πολιτικών αγώνων, που σε απορροφά στο κλίμα της εποχής. Κατακερματισμένο το δράμα, ψυχρή η ματιά στους χαρακτήρες, ακόμα και στο αξονικό πρόσωπο.

Από τον Ρόμπυ Εκσιέλ

Δεν θυμόμαστε καμία άλλη ταινία στο πρόσφατο παρελθόν που να ανασυνθέτει με τέτοια εξονυχιστική ακρίβεια και παλλόμενη ζωντάνια μια πολιτικοκοινωνικά καθορισμένη εποχή όπως θαυμαστά επιτυγχάνει το «Μετά τον Μάη» η νέα βιωματικής έμπνευσης δουλειά του Ολιβιέ Ασαγιάς («Κάρλος») που αφηγείται τα έργα και τις ημέρες μιας ομάδας νεαρών Γάλλων τροτσκιστών ανά την Ευρώπη στις αρχές της δεκαετίας του ’70.

Στους ταραγμένους παριζιάνικους δρόμους του ‘70 μάς μεταφέρει το «Μετά τον Μάη» Ο οργιώδης ακτιβισμός τους στον απόηχο του Μάη του ’68, ο αγώνας τους ενάντια σε κάθε μορφή εξουσίας, η ρήξη τους με τους μπουρζουάδες γονείς αλλά και με τις αναχρονιστικές μορφές κομμουνιστικής πάλης, η κοινοβιακή τους ζωή και αλληλοστήριξη κινηματογραφούνται με κομμένης ανάσας ορμητικότητα, στην αντάρτικη λογική, θαρρείς του σινεμά βεριτέ.

Δυστυχώς όσο αδρό είναι το μπακγκράουντ άλλο τόσο αδύναμο αποδείχνεται το πρώτο πλάνο, δηλαδή το καθαρά δραματικό κομμάτι, ελέω μιας αποσπασματικής αφήγησης, που προσπαθεί να καλύψει πολλές παράλληλες ιστορίες (αντί να εστιάσει στο κεντρικό πρόσωπο, τον Ζιλ) και μιας σκηνοθετικής ματιάς μάλλον «κλινικής» απέναντι στους χαρακτήρες, ακόμη κι όταν αυτοί συνειδητοποιούν την οριστική συντριβή των οραμάτων τους.

http://www.cinemag.gr/

Αdobe Premiere – Σεμινάριο Μοντάζ σε νέα τιμή έκπληξη

Μετά τον Μάη

ΚΡΙΤΙΚΗ 27 FEB 2013 ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΡΑΣΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

3/5

Mετά το «Κάρλος», ο Ασαγιάς συνεχίζει το ταραγμένο ταξίδι του στη δεκαετία του ’70, με την ταινία που κέρδισε το Βραβείο Σεναρίου στο τελευταίο Φεστιβάλ Βενετίας.

Λίγο έξω από το Παρίσι στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Ο Ζιλ, ένας νέος που τελειώνει το σχολείο, παρασύρεται από την πολιτική και δημιουργική αναταραχή της εποχής. Οπως και οι φίλοι του, βρίσκεται ανάμεσα στις ριζοσπαστικές πολιτικές δεσμεύσεις και στις προσωπικές του προσδοκίες. Οι πράξεις τους θα τους φέρουν στην Ιταλία και αργότερα στο Λονδίνο, όπου μέσα από ερωτικές συναντήσεις και καλλιτεχνικές ανακαλύψεις, κάποια στιγμή θα αναγκαστούν να κάνουν τις τελικές επιλογές τους για να βρουν τη θέση τους μέσα σε αυτούς τους ανήσυχους καιρούς.

Μια ταινία αισθητικά, πολιτικά και χρονικά συγγενής με το «Carlos», εξίσου ευρεία σε οπτική αλλά την ίδια στιγμή προσωπική και μύχια, που επιβεβαιώνει την σκηνοθετική κλάση του Ολιβιέ Ασαγιάς.

Η πρώτη σκέψη βλέποντας το καινούριο φιλμ, που ξεκινά με μια διαδήλωση της αριστεράς στο Παρίσι στις 9 Φεβρουαρίου του 1971 και τις συγκρούσεις ανάμεσα στις δυνάμεις της αστυνομίας και τους φοιτητές, είναι να σκεφτείς πόσο το ύφος θυμίζει το «Carlos». H αίσθηση του επείγοντος, ή τεταμένη ατμόσφαιρα, η λεπτομερής μα καθόλου υπερβολική ανασύσταση της εποχής, όλα τα στοιχεία που έκαναν το προηγούμενο φιλμ του Ασαγιάς τόσο ελκυστικό, είναι από την αρχή εδώ.

Αργότερα, όταν η ιστορία του βασικού ήρωα θα ξετυλιχτεί περισσότερο, θα γίνει σαφές, ότι το υλικό από το οποίο αντλεί ο σκηνοθέτης είναι καθαρά αυτοβιογραφικό: Ο νεαρός Ζιλ είναι πολιτικοποιημένος ακόμη κι αν οι σύντροφοί του τον βρίσκουν λίγο τουρίστα, ονειρεύεται να γυρίσει ταινίες, ο πατέρας του είναι σκηνοθέτης και σεναριογράφος, σπουδάζει ζωγραφική. Οι παραλληλισμοί με την αληθινή ζωή του Ασαγιάς είναι κάτι παραπάνω από προφανείς, ακόμη κι αν ο ίδιος λέει ότι η ταινία δεν είναι η αυτοβιογραφία του, αλλά μάλλον η αυτοβιογραφία μιας ολόκληρης γενιάς.

Μια τέτοια δήλωση δεν βρίσκεται μακριά από την αλήθεια, ακόμη κι αν η υπερβολική ταύτιση του σκηνοθέτη με τον βασικό ήρωά του, δίνει έναν χαρακτήρα που μοιάζει να βρίσκεται λίγο πιο ψηλά απ΄όλους τους υπόλοιπους, σε καμιά περίπτωση τέλειος, όμως σίγουρα πιο γοητευτικός, πιο σκεπτικιστής, πιο ώριμος. Ενα στραβοπάτημα που εύκολα μπορείς να συγχωρέσεις στο φιλμ, αφού στην πορεία, κατορθώνει να συλλάβει την ανήσυχη φύση μιας ολόκληρης γενιάς δίχως να ξεπέφτει σε ευκολίες και κλισέ.

Και ευτυχώς δίχως να καταφεύγει σε μια άγονη νοσταλγία για τον Μάη του 68, προτιμώντας να ακολουθεί τους επαναστατημένους ήρωές του με ειλικρίνεια, φροντίζοντας όμως με λεπτούς τρόπους να μας θυμίζει πως η κατάληξη της ιστορίας τους φτάνει ως τις μέρες που διανύουμε.

Σε κάθε περίπτωση, το πορτρέτο που χτίζει είναι σχεδόν αμείωτα γοητευτικό ακόμη κι αν κατά στιγμές μάλλον φλύαρο. Με μια αφήγηση που καταγράφει τις παράλληλες πορείες δυο συμμαθητών, αλλά και δυο κοριτσιών που θα αγαπήσουν τον ήρωα και που εισάγει την υποψία μιας αστυνομικής ίντριγκας στο δεύτερο πλάνο της ιστορίας, με την κάμερα να ταξιδεύει στο Παρίσι, την Ιταλία, το Λονδίνο, το «Apres Mai» δεν σου επιτρέπει στιγμή να βαρεθείς ή να χάσεις το ενδιαφέρον σου.

Κι αν αναμφίβολα δεν μπορεί να συγκριθεί σε μέγεθος και κινηματογραφικό θάρρος με το «Carlos» (ο Ασαγιάς το βλέπει σαν μια «συνέχεια» της πρώτης ταινίας του «L Eau Froide»), ή ακόμη κι αν δεν λέει κάτι αληθινά καινούριο για την νεότητα ή τα επαναστατικά χρόνια της δεκαετίας του 70, δεν μπορείς να μην αναγνωρίσεις την ωρίμανση του σκηνοθέτη σε μια αληθινά υπολογίσιμη δύναμη στο παγκόσμιο κινηματογραφικά σκηνικό, σε έναν δημιουργό που ξέρει πολύ καλά πως να αφηγείται εντυπωσιακά «έπη». Ακόμη κι αν αυτά είναι κυρίως εσωτερικά.

http://flix.gr/

ΚΡΙΤΙΚΗ Γιώργος Ευθυμίου

Ο Ολιβιέ Ασαγιάς κινηματογραφεί μια παρέα νέων στις αρχές του ’70, λίγο μετά το Μάη του 68. Μια μερίδα ανθρώπων με ακατάστατα μυαλά και ανοιχτές ευαισθησίες. Η σκηνοθεσία είναι ευκίνητη, περιπαθής και ανήσυχη, αντανακλώντας την ιδιοσυγκρασία της εποχής. Και ίσως το «Μετά το Μάη» να αποτελεί μια ταινία απόδειξη, ότι πέραν από τις στιγμές ορόσημο που θέτει η ιστορία (Μάη του 68), οι μεταβατικές περίοδοι που ακολουθούν είναι κατά πολύ πιο ενδιαφέρουσες και δραματικές. Πιο ενδιαφέρουσες και δραματικές γιατί αυτές οι περίοδοι είναι θολές. Πηγαίνουν στα τυφλά. Βηματίζουν μ’ ένα ζευγάρι φρέσκα πόδια. Οι κατεστημένες αξίες έχουν δηλητηριαστεί. Ο πολιτιστικός/ κοινωνικός χάρτης τίθεται σε πλειστηριασμό. Την ίδια ώρα που οι δυνάμεις του παρελθόντος προσπαθούν να επωφεληθούν των γεγονότων και να προσεταιρισθούν τη νέα τάξη πραγμάτων.

Και ο Ολιβιέ Ασαγιάς μόνο κατά τύχη δεν επιλέγει να εστιάσει το βλέμμα του σε νέα παιδιά. Σε παιδιά με ανησυχίες. Σε νέους με επιπολαιότητες. Με αμφιβολίες. Σε παιδιά με νιότη. Με απερισκεψία. Και κυρίως παιδιά ερωτευμένα. Γιατί δεν είναι δυνατό να μιλάμε για επανάσταση και να μην αναφέρουμε τον έρωτα. Στην ουσία η επανάσταση είναι απλώς ένα ετερώνυμο του έρωτα. Επανάσταση δεν σημαίνει ανατροπή του σκηνικού. Αυτό είναι μονάχα μια επίπτωση. Το σκηνικό αντικαθίσταται από τη νιότη, όταν αυτό γερνάει. Επανάσταση είναι η τέχνη του να είσαι διαρκώς ερωτευμένος. Να δίνεις νέες φόρμες στις ανησυχίες σου. Να αναζητάς νέους τόπους. Και μέσα απ’ τους τόπους να αναγεννιέσαι. Στην επανάσταση είναι ο έρωτας που αναμετριέται με το δοκιμασμένο. Και καθώς αυτό θρυμματίζεται, είναι ο έρωτας που καθιστά το νέο, το αγέννητο ως κάτι πιθανό.

Μετά τον Μάη, μετά τον κάθε Μάη, πόσο ερωτευμένοι υπήρξαμε;

Αξιολόγηση: *** (3)

http://filmnoir.gr/

Μετά το Μάη

Après Mai / Something in the Air

του Ολιβιέ Ασαγιάς

με τους Κλεμάν Μεταγιέρ, Λόλα Κρετόν, Φελίξ Αρμάν, Καρόλ Κομπς, Ίντια Μενουέζ

Υπόθεση:

Ο σκηνοθέτης παρουσιάζει τη συγκινητική όσο και τρυφερή ιστορία ενηλικίωσης μιας παρέας ομάδας νέων μέσα από το εκρηκτικό κλίμα μιας καθοριστικής εποχής, συνδυάζοντας αριστοτεχνικά το προσωπικό με το πολιτικό. Όπως και σήμερα έτσι και τότε, η αίσθηση της ματαίωσης ήταν έντονη, ωστόσο η ένταση των νεανικών χρόνων και η επιθυμία για εμπειρίες υπερνικά τις όποιες απογοητεύσεις και οδηγεί τους ήρωες σε αυτό που τελικά προσδοκούν να γίνουν.

Λίγο έξω από το Παρίσι στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Ο Ζιλ, ένας νέος που τελειώνει το σχολείο παρασύρεται από την πολιτική και δημιουργική αναταραχή της εποχής. Όπως και οι φίλοι του, βρίσκεται ανάμεσα στις ριζοσπαστικές πολιτικές δεσμεύσεις και στις προσωπικές του προσδοκίες. Οι πράξεις τους θα τους φέρουν στην Ιταλία και αργότερα στο Λονδίνο, όπου μέσα από ερωτικές συναντήσεις και καλλιτεχνικές ανακαλύψεις, κάποια στιγμή θα αναγκαστούν να κάνουν τις τελικές επιλογές τους για να βρουν τη θέση τους μέσα σε αυτούς τους ανήσυχους καιρούς.

Βραβείο Σεναρίου στο 69ο Φεστιβάλ Βενετίας

Η ταινία έκανε την πρεμιέρα της στο πρόσφατο Διαγωνιστικό τμήμα του 69ου Φεστιβάλ Βενετίας όπου κέρδισε το Βραβείο Σεναρίου. Στη συνέχεια προβλήθηκε με μεγάλη επιτυχία στο Φεστιβάλ του Τορόντο, ενώ έχει επιλεγεί στο πρόγραμμα Zalbategi Pearls του Φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν (επιλογή από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς), καθώς και στο Φεστιβάλ της Νέας Υόρκης.

Ο Ολιβιέ Ασαγιάς συνεχίζει το ταξίδι του στην ταραγμένη δεκαετία του ’70 μετά την επική ιστορία του τρομοκράτη Κάρλος, με μια πιο προσωπική ιστορία που έχει αυτοβιογραφικά στοιχεία. Πρόκειται για ένα σχέδιο που απασχολούσε το σκηνοθέτη περισσότερο από μια δεκαετία και αποτυπώθηκε ήδη στο βιβλίο του A Post May Adolescence: Letter to Alice Debord αφιερωμένο στην ποιήτρια Αλίς Ντεμπόρ, χήρα του Γκι Ντεμπόρ, ηγέτη της Καταστασιακής Διεθνούς. Η επαφή του έφηβου Ασαγιάς με τα γραπτά και τη στάση ζωής του Ντεμπόρ υπήρξε καθοριστική, αναγνωρίζοντας σε αυτά το νήμα που συνδέει την εξέγερση του Γαλλικού Μάη με τα ριζοσπαστικά καλλιτεχνικά και νεανικά κινήματα που ακολούθησαν τις επόμενες δεκαετίες. Ποια είναι σήμερα η παρακαταθήκη του Μάη του ’68 και των κινημάτων που σάρωσαν τη Γαλλία και ολόκληρη την Ευρώπη προτάσσοντας την ανατροπή και την εξέγερση;

Ο σκηνοθέτης παρουσιάζει τη συγκινητική όσο και τρυφερή ιστορία ενηλικίωσης μιας παρέας νέων μέσα στο εκρηκτικό κλίμα μιας καθοριστικής εποχής, συνδυάζοντας αριστοτεχνικά το προσωπικό με το πολιτικό, κάνοντας τις δικές του αναγωγές ανάμεσα στη γενιά που μεγάλωσε μέσα στον πολιτικό ριζοσπαστισμό και σε μια σημερινή που αναζητά το δικό της δρόμο μέσα σε μια εξίσου θυελλώδη εποχή.

Όπως και σήμερα έτσι και τότε, η αίσθηση της ματαίωσης ήταν έντονη, ωστόσο η ένταση των νεανικών χρόνων και η επιθυμία για εμπειρίες υπερνικά τις όποιες απογοητεύσεις και οδηγεί τους ήρωες σε αυτό που τελικά προσδοκούν να γίνουν. Παράλληλα, ο Ασαγιάς, ως λάτρης του σινεμά πάνω από όλα, αποτείνει το δικό του φόρο τιμής στις μεγάλες επιρροές του, τον Άντι Γουόρχολ και τον Ρομπέρ Μπρεσόν και μαζί στην ποπ και ροκ μουσική της εποχής, επιλέγοντας προσωπικά ένα εκπληκτικό soundtrack που ξεκινά από τον Captain Beefhart και φτάνει ως τους Soft Machine και τον Syd Barret.

Σημείωμα του σκηνοθέτη:

«Όταν αρχίζεις να πιστεύεις ότι η συλλογική ιστορία εκπροσωπείται αποσπασματικά, μετά από λίγο έχεις την κρυφή ιδέα ότι μπορεί να πρέπει εσύ να διορθώσεις το λάθος. Ότι μπορεί, χωρίς να το συνειδητοποιείς, να κρατάς μια από τις εμπειρίες της δικής σου γενιάς και να έχει έρθει η ώρα να την εξιστορήσεις. {…} Η ταινία απεικονίζει το μονοπάτι πάνω στο οποίο μαθαίνουμε να σκεφτόμαστε για τον εαυτό μας, ενώ απορροφούμε και την ατμόσφαιρα της εποχής, χωρίς όμως να γινόμαστε θύματά της. Πρόκειται για ένα δρόμο που αποφεύγει όσο μπορεί τα πιο δημοφιλή μέρη κοινωνικοτήτων και συμβιβασμών με τον ένα ή τον άλλο τρόπο».

Returning to feature filmmaking after his brilliant 2010 mini-series ‘Carlos,’ in Olivier Assayas’ ‘Something in the Air’ it is 1971 and Gilles (newcomer Clément Metayer) is a graduating high school student in Paris deeply involved in the counterculture of the time. As Gilles begins to realize that his interests lie more in the revolutions in art and music, he finds himself pulled into ever more dangerous political protests by the people around him, especially his radicalized girlfriend, Christine (Lola Créton). After a vandalism attack against their school goes terribly wrong, Gilles and his friends flee to Italy, where they spend a bohemian summer in the countryside drifting between parties, rallies and agitprop film screenings. Amidst this whirlwind of politics, art and sex, the group discovers that at their age every day holds new possibilities, and life awaits the curious.

Director’s Statement

I don’t really believe in autobiography at the cinema. One always writes about recent and distant memories that are more or less distorted and more or less idealised. This is particularly the case when talking about adolescence, an age when our strongest images are etched almost unbeknownst to us. Instead I believe in youth as a source of inspiration, as an intimate truth that we should constantly measure ourselves against. I grew up during the 1970s. I didn’t choose them and I am returning to them. This violent, confused and contradictory period, overshadowed by the events of May 1968, continues to be the object of misunderstandings. I experienced those years and I am their worst witness, my face to the ground, a tributary of an irreparably falsified perspective. But perhaps that is not the worst point of view for understanding the chaos of those years…

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Η Βαθμολογία μου: [9/10] Γιάννης Ραουζαίος

(Σ.Σ.: 3/9/2012 – Από το 69ο Φεστιβάλ Βενετίας 2012)

Το πρωί σήμερα είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω και το πολυαναμενόμενο, anthem του νέου Γαλλικού σινεμά και του τρομερού παιδιού του: «Apres Mai (Something In The Air)» του Ολιβιέ Ασάγιας.

Αλήθεια ποιον Μάη;

Όχι απλώς τον μήνα των αρχαίων παγανιστικών εορτών και των λουλουδιών που ανθίζουν, αλλά αυτόν τον φοβερό για τα απανταχού συστήματα κυριαρχίας, εμβληματικό Μάη του ’68. Όταν η ουτοπία χτύπησε την πόρτα, ενώνοντας – για λίγο – τους εργάτες, τους διανοούμενους, τους καλλιτέχνες και τους φοιτητές, σε ένα ριζοσπαστικό όραμα απόλυτα καθοδηγούμενο από την νέα γενιά της εποχής με όλα τα υπέρ και τα κατά.

Ένα ΣΥΜΒΑΝ με όλη την σημασία της λέξης, που ίσως να άγγιξε λίγο ο Ελληνικός Δεκέμβρης του 2008, χωρίς να τεθεί ποτέ όπως έγινε στα 60’ς το ζήτημα της εξουσίας (ή της διάλυσής της) σε μαζικό επίπεδο. Ο Ασάγιας, με το ταλέντο που διαθέτει στο να μην επιτρέπει στις ιστορικές περιηγήσεις του, να μετατρέπονται οι ήρωές του σε καρικατούρες, αλλά να τους κάνει να δείχνουν αφάνταστα φυσικοί και σύγχρονοι, μέσα από ένα βλέμμα με ίση ποσότητα δημιουργικής φαντασίας και απλότητας, μας μιλά ακριβώς για την περίοδο «μετά τον Μάη».

Για τα 70’ς και τις αρχές τους, όταν αυτός πλέον ήταν εικοσάχρονος, και οι μετασεισμοί του τέλους της δεκαετίας του ’60 αγκάλιαζαν και ριζοσπαστικοποιούσαν το σύνολο του κόσμου, σε μια πρωτοφανή σύνθεση κινημάτων, τέχνης, διεύρυνσης της συνείδησης, έκστασηις, αφέλειας, ουτοπίας, και ΑΝΤΙΚΟΥΛΤΟΥΡΑΣ, που είχε να συμβεί σε τέτοια έκταση και βάθος, αιώνες ολόκληρους. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο πως το κύριο αίτημα του ρεύματος UNDERGROUND από την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, έως την Αργεντινή και την Ιαπωνία, ήταν η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ σαν μια συνολική διαδικασία και η ΓΕΝΝΗΣΗ παράλληλα, (και όχι στο αποκαλυπτικό μέλλον) ενός νέου πολιτισμού μακριά από την υποκρισία και την εκμετάλλευση. Οι ήρωές του, όλοι νέοι, απαντούν στα ερωτήματα που τους θέτει η εποχή τους, μέσα από θριάμβους αλλά και παλινωδίες, χωρίς να κάνουν πίσω τουλάχιστον, στην ολοκλήρωση μέσω της επιλογής τους.

Σε ερώτησή μας οι δυο κεντρικοί χαρακτήρες έντονα πολιτικοποιημένοι καλλιτέχνες (τους υποδύονται οι εξαιρετικοί Félix Armand και Clément Métayer), απάντησαν πως οι χαρακτήρες τους, τελικά, μεταμορφώνονται μέσα από το κίνημα και την επαφή τους με την Τέχνη. Ο ένας σε προσωπικό επίπεδο, ο άλλος, συνδέοντας την Τέχνη με το σύνολο της καθημερινής ζωής και αφομοιώνοντας προτάγματα της εποχής του, προσωπικά βιώματα και την… καταστασιακή θεωρία και αίσθηση. Ο Ασάγιας σε άλλη ερώτησή μας, πάνω στο εάν «η Counter Culture (Αντικουλτούρα) εμφανίζεται διαρκώς σαν ένα μέλλον που συνεχώς επιδιώκει να εμφανίζεται ξανά και ξανά μέχρι να ολοκληρωθεί και στο παρόν ως εφαρμοσμένη επικοινωνία μιας συνωμοσίας ίσων, απάντησε: «το ζήτημα ήταν και τότε αλλά και τώρα, πάντοτε το UNDERGROUND (εδώ, εγώ σιγοψιθύρισα χαμηλόφωνα wow!), και η ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ. «

«…Εκείνο που χαρακτήριζε την εναντιωτική αντί-κουλτούρα εκείνων των δεκαετιών, ήταν η συνείδηση μιας ξεχωριστής πραγματικότητας προαγόμενης από δυναμικές μειοψηφίες, που παρήγαγε δίκτυα, τύπο και μια κουλτούρα η οποία περιλάμβανε από συγκρούσεις στον δρόμο, μέχρι συναυλίες ψυχεδελικού ροκ και be ins, ενώ από παντού στον κόσμο χτιζόταν γύρω από αυτά δίκτυα ανταλλαγής απόψεων, εντύπων, επικοινωνίας.

Δεν υπήρχε μια παγκοσμιοποίηση της πληροφορίας μέσω των media σε τέτοιο βαθμό όπως σήμερα η οποία σ’ ένα βαθμό ναι μεν βοηθά, αλλά και αποπροσανατολίζει, μετατρέποντας τα συνθήματα για ριζοσπαστική αλλαγή σε εφήμερη αφομοιωμένη μόδα και τελικά παράγοντας όχι μια νέα κουλτούρα της εναντίωσης αλλά έναν μπερδεμένο και χωρίς ενότητα χυλό.

Μέσα από αυτό το βαθύ ερώτημα, που έχει να κάνει πρώτα από όλα με την ανάδυση μιας συνθετικής δράσης όπου τα media θα είναι εργαλείο και όχι κομμάτι απορρύθμισης, βρίσκεται η βάση για νέα συμπεράσματα.

Ξέρετε δε κάτι; Η Τέχνη παραμένει ένα τέτοιο είδος Μειονοτικού Δικτύου Ριζοσπαστικότητας, στον βαθμό που επιτρέπει στις στάσεις, στις εικόνες και στις δράσεις των καταστάσεών της, να μας φέρνουν απευθείας σε επαφή με αυτό το βίωμα.»

Μετά από μια τέτοια τοποθέτηση και την αρτιότητα του «Apres Mai», θα μπορούσε να προταθεί σίγουρα ως επίτιμο μέλος του Κενού Δικτύου!

Η Βαθμολογία μου: [6/10] Άγγελος Πολύδωρος

Είναι πραγματικά πολύ δύσκολο – συναισθηματικά – για έναν άνθρωπο της γενιάς μου να παρακολουθήσει μια ταινία με αυτό το περιεχόμενο. Την εποχή δηλαδή μετά το Μάη του ‘68 και επέκεινα. Μέχρι σήμερα. Γιατί, όπως σήμερα έτσι και τότε, ήταν έντονη η αίσθηση της ματαιότητας για όσα γίνονται. Για τους αγώνες και τις αγωνίες. Ωστόσο η ένταση των νεανικών χρόνων και η επιθυμία για εμπειρίες υπερνικά, τελικά, τις όποιες απογοητεύσεις και οδηγεί τους ήρωες σε αυτό που τελικά προσδοκούν να γίνουν. Τους οδηγεί όμως, όπως έλεγε και ο πατέρας μου – όταν έτρεχα στη Νομική (λίγο πριν τα γεγονότα του Πολυτεχνείου) – και «στην εξασφάλιση του άρτου ημών, του επιούσιου».

Η ταινία, δεν προσδιορίζει ακριβώς, την εποχή μετά το ’68 και αυτή η περίοδος θα μπορούσε με μια νοητή χρονική προέκταση να είναι και η σημερινή. Δεν έχει αλλάξει τίποτα… Μόνο τα κοστούμια και η μουσική της εποχής παραπέμπουν στην ταραχώδη εκείνη εποχή, η οποία εμφανίζεται ως πολιτικά ρευστή και επικοινωνιακά χαώδης. Αλλά, μήπως και σήμερα – εποχή του διαδίκτυου – δεν είναι χαώδης η πληροφόρηση, μέσα από την πληθώρα των sites και blogs; Τι να πρωτοπιστέψει κανείς;

Δεν ξέρω γιατί, αλλά είδα την ταινία μόνο με νοσταλγική ματιά και με μια νότα απογοήτευσης. Συμφωνώ με τον σκηνοθέτη που λέει: «Η ταινία απεικονίζει το μονοπάτι πάνω στο οποίο μαθαίνουμε να σκεφτόμαστε για τον εαυτό μας, ενώ απορροφούμε και την ατμόσφαιρα της εποχής, χωρίς όμως να γινόμαστε θύματά της. Πρόκειται για ένα δρόμο που αποφεύγει – όσο μπορεί – τα πιο δημοφιλή μέρη κοινωνικοτήτων και συμβιβασμών με τον ένα ή τον άλλο τρόπο».

Η Βαθμολογία μου: 6/10 του Δημήτρη Παπαμίχου

Εξαιρετική ατμόσφαιρα…

Όσο και να διαφωνείς ιδεολογικά, ή συντακτικά ή οτιδήποτε άλλο, σχετικά με το κίνημα του Μαη ’68, είτε με όσα ακολούθησαν έπειτα από αυτό, είτε με την σημερινή εξέλιξη των πρωταγωνιστών εκείνης της περιόδου (δε θέλει ιδιαίτερη φαντασία για να καταλάβεις που βρίσκονται), δεν μπορεί παρά να υποκλιθείς σε αυτό το χρονολόγιο που μας προσφέρει ο οραματιστής και ταλαντούχος δημιουργός Ολιβιέ Ασαγιάς, που έκανε πρεμιέρα στην Μπιενάλε πέρσι.

Απομακρύνοντας τον υποκειμενικό δογματισμό και την συναισθηματική φόρτιση των ημερών της «νεανικής επανάστασης», αφηγείται ρεαλιστικά αλά βεριτέ σινεμά, όλη την περιρρέουσα ατμόσφαιρα των 70’ς σε μορφή ημερολογίου. Χωρίς κριτική για τις ρίζες της ουτοπίας που εξέφραζε ο Μάης του ’68, στους νεαρούς επαναστάτες και ριζοσπάστες της εποχής, η μαχητικότητα και ο ενθουσιασμός για το «καινούργιο», καταγράφεται μέσα από τις παράπλευρες εικόνες, πολιτικής επικαιρότητας, Τεχνών (μουσικής, κινηματογράφου, εικαστικών), συνολικότερης δημιουργικής αντικουλτούρας και αριστερίστικων ιδεολογιών που συγκλόνιζαν τον κόσμο. Με αφετηρία την Γαλλία και συγγενή ρεύματα από Ιταλία και Αγγλία. Δεν αποχρωματίζει τις αντικρουόμενες συνιστώσες, προβάλλει τις διαφορές τους και πάνω απ’ όλα δεν επιχειρεί να εξομολογηθεί για όσα συνέβησαν αλλά να καταθέσει ψυχή και πίστη για την κατάληξη του ελευθεριακού φοιτητικού κινήματος, 3 χρόνια μετά τον Μάη του ’68. Συμπαρασύροντας στο ρεύμα της εποχής, αποκλεισμένες από τον πλούτο παραγωγής και πνεύματος κοινωνικές τάξεις, μιας νεοεπαναστατικής κουλτούρας που έγραψε ιστορία σε πολλούς τομείς.

Η θεωρία της άρνησης και υπονόμευσης της κοινωνικής ένταξης από μεμονωμένες ή συλλογικές ομάδες ενός αυτοοργανωμένου κινήματος (όπως αυτοχαρακτηρίζονται) στην πράξη επιβεβαιώνει την ματαιότητά του. Σε βαθμό που ένας ψυχαναλυτής δε θα δίσταζε να την αποδώσει σε παρόρμηση που εκτονώνεται με την πρόκληση σωματικής βίας και κοινωνικού χάους. Με στόχο την αναδημιουργία ενός αντισυμβατικού κι ευνουχισμένου κόσμου που τείνει να αυτοανατραπεί ηδονιστικά. Κι όταν τα άκρα και οι παρυφές του περιθωρίου εισχωρούν βίαια στο κέντρο των αποφάσεων της εξουσίας με σκοπό την έκλυση της έννομης τάξης και την κατάληψή της, είναι λογικό να δημιουργηθεί αντίδραση, φράξιες και σχίσματα στους κόλπους των συσνιστωσών. Η μετάλλαξη δε θα διαφέρει από το Σύστημα το οποίο πολεμούν δονκιχωτικά αποδεικνύοντας απτά την ανακολουθία λόγων και πράξεων που τελικά θέτουν σε αμφισβήτηση και καθεστώς παρακμής, έναν αγνό κοινωνικό – ταξικό αγώνα. Έναν αγώνα οργανωμένο έτοιμο να καταρεύσει από το βάρος του αντικομφορμισμού. Ενός αγώνα κινηματικού με κομματική οργάνωση ως επί το πλείστον που προσφέρει ιδεολογική σκέπη προς πάσης φύσεως ορφανά.

Ο Ασαγιάς γνωρίζει πολύ καλά την προπαγανδιστική δύναμη του κινηματογράφου, εμπλουτίζοντας το έργο του με αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία, για να τεκμηριώσει την αυθεντικότητα του κλίματος που περιγράφει. Η αξία όσων πρέσβευαν τότε, οι αρχές και τα ιδανικά μιας διαφωτιστικής «αλλαγής του κόσμου», έχει πλήρως χωνευτεί από την κοινωνία και ξεβραστεί από τον ρου της Ιστορίας. Σήμερα, παράλληλα και κάτω από την κυριαρχία της παγκοσμιοποίησης, οι οικονομικοπολιτικές συγκυρίες υπογραμμίζουν την ομοιότητα των περιστάσεων, ώστε παρά την την όποια ιδεολογική ή ηθική διαφωνία, για την αγωνιστική μέθοδο και ως εκ τούτου για το τελικό αποτέλεσμα, ν΄αναγνωρίζω την ειλικρίνεια των προθέσεων και την αγνότητα κάθε κινήματος που απεγκλωβίζεται από άκαμπτα δόγματα, προπαγανδίζοντας την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο, έστω κι αν είναι καταδικασμένο ν’ αποτύχει. Άλλωστε τα κινήματα πεθαίνουν σταδιακά ή ακαριαία από εσωτερικούς παράγοντες, οπότε ο αντίπαλος μπορεί απλά να περιμένει έναν αργό θάνατο από το να ρισκάρει άμεσα ενέδρα. Η χρονική διάρκεια και η προβοκάτσια είναι σοβαρότερα ζητήματα που πάνω στον ενθουσιασμό του στόχου, δεν υπολογίζονται, όπως διδάσκουν άπειρα παραδείγματα της σύγχρονης Ιστορίας.

Το να αναδεικνύεις ένα πρόβλημα, να το φέρνεις στην επιφάνεια, να το εκλαϊκέυεις να το δημοσιοποιείς δε μου λέει τίποτα. Εμένα μ΄ενδιαφέρει να το λύσεις. Αν μπορείς έχει καλώς. Όπως διαπιστώνει κανείς κοιτάζοντας το Μάη του ’68 νοσταλγικά, το Σύστημα απορροφά τις ιδέες μακροπρόθεσμα. Παρόμοια κινήματα παγκοσμίως καταλήγουν από την απαξία της τακτικής στην αύξηση της κρατικής καταστολής.

Μνημόσυνο! [1,5/10] Κωνσταντίνος Κομματάς

Μόνον ως μνημόσυνο μπορεί να θεωρηθεί η θλιβερή αυτή ταινία που φέρνει στον νου τον εκφυλισμό κάθε αυθόρμητης και ειλικρινούς ανατρεπτικής δράσης όπως αυτή διαδραματίστηκε το 1968, μέσα από την μετεξέλιξη της σε κουστουμαρισμένη καθωσπρέπει αντιπολίτευση τύπου Daniel Cohn Bendit και στην επακόλουθη καπηλεία της.

Η ταινία με ένα απλοϊκό σενάριο σέρνεται επί ένα δίωρο και κουράζει τον θεατή, χωρίς να κατορθώνει να τεκμηριώσει την αναγκαιότητα της δημιουργίας της.

Πραγματικά θα ήταν χρήσιμο να μπει επιτέλους ένα φρένο στην ψευδό διανοουμενίστικη τυμβωρυχία που επιχειρείται κάθε τόσο με γλυκερά και νοσταλγικά κατασκευάσματα που επιπλεύσουν σε φεστιβάλ και αίθουσες .

Και που το προσπαθούν, επιχειρώντας να δώσουν ιδεολογικό και συναισθηματικό συγχωροχάρτι , με την λογική του αναπότρεπτου της ήττας, στις τύψεις όσων άφησαν την ευκαιρία για έναν καλύτερο κόσμο να χαθεί πριν χρόνια.

Πέμπτη 7 Μάρτη 2013 ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ

ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

ΟΛΙΒΙΕ ΑΣΑΓΙΑΣ

Μετά το Μάη

Ο Γάλλος σκηνοθέτης Ολιβιέ Ασαγιάς – γιος του σεναριογράφου Ζακ Ρεμί – δείχνει αδυναμία στην αναδρομή στο χρόνο. Οι τελευταίες του ταινίες «ΚΑΡΛΟΣ» και «ΜΕΤΑ ΤΟ ΜΑΗ» μπορεί να διαφέρουν θεματικά, τοποθετούνται όμως στη δεκαετία του ’70, εκείνη της πρώτης νιότης του σκηνοθέτη. Στην ίδια περίοδο αναφερόταν και η 3η ταινία του Ασαγιάς «EAU FROIDE» (1994) όπου μάλιστα, το alter ego του σκηνοθέτη, ονομαζόταν Ζιλ, ακριβώς όπως και στη 14ηταινία του «ΜΕΤΑ ΤΟ ΜΑΗ», μια αυτοβιογραφία που πάει πιο μακριά από την στεγνή ομφαλοσκόπηση, που ισορροπεί ανάμεσα στο προσωπικό και το συλλογικό, τον Ζιλ και τους φίλους, τρία χρόνια μετά το γαλλικό Μάη του ’68.

Πρόκειται για μια βιογραφική, συναισθηματική και έξυπνη αφήγηση ενηλικίωσης. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης 16 ετών το 1971, γνωρίζει τα πράγματα και μπορεί να αφηγηθεί. Αντλεί την ιστορία του από τη δική του εφηβική ηλικία, βάζει στο επίκεντρο τον 18χρονο Ζιλ, γόνο ευπρεπούς οικογένειας,με καλλιτεχνικές ανησυχίες και υπερ-επαναστάτη ακτιβιστή. Γράφει συνθήματα στους τοίχους, τυπώνει επαναστατικά φυλλάδια, πουλάει επαναστατικό Τύπο, μάχεται με αστυνομικούς και φύλακες. Εχει μια σχέση με την Λορ, που έρχεται σε μια συνάντησή τους στα καταπράσινα δάση ως Ελβίρα Μάντιγκαν, με ένα μακρύ λευκό φόρεμα… Λίγο αργότερα στην ταινία, ο Ζιλ και η φίλη του Κριστίν, πηγαίνουν σινεμά στην ταινία του Μπο Βίντεμπεργκ «ΤΖΟ ΧΙΛ».

Η ζωή του Ζιλ και των φίλων του, με συνισταμένη τον έρωτα – κορυφή του υπαρξιακού, ταλαντεύεται μεταξύ τέχνης και πολιτικής. 3 χρόνια μετά το ’68, ο γενικός και αόριστος απόηχος της εξέγερσης βρίσκεται απείρως μακριά, αλλά και απείρως κοντά και νοηματοδοτεί την ηλικιακή ανία πολλών μικροαστικών γόνων, ιδιαίτερα όταν οι αστυνομικοί στους δρόμους του Παρισιού, με μεγάλη ευχαρίστηση και υπερβάλλοντα ζήλο, καταστέλλουν μαθητικές διαδηλώσεις. Σημείο των καιρών και ο διευθυντής του σχολείου που από τη μια μαίνεται για τους βανδαλισμούς κι από την άλλη δείχνει κατανόηση…

«Είναι η πιο προσωπική ταινία μου» δήλωσε ο ίδιος ο Ασαγιάς. Μια ιστορία που σήμερα βλέπει με την απόσταση που τότε δεν μπορούσε να έχει. Η ιστορία συντίθεται από τις προσωπικές ιστορίες πολλών ατόμων με διαφορετικό βαθμό «πεποίθησης» και πολύ «ατομικά» όνειρα, στόχους και φιλοδοξίες. Το δικό τους «μαζί» δεν έχει σχέση με την έννοια της συλλογικότητας και του αγώνα. Μπορεί να σκοτώνουν την ώρα τους μαζί, αλλά στις σοβαρές αποφάσεις ο καθένας είναι μόνος του, περιχαρακωμένος στο περιβάλλον και τον κόσμο του.

Το βλέμμα του Ασαγιάς είναι επίμονο και κάπου ειρωνικό για τα υπεραριστερά γκρουπούσκουλα – μαοϊστές, τροτσκιστές, αναρχικοί, που στελέχωσαν, με το τέλος των σπουδών τους το αστικό κράτος και πολέμησαν λυσσαλέα την εργατική τάξη. Περιπτώσεις σαν του Γιόσκα Φίσερ ή του Κον Μπεντίτ αμέτρητες, ξέρουμε και από τους εδώ επαναστάτες… Ο Ασαγιάς περιγράφει γλαφυρά τις ανησυχίες των παιδιών από τα ευημερούντα μεσαία στρώματα με πρόσβαση σε χρήματα, ταξίδια και στρωμένο μέλλον, και το πόσο αποκομμένοι είναι από την άλλη πραγματικότητα, τη λαϊκή. Εννοιες ή εικόνες από εργατική τάξη ή εργατικά συνδικάτα δεν υπάρχουν. Οι απόντες εκπροσωπούνται από τους υπερεπαναστάτες τους μεγαλωμένους στα αστικά σπίτια που ανταγωνίζονται στο ποιος θα αρθρώσει καλύτερα τη φωνή των εργατών. Είναι αποκαλυπτική η αφ’ υψηλού στάση των πνευματικά ανώτερων, των διανοούμενων, που δρουν για το καλό της εργατικής τάξης χωρίς οι ίδιοι να έχουν την παραμικρή σχέση και ιδέα για την ταξική εκμετάλλευση. Εμφανής η ειρωνεία όταν ξεστομίζεται το περίφημο «δεν θα πρέπει μια επαναστατική ταινία να έχει επαναστατική σύνταξη»; Στην ανάγνωση του φιλμικού κειμένου υπάρχει ανάμεσα στις γραμμές το τείχος που χωρίζει τους ήρωες της ταινίας από την εργατική τάξη… Βέβαια αυτές είναι οι τελευταίες αναλαμπές της νεανικής τους επανάστασης γιατί πολύ γρήγορα, το σεξ, τα ναρκωτικά, η ροκ μουσική, η τέχνη και οι φιλοσοφίες της Ανατολής αντικαθιστούν τη μόδα του Λένιν, του Μάο και του Μαρξ. O Aσαγιάς υπαινίσσεται ξεκάθαρα ότι η ανάγκη της «πολιτικής» σε αυτούς τους νέους θα μπορούσε να αντικατασταθεί από οποιοδήποτε «κίνημα», φθάνει η πίεση της ομάδας και το πνεύμα της εποχής να είχαν αντίστοιχη δύναμη επιρροής και σαγήνης.

Και ο Ασαγιάς, όπως πολλοί, μοιάζει να κοιτάζει στο παρελθόν και να αναρωτιέται πού πήγε τόσος «ιδεαλισμός», γιατί οι ίδιοι άνθρωποι σήμερα ασχολούνται με τη διακόσμηση και το δείκτη των μετοχών; Η απάντηση εγγράφεται στις εικόνες, στα περιγράμματα σε σχέση με τα συμφραζόμενα, στην παρουσία, απουσία, διάσταση, προοπτική και προβολή των συστατικών τους στο χρόνο…

Βεβαίως και διαφαίνεται κάποιο είδος ανάλυσης που διαπερνά το νοσταλγικό τόνο του φιλμ. Μόνο που, σαν τη νοσταλγία, έτσι και η ανάλυση, «κρατά τις αποστάσεις» κάτι που συνιστά πρόβλημα. Ενα επίσης προβληματικό στοιχείο είναι ότι ο Ασαγιάς έχει δυσκολία να αποφασίσει τι είδους φιλμ θέλει. Ετσι το βιογραφικό του φιλμ συνειδητοποίησης και ενηλικίωσης με φόντο την ατμόσφαιρα του ’70, «σκαλώνει» στην πορεία σε πάμπολλες κατευθύνσεις κι έτσι γίνεται μάλλον φλύαρο παρά ενδιαφέρον. Η ενδοσκόπηση πραγματοποιείται χωρίς εμβάθυνση στους χαρακτήρες οι οποίοι απογυμνωμένοι από καλλωπιστικές επιστρώσεις προβάλλουν μια απάθεια που ταρακουνάει. Οι νεαροί μοιάζουν να μη νοιάζονται για τίποτα…

Ο Ασαγιάς σερβίρει πρωτίστως ένα υπέροχο επιδόρπιο νοσταλγίας με μια δύναμη στην αφήγηση, που επιπλέει, ό,τι κι αν συμβεί. Με άλλα λόγια, η ταινία είναι μια αρκετά νηφάλια αποτίμηση μιας μεθυσμένης αλλά και μεθυστικής εποχής, παραδομένη σε μουσικά ακούσματα – πατιναρισμένα κι αυτά από τον χρόνο. Είναι σε μεγάλο βαθμό μια νοσταλγική ταινία γι’ αυτή καθαυτή τη νιότη…

Παίζουν: Κλεμάν Μεταγιέ, Λόλα Κρετόν, Φελίξ Αρμάν, Καρόλ Κομπ, Ματιάς Ρενού, Ιντια Μενουέζ, Φελίξ ντε Ζιβρί κ.ά.

Παραγωγή: Γαλλία (2012).

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s